Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

Όθωνος εγκώμιο

Λί­λια Δια­μα­ντο­πού­λου-Χίρ­νε­ρ
«Κο­ρό­να και γράμ­μα­τα.
Ένα ο­πτι­κό ποίη­μα
του Νεό­φυ­του Δού­κα
προς τον βα­σι­λέα Όθω­να»
Εκδό­σεις Μ.Ι.Ε.Τ.
Φε­βρουά­ριος 2012
Νεόφυτος Δούκας και Όθωνας


Ο Πα­να­γιώ­της Μουλ­λάς εί­χε κα­λή σχέ­ση με τα βρα­βεία. Δι­δά­κτωρ στο Πα­ρί­σι α­να­γο­ρεύ­τη­κε, το 1976, με δια­τρι­βή για τους πα­νε­πι­στη­μια­κούς δια­γω­νι­σμούς, ε­νώ στον πα­νε­πι­στη­μια­κό του βίο βρα­βεύ­τη­κε κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη. Αυ­τή η κα­λή σχέ­ση έ­μελ­λε να συ­μπλη­ρω­θεί με έ­να “βρα­βείο εις μνή­μη­ν” του. Κά­τι μάλ­λον α­συ­νή­θι­στο, κα­θώς οι κα­θιε­ρω­μέ­νες τι­μη­τι­κές εκ­δη­λώ­σεις στη μνή­μη κα­θη­γη­τών πε­ριο­ρί­ζο­νται σε α­φιε­ρω­μα­τι­κούς τό­μους, η­με­ρί­δες και συ­νέ­δρια. Το βρα­βείο δεν προέ­κυ­ψε α­πό έ­να πα­νε­πι­στη­μια­κό ί­δρυ­μα, αλ­λά α­πό το Μ.Ι.Ε.Τ., που θε­σμο­θέ­τη­σε, για πρώ­τη φο­ρά, βρα­βείο, τι­μώ­ντας έ­ναν συ­νερ­γά­τη και μέ­λος του Δ.Σ. του. Η κοι­νο­ποίη­ση της α­πο­νο­μής του πρώ­του βρα­βείου έ­γι­νε στις 26 Σεπ. 2011, με τη συ­μπλή­ρω­ση ε­νός έ­τους α­πό το θά­να­τό του, στις 11 Σεπ. 2010.
Σύμ­φω­να με την προ­κή­ρυ­ξη, το βρα­βείο εί­ναι ε­τή­σιο και έ­χει ή­δη ε­ξαγ­γελ­θεί ό­τι η προ­θε­σμία υ­πο­βο­λής κει­μέ­νων για το ε­πό­με­νο λή­γει στις 31 Μαΐ. Δι­καίω­μα συμ­με­το­χής έ­χουν με­τα­πτυ­χια­κοί φοι­τη­τές της νέ­ας ελ­λη­νι­κής ή της συ­γκρι­τι­κής φι­λο­λο­γίας, που εί­ναι εγ­γε­γραμ­μέ­νοι σε πρό­γραμ­μα με­τα­πτυ­χια­κών σπου­δών σε πα­νε­πι­στη­μια­κή σχο­λή στην Ελλά­δα ή το ε­ξω­τε­ρι­κό. Αυ­τοί θα πρέ­πει να υ­πο­βάλ­λουν με­λέ­τη με θέ­μα α­πό την νε­ο­ελ­λη­νι­κή γραμ­μα­τεία, σε ο­λό­κλη­ρο το χρο­νι­κό της ά­νοιγ­μα, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης της δη­μώ­δους με­σαιω­νι­κής. Σε αυ­το­τε­λές ή σε συ­γκρι­τι­κό πλαί­σιο η με­λέ­τη, α­παι­τεί­ται να εί­ναι α­δη­μο­σίευ­τη, γραμ­μέ­νη στα ελ­λη­νι­κά και η έ­κτα­σή της να κυ­μαί­νε­ται με­τα­ξύ 7000 και 8000 λέ­ξεων. Το βρα­βείο συ­νο­δεύε­ται α­πό χρη­μα­τι­κό έ­πα­θλο 2500 ευ­ρώ.
