Τρίτη, 4 Φεβρουαρίου 2014

Συγ­γρα­φείς τα­χείας ω­ρί­μαν­σης

Γιάν­νης Τσίρ­μπας
«Η Βι­κτώ­ρια δεν υ­πάρ­χει»
Εκδό­σεις Νε­φέ­λη
Σε­πτέμ­βριος 2013

Προ­βλη­μα­τι­σμό ε­ξα­κο­λου­θεί να προ­κα­λεί η χρή­ση με­θό­δων γε­νε­τι­κής βελ­τίω­σης των φυ­τών, πα­ρά την συ­νε­χή, πα­γκο­σμίως, ε­ξά­πλω­σή τους. Το βα­σι­κό­τε­ρο πλε­ο­νέ­κτη­μα, κά­πο­τε α­κα­τα­μά­χη­το, μίας γε­νε­τι­κής ε­πέμ­βα­σης εί­ναι η τα­χύ­τη­τα με την ο­ποία προ­κύ­πτουν οι τρο­πο­ποιη­μέ­νοι ορ­γα­νι­σμοί. Ου­δε­μία σύ­γκρι­ση υ­πάρ­χει με την μα­κρο­χρό­νια δια­δι­κα­σία  των πα­ρα­δο­σια­κών τρό­πων βελ­τίω­σης. Όπως πέ­ραν πά­σης συ­γκρί­σεως εί­ναι και τα  εμ­φα­νι­σια­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά των νέων φυ­τών, κυ­ρίως το μέ­γε­θος και το χρώ­μα, που α­ντα­πο­κρί­νο­νται στις α­παι­τή­σεις της α­γο­ράς. Ενώ, το βα­σι­κό­τε­ρο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, η ε­πι­τά­χυν­ση της ω­ρί­μαν­σης των φυ­τών, έ­χει ά­με­σο οι­κο­νο­μι­κό ό­φε­λος. Τώ­ρα, θα μου πεί­τε, τι μας εν­δια­φέ­ρουν τα με­ταλ­λαγ­μέ­να τρό­φι­μα. Αυ­τά βλά­πτουν μό­νο το σαρ­κίο. Ο βε­βια­σμέ­νος, ό­μως, τρό­πος, με τον ο­ποίο προ­κύ­πτουν, δεν δια­φέ­ρει και πο­λύ α­πό πρα­κτι­κές χει­ρα­γώ­γη­σης, που τα τε­λευ­ταία χρό­νια κερ­δί­ζουν έ­δα­φος στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας. 
Προ ει­κο­σα­ε­τίας, εί­χα­με δη­μο­σιεύ­σει έ­να κεί­με­νο με τίτ­λο «Ο βια­σμός του συγ­γρα­φέ­α», με α­φορ­μή, πα­ραγ­γε­λία ε­φη­με­ρί­δας σε γνω­στούς λο­γο­τέ­χνες για τη συγ­γρα­φή διη­γή­μα­τος 300 λέ­ξεων. Στο εν­διά­με­σο, αυ­τό που ε­μείς εί­χα­με α­πο­κα­λέ­σει βια­σμό κα­τέ­λη­ξε κυ­ρίαρ­χος κα­νό­νας. Οι συγ­γρα­φείς γρά­φουν κα­τά πα­ραγ­γε­λία διη­γή­μα­τα, ε­νώ οι α­να­γνώ­στες ε­θί­ζο­νται στην γρή­γο­ρη τρο­φή που τους σερ­βί­ρουν. Σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, πά­ντως, δεν γεν­νά­ται θέ­μα με­τάλ­λα­ξης, δε­δο­μέ­νου ό­τι η συγ­γρα­φι­κή συ­νεί­δη­ση εί­ναι ή­δη δια­μορ­φω­μέ­νη και το κυ­ρίως έρ­γο, κα­τά κα­νό­να, δεν ε­πη­ρεά­ζε­ται. Η πα­ραλ­λη­λία με τις γε­νε­τι­κές ε­πεμ­βά­σεις στα φυ­τά α­πο­κα­θί­στα­ται στην πε­ρί­πτω­ση ε­πί­δο­ξων συγ­γρα­φέων, που άρ­χι­σαν να πλη­θαί­νουν ε­ντυ­πω­σια­κά. 
Το θέλ­γη­τρο της δη­μο­σιό­τη­τας, που ε­ξα­σφα­λί­ζει η ταυ­τό­τη­τα του συγ­γρα­φέως, ελ­κύει μία ευ­ρύ­τε­ρη ο­μά­δα, το συ­χνό­τε­ρο, με α­νώ­τα­τη παι­δεία και ε­ξα­σφα­λι­σμέ­νη ε­παγ­γελ­μα­τι­κή στα­διο­δρο­μία. Ιδιαί­τε­ρα σή­με­ρα, που τους νέ­ους συγ­γρα­φείς τους προω­θεί το στα­ρ-σύ­στεμ. Με α­πο­τέ­λε­σμα, οι πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι να παίρ­νουν στο πε­δίο της λο­γο­τε­χνίας δια­στά­σεις φαι­νο­μέ­νου. Κα­τά κα­νό­να ε­πεί­γο­νται, α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, κα­θώς η α­νά­δει­ξή τους στη­ρί­ζε­ται σε με­γά­λο βαθ­μό στη νεό­τη­τα. Κα­τά κά­ποιο τρό­πο, υ­πάρ­χει ό­ριο η­λι­κίας στην ταυ­τό­τη­τα του πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου. Γε­γο­νός που τους κα­θι­στά ε­πι­δε­κτι­κούς σε τα­χύρ­ρυθ­μες με­θό­δους βελ­τίω­σης, ό­πως οι Σχο­λές Δη­μιουρ­γι­κής Γρα­φής, που, με­τριο­πα­θέ­στε­ρα, α­πο­κα­λού­νται Εργα­στή­ρια ή και Σε­μι­νά­ρια. Το 2006 εμ­φα­νί­στη­κε το πρώ­το Εργα­στή­ριο υ­πό τη σκέ­πη του Ε.ΚΕ.ΒΙ., χά­ρις σε έ­ναν πρώ­το Έλλη­να δά­σκα­λο που με­τα­λα­μπά­δε­ψε τα φώ­τα α­πό τις Η­ΠΑ στα κα­θ’ η­μάς. Μέ­σα σε ε­πτά χρό­νια, οι Σχο­λές πολ­λα­πλα­σιά­στη­καν.
Συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά προς τις Σχο­λές λει­τουρ­γούν οι δια­γω­νι­σμοί διη­γή­μα­τος, που ε­πί­σης πλη­θαί­νουν. Σχε­δόν οι πά­ντες προ­κη­ρύσ­σουν δια­γω­νι­σμούς. ι­δρύ­μα­τα, εκ­δο­τι­κοί οί­κοι, πε­ριο­δι­κά, λέ­σχες α­νά­γνω­σης, δή­μοι, κοι­νό­τη­τες, ε­ται­ρείες πά­σης φύ­σεως. Αυ­τοί οι δια­γω­νι­σμοί πα­ρου­σιά­ζουν εν­δια­φέ­ρον για ε­πί­δο­ξους συγ­γρα­φείς, κα­θώς ε­ξα­σφα­λί­ζουν μία κά­ποια δη­μο­σιό­τη­τα και το κυ­ριό­τε­ρο, το διή­γη­μά τους, αν συ­μπε­ρι­λη­φθεί στη βρα­χεία λί­στα, εκ­δί­δε­ται σε συλ­λο­γι­κό τό­μο. Ταυ­τό­χρο­να, ό­μως, συ­νι­στούν μέ­θο­δο μα­θη­τείας στη γρα­φή συ­γκε­κρι­μέ­νου τύ­που διη­γή­μα­τος, με δο­σμέ­νο θέ­μα, συ­γκε­κρι­μέ­νο α­ριθ­μό λέ­ξεων και προ­δια­γε­γραμ­μέ­νο πε­ριε­χό­με­νο, ώ­στε να συ­νά­δει με το ε­πι­κρα­τούν πο­λι­τι­κώς ορ­θό και τα τρέ­χο­ντα γού­στα. Αυ­τό το πε­ριο­ρι­στι­κό πλαί­σιο φέρ­νει το υ­πο­βαλ­λό­με­νο διή­γη­μα εγ­γύ­τε­ρα στην έκ­θε­ση ι­δεών των πα­νελ­λή­νιων ε­ξε­τά­σεων. Όπως στις ει­σα­γω­γι­κές, βαθ­μο­λο­γεί­ται με ά­ρι­στα ο­ρι­σμέ­νος τύ­πος έκ­θε­σης, τον ο­ποίο ο μα­θη­τής έ­χει δι­δα­χθεί στο φρο­ντι­στή­ριο, πα­ρο­μοίως στον δια­γω­νι­σμό βρα­βεύε­ται διή­γη­μα συ­γκε­κρι­μέ­νων προ­δια­γρα­φών, για το ο­ποίο προ­ε­τοι­μά­ζουν τα σε­μι­νά­ρια γρα­φής.
Συ­χνά οι δια­γω­νι­σμοί προ­κη­ρύσ­σο­νται α­πό φο­ρείς, με στό­χο την αυ­το­δια­φή­μι­σή τους, ο­πό­τε ο προσ­διο­ρι­σμός του θέ­μα­τος γί­νε­ται α­κό­μη πιο πε­ριο­ρι­στι­κός. Άλλο­τε πά­λι, οι διορ­γα­νω­τές του δια­γω­νι­σμού, ε­πι­ζη­τώ­ντας πρω­τό­τυ­πα θέ­μα­τα, κα­τα­λή­γουν σε προ­κρού­στειες λύ­σεις. Ένα κα­λό πα­ρά­δειγ­μα προ­σφέ­ρει η­λεκ­τρο­νι­κός δια­γω­νι­σμός διη­γή­μα­τος, με τίτ­λο «Λό­γω Τέ­χνης», που ξε­κί­νη­σε το 2010. Σε αυ­τόν, α­ντί θέ­μα­τος, ο­ρί­ζε­ται το διή­γη­μα  να πε­ριέ­χει συ­γκε­κρι­μέ­νες λέ­ξεις. Λ.χ., στο δια­γω­νι­σμό του 2012, οι λέ­ξεις ή­ταν οι ε­ξής 11: θά­λασ­σα, χε­λι­δό­νι, άμ­μος, κου­τί, τρια­ντά­φυλ­λο, χώ­μα, ρο­λόι, η­συ­χία, σε­λί­δα, αέ­ρας, γά­λα. Τον ε­πό­με­νο χρό­νο, τα 40 κα­λύ­τε­ρα διη­γή­μα­τα, ε­πί συ­νό­λου 1911(!), εκ­δό­θη­καν σε βι­βλίο, με τίτ­λο, «11 λέ­ξεις». Από τους συγ­γρα­φείς αυ­τού του συλ­λο­γι­κού τό­μου, ε­νός μό­νο έ­χου­με πε­ζο­γρα­φι­κό δείγ­μα, ώ­στε να μπο­ρεί να υ­πάρ­ξει κά­ποια σύ­γκρι­ση με το κα­τά πα­ραγ­γε­λία.
Πρό­κει­ται για τον Γιάν­νη Τσίρ­μπα, που πή­ρε στον εν λό­γω δια­γω­νι­σμό τον τρί­το έ­παι­νο, κα­τα­λαμ­βά­νο­ντας την έ­κτη θέ­ση, με το διή­γη­μα «Θερ­μο­κοι­τί­δα». Μέ­σα στο έ­τος, εκ­δό­θη­κε το πρώ­το ο­λι­γο­σέ­λι­δο βι­βλίο του. Σε αυ­τό συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται το διή­γη­μα, πα­ρό­λο που δεν πρό­κει­ται για συλ­λο­γή διη­γη­μά­των αλ­λά, κα­τά τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό του συγ­γρα­φέα, για νου­βέ­λα. Το διή­γη­μα συ­νί­στα­ται στην προ­φο­ρι­κή α­φή­γη­ση  μιας γυ­ναί­κας, που την ε­γκα­τέ­λει­ψε ο ά­ντρας της με τέσ­σε­ρις κό­ρες, με­τά την τε­λευ­ταία γέν­να. Για έ­να διά­στη­μα, ε­κεί­νος σπί­τω­σε άλ­λη, δυο δρό­μους  πα­ρα­κά­τω. Αργό­τε­ρα, ε­πέ­στρε­ψε στην οι­κο­γε­νεια­κή ε­στία. Στην πα­λαιό­τε­ρη η­θο­γρα­φία εί­ναι συ­νη­θι­σμέ­νο θέ­μα η γυ­ναί­κα, που γί­νε­ται θύ­μα συ­ζυ­γι­κής βίας και ε­γκα­τά­λει­ψης. Στην ι­στο­ρία, ό­μως, του Τσίρ­μπα προ­στί­θε­νται πα­ρά­ται­ρες πε­ρι­γρα­φές, ό­πως η ε­κτε­νής πε­ρί αυ­το­σχέ­διας θερ­μο­κοι­τί­δας για να σω­θεί η πρόω­ρα γεν­νη­μέ­νη τέ­ταρ­τη κό­ρη ή ε­κεί­νες για τη φυ­γή του μη­χα­νό­βιου συ­ζύ­γου και την εμ­φά­νι­ση του κου­μπά­ρου. Σε πα­ρό­μοιες η­θο­γρα­φί­ζου­σες ι­στο­ρίες, εμ­φα­νί­ζο­νται κου­μπά­ροι, προ­σφυώς ό­μως ε­μπλε­κό­με­νοι, ό­πως, λ.χ., στο διή­γη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη «Πα­τέ­ρας στο σπί­τι!». Βε­βαίως, ό­λα μπο­ρούν να χω­ρέ­σουν σε μια α­φή­γη­ση. Εδώ, πά­ντως, χά­ρις σε αυ­τά τα μέ­ρη, χρη­σι­μο­ποιού­νται οι συ­γκε­κρι­μέ­νες λέ­ξεις. Και πά­λι, μό­νο οι δέ­κα. Λεί­πει η λέ­ξη χε­λι­δό­νι. Αρχι­κά, υ­πο­θέ­σα­με ό­τι οι κρι­τές στά­θη­καν ε­πιει­κείς. Ότι, ί­σως και αρ­γά, κα­τά­λα­βαν πως έ­ντε­κα λέ­ξεις, ό­ταν, μά­λι­στα, δεν προέρ­χο­νται α­πό συ­γκε­κρι­μέ­νη εν­νοιο­λο­γι­κή ε­νό­τη­τα, εί­ναι δύ­σκο­λο σταυ­ρό­λε­ξο. Λαν­θα­σμέ­νη ει­κα­σία. Το διή­γη­μα στην πρώ­τη δη­μο­σίευ­σή του στο συλ­λο­γι­κό τό­μο έ­χει και μία πρό­τα­ση με τη λέ­ξη χε­λι­δό­νι. Την α­φαί­ρε­σε ο συγ­γρα­φέ­ας στο βι­βλίο και κα­λά έ­κα­νε. Πα­ραή­ταν γλα­φυ­ρή η πα­ρο­μοίω­ση της ε­πι­στρο­φής του ά­πι­στου συ­ζύ­γου με χε­λι­δό­νι. Αντ’ αυ­τής, συ­γκε­κρι­με­νο­ποίη­σε την οι­κο­γε­νεια­κή ε­στία στην ο­δό Φυ­λής, ώ­στε το διή­γη­μα να δέ­νει με τη θε­μα­τι­κή του βι­βλίου του. 
