Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009

Οι κόρες της Χελιδόνας

Μα­ρία Καρ­δα­ρά
«Φλου­ρί Κων­στα­ντι­νά­το»
Εκδό­σεις Ελλη­νι­κά Γράμ­μα­τα
Νοέμ­βριος 2008

Η Χε­λι­δό­να, ο­ρει­νό χω­ριό της Ευ­ρυ­τα­νίας, δια­τη­ρεί, σύμ­φω­να με την α­πο­γρα­φή του 2001, 149 κα­τοί­κους. Ως τό­πος της λο­γο­τε­χνίας, ε­κτός α­πό δη­μο­τι­κά τρα­γού­δια και α­να­φο­ρές σε ο­δοι­πο­ρι­κά, με­τρά­ει και δυο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα: «Τα παι­διά της Χε­λι­δό­νας» του Διο­νύ­ση Χα­ρι­τό­που­λου, που εκ­δό­θη­κε το 1983 και τέσ­σε­ρα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα έ­γι­νε κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή ται­νία α­πό τον Κώ­στα Βρετ­τά­κο, και το «Φλου­ρί Κων­στα­ντι­νά­το» της Μα­ρίας Καρ­δα­ρά. Και οι δυο συγ­γρα­φείς συν­δέ­ο­νται με την Ευ­ρυ­τα­νία, πα­ρό­λο που αυ­τό το δέ­σι­μό τους α­κο­λού­θη­σε α­νά­στρο­φη πο­ρεία μέ­σα στο χρό­νο. Αθη­ναίος ο Χα­ρι­τό­που­λος, με μη­τέ­ρα α­πό την Ευ­ρυ­τα­νία, δη­λώ­νει σή­με­ρα ως τό­πο κα­τοι­κίας το Μι­κρό Χω­ριό. Γεν­νη­μέ­νη στη Χε­λι­δό­να η Καρ­δα­ρά, α­πό οι­κο­γέ­νεια Ευ­ρυ­τά­νων, σή­με­ρα κα­τοι­κεί στην Αθή­να. Για τον Χα­ρι­τό­που­λο, που πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε το 1976, συ­νι­στώ­ντας μια α­πό τις πρώι­μες πα­ρου­σίες της γε­νιάς του ’80, «Τα παι­διά της Χε­λι­δό­νας», εί­ναι το τρί­το βι­βλίο του και το δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μά του. Στη συγ­γρα­φι­κή του δια­δρο­μή στά­θη­κε το πρώ­το, που ε­μπνεύ­στη­κε α­πό την Ευ­ρυ­τα­νία, ε­νώ το ε­πό­με­νο άρ­γη­σε. Εκδό­θη­κε το 1997, και ή­ταν το «Άρης ο αρ­χη­γός των α­τά­κτων». Όσο για το ε­μπνεύ­στη­κε, τρό­πος του λέ­γειν. Μάλ­λον το ό­νο­μα του χω­ριού του ά­ρε­σε για τίτ­λος μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Στο βι­βλίο του, τα παι­διά της Χε­λι­δό­νας εί­ναι σκορ­πι­σμέ­να στα τέσ­σε­ρα ση­μεία του ο­ρί­ζο­ντα.
Για την Καρ­δα­ρά, αυ­τό εί­ναι το πρώ­το της βι­βλίο, το ο­ποίο και τι­μή­θη­κε με το πρώ­το βρα­βείο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στον ε­τή­σιο δια­γω­νι­σμό της Πα­νελ­λα­δι­κής Ένω­σης Λο­γο­τε­χνών. Όπως φαί­νε­ται, ξε­κί­νη­σε ως ποιή­τρια, ω­στό­σο, η ί­δια, στο βιο­γρα­φι­κό της δεν δί­νει συ­γκε­κρι­μέ­να στοι­χεία. Κι ό­μως, ο μο­να­δι­κός προο­ρι­σμός ε­νός βιο­γρα­φι­κού ση­μειώ­μα­τος εί­ναι η ε­πα­κρι­βής πλη­ρο­φό­ρη­ση, του­λά­χι­στον για ό­σα στοι­χεία δεν ε­μπί­πτουν στην ε­πί­φο­βη πε­ριο­χή των προ­σω­πι­κών δε­δο­μέ­νων. Πέ­ρυ­σι, πά­ντως, ποίη­μά της βρα­βεύ­τη­κε στον ε­τή­σιο δια­γω­νι­σμό της Εται­ρείας Λο­γο­τε­χνών και Συγ­γρα­φέων