Έχουν λη­φθεί και μέ­τρα για το α­διά­βλη­το του δια­γω­νι­σμού. Οι με­λέ­τες α­πο­στέλ­λο­νται α­νυ­πό­γρα­φες, ε­νώ τα βιο­γρα­φι­κά των υ­πο­ψη­φίων α­πο­στέλ­λο­νται σε χω­ρι­στό αρ­χείο του Μ.Ι.Ε.Τ.. Το μέ­τρο δεί­χνει α­να­γκαίο, κα­θώς δεν προ­βλέ­πο­νται πε­ριο­ρι­σμοί για τα μέ­λη της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής, που μπο­ρεί να εί­ναι και εν ε­νερ­γεία κα­θη­γη­τές α­πό τον το­μέα των νε­ο­ελ­λη­νι­κών σπου­δών. Θα ή­ταν ά­δι­κο να α­πο­κλείο­νται οι με­τα­πτυ­χια­κοί φοι­τη­τές τους. Βε­βαίως, έ­νας κα­θη­γη­τής γνω­ρί­ζει τα θέ­μα­τα των με­τα­πτυ­χια­κών φοι­τη­τών του, που συ­νή­θως εί­ναι ο­λι­γά­ριθ­μοι. Οπό­τε, στην πε­ρί­πτω­ση που οι εν­δια­φε­ρό­με­νοι εκ­πο­νούν δια­τρι­βή με ε­πο­πτεύο­ντα κα­θη­γη­τή έ­ναν α­πό τους κρι­τές, θα πρέ­πει, ε­πι­προ­σθέ­τως, να ε­πι­λέ­γουν θέ­μα ξέ­νο προς τη με­τα­πτυ­χια­κή ερ­γα­σία τους. Πά­ντως, η κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή δεν υ­πο­χρε­ού­ται να δη­μο­σιο­ποιεί το σκε­πτι­κό α­ξιο­λό­γη­σης. Ανα­κοι­νώ­νει μό­νο την βρα­χεία λί­στα υ­πο­ψη­φίων, α­πό την ο­ποία έ­γι­νε η τε­λι­κή ε­πι­λο­γή. Κα­τά τα άλ­λα, η ε­πι­τρο­πή εί­ναι πε­ντα­με­λής και α­ντι­στοί­χως, η βρα­χεία λί­στα πε­ρι­λαμ­βά­νει πέ­ντε υ­πο­ψή­φιους.
Στην πρώ­τη κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή συμ­με­τέ­χουν κα­θη­γη­τές α­πό τρία πα­νε­πι­στη­μια­κά ι­δρύ­μα­τα, με το οι­κείο στον τι­μώ­με­νο Αρι­στο­τέ­λειο Πα­νε­πι­στή­μιο να εκ­προ­σω­πεί­ται με δυο κα­θη­γη­τές: την πα­λαιά μα­θή­τριά του Μαί­ρη Μι­κέ και τον Μι­χά­λη Χρυ­σαν­θό­που­λο. Απου­σιά­ζει το Πα­νε­πι­στή­μιο Αθη­νών, ε­νώ ε­κεί­νο της Κρή­της εκ­προ­σω­πεί­ται με δυο μέ­λη: τον στε­νό φί­λο του Αλέ­ξη Πο­λί­τη και την τέως κα­θη­γή­τρια τουρ­κο­λο­γίας, σή­με­ρα ε­πί­τι­μο μέ­λος του Ινστι­τού­του Με­σο­γεια­κών Σπου­δών, Ελι­σά­βετ Ζα­χα­ριά­δη. Αμφό­τε­ροι μέ­λη του Δ.Σ. του Μ.Ι.Ε.Τ.. Ενώ, το πέ­μπτο μέ­λος της ε­πι­τρο­πής, η Μα­ρι­λί­ζα Μη­τσού, κα­θη­γή­τρια στο Πα­νε­πι­στή­μιο του Μο­νά­χου, εκ­προ­σω­πεί τις έ­δρες νε­ο­ελ­λη­νι­κών σπου­δών του ε­ξω­τε­ρι­κού.
Η ε­πι­λο­γή των με­λών της ε­πι­τρο­πής θα ευ­χα­ρι­στού­σε τον τι­μώ­με­νο. Ίσως, ό­μως, να τον α­πο­γοή­τευε η ε­πι­λο­γή των πέ­ντε υ­πο­ψη­φίων του τε­λι­κού γύ­ρου. Μπο­ρεί μεν να εί­ναι α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κοί, α­φού έρ­χο­νται, αν δεν σφάλ­λου­με, α­πό πέ­ντε δια­φο­ρε­τι­κά πα­νε­πι­στή­μια, τρία γη­γε­νή και δυο ξέ­να ευ­ρω­παϊκά, αλ­λά μό­νο έ­νας εκ­προ­σω­πεί το δι­κό του Πα­νε­πι­στή­μιο. Πού πή­γαν οι μα­θη­τές των μα­θη­τών του; Αλλά και γε­νι­κό­τε­ρα, το γε­γο­νός ό­τι οι δυο στους πέ­ντε εί­ναι με­τα­πτυ­χια­κοί ε­ξω­τε­ρι­κού δεί­χνει ό­τι εί­τε οι γη­γε­νείς ο­λι­γώ­ρη­σαν εί­τε οι σπου­δές νε­ο­ελ­λη­νι­κών σπου­δών στην κοι­τί­δα τους πά­σχουν. Το εν­δε­χό­με­νο με­ρο­λη­ψίας για να δο­θεί η ει­κό­να ε­νός ευ­ρω­παϊκού βρα­βείου ή και προς στή­ρι­ξη των χει­μα­ζο­μέ­νων ελ­λη­νι­κών ε­δρών ε­ξω­τε­ρι­κού δεν έ­χει θέ­ση σε έ­ναν εν κρυ­πτώ δια­γω­νι­σμό. Επί­σης, η πα­ρου­σία ε­νός μό­νο άρ­ρε­νος στην τε­λι­κή πε­ντά­δα μπο­ρεί να ση­μαί­νει και πά­λι ο­λι­γω­ρία, ί­σως, ό­μως, να α­πο­τε­λεί και έν­δει­ξη ό­τι το θη­λυ­κό στοι­χείο υ­περ­τε­ρεί στο πλή­θος των ε­πί­δο­ξων νε­ο­ελ­λη­νι­στών.

Από τον Μά­νο στον Χει­μω­νά

Όσο για τα θέ­μα­τα των πέ­ντε προ­κρι­θέ­ντων με­λε­τών, συ­μπτω­μα­τι­κά δεν α­νή­κουν σε ε­κεί­να που α­πα­σχό­λη­σαν τον τι­μώ­με­νο, πα­ρό­τι το ε­ρευ­νη­τι­κό του εν­δια­φέ­ρον α­πλώ­θη­κε στον 19ο και τον 20ο αιώ­να. Εκτός, ί­σως, της με­λέ­της της Αικ. Σχοι­νά, με τίτ­λο, «Σε α­να­ζή­τη­ση του ά­γνω­στου εχ­θρού. Μια α­νά­γνω­ση του έρ­γου Ο εχ­θρός του ποιη­τή του Γιώρ­γου Χει­μω­νά». Τα θέ­μα­τα των υ­πο­λοί­πων α­νή­κουν σε δια­φο­ρε­τι­κές πε­ριό­δους της νε­ο­ελ­λη­νι­κής γραμ­μα­τείας. Εκεί­νο της με­λέ­της της Δα­νά­ης Οτατ­ζή, «Η συμ­βο­λή των Δο­κι­μών του Γιώρ­γου Σε­φέ­ρη στη δια­μόρ­φω­ση του λο­γο­τε­χνι­κού κα­νό­να», εκ­φρά­ζει τον πα­νε­πι­στη­μια­κό χώ­ρο της Λυών, στον ο­ποίο γρά­φτη­κε, κα­θώς εί­ναι γνω­στή η εμ­μο­νή των Γάλ­λων με τους λο­γο­τε­χνι­κούς κα­νό­νες. Πολ­λά υ­πο­σχό­με­νος, αλ­λά κά­πως α­σα­φής, εί­ναι ο τίτ­λος της με­λέ­της της Ει­ρή­νης-Ιωάν­νας Σά­μι­τα, «Η “σκό­νη” της μνή­μης πά­νω στο “ριν­γκ” της Ιστο­ρίας του Εμφυ­λίου. Μνή­μη, τραύ­μα και α­το­μι­κή ταυ­τό­τη­τα».
Τέ­λος, η τέ­ταρ­τη με­λέ­τη του Αλέ­ξαν­δρου Κα­τσι­γιάν­νη, ό­πως και η βρα­βευ­μέ­νη, α­να­φέ­ρε­ται σε συγ­γρα­φέα γεν­νη­μέ­νο τον 18ο αιώ­να, για τον ο­ποίο λί­γα γνω­ρί­ζου­με. Το 2010, στο 4ο Πα­νευ­ρω­παϊκό Συ­νέ­δριο Νε­ο­ελ­λη­νι­κών Σπου­δών, ο Κα­τσι­γιάν­νης εί­χε πα­ρου­σιά­σει τρία ποι­με­νι­κά ει­δύλ­λια α­πό τα χρό­νια του Νε­ο­ελ­λη­νι­κού Δια­φω­τι­σμού. Στη με­λέ­τη του ε­πα­νέρ­χε­ται σε έ­να α­πό αυ­τά, «Τα κα­τά Κλεάν­θη και Αβρα­κό­μην». Για την α­κρί­βεια, σύμ­φω­να του­λά­χι­στον με τον τίτ­λο, δεν ε­πα­νέρ­χε­ται στο έρ­γο αλ­λά στον συγ­γρα­φέα του, τον Κων­στα­ντί­νο Μά­νο. Και κα­λά κά­νει, για­τί το έρ­γο ή­ταν δη­μο­φι­λές στην ε­πο­χή του και δια­σώ­θη­κε χά­ρις και στις προ­σεγ­μέ­νες πρώ­τες εκ­δό­σεις του στο ξε­κί­νη­μα του 19ου αι. Σε α­ντί­θε­ση με τον Μά­νο, που μνη­μο­νεύε­ται με λήμ­μα­τα με­ρι­κών α­ρά­δων, πα­ρό­τι ι­τα­λο­σπού­δα­στος και υ­ψη­λός α­ξιω­μα­τού­χος στις πα­ρα­δου­νά­βιες η­γε­μο­νίες.

Ο ελ­λη­νι­σμός στην κε­φα­λή του

Ο Νεό­φυ­τος Δού­κας, γεν­νη­μέ­νος τον 18ο αιώ­να, λί­γο νω­ρί­τε­ρα α­πό τον Μά­νο, το 1760, αλ­λά γνω­στός μέ­χρι σή­με­ρα, εί­ναι το θέ­μα της βρα­βευ­μέ­νης με­λέ­της. Αυ­τός δεν κα­τα­γό­ταν α­πό φα­να­ριώ­τι­κη οι­κο­γέ­νεια α­ρι­στο­κρα­τών άλ­λα α­πό φτω­χή η­πει­ρώ­τι­κη, γι’ αυ­τό και πε­ρι­βλή­θη­κε δω­δε­κα­ε­τής το μο­να­χι­κό σχή­μα. Σή­με­ρα θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν αυ­το­δη­μιούρ­γη­τος. Κα­τόρ­θω­σε να μά­θει γράμ­μα­τα πρώ­τα στα Ιωάν­νι­να, με­τά στο Μέ­τσο­βο και αρ­γό­τε­ρα, στην Αυ­θε­ντι­κή Σχο­λή του Βου­κου­ρε­στίου, μα­θη­τής του Λά­μπρου Φω­τιά­δη. Η με­λέ­τη, ω­στό­σο, δεν τον κα­λο­συ­σταί­νει. Ήδη, στις πρώ­τες α­ρά­δες, α­να­φέ­ρε­ται ό­τι εί­ναι γνω­στός χά­ρις “στις αρ­χαϊστι­κές και συ­ντη­ρη­τι­κές γλωσ­σι­κές α­πό­ψεις του”. Πράγ­μα­τι, στά­θη­κε ο ση­μα­ντι­κό­τε­ρος α­ντί­πα­λος του Κο­ραή, υ­πέρ­μα­χος της αρ­χαίας ελ­λη­νι­κής. Ωστό­σο, ο αρ­χαϊσμός του δεν εκ­δη­λώ­νει συ­ντη­ρη­τι­κό πνεύ­μα. Κα­τά την ε­κτί­μη­ση του Κ.Θ.Δη­μα­ρά, εκ­φρά­ζει το κλα­σι­κί­στι­κο πνεύ­μα, που ε­πι­κρά­τη­σε με­τά την Γαλ­λι­κή Επα­νά­στα­ση. Γι’ αυ­τό, άλ­λω­στε, πο­λε­μή­θη­κε και α­πό τους εκ­κλη­σια­στι­κούς κύ­κλους.