Αν δεν σφάλ­λου­με, ο Τσίρ­μπας εμ­φα­νί­στη­κε για πρώ­τη φο­ρά το 2007, στο δια­γω­νι­σμό διη­γή­μα­τος των εκ­δό­σεων Πα­τά­κη, με θέ­μα «Εί­μα­στε ό­λοι με­τα­νά­στες». Εκεί­νο το διή­γη­μά του, με τίτ­λο, «Ρου Που», δεν εν­σω­μα­τώ­θη­κε στο πρό­σφα­το βι­βλίο. Ού­τε το διή­γη­μα του ε­πό­με­νου δια­γω­νι­σμού, στον ο­ποίο έ­λα­βε μέ­ρος δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ε­κεί­νον του Βρε­τα­νι­κού Συμ­βου­λίου, που εί­χε ως θέ­μα, «Φα­ντα­στεί­τε το μέλ­λον σας σε μία πό­λη που αλ­λά­ζει». Ωστό­σο, το βι­βλίο του, του­λά­χι­στον ο βα­σι­κός κορ­μός, συ­νε­νώ­νει τα θέ­μα­τα των δυο δια­γω­νι­σμών, που, έ­τσι κι αλ­λιώς, εί­ναι αλ­λη­λέν­δε­τα. Η Βι­κτώ­ρια του τίτ­λου δεν εί­ναι κά­ποια γυ­ναί­κα, αλ­λά η Βα­σί­λισ­σα Βι­κτω­ρία της Με­γά­λης Βρε­τα­νίας, το ό­νο­μα της ο­ποίας δό­θη­κε στην πλα­τεία Κυ­ρια­κού. Συ­νοι­κία, δη­λα­δή διοι­κη­τι­κή πε­ριο­χή, Βι­κτώ­ρια δεν υ­πάρ­χει. Υπάρ­χει πε­ριο­χή Κυ­ρια­κού, στην ο­ποία α­νή­κει η με­το­νο­μα­σθεί­σα το 1943 πλα­τεία.
Άρα, κυ­ριο­λε­κτεί ο τίτ­λος του βι­βλίου, που αν­τλεί­ται α­πό τον ι­σχυ­ρι­σμό ε­νός α­πό τους δυο συ­νο­μι­λού­ντες ή­ρωες. Τρό­πος του λέ­γειν συ­νο­μι­λού­ντες. Ο έ­νας μι­λά­ει και ο άλ­λος α­κούει. Αυ­τός ο δεύ­τε­ρος εί­ναι ο α­φη­γη­τής. Μό­λις που πε­τά­ει κα­μία ε­ρώ­τη­ση, η ο­ποία με­τα­φέ­ρε­ται σε πλά­γιο λό­γο μα­ζί με τις σκέ­ψεις του. Από­πει­ρα συ­νο­μι­λίας γί­νε­ται με α­φορ­μή την ύ­παρ­ξη ή μη πε­ριο­χής Βι­κτώ­ριας. Για τον α­φη­γη­τή, που έ­χει με­γα­λώ­σει στην Αγία Πα­ρα­σκευή, πε­ριο­χή με αυ­τό το ό­νο­μα δεν υ­πάρ­χει. Για τον άλ­λο, ό­μως,  εί­ναι ο­λό­κλη­ρος ο κό­σμος των παι­δι­κών και ε­φη­βι­κών του χρό­νων. Γεν­νη­μέ­νος μέ­σα στη δε­κα­ε­τία του ’70, πρό­λα­βε τις γει­το­νιές, αυ­τές τις στε­νά δε­μέ­νες κοι­νω­νι­κές μο­νά­δες, που, σή­με­ρα, του­λά­χι­στον στο κέ­ντρο της Αθή­νας, έ­χουν ε­κλεί­ψει. Και η συ­γκε­κρι­μέ­νη γει­το­νιά έ­χει μα­κριά λο­γο­τε­χνι­κή πα­ρου­σία, κυ­ρίως ως πλα­τεία Κυ­ρια­κού, χά­ρις στους συγ­γρα­φείς που με­γά­λω­σαν ε­κεί στη δε­κα­ε­τία του ’40 και τις πρώ­τες με­τα­πο­λε­μι­κές. Από αυ­τήν την ά­πο­ψη, πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον το βι­βλίο του Τσίρ­μπα, γέν­νη­μα θρέμ­μα της πλα­τείας, ό­πως ο Μέ­νης Κου­μα­ντα­ρέ­ας ή και ο Λευ­τέ­ρης Πα­πα­δό­που­λος. Απο­τε­λεί έ­να τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο στις ι­στο­ρίες του πρώ­του και τους στί­χους του δεύ­τε­ρου. 
Ο κε­ντρι­κός ή­ρωας α­να­φέ­ρει τον Πα­πα­δό­που­λο, με α­φορ­μή το ά­γαλ­μα της πλα­τείας, που ε­κεί­νος το έ­κα­νε τρα­γού­δι. Με να­του­ρα­λι­στι­κή πι­στό­τη­τα δί­νει τη ση­με­ρι­νή ει­κό­να, α­να­κα­λώ­ντας α­ντι­στι­κτι­κά πα­λαιό­τε­ρες ει­κό­νες α­πό τα α­γα­πη­μέ­να του στέ­κια. Ο οιο­νεί μο­νό­λο­γος, σε φω­νο­γρα­φι­κή α­πό­δο­ση της εκ­φο­ράς του τρέ­χο­ντος ι­διό­λε­κτου, στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό τους νέ­ους κα­τοί­κους που έ­φε­ραν τις με­γά­λες αλ­λα­γές. Με άλ­λα λό­για, τις αλ­λε­πάλ­λη­λες φυ­λές με­τα­ να­στών που ε­γκα­τα­στά­θη­καν α­πό το 1990 και ύ­στε­ρα, με τα εν­δυ­μα­το­λο­γι­κά και άλ­λα συ­νή­θειά τους  και τους ποι­κί­λους τρό­πους ε­πι­βίω­σης. Αντα­να­κλά τα αι­σθή­μα­τα του γη­γε­νούς, που πρέ­πει να ε­πι­βιώ­σει μέ­σα σε αυ­τό το ε­τε­ρό­κλη­το πλή­θος, τό­σο δια­φο­ρε­τι­κό πο­λι­τι­σμι­κά. Η στε­νο­χώ­ρια που νιώ­θει, προ­σο­μοιά­ζει με του Έλλη­να που βρί­σκε­ται α­να­γκα­σμέ­νος να κα­τοι­κή­σει στο α­σφυ­κτι­κό πε­ρι­βάλ­λον μιας ο­ποιασ­δή­πο­τε α­σια­τι­κής ή α­φρι­κά­νι­κης με­γα­λού­πο­λης, ό­πως, λ.χ., το Κάϊρο. Εδώ, προ­στί­θε­ται το αί­σθη­μα α­δι­κίας, για­τί αυ­τός πέ­νε­ται και οι ξέ­νοι στον δι­κό του τό­πο κα­λο­περ­νούν. Του έρ­χε­ται να τους δεί­ρει.
Μό­νο που ο ή­ρωας το κά­νει πρά­ξη. Όπως φτά­νει να σκε­φτεί τρό­πους ε­ξό­ντω­σης των ει­σβο­λέων. Άλλο, ό­μως, να νιώ­θεις δυ­στυ­χής στη γει­το­νιά σου, για­τί έ­κλει­σε το Λε Παλ­μιέ και το Μα­ξίμ της πλα­τείας και ά­νοι­ξε το Γκού­ντυς που θέ­λει κω­δι­κό για τη χρή­ση της τουα­λέ­τας, για­τί τα σκάμ­μα­τα με άμ­μο έ­γι­ναν τσι­μέ­ντο ή για­τί τον ρα­κο­συλ­λέ­κτη πα­λαιάς κο­πής ε­κτό­πι­σαν οι με­λαμ­ψοί με τα κα­ρο­τσά­κια που ψά­χνουν για μέ­ταλ­λα και άλ­λο να βλέ­πεις τον ξέ­νο σαν πο­ντι­κό και να ε­μπνέε­σαι τρό­πους θα­νά­τω­σής του, χω­ρίς χη­μι­κά και διά­φο­ρα άλ­λα που εί­ναι ευ­κό­λως α­νι­χνεύ­σι­μα. Την α­πό­στα­ση την α­ντι­λαμ­βά­νε­ται ο οιοσ­δή­πο­τε που βρί­σκε­ται στη θέ­ση του πα­ρα­τη­ρη­τή, ό­πως ο κυ­ρι­λέ Αγιο­πα­ρα­σκευιώ­της συ­ντα­ξι­διώ­της του. Μή­πως, ό­μως, αυ­τή η α­πό­στα­ση δεν εί­ναι και τό­σο με­γά­λη για τον γη­γε­νή κά­τοι­κο της πλα­τείας, που νιώ­θει α­πει­λού­με­νος και με τραυ­μα­τι­σμέ­νη την α­ξιο­πρέ­πειά του, κα­θώς δεν έ­χει ού­τε τα ε­λά­χι­στα, για βεν­ζί­νη, για έ­να πα­γω­τό ή και για τσι­γά­ρο ό­χι μαϊμού. Τον γη­γε­νή που με­γά­λω­σε, υ­πε­ρη­φα­νευό­με­νος για την πα­τρί­δα του, τη θρη­σκεία του και τον αν­δρι­σμό του. Ο μο­νό­λο­γος α­να­δει­κνύει αυ­τό το κομ­βι­κό ση­μείο, α­σχέ­τως αν το α­πο­τέ­λε­σμα πι­στεύου­με πως θα γι­νό­ταν πει­στι­κό­τε­ρο, με πε­ρισ­σό­τε­ρο δη­λω­τι­κούς και λι­γό­τε­ρο κραυ­γά­ζο­ντες α­φη­γη­μα­τι­κούς τρό­πους. Αν ο ρε­α­λι­σμός δεν εί­χε τό­ση ω­μό­τη­τα, αν οι κα­τα­στά­σεις δεν σπρώ­χνο­νταν σε α­κραίες εκ­φάν­σεις, αν οι τό­νοι κλι­μα­κώ­νο­νταν. 
Οι δυο χα­ρα­κτή­ρες σκια­γρα­φού­νται σύμ­φω­να με το α­ντι­θε­τι­κό σχή­μα του άσ­πρου μαύ­ρου. Ο έν­δον λό­γος του συ­νε­πι­βά­τη – α­κρο­α­τή δεί­χνει τον πο­λι­τι­κώς ορ­θά σκε­πτό­με­νο σε θέ­μα­τα ό­πως οι ο­μο­φυ­λό­φι­λοι και οι με­τα­νά­στες. Σε έ­να ση­μείο, μά­λι­στα, που α­να­φέ­ρε­ται στο ρό­λο της τη­λεό­ρα­σης, μοιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο με α­πό­σπα­σμα α­πό κοι­νω­νιο­λο­γί­στι­κη α­νά­λυ­ση. Το βι­βλίο α­πο­τε­λεί­ται α­πό τον κυ­ρίως κορ­μό, που εί­ναι η ο­μό­τιτ­λη ι­στο­ρία, χω­ρι­σμέ­νη σε έ­ξη κε­φά­λαια, και πέ­ντε α­κό­μη, αυ­το­τε­λείς και με ι­διαί­τε­ρο τίτ­λο ι­στο­ρίες, που πα­ρεμ­βάλ­λο­νται με­τα­ξύ των κε­φα­λαίων. Ο συγ­γρα­φέ­ας, σε συ­νέ­ντευ­ξή του, δια­τεί­νε­ται πως τις συ­μπε­ριέ­λα­βε για να δεί­ξει ό­τι υ­πήρ­χαν κα­τα­στά­σεις ε­γκλει­σμού και υ­πό­γειας βίας και πριν ξε­κι­νή­σει η μα­ζι­κή ε­γκα­τά­στα­ση με­τα­να­στών και η οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση. Από μία ά­πο­ψη, κά­τι αυ­το­νό­η­το. Όπως και να έ­χει, αυ­τό το δεί­χνει με μια ι­στο­ρία στην πε­ρίο­δο της Απρι­λια­νής Δι­κτα­το­ρίας,  και α­κό­μη τέσ­σε­ρις, για έ­ναν φυ­λα­κι­σμέ­νο, έ­ναν ε­σω­τε­ρι­κό με­τα­νά­στη της δε­κα­τιάς του ’60, έ­ναν ά­πο­ρο και την ε­γκα­τα­λει­φθεί­σα σύ­ζυ­γο. Εδώ, τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της γρα­φής, που α­να­φέ­ρα­με, με στα­θε­ρό τον πρω­το­πρό­σω­πο λό­γο (σε μία ι­στο­ρία δο­κι­μά­ζε­ται το δεύ­τε­ρο πρό­σω­πο), γί­νο­νται πε­ρισ­σό­τε­ρα έκ­δη­λα. 
Ο Τσίρ­μπας εί­ναι α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κός της ο­μά­δας των πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων συγ­γρα­φέων. Άνθι­σε στα νεό­κο­πα φυ­τώ­ρια, που α­ντι­κα­τέ­στη­σαν ε­κεί­να των λο­γο­τε­χνι­κών πε­ριο­δι­κών, και οι α­φη­γη­μα­τι­κοί τρό­ποι του α­πο­τε­λούν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της πιο ευ­διά­κρι­της Σχο­λής γρα­φής, που προέ­κυ­ψε α­πό τα Σε­μι­νά­ρια και τους Δια­γω­νι­σμούς. Σε πε­ρι­πτώ­σεις ό­πως η δι­κή του, η χρή­ση με­θό­δων βελ­τίω­σης προ­βλη­μα­τί­ζει. Δε­δο­μέ­νου ό­τι έ­χει α­φη­γη­μα­τι­κές δυ­να­τό­τη­τες, μέ­νει ζη­τού­με­νο, διά της φυ­σιο­λο­γι­κής ω­ρί­μαν­σης, τι θα προέ­κυ­πτε.


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 2/2/2014.