Ηπεί­ρου. Δυ­στυ­χώς, στις ε­φη­με­ρί­δες με­γά­λης κυ­κλο­φο­ρίας δί­νε­ται ε­λά­χι­στος έως κα­θό­λου χώ­ρος σε πα­ρό­μοιους δια­γω­νι­σμούς και τις α­ντί­στοι­χες Εται­ρείες. Κι ό­μως, μπο­ρεί έ­να με­γά­λο τμή­μα του λο­γο­τε­χνι­κού κό­σμου να βρί­σκε­ται συ­γκε­ντρω­μέ­νο στην Εται­ρεία Συγ­γρα­φέων, ω­στό­σο, υ­πάρ­χουν πέ­ντε α­κό­μη Εται­ρείες με έ­δρα την Αθή­να και αρ­κε­τές άλ­λες, που συ­γκε­ντρώ­νουν τους συγ­γρα­φείς των ε­πί μέ­ρους δια­με­ρι­σμά­των της χώ­ρας. Σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση, το μυ­θι­στό­ρη­μα της Καρ­δα­ρά, α­πό ό­σο γνω­ρί­ζου­με, σχο­λιά­στη­κε μό­νο στον Τύ­πο της Ευ­ρυ­τα­νίας. Κα­κά τα ψέ­μα­τα, οι βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές των Αθη­νών εμ­φα­νί­ζο­νται ι­διαί­τε­ρα ε­πιρ­ρε­πείς στις τά­σεις της ε­πο­χής. Τους α­πα­σχο­λεί κυ­ρίως η ξέ­νη λο­γο­τε­χνία, κι ό­ταν ε­πι­λέ­γουν το μυ­θι­στό­ρη­μα ε­νός πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου Έλλη­να συγ­γρα­φέα, βα­σι­κό κρι­τή­ριο εί­ναι η ε­πι­και­ρό­τη­τα του θέ­μα­τος. Προ­φα­νώς και προ­τι­μούν έ­να βι­βλίο, π.χ. για τους με­τα­νά­στες ή για τα αγ­χω­τι­κά α­διέ­ξο­δα του α­θη­ναϊκού ά­στεως, α­πό έ­να στο ο­ποίο πρω­τα­γω­νι­στής εί­ναι έ­νας μι­κρός τό­πος, ό­πως η Χε­λι­δό­να. Και πράγ­μα­τι, το μι­κρό αυ­τό χω­ριό της Ευ­ρυ­τα­νίας εί­ναι ο πρω­τα­γω­νι­στής στο βι­βλίο της Καρ­δα­ρά.
Ο τίτ­λος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Χα­ρι­τό­που­λου θα ταί­ρια­ζε και στο δι­κό της βι­βλίο, α­φού μια κό­ρη της Χε­λι­δό­νας διη­γεί­ται τη ζωή της και ό­ταν, προς το τέ­λος, κου­ρά­ζε­ται, παίρ­νει το μί­το της α­φή­γη­σης η α­δελ­φή της και με­τά, για λί­γο μό­νο, η μά­να τους. Το “φλου­ρί κων­στα­ντι­νά­το”, που η συγ­γρα­φέ­ας προ­τί­μη­σε για τίτ­λο, εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο έ­να θαυ­μα­τουρ­γό φυ­λα­χτό πα­ρά έ­να νό­μι­σμα. Ο παπ­πούς της α­φη­γή­τριας, πι­στεύει πως εί­ναι φτιαγ­μέ­νο α­πό το Τί­μιο Ξύ­λο. Όταν, λέει, η Αγία Ελέ­νη βρή­κε το Σταυ­ρό του Ιη­σού στα Ιε­ρο­σό­λυ­μα, τον χώ­ρι­σε στα δυο. Από τα πριο­νί­δια, ο γιος της, ο Μέ­γας Κων­στα­ντί­νος, μη θέ­λο­ντας να τα πε­τά­ξει, τα α­νά­μι­ξε με μέ­ταλ­λο και έ­φτια­ξε τα ιε­ρά νο­μί­σμα­τα. Ο παπ­πούς ι­σχυ­ρί­ζε­ται πως η γε­νιά τους κρα­τά­ει α­πό την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, εξ ου και το ε­πί­θε­τό τους Στα­μπο­λι­ταίοι α­πό το Ιστα­μπούλ. Άλλω­στε, Ευ­ρυ­τά­νες βρί­σκο­νται στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη α­πό τον 17ο αιώ­να και η Αδελ­φό­τη­τα Ευ­ρυ­τά­νων, ι­δρυ­μέ­νη το 1812, εί­ναι έ­νας α­πό τους πα­λαιό­τε­ρους συλ­λό­γους της Πό­λης.
Από τις πιο ά­γο­νες πε­ριο­χές η Ευ­ρυ­τα­νία, οι κά­τοι­κοί της κυ­νη­γού­σαν αλ­λού την τύ­χη τους. Διέρ­ρε­αν πα­ντού και στά­θη­καν α­νά­με­σα στους πρώ­τους με­τα­νά­στες. Τον 18ο και τον 19ο αιώ­να τρα­βού­σαν για την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, τη Σμύρ­νη και τις πα­ρα­δου­νά­βιες πε­ριο­χές. Στα τέ­λη του 19ου και τον 20ο έ­φευ­γαν για την Αμε­ρι­κή. Και αυ­τό, το δεύ­τε­ρο κύ­μα της με­τα­νά­στευ­σης κα­θό­ρι­σε τη ζωή της α­φη­γή­τριας. Μά­γει­ρας στην Αμε­ρι­κή πή­γε στο με­σο­πό­λε­μο ο πα­τέ­ρας της, αλ­λά δεν κα­ζά­ντι­σε. Πριν φύ­γει, στα­μά­τη­σε τις κό­ρες του α­πό το σχο­λείο, για να μεί­νουν στο πό­δι του και να α­να­λά­βουν τις δου­λειές. Η α­φη­γή­τρια πέ­ρα­σε την ε­φη­βεία δου­λεύο­ντας τη γη και βό­σκο­ντας τα ζω­ντα­νά. Από τη δι­κή της σκο­πιά κα­τα­γρά­φο­νται ο Πό­λε­μος, η Κα­το­χή, ο Εμφύ­λιος και η α­να­γκα­στι­κή ε­κτό­πι­ση, που α­κο­λού­θη­σε, ως α­νταρ­τό­πλη­κτοι στον κά­μπο του Αγρι­νίου, μέ­χρι το γυ­ρι­σμό τους στο χω­ριό, Μάη του 1950. Τα κα­το­πι­νά χρό­νια ήρ­θε και η δι­κή της α­πο­κα­τά­στα­ση με συ­νοι­κέ­σιο. Πι­στεύου­με πως το μυ­θι­στό­ρη­μα θα κέρ­δι­ζε, αν στα­μα­τού­σε σε αυ­τό το ση­μείο. Το α­σθε­νές, ό­μως, ση­μείο κά­θε πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου βρί­σκε­ται στην οι­κο­νο­μία που πρέ­πει να κά­νει στο δια­θέ­σι­μο βιω­μα­τι­κό υ­λι­κό. Όπως και να έ­χει, τό­τε το χω­ριό και ο­λό­κλη­ρη η Ευ­ρυ­τα­νία γνώ­ρι­σε νέο, μα­ζι­κό κύ­μα με­τα­νά­στευ­σης προς τα α­στι­κά κέ­ντρα, την Αμε­ρι­κή και την Αυ­στρα­λία. Αυ­τή τη φο­ρά έ­φευ­γαν ό­σα παι­διά δεν εί­χαν σκο­τω­θεί στον πό­λε­μο ή δεν εί­χαν πά­ει α­πό εμ­φύ­λιο βό­λι ή α­κό­μη, ό­σα δεν εί­χαν χα­θεί σε κά­ποια παι­δό­πο­λη της Βα­σι­λι­κής Πρό­νοιας. Πά­ντως, ως τό­πος στην κυ­ριο­λε­ξία εκ­κε­νώ­θη­κε.
Το μυ­θι­στό­ρη­μα, ξε­τυ­λί­γο­ντας την ι­στο­ρία της κο­πέ­λας και της οι­κο­γέ­νειάς της, πα­ρου­σιά­ζει τις πε­ρι­πέ­τειες ο­λό­κλη­ρου του χω­ριού. Το γε­γο­νός, μά­λι­στα, πως πρω­τα­γω­νι­στούν γυ­ναί­κες, εί­τε για­τί οι ά­ντρες πο­λε­μούν εί­τε για­τί εί­ναι α­νί­κα­νοι και κα­φε­νό­βιοι, προσ­δί­δει έ­ναν σχε­δόν η­ρωι­κό χα­ρα­κτή­ρα στον α­γώ­να τους για ε­πι­βίω­ση. Λ.χ., αν ε­πέ­ζη­σαν στην Κα­το­χή, έ­στω και χω­ρίς α­λά­τι και ζά­χα­ρη, ο­φει­λό­ταν στην ε­πι­νο­η­τι­κό­τη­τα της μά­νας, που έ­φτια­χνε ψω­μί α­πό βε­λα­νί­δι και λιο­κού­κι, α­πό τριμ­μέ­νο κου­κού­τσι ε­λιάς. Ωστό­σο, δεν πρό­κει­ται για μια η­θο­γρα­φία της σκλη­ρής ζωής στο χω­ριό. Τη διή­γη­ση διαν­θί­ζουν α­να­δρο­μές στα ει­ρη­νι­κά χρό­νια και ό­νει­ρα, τα ο­ποία η α­φη­γή­τρια θεω­ρεί προ­φη­τι­κά για τα μελ­λού­με­να.
Μέ­σα α­πό την α­φή­γη­ση προ­βάλ­λει η μι­κροϊστο­ρία της Χε­λι­δό­νας. Εί­ναι ά­ξια προ­σο­χής, α­φού πρό­κει­ται για έ­να α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό χω­ριό, που εκ­φρά­ζει τον α­μι­γώς ο­ρει­νό κό­σμο και μια κλει­στή κοι­νό­τη­τα. Η συγ­γρα­φέ­ας δί­νει α­νά­γλυ­φη ει­κό­να του το­πίου, ξε­κι­νώ­ντας α­πό το πέ­τρι­νο ε­κα­τό­χρο­νο σπί­τι της, τους τρεις μα­χα­λά­δες του χω­ριού και το βου­νό της Χε­λι­δό­νας. Πά­νω του βρί­σκε­ται σκαρ­φα­λω­μέ­νο το αλ­λο­τι­νό Λά­στο­βο, που, με τις με­το­νο­μα­σίες, έ­γι­νε Χε­λι­δό­να. Και α­κό­μη, το πο­τά­μι τους, ο Τρι­κε­ριώ­της, τα α­ντι­κρι­στά χω­ριά στις άλ­λες βου­νο­πλα­γιές, μέ­χρι το Μι­κρό Χω­ριό και τους δύο πύρ­γους του Κα­ραϊσκά­κη στον Προυσ­σό. Τη μι­κροϊστο­ρία της Χε­λι­δό­νας η Καρ­δα­ρά τη συν­θέ­τει, πα­ρου­σιά­ζο­ντας κά­ποια έ­θι­μα, ό­πως αυ­τά του γά­μου, που πα­ρα­τί­θε­νται με κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια. Ακό­μη, πε­ρι­γρά­φο­ντας ερ­γα­λεία, χρη­στι­κά α­ντι­κεί­με­να, ε­δέ­σμα­τα μέ­χρι την ε­σω­τε­ρι­κή ε­πί­πλω­ση και κα­τα­σκευή των σπι­τιών. Τέ­λος, πε­ρι­σώ­ζει το το­πι­κό ι­δίω­μα, πα­ρα­θέ­το­ντας και σχε­τι­κό γλωσ­σά­ρι. Και ό­λα αυ­τά χω­ρίς η α­φή­γη­ση να χά­νει σε γλα­φυ­ρό­τη­τα. Αντί­θε­τα, ζωη­ρεύει χά­ρις στις στι­χο­μυ­θίες και, σε ο­ρι­σμέ­να ση­μεία, α­πο­κτά ε­λε­γεια­κούς τό­νους, κα­θώς εν­σω­μα­τώ­νο­νται στί­χοι α­πό δη­μο­τι­κά τρα­γού­δια.
Μέ­νει να α­να­φερ­θού­με στα ε­μπό­λε­μα πά­θη, ι­διαί­τε­ρα τα εμ­φύ­λια. Αυ­τά α­νι­στο­ρού­νται, ό­πως α­κρι­βώς τα βίω­σε η α­φη­γή­τρια, με την α­γριό­τη­τα μοι­ρα­σμέ­νη και στις δυο πλευ­ρές. Ήταν “οι κε­φα­λές του χω­ριού”, που α­πο­φά­σι­σαν να υ­πο­δε­χτούν τους Γερ­μα­νούς “στο έ­μπα τ’ Αϊ-Γιάν­νη” με τσί­που­ρα, φο­βού­με­νοι τη φω­τιά και την α­τί­μω­ση. Και λί­γο αρ­γό­τε­ρα, οι ί­διοι α­πο­φά­σι­σαν, “σε μια οι­κο­γέ­νεια που ’χε δυο ά­ντρες, ο έ­νας να πά­ει α­ντάρ­της και ο άλ­λος στο στρα­τό”. Και πά­λι, για την α­σφά­λεια του χω­ριού. Εκεί­νο που μάλ­λον δεν προέ­βλε­ψαν ή­ταν το μί­σος, που οι ιν­στρού­χτο­ρες της κά­θε πλευ­ράς έ­σπει­ραν για να δη­μιουρ­γή­σουν αρ­ρα­γή μέ­τω­πα. Πά­ντως, η οι­κο­γέ­νεια της α­φη­γή­τριας, με γα­μπρό α­ντάρ­τη, βοή­θη­σε τους α­ντάρ­τες και α­ντι­με­τώ­πι­σε το μέ­νος των Μάυ­δων και των πα­ρα­κρα­τι­κών.
Ως μο­να­δι­κή η­ρωι­κή φι­γού­ρα προ­βάλ­λει ο Άρης Βε­λου­χιώ­της. “Έρχο­νται τα Χε­ρου­βείμ... και τα Σε­ρα­φείμ. Τάγ­μα­τα αγ­γέ­λων... Ο Αϊ-Γιώρ­γης έρ­χε­ται στ’ άσ­προ ά­λο­γο...” φώ­να­ζε ο πα­τέ­ρας της, που τό­τε έ­βγαι­νε α­πό ε­πι­δη­μία τύ­φου και “έ­λε­γε διά­φο­ρα πα­ρά­ξε­να”. Η α­φη­γή­τρια θυ­μά­ται τον Βε­λου­χιώ­τη, μαυ­ρο­γέ­νη, με το μά­τι του στυ­λω­μέ­νο στη Χε­λι­δό­να. “Πή­ραν τα ά­λο­γα και τον α­νή­φο­ρο για το βου­νό”. Πή­γαι­ναν προς το Μι­κρό Χω­ριό. Την ε­κεί μά­χη, η συγ­γρα­φέ­ας την συ­νο­ψί­ζει με το γνω­στό ά­σμα:
«Βα­ριά στε­νά­ζουν τα βου­νά/ κι ο ή­λιος συν­νε­φιά­ζει./ Λα­μπο­κο­πούν γυ­μνά σπα­θιά, / πέ­φτουν ντου­φέ­κια α­νά­ρια./ Ο Άρης κά­νει πό­λε­μο,/ μ’ α­ντάρ­τες πα­λι­κά­ρια.» Ήταν 18 Δε­κεμ­βρίου 1942, ό­ταν δια­κό­σιοι α­ντάρ­τες εί­χαν α­πέ­να­ντί τους δυο χι­λιά­δες Ιτα­λούς και τους κα­τα­τρό­πω­σαν. Στο βι­βλίο, πά­ντως, ο Βε­λου­χιώ­της μό­λις που πιά­νει δύο σε­λί­δες.
Το μυ­θι­στό­ρη­μα της Καρ­δα­ρά ζω­ντα­νεύει έ­ναν κό­σμο που έ­φυ­γε και μια ε­πο­χή που ε­τά­φει ο­ρι­στι­κά κά­τω α­πό τους νεω­τε­ρι­σμούς μιας άλ­λης. Κα­θό­λου τυ­χαία, ο Χα­ρι­τό­που­λος α­πο­κα­λεί την Χε­λι­δό­να Καρ­πε­νη­σίου “μι­κρή Ελβε­τία”. Αυ­τό εί­ναι για τον ση­με­ρι­νό Έλλη­να, που έρ­χε­ται ε­δώ ως ε­πι­σκέ­πτης, εί­τε για να προ­σκυ­νή­σει το Μο­να­στή­ρι του Προυσ­σού εί­τε για τα χει­με­ρι­νά σπορ που προ­σφέ­ρει η πε­ριο­χή. Πά­λι κα­λά, που κά­ποιες κό­ρες της Χε­λι­δό­νας α­νι­στο­ρούν τις διη­γή­σεις, με τις ο­ποίες με­γά­λω­σαν.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

«Το Δέντρο» Τεύχος 169-170 Άνοιξη-Καλοκαίρι 2009

Αφιέ­ρω­μα στον Γιάν­νη Ρί­τσο και με α­φορ­μή το φε­τι­νό ε­πε­τεια­κό έ­τος Ρί­τσου. Το τεύ­χος συ­νο­δεύε­ται α­πό CD, στο ο­ποίο το βα­ρύ πυ­ρο­βο­λι­κό της γε­νιάς του ’70, δε­κα­τέσ­σε­ρις τον α­ριθ­μό, και τρεις α­πό τις άλ­λες γε­νιές, Τί­τος Πα­τρί­κιος, Μά­νος Ελευ­θε­ρίου και Πα­ντε­λής Μπου­κά­λας, δια­βά­ζουν ποιή­μα­τά του. Στο κυ­ρίως σώ­μα του τεύ­χους, σα­ρά­ντα συγ­γρα­φείς γρά­φουν γι’ αυ­τόν. Ανά­με­σά τους, ο Τά­κης Σι­νό­που­λος και ο Αλέ­ξαν­δρος Αργυ­ρίου. Το κεί­με­νο του Σι­νό­που­λου εί­ναι α­πό­σπα­σμα κρι­τι­κής του για δύο ποιη­τι­κές συλ­λο­γές του Ρί­τσου, «Μαρ­τυ­ρίες» και «12 ποιή­μα­τα για τον Κα­βά­φη», δη­μο­σιευ­μέ­νης στο πε­ριο­δι­κό «Επο­χές», Μάιο 1964: «... Εί­ναι λοι­πόν “χαλ­κέ­ντε­ρος” ο Ρί­τσος. Γρά­φει μι­κρά, αλ­λά και με­γά­λα ποιή­μα­τα. Και πολ­λά. Πρό­κει­ται για μια διη­νε­κή, α­στα­μά­τη­τη ποιη­τι­κή ε­νέρ­γεια...».
Το κεί­με­νο του Αργυ­ρίου, που τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Ένας συ­νο­πτι­κός -α­πο­δει­κτι­κός; -λό­γος για τον Ρί­τσο», θέ­τει ως εκ­κί­νη­ση το ε­ρώ­τη­μα, για­τί έ­νας ποιη­τής σαν τον Ρί­τσο, που σή­με­ρα ό­λοι κα­τα­τάσ­σουν στους με­γά­λους της ποίη­σης, πριν ε­ξή­ντα χρό­νια, στον κύ­κλο του πε­ριο­δι­κού «Νέα Γράμ­μα­τα», α­ντι­με­τω­πι­ζό­ταν με συ­γκα­τά­βα­ση. Πα­ρα­θέ­τει, μά­λι­στα, και μια α­νά­μνη­σή του α­πό τον και­ρό της Κα­το­χής. Τό­τε, εί­χε κυ­κλο­φο­ρή­σει η συλ­λο­γή ποιη­μά­των του Ρί­τσου «Δο­κι­μα­σία». “Ο Ελύ­της έ­λε­γε ό­τι την πρώ­τη φο­ρά που τη διά­βα­σε εν­θου­σιά­στη­κε, ό­μως, ό­ταν την ξα­να­διά­βα­σε α­πο­γο­η­τεύ­θη­κε.” Ο Αργυ­ρίου κά­νει την υ­πό­θε­ση πως αυ­τή η α­ντί­δρα­ση του Ελύ­τη ο­φει­λό­ταν “στα φθαρ­τά υ­λι­κά”, με τα ο­ποία εί­ναι κα­ταρ­τι­σμέ­νη η ποίη­ση του Ρί­τσου, ό­πως, άλ­λω­στε, και ε­κεί­νη του Κα­βά­φη. Γι’ αυ­τό, ο Ελύ­της αλ­λά και ο Σε­φέ­ρης δεν τα πή­γαι­ναν κα­λά με την ποίη­ση του Αλε­ξαν­δρι­νού. Μια ποίη­ση με “φθαρ­τά υ­λι­κά” έ­δει­χνε “φθαρ­τή”. Στη συ­νέ­χεια ε­πι­κε­ντρώ­νει το εν­δια­φέ­ρον του σε έ­να ποίη­μα ε­κεί­νης της συλ­λο­γής του Ρί­τσου, το «Άνε­μοι στα δει­λι­νά προά­στια». Δί­κην πα­ρα­δείγ­μα­τος προ­χω­ρά στην α­νά­λυ­ση του ποιή­μα­τος, κα­τα­με­τρώ­ντας τα ου­σια­στι­κά και τα ρή­μα­τα, που συ­νι­στούν “τους φο­ρείς ση­μα­σίας” του ποιή­μα­τος. Το πό­ρι­σμά του εί­ναι το υ­ψη­λό πο­σο­στό “φο­ρέων ση­μα­σίας” έ­να­ντι της γυ­μνό­τη­τας α­πό ε­πί­θε­τα του ποιή­μα­τος. Και κα­τα­λή­γει πως ο ποιη­τι­κός λό­γος του Ρί­τσου εί­ναι λι­τός και α­πέ­ριτ­τος. Πα­ρο­τρύ­νει να ε­ξε­τα­στεί η ποίη­ση του Ρί­τσου α­πό αυ­τήν την σκο­πιά. Δια­βλέ­πο­ντας μια ποίη­ση ο­ρα­μα­τι­κή, υ­ψη­λής στάθ­μης.