Ο Δού­κας δεν έ­γρα­ψε έ­να μό­νο βι­βλίο ό­πως ο Μά­νος, αλ­λά πο­λυά­ριθ­μα δι­δα­κτι­κού χα­ρα­κτή­ρα. Εξέ­δω­σε Όμη­ρο, Θου­κυ­δί­δη, Θεό­κρι­το, Πίν­δα­ρο, ό­πως ε­πί­σης τους Τρα­γι­κούς και πλεί­στους άλ­λους. Στη με­λέ­τη α­να­φέ­ρε­ται ό­τι σε Λό­γο του ε­ντο­πί­ζο­νται δά­νεια πα­ρα­θέ­μα­τα χω­ρίς πα­ρα­πο­μπή και ει­κά­ζε­ται ό­τι στο­λι­ζό­ταν, “ό­πως ο αι­σώ­πειος κό­ρα­κας, με ξέ­να φτε­ρά”. Η πα­ρα­τή­ρη­ση δεί­χνει πα­ρά­ται­ρη με την ει­κό­να που πα­ρα­δί­δε­ται για την λο­γιο­σύ­νη του. Προ­τι­μού­με τη θαυ­μα­στι­κή δια­τύ­πω­ση του Δη­μή­τρη Βερ­ναρ­δά­κη: “Ο Δού­κας έ­γρα­φε και α­νε­γί­γνω­σκεν αρ­χαία ελ­λη­νι­κά χω­ρίς να έ­χη κα­νέν ξέ­νο βοή­θη­μα ως α­δαής ξέ­νων γλωσ­σών. Ο ελ­λη­νι­σμός υ­πήρ­χεν ο­λό­κλη­ρος εν τη κε­φα­λή του.”

Οι ελ­λη­νο­γερ­μα­νι­κές σχέ­σεις

Το Μ.Ι.Ε.Τ. εί­χε την κα­λή ι­δέα να εκ­δώ­σει τη βρα­βευ­μέ­νη αυ­τή με­λέ­τη στη μορ­φή των χρι­στου­γεν­νιά­τι­κων φυλ­λα­δίων του, δί­νο­ντας, μά­λι­στα, πε­ρισ­σό­τε­ρες σε­λί­δες. Αν και πι­στεύου­με πως θα χρειά­ζο­νταν α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρες, για να μπο­ρέ­σει να δια­βα­στεί α­πό έ­να ευ­ρύ­τε­ρο κοι­νό. Γέν­νη­μα θρέμ­μα του Μο­νά­χου η Λί­λια Δια­μα­ντο­πού­λου-Χίρ­νε­ρ, έ­χει έ­να κοι­νό ση­μείο με τον “φι­λό­πα­τριν εις ά­κρο­ν” Δού­κα. Αγα­πά­ει την αρ­χαία ελ­λη­νι­κή γραμ­μα­τεία. Του­λά­χι­στον αυ­τό δεί­χνει ο τίτ­λος της δια­τρι­βής που εκ­πο­νεί, «Η ο­πτι­κή ποίη­ση στον ελ­λη­νι­κό χώ­ρο α­πό την Αρχαιό­τη­τα έως τον 21ο αιώ­να». Εί­ναι τό­σο ευ­ρύ το θέ­μα της ο­πτι­κής ή και σχη­μα­τι­κής ποίη­σης, που θα μπο­ρού­σε να πε­ριο­ρι­στεί στον 20ο αιώ­να και να μην συ­μπε­ρι­λά­βει τα τε­χνο­παί­γνια των πα­λαιό­τε­ρων.
Την Δια­μα­ντο­πού­λου την συ­να­ντή­σα­με για πρώ­τη φο­ρά προ τε­τρα­ε­τίας, δια­βά­ζο­ντας έ­να πρώ­το α­πό­το­κο της δια­τρι­βής της, το με­λέ­τη­μα «Πα­ρα­δείγ­μα­τα σχη­μα­τι­κής ποίη­σης στις νε­ο­ελ­λη­νι­κές με­τρι­κές και στι­χουρ­γι­κές του Χα­ρί­σιου Με­γδά­νη (1819) και του Πα­να­γιώ­τη Γρι­τσά­νη (1891)». Η δεύ­τε­ρη φο­ρά ή­ταν πέ­ρυ­σι τον Μάϊο, στη γερ­μα­νι­κή ε­φη­με­ρί­δα «Zeit». Με α­φορ­μή τις δο­κι­μα­ζό­με­νες ελ­λη­νο­γερ­μα­νι­κές σχέ­σεις, εί­χε με­τα­φρά­σει έ­να ο­πτι­κό ποίη­μα του Ντί­νου Σιώ­τη α­πό τη συλ­λο­γή του «Μου­σείο Αέ­ρος», σώ­ζο­ντας τον πυ­ρα­μι­δο­ει­δή χα­ρα­κτή­ρα του. Τρί­τω­σε, τώ­ρα, με τη βρα­βευ­μέ­νη με­λέ­τη της, ό­που και πά­λι οι ελ­λη­νο­γερ­μα­νι­κές σχέ­σεις φαί­νε­ται να συ­νέ­βα­λαν στην ε­πι­λο­γή του θέ­μα­τος. Ει­δάλ­λως, για­τί να μην προ­τι­μή­σει κά­τι πιο ε­ντυ­πω­σια­κό α­πό το ο­πτι­κό ποίη­μα του Δού­κα. Για πα­ρά­δειγ­μα, κά­ποιο τε­χνο­παί­γνιο α­πό την «Πα­λα­τι­νή Ανθο­λο­γία» ή έ­να α­πό τα ει­κο­νι­στι­κά ποιή­μα­τα των βυ­ζα­ντι­νών στι­χουρ­γών.
Σύμ­φω­να και με τον τίτ­λο της με­λέ­της, των “γραμ­μά­τω­ν”, που εκ­προ­σω­πεί ο Δού­κας, προ­τάσ­σε­ται η “κο­ρώ­να”, δη­λα­δή ο Όθω­νας. Όπως σε έ­να συμ­βο­λι­κό πε­δίο προ­τάσ­σε­ται η Βαυα­ρία της Ελλά­δας, ό­που η δεύ­τε­ρη υ­πο­τί­θε­ται ό­τι προσ­δο­κά ο­φέ­λη α­πό την πρώ­τη. Εξ ου και το ε­ρώ­τη­μα που δια­τυ­πώ­νε­ται, για το ποιες μπο­ρεί να ή­ταν οι προσ­δο­κίες του Δού­κα, ό­ταν συ­νέ­θε­τε έ­να ποιη­τι­κό ε­γκώ­μιο για τον Όθω­να. Μά­λι­στα, πα­ραλ­λη­λί­ζε­ται το ε­γκώ­μιό του με ε­κεί­νο του Αλέ­ξαν­δρου Σού­τσου. Μό­νο που ο Δού­κας δεν ή­ταν έ­νας τρια­ντά­χρο­νος. Ού­τε τις φι­λο­δο­ξίες του Σού­τσου εί­χε, αλ­λά ού­τε τους ο­ρα­μα­τι­σμούς για μια ευ­νο­μού­με­νη, δί­καιη και προο­δευ­τι­κή πο­λι­τεία ε­νός άλ­λου νέ­ου ποιη­τή, που και ε­κεί­νος έ­πλε­ξε ε­γκώ­μιο για τον Βα­σι­λέα, του Γεωρ­γίου Τερ­τσέ­τη. Ο Δού­κας δεν ή­ταν ποιη­τής ού­τε ε­ζή­λω­σε να γί­νει. Το ε­γκώ­μιο του Όθω­να το συ­νέ­θε­σε ως συ­νο­δευ­τι­κό Λό­γου, που εκ­φώ­νη­σε κα­τά την ε­πί­σκε­ψη του Βα­σι­λέως στο Ορφα­νο­τρο­φείο της Αί­γι­νας, ως διευ­θυ­ντής του. Να ση­μειώ­σου­με ό­τι σε αυ­τό δεν ζη­τά­ει την εύ­νοια του νε­α­ρού Βα­σι­λέα αλ­λά, α­ντι­θέ­τως, προ­βαί­νει σε νου­θε­σίες.
Το ποίη­μα χρο­νο­λο­γεί­ται α­πό τον Δού­κα στις 15 Μαΐου 1833. Η με­λε­τή­τρια δεί­χνει ό­τι η η­με­ρο­μη­νία συ­μπί­πτει με την ε­πί­σκε­ψη του Όθω­να στην Αί­γι­να. Δη­μιουρ­γεί, ό­μως, κά­ποια σύγ­χυ­ση με την α­νά­μι­ξη ιου­λια­νού και γρη­γο­ρια­νού η­με­ρο­λο­γίου. Δε­δο­μέ­νου ό­τι προ­τι­μά να α­να­ζη­τή­σει την η­με­ρο­μη­νία της ε­πί­σκε­ψης στις γερ­μα­νι­κές ε­φη­με­ρί­δες, τη δί­νει στο γρη­γο­ρια­νό. Ενώ, η χρο­νο­λο­γία του Δού­κα εί­ναι στο ιου­λια­νό. Στη συ­νέ­χεια, α­να­φε­ρό­με­νη στην α­πο­βί­βα­ση του Όθω­να στο Ναύ­πλιο και τον ε­ορ­τα­σμό των γε­νε­θλίων του, δεν προσ­διο­ρί­ζει ό­τι χρη­σι­μο­ποιεί το γρη­γο­ρια­νό. Πα­ρεμ­βάλ­λει, ω­στό­σο, μια δεύ­τε­ρη η­με­ρο­μη­νία ποιή­μα­τος, ε­κεί­νη του ε­γκω­μίου του Σού­τσου, που εί­ναι και πά­λι στο ιου­λια­νό. Τη σύγ­χυ­ση ε­πι­τεί­νει έ­να πα­ρα­τύ­πω­μα. Ο Βα­σι­λέ­ας α­πο­βι­βά­στη­κε στο Ναύ­πλιο στις 25 Ιαν./6 Φε­βρ. Ο α­δελ­φός του Μα­ξι­μι­λια­νός, με τον ο­ποίο ξε­κί­νη­σε το τα­ξί­δι, που εί­χε ως κα­τά­λη­ξη την ε­πί­σκε­ψη στην Αί­γι­να, ήρ­θε τον Μάϊο και ό­χι “έ­να μή­να πε­ρί­που με­τά την ά­φι­ξη του Όθω­να στο Ναύ­πλιο”, ό­πως α­να­φέ­ρε­ται.
Ο Δού­κας α­κο­λου­θεί τη πα­ρά­δο­ση των Βυ­ζα­ντι­νών και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση, των Φα­να­ριω­τών. Συ­νο­δεύει τον Λό­γο του με έ­να ε­γκώ­μιο, το ο­ποίο δη­μο­σιεύει χω­ρι­στά στη σε­λί­δα τίτ­λου των σο­φό­κλειων τρα­γω­διών, που ε­ξέ­δω­σε τον ε­πό­με­νο χρό­νο. Δεν του έ­δω­σε πε­ρί­τε­χνη μορ­φή. Ού­τε πλη­γω­μέ­νο πε­ρι­στέ­ρι ού­τε φε­λού­κες στο Νεί­λο “καλ­λι­γρά­φη­σε” ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, ο Απολ­λι­ναίρ ή ο Σε­φέ­ρης. Έναν ρόμ­βο σχη­μα­τί­ζουν οι στί­χοι του, γραμ­μέ­νοι στην αρ­χαΐζου­σα. Γι’ αυ­τό και θα ή­ταν α­να­γκαίες, πέ­ραν της φω­το­τυ­πι­κής α­να­πα­ρα­γω­γής, με­τα­γρα­φή και με­τά­φρα­σή. Η ση­μα­σία ο­ρι­σμέ­νων με­μο­νω­μέ­νων λέ­ξεων, που πα­ρα­θέ­τει η με­λε­τή­τρια, δεν κα­λύ­πτει τις α­νά­γκες του ση­με­ρι­νού α­να­γνω­στι­κού κοι­νού. Επί­σης, ή­ταν α­πα­ραί­τη­τη η δη­μο­σίευ­ση του Λό­γου, κα­θώς η με­λε­τή­τρια πα­ρα­πέ­μπει σε αυ­τόν κα­τά την α­νά­πτυ­ξη του σκε­πτι­κού της.
Η Δια­μα­ντο­πού­λου συ­γκρί­νει το ποίη­μα του Δού­κα με άλ­λα ε­γκώ­μια, το­πο­θε­τώ­ντας το στο πλαί­σιο της ο­πτι­κής ποίη­σης. Πρό­κει­ται για μια διε­ξο­δι­κή κει­με­νι­κή α­νά­λυ­ση. Ωστό­σο, οι συμ­βο­λι­σμοί που α­να­ζη­τού­νται στις προ­ε­κτά­σεις της ερ­μη­νείας φαί­νο­νται σαν βε­βια­σμέ­νοι. Πι­θα­νώς, αυ­τό να ο­φεί­λε­ται στην ελ­λι­πή ει­κό­να που έ­χει σχη­μα­τί­σει για τον Δού­κα, πα­ρα­βλέ­πο­ντας τις ι­δε­ο­λο­γι­κές αρ­χές και το ή­θος του. Ο τρό­πος που ε­κεί­νος υ­πο­δέ­χτη­κε τον Όθω­να δεί­χνει προ­σκόλ­λη­ση στο τυ­πι­κό. Για­τί η στά­ση του να ερ­μη­νευ­θεί “ως στά­ση α­βε­βαιό­τη­τας α­πέ­να­ντι στη νέα πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση, δη­λα­δή τη μο­ναρ­χία”; Εκεί­νη την ε­πο­χή, ο Δού­κας ή­ταν αυ­τάρ­κης και ο­λό­ψυ­χα δο­σμέ­νος στο έρ­γο του. Έστω και αρ­γά, ό­ταν πλέ­ον “το γή­ρας ε­πι­κα­λεί­ται το πορθ­μείο του Χά­ρω­νος”, ό­πως ο ί­διος γρά­φει, εί­χε βρει στο πρό­σω­πο του Ανδρέα Κο­ρο­μη­λά τον τό­σο α­πα­ραί­τη­το για τις εκ­παι­δευ­τι­κές εκ­δό­σεις που σχε­δία­ζε τυ­πο­γρά­φο. Και ό­ταν η Αντι­βα­σι­λεία με­τέ­φε­ρε το Ορφα­νο­τρο­φείο α­πό την Αί­γι­να στο Ναύ­πλιο, ε­κεί­νος δεν το α­κο­λού­θη­σε αλ­λά πα­ρέ­μει­νε στην Αί­γι­να, δι­δά­σκο­ντας α­μι­σθί.
Τώ­ρα, κα­τά πό­σο το ρομ­βο­ει­δές σχή­μα του ποιή­μα­τος πα­ρα­πέ­μπει στο έμ­βλη­μα του οί­κου της Βαυα­ρίας ή στο ιε­ρα­τι­κό ε­πι­γο­νά­τιο ή και σε αμ­φό­τε­ρα και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση, στις ελ­λη­νο­γερ­μα­νι­κές σχέ­σεις, ό­πως υ­πο­στη­ρί­ζει η με­λε­τή­τρια, μέ­νει ζη­τού­με­νο. Το θε­τι­κό, πά­ντως, εί­ναι ό­τι η με­λέ­τη ε­πα­να­φέ­ρει στην ε­πι­φά­νεια ξε­χα­σμέ­να πρό­σω­πα και θέ­μα­τα των πρώ­των με­τε­πα­να­στα­τι­κών χρό­νων.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 24/3/2012.