Ένας ριζοσπάστης λόγιος

Γιώρ­γος Γ. Αλι­σαν­δρά­τος
«Με­λέ­τες για το­ν
Νι­κό­λαο Κο­νε­μέ­νο»     
Εκδο­τι­κή φρο­ντί­δα
Τα­σία Ευ­θυ­μιά­του-Αλι­σαν­δρά­του
Μου­σείο Μπε­νά­κη
Ιού­λιος 2013

Στις 7 Μαρ­τίου 2004 α­πε­βίω­σε ο Κε­φα­λή­νιος φι­λό­λο­γος και ε­ρευ­νη­τής Γ. Γ. Αλι­σαν­δρά­τος. Εντός της δε­κα­ε­τίας α­πό το θά­να­τό του έ­χουν εκ­δο­θεί τρία βι­βλία του, με φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια που α­ντα­πο­κρί­νε­ται στις υ­ψη­λές α­παι­τή­σεις του ί­διου. Και τα τρία α­πο­τε­λούν έρ­γο της Κε­φα­λή­νιας φι­λο­λό­γου Τα­σίας Ευ­θυ­μιά­του-Αλι­σαν­δρά­του. Λί­γοι εί­ναι ε­κεί­νοι που ευ­τυ­χούν τα κα­τά­λοι­πά τους και η φρο­ντί­δα τής με­τά θά­να­το μνη­μό­νευ­σής τους να βρε­θούν ε­να­πο­θε­τη­μέ­να σε φι­λό­στορ­γα και ι­κα­νά χέ­ρια. Ο κα­νό­νας εί­ναι οι α­διά­φο­ροι, κά­πο­τε ι­διο­τε­λείς, κλη­ρο­νό­μοι και τα α­νε­νερ­γά Αρχεία σε κού­τες ι­δρυ­μα­τι­κών και ι­διω­τι­κών α­πο­θη­κών. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, η συ­γκυ­ρία εί­ναι ευ­τυ­χής, κα­θώς ο κό­πος του φρο­ντι­στή δεν πά­ει στο τυ­χόν φι­λο­λο­γι­κό Αρχείο, αλ­λά σε πο­λύ­τι­μο α­πό­θε­μα α­πό μα­κρο­χρό­νιες έ­ρευ­νες και α­κό­μη, σε μία πα­ρα­κα­τα­θή­κη με­λε­τών, που εί­χαν μεί­νει σε προ­χω­ρη­μέ­νο στά­διο ε­τοι­μα­σίας προς έκ­δο­ση. Όπου το θε­μα­τι­κό φά­σμα τους δεν εί­ναι μό­νο ευ­ρύ, αλ­λά κα­λύ­πτει και έ­να σή­με­ρα πα­ρα­με­ρι­σμέ­νο τμή­μα των ελ­λη­νι­κών γραμ­μά­των. Αυ­τό που α­φο­ρά τα Επτά­νη­σα. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, τον Επτα­νη­σια­κό Ρι­ζο­σπα­στι­σμό, που α­πο­τέ­λε­σε το θέ­μα της πρώ­της με­τα­θα­νά­τιας συ­να­γω­γής με­λε­τη­μά­των του, τα ε­πτα­νη­σια­κά γράμ­μα­τα και α­κό­μη, το κί­νη­μα του δη­μο­τι­κι­σμού, στο ο­ποίο ε­ντάσ­σε­ται το δεύ­τε­ρο βι­βλίο του, γύ­ρω α­πό τον Μα­νό­λη Τρια­ντα­φυλ­λί­δη και το έρ­γο του. Το πρό­σφα­το βι­βλίο, το τρί­το στη σει­ρά, ε­φά­πτε­ται και των τριών πε­ριο­χών, κα­θώς α­φο­ρά έ­ναν ποιη­τή, που θεω­ρεί­ται “πρό­δρο­μος κοι­νω­νι­κός ρι­ζο­σπά­στης” και “πρω­το­πό­ρος του δη­μο­τι­κι­σμού”. Τον πα­ρα­γνω­ρι­σμέ­νο Νι­κό­λαο Κο­νε­μέ­νο, ό­πως τον α­πο­κα­λού­σα­με σε έ­να πρώ­το κεί­με­νό μας, το 1997. “Αδι­καιο­λό­γη­τα πα­ρα­γνω­ρι­σμέ­νο”, κα­τά τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό του Άγγε­λου Δε­λη­βο­ριά, που γρά­φει το προ­λο­γι­κό ση­μείω­μα της πρό­σφα­της έκ­δο­σης.
Μπο­ρεί πα­ρα­γνω­ρι­σμέ­νη η συμ­βο­λή του Κο­νε­μέ­νου, με­τρά­ει, ω­στό­σο, μέ­σα στα τε­λευ­ταία εί­κο­σι χρό­νια, τέσ­σε­ρις εκ­δό­σεις βι­βλίων του: «Το ζή­τη­μα της γλώσ­σας» (εκδ. Φι­λό­μυ­θος, 1993). «Τα μα­το­γυά­λια», με ε­πι­μέ­λεια Διο­νύ­ση Βί­τσου (εκδ. Ωκε­α­νί­δα, 1997), δεύ­τε­ρος τό­μος σε σει­ρά, με τίτ­λο, «Οι Επτα­νή­σιοι», που ε­πι­βίω­σε μια τε­τρα­ε­τία, συ­μπλη­ρώ­νο­ντας ε­πτά τό­μους, με τον πρώ­το α­φιε­ρω­μέ­νο στην Ελι­σά­βετ Μουτ­ζά­ν-Μαρ­τι­νέ­γκου. «Η Δια­θή­κη μου και δυο κεί­με­να για τη γυ­ναί­κα και την οι­κο­γέ­νεια», με ει­σα­γω­γή Πά­ρι Δά­γλα και ε­πι­μέ­λεια Δια­μα­ντή Κα­ρά­βο­λα (εκδ. Φαρ­φου­λάς, 2008).  Και το πρό­σφα­το, με ε­πτά κεί­με­να του Αλι­σαν­δρά­του, τέσ­σε­ρις με­λέ­τες και τρία άρ­θρα, που πα­ρου­σιά­στη­καν ε­ντός της ει­κο­σα­ε­τίας 1976-1996, συν έ­να δο­κί­μιο του Κο­νε­μέ­νου.

Κλέ­φτες και φο­νιά­δες

Ου­σια­στι­κά, το εν λό­γω δο­κί­μιο δη­μο­σιεύε­ται για πρώ­τη φο­ρά σε μία εύ­λη­πτη γλωσ­σι­κή μορ­φή και ε­πι­πλέ­ον, σε προ­σι­τή στο ευ­ρύ­τε­ρο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό έκ­δο­ση. Πρό­κει­ται για με­λέ­τη­μα γραμ­μέ­νο ι­τα­λι­κά, που εί­χε κυ­κλο­φο­ρή­σει αυ­το­τε­λώς πριν 120 χρό­νια, α­πό κερ­κυ­ραϊκό τυ­πο­γρα­φείο. Ο πρω­τό­τυ­πος τίτ­λος εί­ναι «Ladri ed omicidi». Μέ­σα στο ί­διο έ­τος, το 1893, ο Κο­νε­μέ­νος το εί­χε με­τα­φρά­σει και δη­μο­σιεύ­σει σε συ­νέ­χειες στην «Εφη­με­ρί­δα των Ει­δή­σεων» της Κέρ­κυ­ρας, με τίτ­λο, «Κλέ­φτες και φο­νιά­δες». Η Ευ­θυ­μιά­του χα­ρα­κτη­ρί­ζει τη με­τά­φρα­ση του Κο­νε­μέ­νου “δύ­σβα­τη”. Όσο για την ε­φη­με­ρί­δα, ού­τε καν α­να­φέ­ρε­ται στους κα­τα­λό­γους ε­πτα­νη­σια­κών ε­ντύ­πων του 19ου αι. Το δο­κί­μιο α­να­δη­μο­σιεύ­θη­κε το 2006 στο πε­ριο­δι­κό «Ελευ­θε­ρια­κά χρο­νι­κά» του Ελευ­θε­ρια­κού Ιστο­ρι­κού Αρχείου. Αν δεν σφάλ­λου­με, πρό­κει­ται για έ­να βρα­χύ­βιο πε­ριο­δι­κό, που κυ­κλο­φό­ρη­σε μό­λις δυο τεύ­χη. Ο Κο­νε­μέ­νος πα­ρου­σιά­ζε­ται στο δεύ­τε­ρο, μα­ζί με τον Κι­νέ­ζο συγ­γρα­φέα και α­ναρ­χι­κό Μπα Τσιν. Η με­τά­φρα­ση εί­ναι “πρό­χει­ρη”, προ­τάσ­σε­ται, ό­μως, ει­σα­γω­γή του Τζέι­μς Σό­τρος, που α­σχο­λεί­ται συ­στη­μα­τι­κά με το α­ναρ­χι­κό κί­νη­μα. Οι ι­δέες, πά­ντως, του Κο­νε­μέ­νου δεν θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν προ­δρο­μι­κές ε­νός ο­ποιου­δή­πο­τε τύ­που α­ναρ­χι­σμού. Ο Γιώρ­γος Βα­λέ­τας, που α­να­στή­λω­σε μέ­ρος του έρ­γου του, θεω­ρεί ό­τι με το εν λό­γω δο­κί­μιο πα­ρου­σιά­ζει το “αν­θρω­πι­στι­κό κή­ρυγ­μά” του. Πι­θα­νώς α­γνοώ­ντας τη δη­μο­σίευ­ση στα ελ­λη­νι­κά, το α­να­δη­μο­σιεύει στα ι­τα­λι­κά, ως κα­τα­κλεί­δα του πρώ­του τό­μου των Απά­ντων Κο­νε­μέ­νου. Αυ­τόν τον τό­μο τον εί­χε εκ­δώ­σει το 1965, υ­πο­σχό­με­νος έ­ναν δεύ­τε­ρο, με ό­σα δυ­σεύ­ρε­τα δεν εί­χε κα­τορ­θώ­σει να συ­γκε­ντρώ­σει. Το υ­λι­κό γι’ αυ­τόν τον δεύ­τε­ρο τό­μο, που δεν ε­ξέ­δω­σε τε­λι­κά, πι­θα­νώς και να δια­σώ­ζε­ται στο Αρχείο του. 
Στα κα­τά­λοι­πα του Αλι­σαν­δρά­του, η Ευ­θυ­μιά­του βρί­σκει “τις θε­τι­κές κρι­τι­κές πα­ρα­τη­ρή­σεις” του, πρό­χει­ρα ση­μειω­μέ­νες, μα­ζί με μία πρώ­τη με­τα­φρα­στι­κή εκ­δο­χή. Τη δι­κή της με­τά­φρα­ση την πα­ρου­σιά­ζει σαν πιο ε­πε­ξερ­γα­σμέ­νη μορ­φή αυ­τής της εκ­δο­χής. Πρό­κει­ται για μία άρ­τια γλωσ­σι­κά α­πό­δο­ση, η ο­ποία θα ι­κα­νο­ποιού­σε τό­σο τον συγ­γρα­φέα ό­σο και τον Αλι­σαν­δρά­το, που πρώ­τος έ­βγα­λε το δο­κί­μιο α­πό την α­φά­νεια. Προ­στέ­θη­καν με­σό­τιτ­λοι, πλή­θυ­ναν οι πα­ρά­γρα­φοι και το κυ­ριό­τε­ρο, ο λό­γος έ­γι­νε μι­κρο­πε­ρίο­δος. Σε αυ­τήν τη μορ­φή, το δο­κί­μιο δη­μιουρ­γεί την ε­ντύ­πω­ση πως γρά­φτη­κε σή­με­ρα, α­πό κά­ποιον, που πα­ρα­κι­νή­θη­κε α­πό την τρέ­χου­σα πο­λι­τι­κο­κοι­νω­νι­κή κα­τά­στα­ση. Κα­τά μία ά­πο­ψη, ο Κο­νε­μέ­νος δεν κά­νει τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό το να σχο­λιά­ζει τα αυ­το­νό­η­τα σχε­τι­κά με την αν­θρώ­πι­νη φύ­ση, τις κοι­νω­νι­κές συμ­βά­σεις, τους πο­λέ­μους, τον χρι­στια­νι­σμό, μέ­χρι και τον κομ­μου­νι­σμό. Μό­νο που αυ­τά τα αυ­το­νό­η­τα έ­χουν τό­σο στρε­βλω­θεί α­πό την κρα­τού­σα λο­γι­κή, ώ­στε η δια­τύ­πω­σή τους να η­χεί σχε­δόν πρω­τό­τυ­πη. Το δο­κί­μιο, στη με­τά­φρα­ση της Ευ­θυ­μιά­του, θα ά­ξι­ζε να εκ­δο­θεί σε α­νε­ξάρ­τη­το το­μί­διο, α­πό αυ­τά των τεσ­σά­ρων τυ­πο­γρα­φι­κών, που εί­ναι πο­λύ της μό­δας τα τε­λευ­ταία χρό­νια, ώ­στε ο Κο­νε­μέ­νος, έ­στω έ­ναν και πλέ­ον αιώ­να με­τά το θά­να­τό του, να βρει το με­γά­λο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό που του α­ντι­στοι­χεί. 
Το δο­κί­μιο α­πο­τε­λεί το θέ­μα της ει­σή­γη­σης του Αλι­σαν­δρά­του στο Συ­μπό­σιο για «Το Ιό­νιο. Οι­κο­λο­γία-Οι­κο­νο­μία-Ρεύ­μα­τα ι­δεών», το 1985, που, στον πρό­σφα­το τό­μο, πα­ρα­τί­θε­ται δεύ­τε­ρη στη σει­ρά. Ο με­λε­τη­τής διευ­κρι­νί­ζει ό­τι κα­τα­χρη­στι­κά το χα­ρα­κτή­ρι­σε δο­κί­μιο, κα­θώς πρό­κει­ται για συ­νε­χές κεί­με­νο, με πολ­λά ε­πι­μέ­ρους “άρ­θρα κοι­νω­νι­κού προ­βλη­μα­τι­σμού”. Το ε­ντάσ­σει σε μία σει­ρά δη­μο­σιευ­μά­των του Κο­νε­μέ­νου, στα ο­ποία ε­κεί­νος α­να­πτύσ­σει τις κοι­νω­νι­κές του α­πό­ψεις, με πρώ­το, το “βι­βλια­ρά­κι” του 1876, «Η Οι­κο­γέ­νεια», και τε­λευ­ταίο την “αυ­το­βιο­γρα­φι­κή και σα­τι­ρι­κή” έως και “πι­κρό­χο­λη” «Δια­θή­κη» του 1901. Πα­ρα­τη­ρεί, ε­πί­σης, ό­τι, ε­νώ οι α­σχο­λού­με­νοι με το γλωσ­σι­κό ζή­τη­μα πρό­σε­ξαν τα δυο γλωσ­σι­κά του δο­κί­μια, οι ι­στο­ρι­κοί των σο­σια­λι­στι­κών ι­δεών και του σο­σια­λι­στι­κού κι­νή­μα­τος α­γνό­η­σαν τα κοι­νω­νι­κά του δο­κί­μια, ι­δίως το συ­γκε­κρι­μέ­νο. Σε με­τα­γε­νέ­στε­ρο άρ­θρο του, δη­μο­σιευ­μέ­νο το 1993, στα ε­κα­τό χρό­νια α­πό τη γρα­φή του δο­κι­μίου, ο Αλι­σαν­δρά­τος ε­στιά­ζει στο κα­τα­λη­κτι­κό μέ­ρος του, ό­που ο Κο­νε­μέ­νος προ­τεί­νει την ί­δρυ­ση μίας “κομ­μου­νι­στι­κής κοι­νό­τη­τας χι­λίων α­τό­μω­ν”, ώ­στε να δο­κι­μα­στούν οι ι­δέες και να φα­νεί κα­τά πό­σο το σύ­στη­μα εί­ναι ε­φαρ­μό­σι­μο. Ορα­μα­τι­ζό­ταν μία κοι­νω­νία ου­σια­στι­κά πο­λι­τι­σμέ­νη και ό­χι μό­νο κα­τ’ ό­νο­μα, ό­πως ή­ταν η δι­κή του.

Φω­τει­νές α­πό­ψεις

Ο Αλι­σαν­δρά­τος, σε μία α­πό τις πρώ­τες με­λέ­τες του για τον Κο­νε­μέ­νο, α­σχο­λεί­ται με τις γλωσ­σι­κές α­πό­ψεις του, ό­πως ε­κεί­νος τις έ­χει δια­τυ­πώ­σει στα δυο βα­σι­κά γλωσ­σι­κά του με­λε­τή­μα­τα, του 1873 και του 1875. Συ­γκρα­τεί ως τα ση­μα­ντι­κό­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τρία ση­μεία: Πρώ­τον, “η κοι­νή νε­ο­ελ­λη­νι­κή εί­ναι γνή­σιο γέν­νη­μα της αρ­χαίας και έ­χει ί­σα δι­καιώ­μα­τα με αυ­τή­ν”. Δεύ­τε­ρον, εί­ναι “πο­λύ φυ­σι­κό η γλώσ­σα της ποίη­σης – και αυ­τή στα Επτά­νη­σα ή­ταν η δη­μο­τι­κή – να εί­ναι και γλώσ­σα της πε­ζο­γρα­φίας, έ­ντε­χνης και μη”. Και τρί­τον, “να πά­ρου­με α­πό την αρ­χαία (ε­πο­μέ­νως και α­πό την κα­θα­ρεύου­σα) ό­σα λό­για στοι­χεία μας χρειά­ζο­νται”. Στη συ­νέ­χεια, στα­χυο­λο­γεί κι άλ­λες εν­δια­φέ­ρου­σες α­πό­ψεις, με γνω­στό­τε­ρη, χά­ρις στον Λο­ρέ­ντζο Μα­βί­λη που την εκ­στό­μι­σε α­πό τα βου­λευ­τι­κά έ­δρα­να, την α­πό­φαν­ση ό­τι “υ­πάρ­χει χυ­δαίο ύ­φος και χυ­δαίος τρό­πος, ό­χι χυ­δαία γλώσ­σα”. Επι­ση­μαί­νει ό­τι αυ­τά τα δυο γλωσ­σι­κά με­λε­τή­μα­τα προ­η­γή­θη­καν κα­τά μία δε­κα­πε­ντα­ε­τία του βι­βλίου του Ψυ­χά­ρη, «Το τα­ξί­δι μου». 
Άξια σχο­λια­σμού εί­ναι η αμ­φι­λε­γό­με­νη στά­ση που κρά­τη­σε ο Χιώ­της λό­γιος α­πέ­να­ντι σε αυ­τές τις “φω­τει­νές α­πό­ψεις” του προ­δρό­μου του. Για χρό­νια τον α­γνό­η­σε, και μό­νο πο­λύ αρ­γά, με­τά το 1903 και τον ε­γκω­μια­στι­κό σχο­λια­σμό α­πό τον ελ­λη­νι­στή Καρλ Κρου­μπά­χε­ρ, άρ­χι­σε να τον μνη­μο­νεύει. Αν και με συ­γκα­τά­βα­ση, σαν “τον α­γα­θό μας γέ­ρο Κο­νε­μέ­νο και τη μι­σο­γλωσ­σιά του”. Πά­ντως, ο Κο­νε­μέ­νος, μέ­χρι τέ­λους, ε­πέ­μει­νε στο μέ­σο δρό­μο με­τα­ξύ κα­θα­ρεύου­σας και ψυ­χα­ρι­κής δη­μο­τι­κής. Όσο για τον Ψυ­χά­ρη, ευ­νοή­θη­κε α­πό τις συ­γκυ­ρίες. Ο Κο­νε­μέ­νος α­πε­βίω­σε την 1η Μαρ­τίου 1907, ε­νώ ο Ψυ­χά­ρης, 22 χρό­νια νεό­τε­ρος, α­πε­βίω­σε 22 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, κα­τέ­χο­ντας μέ­χρι τέ­λους την κα­θη­γη­τι­κή έ­δρα, πα­ρά τα 75 έ­τη του. Ήταν ά­ρα α­να­με­νό­με­νο να σβή­σει τον Επτα­νή­σιο α­πό τον γλωσ­σι­κό χάρ­τη. Ασχέ­τως αν εί­χε ο και­ρός γυ­ρί­σμα­τα για τον Κο­νε­μέ­νο. “Φω­στή­ρα της Επτα­νή­σου”, τον α­πο­κα­λεί ο Μα­λα­κά­σης στο νε­κρο­λό­γη­μά του. Ενώ, ο πρό­σφα­τος τό­μος ξε­κι­νά­ει με τις γλωσ­σι­κές του α­πό­ψεις. Το χρο­νο­λο­γι­κά πρώ­το κεί­με­νο του Αλι­σαν­δρά­του, του 1976, εί­ναι α­πό­σπα­σμα α­πό ε­κτε­νέ­στε­ρη με­λέ­τη του για την ποίη­ση τ῾῾ου Βα­λαω­ρί­τη. Ανα­φέ­ρε­ται σε μία α­πό τις ύ­στε­ρες, γλωσ­σι­κές α­πό­ψεις του Κο­νε­μέ­νου. Το 1905, υ­πο­στή­ρι­ζε πως η δη­μο­τι­κή εί­χε ε­πι­σή­μως κα­θιε­ρω­θεί ως η μό­νη γλώσ­σα της ποίη­σης α­πό την 25η Μαρ­τίου 1872, ό­ταν ο Βα­λαω­ρί­της, κα­τό­πιν προ­σκλή­σεως της Συ­γκλή­του του Πα­νε­πι­στη­μίου, α­πήγ­γει­λε τον «Ύμνον στον Πα­τριάρ­χη». Κα­τά τα άλ­λα, ο Κο­νε­μέ­νος θεω­ρού­σε την ποίη­ση του Βα­λαω­ρί­τη πα­ρω­χη­μέ­νη και το συ­γκε­κρι­μέ­νο ποίη­μα “τε­ρα­τώ­δες”. 
Ο Κο­νε­μέ­νος ή­ταν ο ί­διος ποιη­τής, α­σχέ­τως αν ι­στο­ρι­κοί και αν­θο­λό­γοι τον προ­σπερ­νούν. Στο Συ­μπό­σιο προς τι­μήν του, που διορ­γα­νώ­θη­κε στη γε­νέ­τει­ρά του, την Πρέ­βε­ζα, Σε­πτ. 1994, στις 15 ει­ση­γή­σεις, οι πέ­ντε α­φο­ρού­σαν τον ποιη­τή, με πρώ­το ο­μι­λη­τή τον Αλι­σαν­δρά­το. Στον πρό­σφα­το τό­μο α­να­δη­μο­σιεύε­ται η ει­σή­γη­σή του, ό­που, κα­τα­λή­γο­ντας, υ­πό­σχε­ται “ι­διαί­τε­ρη έκ­δο­ση των ποιη­μά­των με α­να­λυ­τι­κά σχό­λια”. Αυ­τή δεν πραγ­μα­το­ποιή­θη­κε, ό­πως και ο δεύ­τε­ρος τό­μος των Απά­ντων του, που ο Βα­λέ­τας κα­θυ­στε­ρού­σε, α­να­ζη­τώ­ντας, με­τα­ξύ άλ­λων, την ποιη­τι­κή συλ­λο­γή που ο Κο­νε­μέ­νος εί­χε εκ­δώ­σει το 1879, στην Αθή­να, με τα αρ­χι­κά του. Πρό­κει­ται για ε­πτά ποιή­μα­τα, που α­να­δη­μο­σιεύο­νται διορ­θω­μέ­να, ως ε­πι­λο­γή α­πό τα ποιή­μα­τα των τριών πρώ­των φυλ­λα­δίων της πε­ντα­ε­τίας 1863-67. Εκτός αυ­τών, στη με­λέ­τη του Αλι­σαν­δρά­του κα­τα­γρά­φε­ται το σύ­νο­λο της πε­ριο­ρι­σμέ­νης ποιη­τι­κής του σο­δειάς. Σχο­λιά­ζο­νται τα ε­κτε­νέ­στε­ρα, ε­νώ δια­τυ­πώ­νε­ται α­πε­ρί­φρα­στα η ε­τυ­μη­γο­ρία του με­λε­τη­τή: “Ο Κο­νε­μέ­νος δεν ή­ταν ποιη­τής. Η κρι­τι­κή του ο­ξυ­δέρ­κεια ή­ταν με­γά­λη, αλ­λά οι ποιη­τι­κές του δυ­νά­μεις πο­λύ μι­κρές”. Πε­ρισ­σό­τε­ρο γεν­ναιό­δω­ρος στέ­κε­ται ο Πα­λα­μάς στη νε­κρο­λο­γία του Κο­νε­μέ­νου, ό­που τον χα­ρα­κτη­ρί­ζει, “τρυ­φε­ρό, πο­νε­μέ­νο, πλα­τω­νι­κό, δα­κρυο­στά­λα­χτο”. 
“Ηπει­ρώ­της με ε­πτα­νη­σια­κή καλ­λιέρ­γεια” ο Κο­νε­μέ­νος, δεν κά­νει την πρώ­τη του εμ­φά­νι­ση με ποίη­μα, πε­ζό ή δο­κί­μιο, αλ­λά με έ­να η­πει­ρώ­τι­κο γλωσ­σά­ρι, δη­μο­σιευ­μέ­νο στο πε­ριο­δι­κό «Παν­δώ­ρα». Ο Αλι­σαν­δρά­τος σκια­γρα­φεί τη γε­νο­λό­γιά του, τον βου­νί­σιο πα­τρι­κό κλά­δο και τον μη­τρι­κό, ό­πως με­τα­φυ­τεύ­τη­κε α­πό τη Σι­κε­λία στη Λευ­κά­δα, εξ ου και το ε­πί­θε­το Σι­κε­λια­νοί. Ετυ­μο­λο­γεί και το ε­πί­θε­το Κο­νε­μέ­νος, ε­νώ α­να­ζη­τά στο έρ­γο του την Πρέ­βε­ζα. Πα­ρα­δό­ξως εί­ναι πολ­λές οι σκόρ­πιες α­να­φο­ρές, πα­ρό­λο που έ­φυ­γε βρέ­φος και πο­τέ δεν ε­πέ­στρε­ψε. 

Ο αλ­λη­λο­γρά­φος

Στον πρό­λο­γο του πρώ­του τό­μου των Απά­ντων Κο­νε­μέ­νου, ο Βα­λέ­τας ση­μειώ­νει: “Πε­ρι­μέ­νω α­κό­μα να δο­θούν γρή­γο­ρα τα προς Λα­σκα­ρά­τον γράμ­μα­τα, για να τα πε­ρι­λά­βω στο Β΄ τό­μο.” Αυ­τά τα γράμ­μα­τα τα πρω­το­δη­μο­σίευ­σε ο Αλι­σαν­δρά­τος ως δεύ­τε­ρο τό­μο στη Σει­ρά Με­λε­τών της Εται­ρείας Κε­φαλ­λη­νια­κών Ιστο­ρι­κών Ερευ­νών, το 1996. Τό­τε εί­χα­με πα­ρου­σιά­σει την έκ­δο­ση, που τιτ­λο­φο­ρεί­ται, «Ανέκ­δο­τα γράμ­μα­τα του Ν. Κο­νε­μέ­νου προς Ανδρέα Λα­σκα­ρά­το (1860-1861, 1863)». Στον πρό­σφα­το τό­μο α­να­δη­μο­σιεύο­νται, συ­μπλη­ρώ­νο­ντας το κε­φά­λαιο Κο­νε­μέ­νος. Το κυ­ρίως σώ­μα εί­ναι 24 γράμ­μα­τα της διε­τίας 1860-1861, τα ο­ποία α­ντα­να­κλούν την ο­ξύ­τα­τη πο­λι­τι­κή δια­μά­χη α­νά­με­σα σε “πα­λαιούς” ρι­ζο­σπά­στες και “ε­νω­τι­στές” ή και “ψευ­δο­ρι­ζο­σπά­στες” ε­κεί­νης της πε­ριό­δου. Αντι­θέ­τως, τα δυο της διε­τίας 1863-64 εί­ναι γύ­ρω α­πό τη “διε­στραμ­μέ­νη” στι­χουρ­γία του, ό­πως ο ί­διος την α­πο­κα­λεί. Απα­ραί­τη­το βοή­θη­μα για τον ση­με­ρι­νό α­να­γνώ­στη των ε­πι­στο­λών συ­νι­στούν η ει­σα­γω­γή και οι ε­κτε­νείς ση­μειώ­σεις του Αλι­σαν­δρά­του, κα­θώς και η συ­να­γω­γή με­λε­τη­μά­των του για τον Επτα­νη­σια­κό Ρι­ζο­σπα­στι­σμό. Πρό­κει­ται για μία φι­λία δι’ αλ­λη­λο­γρα­φίας, που κάρ­πι­σε πα­ρά την η­λι­κια­κή δια­φο­ρά μίας ει­κο­σα­ε­τίας χά­ρις στην ι­δε­ο­λο­γι­κή τους συ­στρά­τευ­ση ε­να­ντίον των “ψευ­δο­ρι­ζο­σπα­στώ­ν”. Και βε­βαίως, χά­ρις στις ε­φη­με­ρί­δες τους, τον «Εω­σφό­ρο» του Κο­νε­μέ­νου και τον «Λύ­χνο» του Λα­σκα­ρά­του, μέ­σω των ο­ποίων α­σκού­σαν την πο­λε­μι­κή τους.  
Συ­νο­ψί­ζο­ντας, χω­ρίς την “α­να­στύ­λω­ση” του Βα­λέ­τα και τις με­λέ­τες του Αλι­σαν­δρά­του, ο Νι­κό­λα­ος Κο­νε­μέ­νος ου­σια­στι­κά δεν θα υ­πήρ­χε. Θα πα­ρέ­με­νε μία θο­λή και ελ­λι­πής πα­ρου­σία. 

 Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 26/1/2014.