Στρατηγικές του έρωτα και της αφήγησης

Δη­μή­τρης Αλε­ξίου
«Τέσ­σε­ρις ώ­ρες»
Ει­κο­νο­γρά­φη­ση
Δη­μή­τρης Τα­λα­γά­νης
Εκδό­σεις Ερι­φύ­λη
Μάιος 2009

Και πά­λι, ο λό­γος για διη­γή­μα­τα. Κι αυ­τό, για­τί πι­στεύου­με ό­τι, με­τά την ποίη­ση, εί­ναι το λο­γο­τε­χνι­κό εί­δος, στο ο­ποίο προ­βάλ­λει ευ­κρι­νέ­στε­ρα η ι­διο­προ­σω­πία της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Και αυ­τή τη φο­ρά, πρό­κει­ται για μια ο­λι­γο­σέ­λι­δη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των. Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, οι συλ­λο­γές διη­γη­μά­των, ως προς τον α­ριθ­μό των σε­λί­δων, κι­νού­νται στα ά­κρα, εί­τε ι­σχνές εί­τε ο­γκώ­δεις. Όπως φαί­νε­ται, οι συγ­γρα­φείς, ό­ταν α­πο­φα­σί­ζουν να συ­γκε­ντρώ­σουν τα διη­γή­μα­τά τους, χά­νουν το μέ­τρο. Άλλοι εμ­φα­νί­ζο­νται ά­κρως ε­πι­λε­κτι­κοί και άλ­λοι πε­ρι­συλ­λέ­γουν α­δια­κρί­τως ά­πα­ντα τα υ­πάρ­χο­ντα. Βε­βαίως, στην πρώ­τη πε­ρί­πτω­ση, α­νή­κουν οι ο­λι­γο­γρά­φοι, που δεν γρά­φουν ι­στο­ρίες αλ­λά διη­γή­μα­τα, τα ο­ποία και κυο­φο­ρούν ε­πί μα­κρόν. Ενώ, στη δεύ­τε­ρη ο­μά­δα, α­νή­κουν κυ­ρίως οι νεό­τε­ροι, που εκ­δί­δουν τα βι­βλία τους σε με­γά­λους εκ­δο­τι­κούς οί­κους. Πιέ­ζο­νται να γρά­ψουν μυ­θι­στό­ρη­μα και κα­θώς α­δυ­να­τούν ή δεν τους βγαί­νει, φου­σκώ­νουν τις συλ­λο­γές τους σε μια α­πέλ­πι­δα προ­σπά­θεια να προ­σεγ­γί­σουν, του­λά­χι­στον ως προς τον α­ριθ­μό των σε­λί­δων, το στό­χο τους. Το συ­γκε­κρι­μέ­νο, ω­στό­σο, βι­βλίο α­νή­κει σε μια τρί­τη κα­τη­γο­ρία. Αυ­τήν των τυ­πο­τε­χνι­κά ω­ραίων εκ­δό­σεων, που ο­ρι­σμέ­νοι συγ­γρα­φείς έ­χουν τη δυ­να­τό­τη­τα να προ­σφέ­ρουν εις ε­αυ­τούς. Πρό­κει­ται για μια έκ­δο­ση, που θυ­μί­ζει πώς ή­ταν τα βι­βλία άλ­λο­τε· πο­λυ­το­νι­κά και χει­ρο­ποίη­τα.
Δό­κι­μος ποιη­τής της γε­νιάς του ’70 ο Δη­μή­τρης Αλε­ξίου, έ­χει εκ­δώ­σει και πα­λαιό­τε­ρα α­φη­γη­μα­τι­κά βι­βλία. Στο και­νού­ριό του βι­βλίο, συ­γκε­ντρώ­νει τέσ­σε­ρα διη­γή­μα­τα, γραμ­μέ­να, ό­πως δη­λώ­νει και με τον τίτ­λο της συλ­λο­γής, σε τέσ­σε­ρις δια­φο­ρε­τι­κές “ώ­ρες” της ζωής του. Πά­ντως, δεν πρό­κει­ται για δια­φο­ρε­τι­κές ε­πο­χές, α­φού και οι τέσ­σε­ρις το­πο­θε­τού­νται μέ­σα στην τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία του 20ου αιώ­να, πα­ρά μό­νο, ί­σως, για ξε­χω­ρι­στές πε­ρι­στά­σεις. Ο συγ­γρα­φέ­ας δα­νεί­ζει στον α­φη­γη­τή τις βιο­γρα­φι­κές συ­ντε­ταγ­μέ­νες του, δη­λα­δή το μι­κρό του ό­νο­μα, τον τό­πο των παι­δι­κών του χρό­νων και το ε­πάγ­γελ­μά του. Ποιη­τής συ­στή­νε­ται και ο α­φη­γη­τής του. Μά­λι­στα, το υ­πο­γραμ­μί­ζει, ό­ταν πρό­κει­ται για μια και­νού­ρια γυ­ναι­κεία γνω­ρι­μία. Για­τί γνω­ρί­ζει α­πό την ε­μπει­ρία του πως αυ­τό εί­ναι έ­να α­πό τα κλει­διά, που α­νοί­γει τις ρο­μα­ντι­κές καρ­διές του έ­τε­ρου φύ­λου. Η ταυ­το­ποίη­ση, ω­στό­σο, συγ­γρα­φέα και α­φη­γη­τή δεν εί­ναι α­πα­ραί­τη­το να ση­μαί­νει πως πρό­κει­ται, εν μέ­ρει ή πό­σω μάλ­λον εξ ο­λο­κλή­ρου, για προ­σω­πι­κά βιώ­μα­τα του συγ­γρα­φέα. Εί­ναι προ­φα­νές πως ο Αλε­ξίου συ­νε­χί­ζει δια της α­φη­γη­μα­τι­κής ο­δού το ποιη­τι­κό του η­με­ρο­λό­γιο. Στο γνώ­ρι­μο και α­πό την ποίη­σή του πραγ­μα­το­λο­γι­κό πλαί­σιο, πα­ρεμ­βαί­νει μυ­θο­πλα­στι­κά. Έτσι δη­μιουρ­γεί έ­ναν πρό­σθε­το “ε­πάλ­λη­λο μύ­θο”, για να θυ­μη­θού­με και τον τίτ­λο μιας πα­λαιό­τε­ρης ποιη­τι­κής συλ­λο­γής του, την ο­ποία ο α­φη­γη­τής, στο πρώ­το διή­γη­μα, προ­σφέ­ρει με­τά α­φιε­ρώ­σεως σε μια και­νού­ρια γνω­ρι­μία του. Δεν α­πο­κα­λύ­πτει τα α­κρι­βή λό­για της α­φιέ­ρω­σης. Πε­ριο­ρί­ζε­ται μό­νο στο γε­νι­κό­λο­γο, “Η γνω­στή α­φιέ­ρω­ση, με τον γνω­στό τρό­πο”, με το ο­ποίο και υ­πο­νο­εί πως εί­ναι έ­μπει­ρος στην ε­ρω­τι­κή στρα­τη­γι­κή. Όπου, κα­τά τη ρή­ση, ο σκο­πός α­γιά­ζει τα μέ­σα, ε­πι­στρα­τεύει και την ποιη­τι­κή του ι­διό­τη­τα.
«Κο­ρί­να» εί­ναι ο τίτ­λος του πρώ­του διη­γή­μα­τος και το θέ­μα του εί­ναι η κα­τά­κτη­ση μιας γυ­ναί­κας ο­νό­μα­τι Κο­ρί­νας. Η α­φή­γη­ση πα­ρα­κο­λου­θεί τα τε­κται­νό­με­να α­πό τη δι­κή του ο­πτι­κή γω­νία. Ένας πα­ντρε­μέ­νος, που έ­χει προ πολ­λού βα­ρε­θεί την έγ­γα­μη ρου­τί­να, γνω­ρί­ζει έ­ναν “κο­ρί­τσα­ρο” και α­πο­φα­σί­ζει να τα τι­νά­ξει ό­λα στον αέ­ρα. Το διή­γη­μα, ό­μως, δεν ε­στιά­ζει στα υ­παρ­ξια­κά του δι­λήμ­μα­τα, αλ­λά στην εν­δε­δειγ­μέ­νη τα­κτι­κή κι­νή­σεων. Αρχι­κά ε­φαρ­μό­ζει πα­ρελ­κυ­στι­κές και διε­ρευ­νη­τι­κές κι­νή­σεις, για να κα­τα­λή­ξει σε α­πο­φα­σι­στι­κά και τολ­μη­ρά δια­βή­μα­τα. Αι­σθη­σια­κές οι πε­ρι­γρα­φές των πε­ρι­πτύ­ξεων, με τη γυ­ναί­κα να αν­θί­στα­ται και ε­κεί­νον να ε­πι­μέ­νει. Πα­ρό­τι ποιη­τής και πα­ρό­λο που αρ­χι­κά υ­πο­στη­ρί­ζει πως το ζη­τού­με­νο δεν εί­ναι να “κοι­μη­θεί μα­ζί της”, εν τέ­λει, το ε­ρω­τι­κό παι­χνί­δι ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται στε­ρεό­τυ­πο, χω­ρίς, ω­στό­σο, να χά­νει το εν­δια­φέ­ρον του.
Το χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό στην α­φή­γη­ση του Αλε­ξίου εί­ναι οι σύ­ντο­μες φρά­σεις. Αν δε­χτού­με πως η μο­νά­δα στην ποίη­ση εί­ναι η λέ­ξη και στην πρό­ζα η φρά­ση, πα­ραλ­λάσ­σο­ντας ε­λα­φρώς τη σε­φε­ρι­κή δια­τύ­πω­ση, τό­τε η φρά­ση του Αλε­ξίου α­ντα­να­κλά, τη θυ­μι­κή κα­τά­στα­ση του α­φη­γη­τή. Ιδιαί­τε­ρα σε αυ­τό το πρώ­το διή­γη­μα, ό­που το­νί­ζει το ρή­μα, προ­τάσ­σο­ντάς το, δεί­χνει τη νευ­ρι­κό­τη­τά του, κα­θώς κα­τα­στρώ­νει το σχέ­διο πο­λιορ­κίας, α­να­συ­ντάσ­σο­ντας τις δυ­νά­μεις του. Η διά­χυ­τη α­νυ­πο­μο­νη­σία του δί­νει έ­ναν τερ­πνό χα­ρα­κτή­ρα στην α­φή­γη­ση, κα­θώς, ου­σια­στι­κά, σκια­γρα­φεί μια αρ­χε­τυ­πι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά, ό­πως εί­ναι η αρ­σε­νι­κή α­δη­μο­νία για ό,τι μέλ­λε­ται να α­κο­λου­θή­σει.
Πλη­σιέ­στε­ρα στο ποιη­τι­κό σύ­μπαν του Αλε­ξίου βρί­σκε­ται το τέ­ταρ­το διή­γη­μα της συλ­λο­γής. Κι αυ­τό χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ε­ρω­τι­κό, μό­νο που σε αυ­τό υ­πε­ρι­σχύει η στο­χα­στι­κή διά­θε­ση. Ο τίτ­λος εί­ναι «Έτος 2001 μ.Χ.», ό­που ο α­φη­γη­τής ο­ρί­ζει ως αρ­χή του 21ου αιώ­να την πρω­το­χρο­νιά του 2001 και ό­χι του 2000, ό­πως πα­γκο­σμίως ε­ορ­τά­στη­κε. Το διή­γη­μα ε­κτυ­λίσ­σε­ται στο Σού­νιο, τό­πο προ­σφι­λή του ποιη­τι­κού “ο­δοι­πό­ρου” αλ­λά και του α­φη­γη­τή, α­φού α­πο­φα­σί­ζει να υ­πο­δε­χτεί ε­κεί τον και­νού­ριο αιώ­να. Το λυ­καυ­γές τον βρί­σκει να πε­ρι­δια­βαί­νει στο ναό του Πο­σει­δώ­να, α­να­φω­νώ­ντας τα ο­νό­μα­τα των γυ­ναι­κών της ζωής του. Κα­τα­λο­γά­δην φθά­νει τα 329, χω­ρι­σμέ­να σε έ­ξι ο­μά­δες και χω­ρίς ε­πα­να­λή­ψεις. Και πά­λι αυ­το­συ­στή­νε­ται ποιη­τής, ε­τών πε­νή­ντα, ο­μο­λο­γώ­ντας πως ζει με την ελ­πί­δα να βρει κι αυ­τός, ό­πως ό­λοι οι με­γά­λοι ποιη­τές, μια Λο­λί­τα. Εδώ εί­ναι διά­χυ­τος ο αυ­το­σαρ­κα­σμός. Από τό­ση προ­σπά­θεια που κα­τέ­βα­λε αυ­τός ο συ­στη­μα­τι­κός ε­ρα­στής για την κα­τά­κτη­ση του ω­ραίου φύ­λου, α­πέ­μει­ναν μό­νο ο­νό­μα­τα. Ακό­μη και μια νε­α­νι­κή α­γά­πη που εί­χε μεί­νει στις α­νεκ­πλή­ρω­τες ε­πι­θυ­μίες, δεν α­ντα­πο­κρί­θη­κε στο κά­λε­σμά του να υ­πο­δεχ­θούν συ­ντρο­φιά την και­νού­ρια χι­λιε­τία.
Υπάρ­χουν α­κό­μη δυο διη­γή­μα­τα. Στο έ­να, ο α­φη­γη­τής α­πο­πει­ρά­ται μια κα­τά­δυ­ση στην παι­δι­κή η­λι­κία, ε­νώ στο άλ­λο α­φη­γεί­ται έ­να ό­νει­ρο. Λυ­μέ­νοι οι λο­γι­κοί αρ­μοί, γνώ­ρι­μα στον ε­νυ­πνια­ζό­με­νο α­φη­γη­τή τα σκη­νι­κά, η α­φή­γη­ση, ό­μως, εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­νε­κτι­κή α­πό ό­σο θα ε­πέ­τρε­πε η ο­νει­ρι­κή α­προσ­διο­ρι­στία. Πά­ντως, στο πρώ­το κομ­μά­τι, το ε­ρω­τι­κό, οι ελ­λει­πτι­κές προ­τά­σεις α­πο­δί­δουν την αί­σθη­ση που α­φή­νει έ­να ό­νει­ρο. Τε­λι­κά, υ­πάρ­χουν ο­ρι­σμέ­νοι ποιη­τές, ι­διαί­τε­ρα κά­ποιοι της γε­νιάς του ’70, που, με τα λι­γο­στά πε­ζά τους, γεν­νούν το ε­ρώ­τη­μα, πό­σο κα­λοί πε­ζο­γρά­φοι θα γί­νο­νταν, αν εί­χαν ε­πι­δο­θεί συ­στη­μα­τι­κά, α­ντί της ποίη­σης, στην καλ­λιέρ­γεια της α­φή­γη­σης.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου