Παρασκευή, 15 Μαΐου 2015

Ασσασ­σί­νοι, Χρυ­σαυ­γί­τες, με­τα­νά­στες

 Έφη­βος Βα­σι­λι­κός Πύ­θω­νας
ή ο πύ­θων της κρί­σης.











 Νί­κος Α. Μά­ντης
«Πέ­τρα ψα­λί­δι χαρ­τί»
Εκδό­σεις Κα­στα­νιώ­τη
Νοέμ­βριος 2014


Ακό­μη δεν τον εί­δα­με Γιαν­νά­κη τον βα­φτί­σα­με. Αλλά ά­παξ και τον βα­φτί­σα­με, που ση­μαί­νει ό­τι α­πο­δε­χτή­κα­με πως έ­χει προ­κύ­ψει ι­διαί­τε­ρη κα­τη­γο­ρία βι­βλίων που ε­ντάσ­σο­νται στη “λο­γο­τε­χνία της κρί­σης”, αυ­τά  πολ­λα­πλα­σιά­ζο­νται. Η θε­μα­τι­κή ο­μπρέ­λα, έ­τσι κι αλ­λιώς, εί­ναι με­γά­λη. Αρκεί να υ­πάρ­χει έ­στω και έ­νας ή­ρωας ά­στε­γος, α­πο­λυ­μέ­νος α­πό την ερ­γα­σία του ή, γε­νι­κό­τε­ρα, δυ­στυ­χής, δε­δο­μέ­νης και πρό­σφα­της βρε­τα­νι­κής έ­ρευ­νας ε­πι­στη­μο­νι­κού ε­πι­πέ­δου, που έ­δει­ξε ό­τι δυ­στυ­χία στα λο­γο­τε­χνι­κά βι­βλία Αγγλό­φω­νων και Γερ­μα­νό­φω­νων, μέ­σα στην τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία, ση­μαί­νει οι­κο­νο­μι­κή δυ­στυ­χία. Για α­κό­μη, μά­λι­στα, με­γα­λύ­τε­ρο ά­νοιγ­μα αυ­τής της νεό­τευ­κτης λο­γο­τε­χνι­κής κα­τη­γο­ρίας, φτά­νει η υ­πό­θε­ση του βι­βλίου να ε­κτυ­λίσ­σε­ται στην “Αθή­να της κρί­σης”. Όσο α­φο­ρά την Ελλά­δα της κρί­σης, αυ­τή υ­πάρ­χει μό­νο ως α­να­φο­ρά, κα­θώς σπα­νίως η ι­στο­ρία α­πλώ­νε­ται στον υ­πό­λοι­πο γεω­γρα­φι­κό χώ­ρο, ό­πως στο πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα του Χρή­στου Οι­κο­νό­μου, «Το κα­λό θα ’ρθει α­πό τη θά­λασ­σα».
Από αυ­τήν την ά­πο­ψη, εί­ναι εν­δει­κτι­κό πως το πρώ­το μυ­θι­στό­ρη­μα αυ­τής της κα­τη­γο­ρίας, που α­πέ­σπα­σε βρα­βείο, τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Άγρια Ακρό­πο­λη». Σύμ­φω­να με τον συγ­γρα­φέα του, Νί­κο Μά­ντη, εί­ναι “έ­να κα­θα­ρό­αι­μο βι­βλίο ε­πι­στη­μο­νι­κής φα­ντα­σίας, στο ο­ποίο οι ση­με­ρι­νοί ε­φιάλ­τες προ­βάλ­λο­νται στην Αθή­να του 2159 μ.Χ.”, η ο­ποία πε­ρι­γρά­φε­ται ως “μία ε­ντε­λώς διε­θνο­ποιη­μέ­νη κοι­νω­νία πο­λυε­θνι­κών, βα­σι­σμέ­νη στους κα­νό­νες διοί­κη­σης του ε­ται­ρι­κού μά­νατ­ζμε­ντ”. Η ο­ρο­λο­γία υ­πο­δη­λώ­νει τη νο­μι­κή ι­διό­τη­τα του Νί­κου Λα­μπρό­που­λου, που κρυ­βό­ταν μέ­χρι πρό­τι­νος πί­σω α­πό το ψευ­δώ­νυ­μο Νί­κος Μά­ντης. Ο ί­διος α­πο­κά­λυ­ψε την ψευ­δω­νυ­μία με­τά τη βρά­βευ­ση και του εν λό­γω, τρί­του πε­ζο­γρα­φι­κού βι­βλίου του, μη α­ντέ­χο­ντας στον πει­ρα­σμό της προ­βο­λής.
Η συ­γκε­κρι­μέ­νη κα­τη­γο­ρία πε­ζο­γρα­φι­κών βι­βλίων, χά­ρις και στο εύ­ρος της θε­μα­τι­κής που ε­πι­τρέ­πει, τεί­νει να κα­λύ­ψει σχε­δόν το σύ­νο­λο της πα­ρα­γω­γής. Σε αυ­τό συμ­βάλ­λουν, βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές και κρι­τι­κοί, που “α­γκα­λιά­ζου­ν” βι­βλία αυ­τού του τύ­που, κα­θώς τους δί­νουν την ευ­και­ρία να γρά­ψουν για “τα καυ­τά προ­βλή­μα­τα της ε­πι­και­ρό­τη­τας”, κα­τα­πώς α­πο­κα­λού­νται στο δη­μο­σιο­γρα­φί­ζον λε­κτι­κό τα οι­κο­νο­μι­κά ε­πα­κό­λου­θα της κρί­σης. Ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός λο­γο­τε­χνι­κό βι­βλίο, προ­κύ­πτει μάλ­λον σαν πα­ρελ­κό­με­νος, πα­ρά ως δια­πί­στω­ση βά­σει αι­σθη­τι­κών κρι­τη­ρίων, α­πο­βλέ­πο­ντας στη με­γα­λύ­τε­ρη προ­βο­λή του συ­γκε­κρι­μέ­νου τύ­που βι­βλίων. Ηθο­γρα­φή­μα­τα ή προς α­πο­φόρ­τι­ση του κα­κό­ση­μου χα­ρα­κτή­ρα της λέ­ξης, νε­ο­η­θο­γρα­φή­μα­τα, ρε­α­λι­στι­κά ή και έκ­δη­λα να­του­ρα­λι­στι­κά, που τε­λευ­ταία ε­πι­κρά­τη­σε να α­να­φέ­ρο­νται, και πά­λι προς ε­ξω­ραϊσμό της λέ­ξης, “φέ­τες ζωής”, α­πα­ξά­πα­ντα συ­στή­νο­νται ως λο­γο­τε­χνία. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη κα­τη­γο­ρία βι­βλίων, δεν γί­νε­ται, του­λά­χι­στον ε­πί του πα­ρό­ντος, λό­γος πε­ρί πα­ρα­λο­γο­τε­χνίας.
Οι ο­ποιεσ­δή­πο­τε κρί­σεις, ό­μως, πο­λι­τι­κές πα­λαιό­τε­ρα, οι­κο­νο­μι­κές σή­με­ρα, ε­πα­να­φέ­ρουν στο προ­σκή­νιο την α­σα­φώς ο­ρι­ζό­με­νη αλ­λά ση­μα­ντι­κή στη συλ­λο­γι­κή συ­νεί­δη­ση “τά­ξη των δια­νοου­μέ­νω­ν”. Εντός της ο­ποίας, οι συγ­γρα­φείς α­πο­τε­λούν έ­να η­γε­μο­νι­κό τμή­μα. Έτσι, ε­πα­να­κά­μπτουν συ­ζη­τή­σεις για τον “συγ­γρα­φέα σε πε­ρι­βάλ­λον κρί­σης” ή “α­πέ­να­ντι στην κρί­ση”, συ­νο­πτι­κό­τε­ρα, για “τον ρό­λο του συγ­γρα­φέ­α”. Προ­κύ­πτουν η­με­ρί­δες, συ­να­ντή­σεις, κύ­κλοι και συ­να­φείς εκ­δη­λώ­σεις, ό­που “έ­γκρι­τα μέ­λη της συγ­γρα­φι­κής κοι­νό­τη­τας” α­πο­φαί­νο­νται υ­πέρ ε­νός ε­νερ­γού ρό­λου του συγ­γρα­φέα σε πε­ριό­δους αιχ­μής. Το βα­σι­κό­τε­ρο, α­πε­νο­χο­ποιούν τον τυ­χόν ε­πι­και­ρι­κό χα­ρα­κτή­ρα του έρ­γου του. Οπό­τε ε­κεί­νος εν­δί­δει στη μυ­θο­πλα­στι­κή ευ­κο­λία, που ε­ξα­σφα­λί­ζει το πλη­θω­ρι­κό σε α­φορ­μές και γε­γο­νό­τα πα­ρόν, με α­να­παυ­μέ­νη τη συ­νεί­δη­σή του πως α­ντα­πο­κρί­νε­ται σε ό,τι η συγ­γρα­φι­κή κοι­νό­τη­τα α­ντι­λαμ­βά­νε­ται ως “πιε­στι­κό αί­τη­μα της κοι­νω­νίας”.
Ει­κά­ζου­με πως αί­σθη­μα υ­πο­χρέω­σης α­πέ­να­ντι στη χει­μα­ζό­με­νη χώ­ρα θα πρέ­πει να ώ­θη­σε τον Μά­ντη να συμ­βάλ­λει με έ­να δεύ­τε­ρο βι­βλίο στη “λο­γο­τε­χνία της κρί­σης”. Ίσως και α­δι­κώ­ντας ε­αυ­τόν, κα­θώς το ε­τοί­μα­σε σε “χρό­νο ντε τε”, κα­τά τη σλαν­γκ των η­ρώων του. Νοέμ­βριο 2013 βγή­κε α­πό το τυ­πο­γρα­φείο το «Άγρια Ακρό­πο­λη», Νοέμ­βριο 2014 το «Πέ­τρα ψα­λί­δι χαρ­τί». Πι­θα­νώς, λό­γω στε­νό­τη­τας χρό­νου, αυ­τό το δεύ­τε­ρο δεν βγή­κε μυ­θι­στό­ρη­μα. Απε­φεύ­χθη, πά­ντως, χά­ρις στην ευ­ρη­μα­τι­κό­τη­τα του συγ­γρα­φέα, ο συ­νή­θης α­ντιε­μπο­ρι­κός χα­ρα­κτη­ρι­σμός “συλ­λο­γή διη­γη­μά­τω­ν”. Ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός “σπον­δυ­λω­τό μυ­θι­στό­ρη­μα”, που ε­πέ­λε­ξε, δη­λώ­νει ό­τι πρό­κει­ται για κά­τι “σαν μυ­θι­στό­ρη­μα”, α­νε­ξάρ­τη­τα αν αυ­τό βρί­σκε­ται πλη­σιέ­στε­ρα σε συλ­λο­γή “σύ­ντο­μων ι­στο­ριώ­ν”. Στην πα­ρου­σία­ση των αυ­τό­νο­μων ι­στο­ριών ως τμη­μά­των μίας ε­νό­τη­τας, βο­η­θά η το­πο­θέ­τη­σή τους στον ί­διο χρό­νο και τό­πο, δη­λα­δή στην “Αθή­να της κρί­σης”. Βα­σι­κό, πά­ντως, τέ­χνα­σμα για την ε­πί­τευ­ξη του σπον­δυ­λω­τού χα­ρα­κτή­ρα πα­ρα­μέ­νει το πη­γαι­νέ­λα των η­ρώων α­πό τη μία ι­στο­ρία στην άλ­λη, αλ­λά­ζο­ντας θέ­ση στο κα­στ των προ­σώ­πων, α­πό πρω­τα­γω­νι­στές σε δευ­τε­ρα­γω­νι­στές ή και α­πλώς α­να­φε­ρό­με­να πρό­σω­πα.
Για το πλά­σι­μο των α­θλίων της Αθή­νας, η προ­σω­πι­κή ε­μπει­ρία δεν εί­ναι α­πα­ραί­τη­τη. Ούτε ο Ουγκώ είχε κατεβή στους υπονόμους των Πα­ρι­σίων. Επι­προ­σθέ­τως, σή­με­ρα, με την η­λεκ­τρο­νι­κή ε­νη­μέ­ρω­ση, δεν α­παι­τεί­ται ού­τε καν ε­πι­τό­πια έ­ρευ­να. Ωστό­σο, ο Μά­ντης, πα­ρου­σιά­ζο­ντας το βι­βλίο του, ι­σχυ­ρί­ζε­ται πως ή­ρωες και κα­τα­στά­σεις, “εί­ναι ό­λα και ό­λοι, μα­σκα­ρε­μέ­νοι, ε­πι­νο­η­μέ­νοι αλ­λά και ε­ντε­λώς υ­παρ­κτοί”. Προ­σθέ­τει, μά­λι­στα, πως έ­χει α­γω­νία “να μην προ­δώ­σει και να μην προ­δο­θεί”. Οπό­τε, πι­θα­νώς να αν­τλεί και α­πό τη δι­κη­γο­ρι­κή του ε­μπει­ρία. Οι ε­ξο­μο­λο­γη­τι­κές εκ­φρά­σεις, πά­ντως, που χρη­σι­μο­ποιεί, ξε­νί­ζουν με την α­δό­κι­μη εκ­φρα­στι­κή τους, που μάλ­λον υ­πο­δη­λώ­νει συγ­γρα­φι­κή α­μη­χα­νία: “Πρώ­τη φο­ρά αγ­γί­ζω με το δέρ­μα της τέ­χνης μου καυ­τές ε­πι­φά­νειες, ά­γριες, τσι­με­ντέ­νιες.” “Για πρώ­τη φο­ρά προ­σπά­θη­σα να αρ­μέ­ξω την μπα­να­λι­τέ της ζωής”. Εκτός κι αν ε­πι­ζη­τά να ε­ναρ­μο­νι­στεί με τους “μπα­νά­λ” ή­ρωές του, πα­ρα­συ­ρό­με­νος και α­πό “το δέρ­μα της ψυ­χής μου”, που τρα­γου­δά­ει η Λέ­να Αλκαίου.
Το μό­το του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος εί­ναι α­πό τον χρυ­σό δί­σκο του Άκη Πά­νου. “Θέ­λω να τα πω ό­πως υ­πάρ­χουν στο μυα­λό / Θέ­λω να τα πω σα να πα­ρα­μι­λώ”. Ο συγ­γρα­φέ­ας με αυ­τό το τριά­ντα τό­σο χρό­νων σου­ξέ προϊδεά­ζει για την προ­φο­ρι­κό­τη­τα των ι­στο­ριών του και το χύ­μα χα­ρα­κτή­ρα ό­σων λό­γων εκ­φέ­ρουν οι ή­ρωες ή αρ­θρώ­νουν εν­δο­μύ­χως. Δί­πλα στους στί­χους του τρα­γου­δο­ποιού, ως μό­το του πρώ­του κε­φα­λαίου, ε­πι­λέ­γε­ται η ερ­μη­νεία του πρώ­του ο­ριε­ντα­λι­στή Σιλ­βέ­στρου ντε Σά­συ για τους “ασ­σασ­σί­νους”. Επί­και­ρη η α­νά­κλη­ση αυ­τής της ισ­λα­μι­κής αί­ρε­σης, που τρο­μο­κρα­τού­σε τους Σταυ­ρο­φό­ρους, θεω­ρώ­ντας τη δο­λο­φο­νία των ε­χθρών θρη­σκευ­τι­κό κα­θή­κον. Δέ­κα αιώ­νες αρ­γό­τε­ρα, μό­νο η ε­τυ­μο­λο­γία των λέ­ξεων αλ­λά­ζει. Η πρό­σφα­τη αί­ρε­ση των τζι­χα­ντι­στών, με την ο­νο­μα­σία της, υ­πο­γραμ­μί­ζει την ιε­ρό­τη­τα του πο­λέ­μου. Η ο­νο­μα­το­δο­σία της πα­λαιό­τε­ρης έ­γι­νε α­πό το χα­σίς, με το ο­ποίο οι πι­στοί πε­ριέρ­χο­νταν σε ο­ρα­μα­τι­κή έκ­στα­ση για τους μελ­λού­με­νους πα­ρα­δεί­σους, εν­δυ­να­μώ­νο­ντας ε­αυ­τούς προ της φο­νι­κής δρά­σης.
Το μό­το του πρώ­του κε­φα­λαίου ει­σά­γει τους “ασ­σασ­σί­νους” ως κυ­ρίαρ­χους ή­ρωες ο­λό­κλη­ρου του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, έ­στω κι αν δεν έ­χουν νευ­ραλ­γι­κό ρό­λο σε ό­λους τους σπον­δύ­λους του. Ήδη, α­πό τις αρ­χές της δε­κα­ε­τίας του 1990, εμ­φα­νί­ζο­νται με­τα­νά­στες - κυ­ρίως Αλβα­νοί, με­τά προ­στέ­θη­καν οι Σλα­βό­φω­νοι - στα πε­ζο­γρα­φή­μα­τα νεό­τε­ρων συγ­γρα­φέων. Κα­τά κα­νό­να, πα­ρου­σιά­ζο­νται ως η­θι­κά στοι­χεία, που α­δι­κού­νται. Ο Μά­ντης τους πα­ρου­σιά­ζει μεν ως “ασ­σασ­σί­νους”, αλ­λά εξ α­νά­γκης. Σε κά­ποιους, μά­λι­στα, δί­νει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τρα­γι­κού ή­ρωα. Όλοι τους κι­νού­νται εν μέ­σω θιά­σου, α­πο­τε­λού­με­νου α­πό τρο­μο­κρα­τη­μέ­νους ντό­πιους. Αυ­τοί οι αλ­λο­δα­ποί “ασ­σασ­σί­νοι” πρω­τα­γω­νι­στούν στις πιο ε­ντυ­πω­σια­κές “φέ­τες ζωής”, που αν­τλεί α­πό “το γκρί­ζο πα­ρό­ν”, ε­νώ συμ­με­τέ­χουν και στη μελ­λο­ντο­λο­γι­κή ου­ρά του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Κά­τι σαν μυ­θι­στό­ρη­μα φα­ντα­σίας, ό­χι ό­μως ε­πι­στη­μο­νι­κής, αλ­λά ι­δε­ο­λο­γι­κο­πο­λι­τι­κής. Σε σύ­γκρι­ση με το προ­η­γού­με­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, θα το χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με “λάι­τ” μελ­λο­ντο­λο­γία, του­λά­χι­στον ως προς το μέ­γε­θος της προ­βο­λής στο μέλ­λον. Αντί των αρ­χών του 22ου αιώ­να, που φα­ντα­σιω­νό­ταν στο προ­η­γού­με­νο, ε­δώ αρ­κεί­ται στην ε­πι­νό­η­ση για την ε­παύ­ριον μιας κυ­βέρ­νη­σης “ε­θνι­κής σω­τη­ρίας”, πλα­σμέ­νης στο πρό­τυ­πο πα­λαιό­τε­ρων δι­κτα­το­ρι­κών κα­θε­στώ­των. Αυ­τή προ­κύ­πτει ως ε­πα­κό­λου­θο της κρί­σης, αλ­λά και της α­νι­κα­νό­τη­τας πο­λι­τι­κών προο­δευ­τι­κής πα­ρά­τα­ξης. Στε­ρεό­τυ­πη σύλ­λη­ψη, κα­θώς υιο­θε­τεί τις ζο­φε­ρές προ­βλέ­ψεις της κρί­σης για άν­θι­ση της “λαϊκί­στι­κης ρι­ζο­σπα­στι­κής δε­ξιάς”.
Η κρί­ση, στις δια­δο­χι­κές φά­σεις της, α­πο­τυ­πώ­νε­ται σε μία μό­νο α­πό τις συ­νο­λι­κά πέ­ντε ι­στο­ρίες του βι­βλίου. Μέ­νει, ό­μως, η ε­ντύ­πω­ση ό­τι κυ­ριαρ­χεί, κα­θώς οι ι­στο­ρίες τε­μα­χί­ζο­νται και τα τμή­μα­τά τους πα­ρα­τάσ­σο­νται σε μία μάλ­λον αυ­θαί­ρε­τη σει­ρά. Ακρι­βέ­στε­ρα, το μυ­θι­στό­ρη­μα χω­ρί­ζε­ται σε τρία μέ­ρη. Το πρώ­το εί­ναι το ε­κτε­νέ­στε­ρο, με έ­ξι κε­φά­λαια και τις τέσ­σε­ρις ι­στο­ρίες, α­πό τις ο­ποίες οι δυο ο­λο­κλη­ρώ­νο­νται σε έ­να κε­φά­λαιο, μία α­πλώ­νε­ται σε δυο μη συ­νε­χό­με­να κε­φά­λαια, ε­νώ η ι­στο­ρία της κρί­σης κα­τα­λαμ­βά­νει το πρώ­το και το έ­κτο κε­φά­λαιο, με έ­να τε­λευ­ταίο τμή­μα να αυ­το­νο­μεί­ται στο τρί­το μέ­ρος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που έ­χει έ­να μό­νο κε­φά­λαιο. Αυ­το­τε­λής η πέ­μπτη ι­στο­ρία, ε­ξε­λίσ­σε­ται στο δεύ­τε­ρο μέ­ρος, που χω­ρί­ζε­ται σε τρία συ­νε­χό­με­να κε­φά­λαια.
Ου­σια­στι­κά, πρό­κει­ται για τέσ­σε­ρις “φέ­τες ζωής” συν μία πα­ρω­δία. Η βα­σι­κή “φέ­τα ζωής” εί­ναι αυ­τή της κρί­σης, που ξε­κι­νά­ει στο πρώ­το κε­φα­λαίο, με δυο πρε­ζά­κη­δες, ψι­λο­διαρ­ρή­κτες για τη δό­ση τους, έ­ναν Αλβα­νό, που ήρ­θε δε­κά­χρο­νος στην Ελλά­δα και τον συμ­μα­θη­τή του, Ρου­μά­νο, που έ­γι­νε Χρυ­σαυ­γί­της και εί­δε φως, κα­θώς, α­πό παι­δί της σφα­λιά­ρας, με­τα­μορ­φώ­θη­κε σε σω­στό “ασ­σασ­σί­νο”. Ο συγ­γρα­φέ­ας δο­κι­μά­ζει και δο­κι­μά­ζε­ται σε πε­ρισ­σό­τε­ρους α­φη­γη­μα­τι­κούς τρό­πους. Σε αυ­τήν, την πρώ­τη “φέ­τα ζωής”, κα­θώς εί­ναι χω­ρι­σμέ­νη σε τρία μέ­ρη, ε­πε­ξερ­γά­ζε­ται τρεις α­φη­γη­μα­τι­κές μορ­φές. Στο πρώ­το τε­μά­χιο της ι­στο­ρίας, πα­ρου­σιά­ζει τον βίο και την πο­λι­τεία του δι­δύ­μου των με­τα­να­στών μέ­σα α­πό το μα­κρύ μο­νό­λο­γο του Αλβα­νού, που κρα­τά­ει, ό­ση ώ­ρα πη­γαί­νει πε­ζή, α­πό Ομό­νοια μέ­χρι Φορ­μίω­νος στο Πα­γκρά­τι και στη συ­νέ­χεια, μέ­χρι Φρα­ντζή στο Νέο Κό­σμο.
Ναρ­κο­μα­νής, με έ­ντο­να συ­μπτώ­μα­τα συν­δρό­μου στέ­ρη­σης, περ­πα­τά­ει, τρέ­χει, τρε­κλί­ζει, πα­ρό­λα αυ­τά ού­τε στιγ­μή δεν χά­νει τον ειρ­μό κα­τά τις πα­ρελ­θο­ντι­κές α­να­δρο­μές. Για­τί αν τον έ­χα­νε, πο­λύ θα δυ­σκό­λευε τον α­να­γνώ­στη. Ο συγ­γρα­φέ­ας, αυ­τήν την πα­ρα­χώ­ρη­ση στην α­να­γνω­σι­μό­τη­τα του πο­νή­μα­τός του, την α­ντι­σταθ­μί­ζει με μα­κριές προ­τά­σεις χω­ρίς τε­λεία στο αρ­μό­ζον ι­διό­λε­κτο, αλ­λά και με ε­πι­τα­χυ­νό­με­νο ρυθ­μό, α­νά­λο­γο με τη σύγ­χυ­ση που δια­κα­τέ­χει τον ή­ρωα. Πε­ρι­γρά­φει στέ­κια και α­στυ­νο­μι­κές κα­τα­διώ­ξεις, πα­ράλ­λη­λα με την ε­ξι­στό­ρη­ση των δει­νών των Αλβα­νών. Πολ­λα­πλώς ι­στο­ρη­μέ­να μεν, αλ­λά ε­δώ γί­νο­νται πλέ­ον ε­ρε­θι­στι­κά, κα­θώς η τα­λαί­πω­ρη Αλβα­νή μη­τέ­ρα κα­τόρ­θω­σε μεν να πα­ντρευ­τεί Έλλη­να, αλ­λά της προέ­κυ­ψε παι­δε­ρα­στής. Το θύ­μα, η βια­σθεί­σα, Αλβα­νί­δα κό­ρη, πρω­τα­γω­νι­στεί, στο κα­τα­λη­κτι­κό κε­φά­λαιο, ως άλ­λη Αντι­γό­νη, σε ρό­λο ντε­τέ­κτι­β-εκ­δι­κη­τή.
Το δεύ­τε­ρο τε­μά­χιο, για την τύ­χη του Ρου­μά­νου, έ­χει τη μορ­φή σύ­ντο­μων, δια­δο­χι­κών στι­χο­μυ­θιών με­τα­ξύ δυο προ­σώ­πων, χω­ρίς α­φη­γη­μα­τι­κές γέ­φυ­ρες. Ενώ, το τρί­το, γύ­ρω α­πό την κα­τά­λη­ξη της αλ­βα­νι­κής οι­κο­γέ­νειας, προ­σο­μοιά­ζει με μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό θρί­λερ. Εδώ, σε α­ντι­πα­ρά­θε­ση προς την αλ­βα­νι­κή ο­δύσ­σεια, α­να­πα­ρί­στα­ται η ζωή τρι­με­λούς οι­κο­γέ­νειας των βο­ρείων προ­α­στίων, που κα­τοι­κεί σε με­ζο­νέ­τα της Πο­λι­τείας τε­τρα­κο­σίων τε­τρα­γω­νι­κών. Ο συγ­γρα­φέ­ας, για να α­πο­δώ­σει με ε­πάρ­κεια τους αυ­τουρ­γούς της κρί­σης, ε­πι­στρα­τεύει ό­λα τα σχε­τι­κά στε­ρεό­τυ­πα, α­να­με­μιγ­μέ­να με εκ­κε­ντρι­κές συ­νή­θειες πλου­σίων, ό­πως έ­ναν έ­φη­βο πύ­θω­να ως κα­τοι­κί­διο.
Η δεύ­τε­ρη “φέ­τα ζωής”, που α­πο­τε­λεί­ται α­πό δυο μέ­ρη,  α­φο­ρά έ­να ζευ­γά­ρι δι­κη­γό­ρων, με ε­πι­τυ­χη­μέ­νη ε­παγ­γελ­μα­τι­κή στα­διο­δρο­μία στον ι­διω­τι­κό το­μέα, με­σαίας οι­κο­νο­μι­κής ε­πι­φά­νειας, που του συμ­βαί­νουν α­πί­θα­νες α­τυ­χίες. Κα­τ’ αρ­χήν, α­πο­κτά έ­να βρέ­φος-τέ­ρας, “το μω­ρό της κρί­σης”, ό­πως το α­πο­κά­λε­σαν. Ενώ, στο δεύ­τε­ρο μέ­ρος, α­φού έ­χουν α­παλ­λα­γεί α­πό το παι­δί, χω­ρίς συ­ναι­σθη­μα­τι­κές α­βα­ρίες, ου­σια­στι­κά το έ­χουν ξε­χά­σει σε Ίδρυ­μα, υ­φί­στα­νται τις συ­νή­θεις οι­κο­νο­μι­κές συ­νέ­πειες της κρί­σης. Μό­νο που σε αυ­τούς φθά­νουν μέ­χρι το βια­σμό της γυ­ναί­κας α­πό διαρ­ρή­κτη, που πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε πως έ­κρυ­βαν στο δια­μέ­ρι­σμά τους μι­σό ε­κα­τομ­μύ­ριο ευ­ρώ, το ο­ποίο εί­χαν α­πο­σύ­ρει για με­γα­λύ­τε­ρη α­σφά­λεια, και μπού­κα­ρε. Το δρά­μα, ό­μως, του συ­ζύ­γου βρί­σκε­ται στο ό,τι ε­κεί­νη το α­πή­λαυ­σε. Τε­λι­κά, ο λη­στής ή­ταν ο Ρου­μά­νος-Χρυ­σαυ­γί­της της προ­η­γού­με­νης ι­στο­ρίας. Δια­φο­ρε­τι­κής α­τμό­σφαι­ρας εί­ναι το πρώ­το τμή­μα της ι­στο­ρίας τους, που ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στη σχέ­ση της μη­τέ­ρας της γυ­ναί­κας με το τε­ρα­τό­μορ­φο εγ­γό­νι της. Ο συγ­γρα­φέ­ας πε­ρι­γρά­φει ε­πί­σκε­ψή της στο ί­δρυ­μα, συν­δυά­ζο­ντας σκη­νές ω­μού ρε­α­λι­σμού με ο­νει­ρι­κού τύ­που φα­ντα­σιώ­σεις. Ως α­πο­τέ­λε­σμα, η ψυ­χο­λο­γία της γυ­ναί­κας δεί­χνει μάλ­λον α­ντι­φα­τι­κή.
Γε­νι­κό­τε­ρα, δεν τον α­πα­σχο­λούν τό­σο οι χα­ρα­κτή­ρες. Σε με­γα­λύ­τε­ρη έ­κτα­ση, σκια­γρα­φεί χα­ρα­κτη­ρι­στι­κούς τύ­πους για να α­πο­τυ­πώ­σει νο­ση­ρές έως και βδε­λυ­ρές κα­τα­στά­σεις. Γι’ αυ­τό και ε­πι­μέ­νει σε με­τα­νά­στες, Χρυ­σαυ­γί­τες, διε­φθαρ­μέ­νους πο­λι­τι­κούς, ι­δε­ο­λο­γι­κούς ιν­στρού­χτο­ρες ε­πί Χού­ντας, που κα­τέ­λη­ξαν μί­ζε­ροι γέ­ρο­ντες, και α­κό­μη, ο­μο­φυ­λό­φι­λους με α­η­δή χού­για. Πα­ρά­δειγ­μα, η  τρί­τη “φέ­τα ζωής”, ό­που ξε­δι­πλώ­νει την τό­σο προ­σφι­λή στα ΜΜΕ ι­στο­ρία, με τους με­τα­νά­στες να στοι­βά­ζο­νται σε πα­λαιές πο­λυ­κα­τοι­κίες του α­θη­ναϊκού κέ­ντρου. Προ­τι­μά την πλέ­ον εν­δια­φέ­ρου­σα εκ­δο­χή, που θέ­λει τον θύ­τη να εί­ναι κι αυ­τός αλ­λο­δα­πός. Επι­νο­εί, ω­στό­σο, και μία ι­στο­ρία, που α­κό­μη δεν έ­χει προ­κύ­ψει, ή, του­λά­χι­στον, δεν α­πο­τέ­λε­σε εί­δη­ση των ΜΜΕ. Στο ί­διο κε­λί των φυ­λα­κών Κο­ρυ­δαλ­λού, βρί­σκο­νται κρα­τού­με­νοι, έ­νας βα­σα­νι­στής ε­πί Χού­ντας και έ­να α­πό τα θύ­μα­τά του, τό­τε φοι­τη­τής, που ε­ξε­λί­χτη­κε σε γε­νι­κό γραμ­μα­τέα υ­πουρ­γείου και υ­πέ­πε­σε στο σφάλ­μα του δω­ρο­λη­ψίας.
Στο ι­δε­ο­λο­γι­κο­πο­λι­τι­κό ε­πί­πε­δο το­πο­θε­τεί­ται και το δεύ­τε­ρο μέ­ρος. Πρό­κει­ται για μία πα­ρω­δία της με­τα­πο­λι­τευ­τι­κής πε­ριό­δου, που φτά­νει μέ­χρι σή­με­ρα, α­πο­κτώ­ντας χρο­νι­κό εύ­ρος μιας α­κε­ραίας γε­νιάς, α­πό τον ε­κλο­γι­κό θρίαμ­βο του ΠΑ­ΣΟ­Κ, το 1981, μέ­χρι τη φυ­λά­κι­ση του πρώ­του τη τά­ξει υ­πουρ­γού. Θυ­μί­ζου­με πως η πα­παν­δρεϊκή πε­ρίο­δος έ­χει α­πο­δο­θεί με τον τρό­πο της πα­ρω­δίας, χω­ρίς χον­δρο­ει­δείς α­πλο­ποιή­σεις, α­πό τον Γιώρ­γη Για­τρο­μα­νω­λά­κη, προ κρί­σης, στο μυ­θι­στό­ρη­μα «Το χρο­νι­κό του Δα­ρείου».
Ο Μά­ντης ε­πι­λέ­γει για το βι­βλίο του έ­ναν τίτ­λο, που δεί­χνει κρυ­πτι­κός, α­κό­μη και σε ό­σους έ­χουν παί­ξει κά­πο­τε το “πέ­τρα μο­λύ­βι ψα­λί­δι χαρ­τί”. Ή, στη νεό­τε­ρη μορ­φή του, “πέ­τρα ψα­λί­δι χαρ­τί”, που ε­πι­λέ­γε­ται ως τίτ­λος και υ­πα­γο­ρεύει την ει­κό­να ε­ξω­φύλ­λου. Στο παι­χνί­δι, η πέ­τρα νι­κά­ει το ψα­λί­δι, α­φού μπο­ρεί να το κα­τα­στρέ­ψει, ε­κεί­νο νι­κά­ει πα­ρο­μοίως το χαρ­τί, που νι­κά­ει την πέ­τρα, α­φού μπο­ρεί ό­χι να την κα­τα­στρέ­ψει αλ­λά να την ε­ξα­φα­νί­σει, τυ­λί­γο­ντάς την. Σύμ­φω­να με το κει­με­νά­κι του ο­πι­σθό­φυλ­λου, το παι­χνί­δι υ­πο­τί­θε­ται ό­τι α­να­φέ­ρε­ται στις τύ­χες των κα­τοί­κων της χώ­ρας σε κρί­ση. Ντό­πιων και με­τα­να­στών. Αν η ε­κά­στο­τε ε­ξου­σία εί­ναι η πέ­τρα, αυ­τή α­φα­νί­ζει τους έ­χο­ντες, α­φού ε­κεί­νοι έ­χουν προ­η­γου­μέ­νως α­φα­νί­σει τους μη έ­χο­ντες, κυ­ρίως τους  αλ­λο­δα­πούς με­τα­νά­στες. Τε­λι­κά, ό­μως, σύμ­φω­να με τη μυ­θο­πλα­σία, αυ­τοί α­πο­βαί­νουν οι κερ­δι­σμέ­νοι, α­φού ε­πι­ζούν, ε­γκα­τα­λεί­πο­ντας τη βυ­θι­ζό­με­νη χώ­ρα. Μή­πως θα πρέ­πει να συ­μπε­ρά­νου­με ό­τι, κα­τά τη συγ­γρα­φι­κή φα­ντα­σία, αυ­τοί θα συγ­γρά­ψουν και την ι­στο­ρία της; Για­τί, στην πα­λαιά εκ­δο­χή του παι­χνι­διού, το μο­λύ­βι νι­κά­ει το χαρ­τί, που νί­κη­σε την πέ­τρα, που νί­κη­σε το ψα­λί­δι.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 3/5/2015.

Δεν υπάρχουν σχόλια: