Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

Ποιος θυμάται τον Ιωάννη Γρυπάρη

Ποια εί­ναι η τύ­χη του Ιωάν­νη Γρυ­πά­ρη ε­βδο­μή­ντα στρογ­γυ­λά χρό­νια με­τά τον θά­να­τό του; Στις 11 Μαρ­τίου 1942, στις 4 το πρωί, σύμ­φω­να με την εκ των υ­στέ­ρων ια­τρι­κή βε­βαίω­ση, ά­φη­σε, κα­τά το κοι­νώς λε­γό­με­νο, την τε­λευ­ταία του πνοή στο σπί­τι του, στην Καλ­λι­θέα. Δεν μνη­μο­νεύ­τη­κε το 1992, κα­τά την πε­ντη­κο­ντα­ε­τη­ρί­δα του, ού­τε δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στη συ­μπλή­ρω­ση ε­ξή­ντα χρό­νων. Το τε­λευ­ταίο α­φιέ­ρω­μα έ­γι­νε το 1952. Ποιος, λοι­πόν, ο λό­γος να τον θυ­μη­θού­με ε­φέ­τος;

Δια­τη­ρη­τέο αλ­λά κα­ταρ­ρέ­ον

Κα­τά μια ά­πο­ψη, η τύ­χη του προ­σο­μοιά­ζει με ε­κεί­νη της οι­κίας του, που έ­χει μεν χα­ρα­κτη­ρι­στεί δια­τη­ρη­τέα, αλ­λά κα­ταρ­ρέει. Μό­νο που η δι­κή της κα­κο­δαι­μο­νία δεν ο­φεί­λε­ται στην α­νυ­παρ­ξία εν­δια­φέ­ρο­ντος, αλ­λά στην ύ­παρ­ξη δυο εν­δια­φε­ρό­με­νων φο­ρέων, που α­δυ­να­τούν να συμ­φω­νή­σουν. Ο έ­νας εί­ναι ο Δή­μος Καλ­λι­θέ­ας, που έ­χει με­γα­λε­πή­βο­λα σχέ­δια. Προ­τεί­νει να την δια­μορ­φώ­σει σε Κέ­ντρο Αρχαίας Ελλη­νι­κής Γραμ­μα­το­λο­γίας. Δεν θα εί­ναι, άλ­λω­στε, η πρώ­τη φο­ρά, που θα χρη­σι­μο­ποιή­σει την οι­κία Γρυ­πά­ρη. Σε αυ­τήν, το 1955, εί­χε στε­γα­στεί η νεό­τευ­κτη τό­τε Δη­μο­τι­κή Βι­βλιο­θή­κη Καλ­λι­θέ­ας, με μα­γιά την Βι­βλιο­θή­κη του Γρυ­πά­ρη, εξ ου και Γρυ­πά­ρειος Βι­βλιο­θή­κη. Η οι­κία, ω­στό­σο, ε­γκα­τα­λεί­φθη­κε, ό­ταν η Βι­βλιο­θή­κη με­τα­στε­γά­στη­κε σε ι­διό­κτη­το κτί­ριο. Αργό­τε­ρα, δε­κα­ε­τία του ’80, εί­χε κα­τα­βλη­θεί μια δεύ­τε­ρη προ­σπά­θεια, μέ­χρι και ε­γκαί­νια Μου­σείου Γρυ­πά­ρη εί­χαν γί­νει, χω­ρίς συ­νέ­χεια. Όλα αυ­τά με τη σύμ­φω­νη γνώ­μη του άλ­λου φο­ρέα, που εί­ναι η Εται­ρεία Ελλή­νων Λο­γο­τε­χνών, στην ο­ποία και α­νή­κει κλη­ρο­νο­μι­κά η οι­κία Γρυ­πά­ρη. Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, ο Δή­μος ε­πα­νήλ­θε. Μό­νο που αυ­τή τη φο­ρά, για να α­ντι­με­τω­πί­σει το οι­κο­νο­μι­κό βά­ρος της α­να­στή­λω­σης και της δια­μόρ­φω­σης Κέ­ντρου, ζη­τά να του πα­ρα­χω­ρη­θεί η χρή­ση της για σα­ρά­ντα χρό­νια. Αί­τη­μα, που η Εται­ρεία βρί­σκει υ­περ­βο­λι­κό. Από την πλευ­ρά της, ω­στό­σο, δεν μπο­ρεί να ε­ξα­σφα­λί­σει πό­ρους για την α­να­στή­λω­ση της οι­κίας. Το ΥΠ.ΠΟ. δεν βο­η­θά­ει, πα­ρό­λο που το αί­τη­μα έ­γι­νε σε ε­πο­χή πα­χιών α­γε­λά­δων. Γε­νι­κώς, η α­να­στή­λω­ση κτι­ρίων δεν εί­ναι στις προ­τε­ραιό­τη­τές του, πλην ό­σων προο­ρί­ζο­νται για ε­μπο­ρι­κά κέ­ντρα. Προ­σώ­ρας, ό,τι σώ­ζε­ται α­πό την Βι­βλιο­θή­κη Γρυ­πά­ρη, μα­ζί με χει­ρό­γρα­φα του ποιη­τή, φαί­νε­ται ό­τι βρί­σκε­ται α­πο­θη­κευ­μέ­νο σε κού­τες και μοι­ρα­σμέ­νο στον Δή­μο και την Εται­ρεία.
Το 1942, ο πρό­ε­δρος της Εται­ρείας Μι­χά­λης Αργυ­ρό­που­λος δή­λω­νε συ­γκι­νη­μέ­νος α­πό την δω­ρεά Γρυ­πά­ρη, θυ­μί­ζο­ντας ό­τι “το πρώ­το α­γκω­νά­ρι”, για το Αρχείο της το εί­χε βάλ­λει ο Αλέ­ξαν­δρος Πάλ­λης. Τό­τε, η Εται­ρεία δια­βε­βαίω­νε, ό­τι θα δια­τρα­νώ­σει την ευ­γνω­μο­σύ­νη της. Όπως άλ­λω­στε και ο Δή­μος, του ο­ποίου δη­μό­τες και μό­νι­μοι κά­τοι­κοι ή­ταν ο Γρυ­πά­ρης και η σύ­ζυ­γός του Ει­ρή­νη Ιγγλέ­ση-Γρυ­πά­ρη α­πό τον Σε­πτέμ­βριο του 1929, ό­ταν α­γό­ρα­σαν το σπί­τι στην τό­τε ο­δό Αμα­ζό­νων. Βε­βαίως, αυ­τός εί­ναι ο κα­νό­νας για κλη­ρο­νο­μιές και κλη­ρο­δο­τή­μα­τα γε­νι­κώς αλ­λά και ει­δι­κώς των λο­γο­τε­χνών. Όπως και σε πολ­λές άλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις, ό­ταν υ­πάρ­χουν σύ­ζυ­γοι, τα πλή­ρη ι­διο­κτη­σια­κά δι­καιώ­μα­τα πέ­ρα­σαν στον ευερ­γε­τού­με­νο φο­ρέα με­τά το θά­να­το και της συ­ζύ­γου, η ο­ποία με τη δια­θή­κη της υ­πά­κου­σε στη βού­λη­ση του α­πο­θα­νό­ντος. Η σύ­ζυ­γος Γρυ­πά­ρη πέ­θα­νε δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στις 29 Απρι­λίου 1952. Πά­ντως, σε ό­λες γε­νι­κώς τις πε­ρι­πτώ­σεις, ε­πι­δει­κνύε­ται ο πρέ­πων σε­βα­σμός στους α­πο­θα­νό­ντες, α­νέ­ξο­δα, δια της με­το­νο­μα­σίας της ο­δού, στην ο­ποία κα­τοι­κού­σαν. Σή­με­ρα, η οι­κία Γρυ­πά­ρη βρί­σκε­ται ε­πί της ο­δού Ιωάν­νη Γρυ­πά­ρη, ό­πως, λ.χ., η οι­κία Σι­νό­που­λου ε­πί της ο­δού Τά­κη Σι­νό­που­λου. Ει­δι­κά, στη με­το­νο­μα­σία σε Γρυ­πά­ρη θα πρέ­πει να ε­πι­δείχ­θη­κε ι­διαί­τε­ρη προ­θυ­μία, κα­θώς η πα­λαιό­τε­ρη Αμα­ζό­νων εί­χε εν­δια­μέ­σως με­το­νο­μα­στεί σε Ιωάν­νου Με­τα­ξά.

Δυο σιφ­νιοί ποιη­τές, ο ε­ξής έ­νας

Πα­ρα­πλή­σια στά­θη­κε η τύ­χη του Γρυ­πά­ρη και στον γε­νέ­θλιο τό­πο του, την Σίφ­νο. Το νη­σί των ποιη­τών, του Αρι­στο­μέ­νη Προ­βε­λέγ­γιου και του Ιωάν­νη Γρυ­πά­ρη, ό­πως γλα­φυ­ρά έ­γρα­φε ο Ηλίας Βε­νέ­ζης, το 1960, που συ­μπλη­ρώ­νο­νταν 90 χρό­νια α­πό την γέν­νη­ση του Γρυ­πά­ρη. Εί­δε το φως στις 17 του Για­λι­νού 1870, στο πα­τρο­γο­νι­κό σπί­τι των Γρυ­πά­ρι­δων, στον Αρτε­μώ­να της Σίφ­νου. Αν και κα­νο­νι­κώς ε­χό­ντων των πραγ­μά­των, θα γεν­νιό­ταν στην Πό­λη, ό­που ε­ρω­τεύ­τη­καν και πα­ντρεύ­τη­καν ο σιφ­νιός δά­σκα­λος Νι­κό­λα­ος Γρυ­πά­ρης και η ε­πί­σης Σιφ­νιά, Ελέ­νη Κο­λο­ρά­κη, το γέ­νος Φρα­γκου­λιά­δη. Ας ό­ψε­ται, ό­μως, η πυρ­κα­γιά, που κα­τέ­στρε­ψε το σπί­τι τους και α­πεί­λη­σε τη ζωή της ε­γκύου, η ο­ποία και τους έ­φε­ρε ά­ρον ά­ρον στην γε­νέ­τει­ρα. Πα­ρά την α­τυ­χία, τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα η οι­κο­γέ­νεια ε­πέ­στρε­ψε στην Πό­λη. Εκεί με­γά­λω­σε και έ­μα­θε γράμ­μα­τα ο Γρυ­πά­ρης, μέ­χρι τα δέ­κα ο­κτώ, που γρά­φτη­κε στη Φι­λο­σο­φι­κή Σχο­λή Αθη­νών. Ο Γιάν­νης Αρτε­μω­νιά­της έ­μει­νε ψευ­δώ­νυ­μο της ποιη­τι­κής συλ­λο­γής, που έ­στει­λε στον Φι­λα­δέλ­φειο Δια­γω­νι­σμό του 1892.
Το άρ­θρο του Βε­νέ­ζη α­να­δη­μο­σιεύε­ται σε πρό­σφα­το λεύ­κω­μα για την Σίφ­νο, ό­που την πρώ­τη θέ­ση δια­τη­ρεί ο πρε­σβύ­τε­ρος ποιη­τής, ο συ­νο­μή­λι­κος του Πα­λα­μά, Προ­βε­λέγ­γιος. Αλλά και στο γε­νέ­θλιο νη­σί τους, η δι­κή του πα­ρου­σία εί­ναι η κυ­ρίαρ­χη. Σε πε­ρίο­πτη θέ­ση, στα Εξά­μπε­λα, βρί­σκε­ται το σπί­τι του Προ­βε­λέγ­γιου. Λει­τουρ­γεί ως μου­σείο, α­πό κοι­νού με τον εγ­γο­νό του, τον ποιη­τή Γιώρ­γο Λί­κο. Πα­ρα­δί­πλα, στην αυ­λή του Λυ­κείου Σίφ­νου, εί­ναι η προ­το­μή του, έρ­γο του φί­λου του Γιαν­νού­λη Χα­λε­πά. Στην ΝΑ πλευ­ρά του νη­σιού, στην πε­ριώ­νυ­μη Μο­νή της Χρυ­σο­πη­γής, υ­πάρ­χει ως μου­σεια­κός χώ­ρος έ­να δι­κό του κε­λί, ό­που σε α­πο­μό­νω­ση ε­πι­δι­δό­ταν στη συγ­γρα­φή. Επί­σης, σκόρ­πια στο νη­σί συ­να­ντά κα­νείς τα πα­ρεκ­κλή­σια της οι­κο­γέ­νειας Προ­βε­λέγ­γιου, με ε­ντοι­χι­σμέ­νες πλά­κες να θυ­μί­ζουν ι­διο­κτή­τες και δω­ρη­τές. Ως α­ντι­στάθ­μι­σμα, στις πα­ρυ­φές της κα­τοι­κη­μέ­νης πε­ριο­χής του Αρτε­μώ­να, μια ε­ντοι­χι­σμέ­νη πλά­κα σε έ­να α­νώ­γι θυ­μί­ζει ό­τι ε­κεί γεν­νή­θη­κε ο Γρυ­πά­ρης. Κα­τα­δι­κα­σμέ­νος σε με­γα­λύ­τε­ρη α­φά­νεια βρί­σκε­ται έ­νας τρί­τος Σιφ­νιός, ο Κλεάν­θης Τρια­ντά­φυλ­λος, γνω­στός ως Ρα­μπα­γάς. Όπως και στου Γρυ­πά­ρη, μια ε­ντοι­χι­σμέ­νη πλά­κα σε σπί­τι της Απολ­λω­νίας θυ­μί­ζει την ύ­παρ­ξή του, αλ­λά ως πρό­σω­πο έ­χει πε­ρι­πέ­σει σε πλή­ρη λή­θη.

Εντί­μως αν­θο­λο­γη­μέ­νος,
αλ­λά ε­λάσ­σων

Αυ­τά, ό­σο α­φο­ρά τη μνή­μη που κρα­τούν οι τό­ποι. Από μια δια­φο­ρε­τι­κή ά­πο­ψη, η τύ­χη του Γρυ­πά­ρη προ­σο­μοιά­ζει και με ε­κεί­νη της πα­ρου­σίας του στην δευ­τε­ρο­βάθ­μια εκ­παί­δευ­ση. Σύμ­φω­να με την α­πο­δελ­τίω­ση κο­ντά 120 ε­τών (1884-2001) α­πό τον Λά­μπρο Βα­ρε­λά, ο Γρυ­πά­ρης πρω­το­εμ­φα­νί­ζε­ται το 1916, με έ­να ποίη­μα, το «Ύπνος», στην Νε­ο­ελ­λη­νι­κή Ανθο­λο­γία για την τρί­τη και την τέ­ταρ­τη τά­ξη του γυ­μνα­σίου των εκ­δό­σεων Σι­δέ­ρη. Στη δε­κα­ε­τία του ’30, η πα­ρου­σία του φθά­νει στην κο­ρύ­φω­σή της, με δέ­κα ποιή­μα­τα, για να κα­τα­λή­ξει το 2001 και πά­λι με έ­να ποίη­μα. Αυ­τή τη φο­ρά, στα Κεί­με­να Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Λο­γο­τε­χνίας της πρώ­της Λυ­κείου, αν­θο­λο­γεί­ται το ποίη­μα «Εστιά­δες». Αναμ­φι­βό­λως, αυ­τή η τε­λευ­ταία ε­πι­λο­γή, σε σχέ­ση με ε­κεί­νη του 1916, δεί­χνει τις με­γα­λύ­τε­ρες α­παι­τή­σεις της ση­με­ρι­νής εκ­παί­δευ­σης, του­λά­χι­στον ό­σο α­φο­ρά την κα­τάρ­τι­ση των σχο­λι­κών εγ­χει­ρι­δίων. Το ποίη­μα «Εστιά­δες» έ­χει αλ­λη­γο­ρι­κό φορ­τίο και ό­πως δεί­χνουν οι διορ­θώ­σεις του χει­ρο­γρά­φου, δου­λεύ­τη­κε πο­λύ. Κα­τά τα άλ­λα, στα σχο­λι­κά βι­βλία αλ­λά και γε­νι­κό­τε­ρα, ο Γρυ­πά­ρης έ­χει την ί­δια τύ­χη με τους λοι­πούς χα­ρα­κτη­ρι­ζό­με­νους ως ε­λάσ­σο­νες της Αθη­ναϊκής Σχο­λής. Αν και κα­τά τον Τέλ­λο Άγρα, ο­μό­τε­χνό τους αλ­λά και κρι­τι­κό τους, “Nihil minor in litteris”.
Το ε­ρώ­τη­μα, ό­μως, εί­ναι η τύ­χη που του ε­πι­φύ­λα­ξαν οι ο­μό­τε­χνοί του στα με­τα­γε­νέ­στε­ρα χρό­νια. Κα­τά έ­να νεό­τε­ρο ποιη­τή, τον Διο­νύ­ση Κα­ψά­λη, η νε­ο­τε­ρι­κή ευαι­σθη­σία τον κα­τα­δί­κα­σε, μα­ζί με τον Μα­λα­κά­ση και άλ­λους πα­λαιό­τε­ρους τε­χνουρ­γούς του έμ­με­τρου λό­γου, “να α­πο­λαμ­βά­νουν τη δια­κρι­τι­κή αιω­νιό­τη­τα των ε­ντί­μως αν­θο­λο­γη­μέ­νω­ν”. Καί­τοι εί­ναι α­να­γνω­ρι­σμέ­νοι ως “κλα­σι­κοί του σύγ­χρο­νου λυ­ρι­σμού”. Τον Γρυ­πά­ρη, ο Κα­ψά­λης τον α­πο­κα­λεί “μεί­ζο­να ποιη­τή”. Ωστό­σο, αυ­τό το “ε­ντί­μως αν­θο­λο­γη­μέ­νοι”, πε­ρισ­σό­τε­ρο ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός του “μεί­ζο­νος”, ση­κώ­νει συ­ζή­τη­ση. Στην δί­γλωσ­ση αν­θο­λο­γία των Peter Bien, Peter Constantine, Edmund Keeley και Karen Van Dyck «Greek Poetry 1900-2000», που εκ­δό­θη­κε το 2004, δεν αν­θο­λο­γεί­ται κα­νείς της γε­νιάς του Πα­λα­μά, ού­τε ο ί­διος ο Πα­λα­μάς. Μό­νο ο Κα­βά­φης, με­τά πλεί­στων ό­σων με­τα­γε­νέ­στε­ρων, που θα ε­ντάσ­σο­νταν, κα­τά πα­ρά­βα­ση του θέ­σφα­του του Άγρα, στους ε­λάσ­σο­νες. Στην ε­ξά­το­μη Ανθο­λο­γία-Γραμ­μα­το­λο­γία των εκ­δό­σεων Σο­κό­λη, η γε­νιά του 1880 αν­θο­λο­γεί­ται στον δεύ­τε­ρο τό­μο, που ε­πι­με­λή­θη­κε ο Μ. Γ. Με­ρα­κλής. Μό­νο που ο με­λε­τη­τής έ­χει τις προ­τι­μή­σεις του και ο Γρυ­πά­ρης μάλ­λον δεν βρί­σκε­ται α­νά­με­σά τους. Θεω­ρεί ό­τι το νέο, που κο­μί­ζει η ποίη­σή του, εί­ναι “το φυ­λά­κι­σμα του φλο­γε­ρού, σε­ξουα­λι­κού πά­θους μέ­σα στα δε­σμά του σχο­λα­στι­κά φρο­ντι­σμέ­νου στί­χου του, μα­ζί με τις σα­φείς εν­δεί­ξεις μιας πι­κρής, ορ­φα­νε­μέ­νης α­πό με­γά­λες εκ­πλή­ξεις και ε­μπει­ρίες ζωής”.
Σε δυο νεό­τε­ρες αν­θο­λο­γίες της ελ­λη­νι­κής ποίη­σης του 20ού αιώ­να, των Κ. Γ. Πα­πα­γεωρ­γίου - Β. Χατ­ζη­βα­σι­λείου (2007) και του Ε. Γα­ρα­ντού­δη (2008), ό­λη η γε­νιά εί­ναι μεν “ε­ντί­μως αν­θο­λο­γη­μέ­νη”, αλ­λά, και πά­λι, δια­φέ­ρουν οι ιε­ραρ­χή­σεις και οι προ­τι­μή­σεις. Πά­ντως, ο Γρυ­πά­ρης, στη δεύ­τε­ρη αν­θο­λο­γία, κα­τα­χω­ρεί­ται με τον ε­λά­χι­στο α­ριθ­μό των δυο ποιη­μά­των. Σε μια δια­φο­ρε­τι­κής διά­θε­σης αν­θο­λο­γία, με τίτ­λο, «Η χα­μη­λή φω­νή. Τα λυ­ρι­κά μιας πε­ρα­σμέ­νης ε­πο­χής στους πα­λιούς ρυθ­μούς», ο Μα­νό­λης Ανα­γνω­στά­κης προ­τεί­νει την δι­κή του ιε­ράρ­χη­ση, προ­τάσ­σο­ντας, με δέ­κα ποιή­μα­τα, τον Από­στο­λο Με­λα­χρι­νό και το­πο­θε­τώ­ντας, α­μέ­σως με­τά, με εν­νέα ποιή­μα­τα, Γρυ­πά­ρη και Κων­στα­ντί­νο Χατ­ζό­που­λο.

Του ε­νός και μο­να­δι­κού βι­βλίου

Ένας ποιη­τής της νεό­τε­ρης γε­νιάς, αυ­τής του Κα­ψά­λη, ο Ηλίας Λά­γιος, α­πο­κα­λεί τον Γρυ­πά­ρη ε­λάσ­σο­να και βά­ζει τα δυ­να­τά του για να το α­πο­δεί­ξει. Γι’ αυ­τό ε­τοι­μά­ζει, το 2002, μια τυ­πο­τε­χνι­κά προ­σεγ­μέ­νη έκ­δο­ση της μο­να­δι­κής του συλ­λο­γής «Σκα­ρα­βαίοι και Τερ­ρα­κότ­τες», με ει­σα­γω­γή και ε­πί­με­τρο. Η ο­πτι­κή του Λά­γιου συ­νο­ψί­ζε­ται στον ε­ναρ­κτή­ριο πα­ραλ­λη­λι­σμό Γρυ­πά­ρη-Γκά­τσου, ως ση­μα­ντι­κών ποιη­τών του ε­νός και μο­να­δι­κού βι­βλίου, και τη συ­μπλη­ρω­μα­τι­κή α­πό­φαν­ση ό­τι η «Αμορ­γός» εί­ναι το μό­νο βι­βλίο που “θέ­λη­σε” ο Γκά­τσος, έ­να­ντι του ε­νός που “μπό­ρε­σε” ο Γρυ­πά­ρης. Κα­ται­γι­στι­κές εί­ναι οι α­πορ­ρι­πτι­κές πα­ρα­τη­ρή­σεις του, κα­θώς σχο­λιά­ζει εν προό­δω τα ποιή­μα­τα. Όσο για την φροϋδι­κής ε­μπνεύ­σεως α­νά­λυ­ση της συ­μπλεγ­μα­τι­κής σχέ­σης του Γρυ­πά­ρη με την ποίη­ση του Πα­λα­μά, δεί­χνει ά­κρως πα­ρα­κιν­δυ­νευ­μέ­νη, ό­πως, άλ­λω­στε, ό­λες οι ερ­μη­νείες αυ­τού του τύ­που.
Ο Λά­γιος δεν προ­χώ­ρη­σε στις συ­νο­μι­λίες της γε­νιάς του ’30, Γκά­τσου, Εμπει­ρί­κου ή α­κό­μη και Σε­φέ­ρη, με τον τε­χνουρ­γό πρό­γο­νό τους. Ού­τε “τη Μα­ντε­λέ­νια τη γιό­μορ­φη” σχο­λία­σε, που εί­κο­σι τό­σα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα έ­δω­σε την ε­μπει­ρί­κια «Μα­ντα­λέ­νια», πα­ρό­τι, κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση χα­ρα­κτη­ρί­ζει α­ρι­στούρ­γη­μα το ποίη­μα της Μα­ντε­λέ­νιας, «Στον ή­σκιο της κα­ρυ­διάς». Όπως και να έ­χει, σύμ­φω­να και με τον σχο­λια­σμό στις Ιστο­ρίες της Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Λο­γο­τε­χνίας, η τύ­χη του ποιη­τή Γρυ­πά­ρη α­κό­μη στον Με­σο­πό­λε­μο ή­ταν κα­λή. Όπως κα­λή εί­ναι α­κό­μη μέ­χρι σή­με­ρα η τύ­χη του ως με­τα­φρα­στή των αρ­χαίων τρα­γι­κών. Επ’ ευ­και­ρία, υ­πεν­θυ­μί­ζου­με ό­τι οι α­πο­δό­σεις του στα νε­ο­ελ­λη­νι­κά, ι­δίως στις τρα­γω­δίες του Αι­σχύ­λου, λει­τούρ­γη­σαν στους με­τα­γε­νέ­στε­ρους ως με­τα­φρα­στι­κά πρό­τυ­πα. Πα­ρο­μοίως, ευ­τύ­χη­σε, του­λά­χι­στον τυ­πο­τε­χνι­κά, στις εκ­δό­σεις και ε­πα­νεκ­δό­σεις αυ­τού του ε­νός βι­βλίου. Από τις πρώ­τες, του 1919 και του 1928, που φρό­ντι­σε ο ί­διος, μέ­χρι την έκ­δο­ση του 2002, των εκ­δό­σεων Ίνδι­κτος. Μά­λι­στα, την πο­λυ­τε­λή έκ­δο­ση του 1928, με σχέ­δια της Πο­λυ­ξέ­νης Δη­μα­ρά, νο­στι­μεύ­τη­κε ο Σε­φέ­ρης για τη δι­κή του «Στέρ­να», ό­πως δεί­χνουν οι ε­πι­στο­λι­κές ο­δη­γίες, που δί­νει το 1932, α­πό το Λον­δί­νο, στον Κα­τσί­μπα­λη.
Πα­ρα­δό­ξως, η α­πή­χη­ση του Γρυ­πά­ρη δεν στα­μα­τά ε­δώ. Οι α­μέ­σως κα­το­πι­νοί του νο­στι­μεύ­τη­καν και τις μορ­φι­κές του και­νο­το­μίες. Εκτός α­πό το ποίη­μα της Μα­ντε­λέ­νιας, που έ­βα­λε σε πει­ρα­σμό τον Εμπει­ρί­κο, υ­πάρ­χει η μαρ­τυ­ρία του Γιώρ­γου Κοτ­ζιού­λα, πως έ­νας α­πό τους πο­λύ γνω­στούς ποιη­τές μας (γρά­φει το 1941) εκ­με­ταλ­λεύ­θη­κε υ­στε­ρώ­τε­ρα, συ­στη­μα­τι­κά και α­πα­ρα­τή­ρη­τα, τη μορ­φή ε­νός α­πό τα κα­λύ­τε­ρα ποιή­μα­τα του Γρυ­πά­ρη, το «Συ­να­πο­θα­νού­με­νοι» Οπό­τε, το ε­ρώ­τη­μα του τίτ­λου μας ση­κώ­νει πα­ραλ­λα­γή. Ακό­μη κι αν κα­νείς δεν τον θυ­μά­ται, μή­πως θα ά­ξι­ζε να δια­βά­σου­με το μό­νο της ζωής του βι­βλίο;

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 4/3/2012.

Ψηφίδες για τον Κάρολο Κουν

Βί­κτωρ Θ. Με­λάς
«Κά­ρο­λος Κουν
Σκόρ­πιες α­να­μνή­σεις
Από τη ζωή του»
Μ.Ι.Ε.Τ., Ιού­νιος 2011

Με­τά τους δυο τό­μους-λευ­κώ­μα­τα για τον Κά­ρο­λο Κουν, που ε­ξέ­δω­σαν μέ­σα στην τε­λευ­ταία τριε­τία τα δυο πο­λι­τι­στι­κά ι­δρύ­μα­τα, το Μ.Ι.Ε.Τ. και το Μπε­νά­κειο, έ­να α­κό­μη βι­βλίο για τον Κουν, α­κό­μη και ο­λι­γο­σέ­λι­δο, δεί­χνει σαν υ­περ­βο­λή. Κι ό­μως, το και­νού­ριο βι­βλίο, ό­χι μό­νο δεν πλε­ο­νά­ζει, αλ­λά, α­ντι­θέ­τως, συ­μπλη­ρώ­νει την ει­κό­να του θε­α­τράν­θρω­που κα­τά τον μο­να­δι­κό τρό­πο που μό­νο μια μαρ­τυ­ρία μπο­ρεί να ε­πι­τε­λέ­σει. Οι εν­θυ­μή­σεις φί­λων και στε­νών συ­νερ­γα­τών α­πο­τε­λούν πά­ντο­τε μο­να­δι­κή και α­να­ντι­κα­τά­στα­τη πη­γή πλη­ρο­φο­ριών. Το μό­νο μειο­νέ­κτη­μα πα­ρό­μοιων κα­τα­θέ­σεων μνή­μης εί­ναι ό­τι οι γρά­φο­ντες συ­χνά πα­ρα­σύ­ρο­νται α­πό τα συ­ναι­σθή­μα­τά τους και με­γε­θύ­νουν συμ­βά­ντα, με­γα­λύ­νο­ντας το πρό­σω­πο. Ο συγ­γρα­φέ­ας του πρό­σφα­του βι­βλίου φαί­νε­ται να έ­χει κα­τά νου αυ­τήν την πα­γί­δα και λαμ­βά­νει τα μέ­τρα του. Όπως γρά­φει στον πρό­λο­γο, φρο­ντί­ζει για τα πε­ρι­στα­τι­κά που α­φη­γεί­ται να υ­πάρ­χει η μαρ­τυ­ρία και άλ­λων πα­ρευ­ρι­σκό­με­νων σε αυ­τά. Με άλ­λα λό­για, φαί­νε­ται να ση­κώ­νει το πα­ρα­πέ­τα­σμα του ι­διω­τι­κού χώ­ρου με­τά με­γά­λης προ­σο­χής. Ίσως, τό­σο μό­νο, ό­σο πι­στεύει ό­τι θα ά­ρε­σε στον α­πο­θα­νό­ντα.
Ο Βί­κτωρ Με­λάς δεν εί­ναι άν­θρω­πος του θεά­τρου. Εί­ναι γνω­στός ως συλ­λέ­κτης πα­λαιών ελ­λη­νι­κών χαρ­τών και κυ­ρίως ως με­λε­τη­τής τους, χά­ρις και στα βι­βλία του, την συ­νο­πτι­κή ι­στο­ρία της χαρ­το­γρα­φίας, «Γης πε­ρίο­δος πά­σης», που εί­χε εκ­δώ­σει προ δε­κα­πε­ντα­ε­τίας, και τους «Άτλα­ντες των Μερ­κα­τό­ρ-Χό­ντιους», το 2003. Όπως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται, τον Κουν τον γνώ­ρι­σε τρια­ντά­χρο­νος, στα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του ’50. Δη­λα­δή, ό­ταν ξε­κι­νού­σε το Υπό­γειο. Ήταν το υ­πό­γειο του κι­νη­μα­το­γρά­φου Ορφέα, με το τα­μείο ε­ντός της ο­μώ­νυ­μης Στοάς, που δεν εί­χε α­κό­μη α­πο­κτή­σει το πα­ρα­κλά­δι της Στοάς του Βι­βλίου προς την ο­δό Πε­σματ­ζό­γλου. Επι­σή­μως, το Υπό­γειο ο­νο­μα­ζό­ταν τό­τε Θέ­α­τρο Ορφεύς.
Ορι­σμέ­νες ει­δι­κής φύ­σης λε­πτο­μέ­ρειες που α­φη­γεί­ται ο Με­λάς, προ­δί­δουν την ι­διό­τη­τα του νο­μι­κού συμ­βού­λου, με την ο­ποία θα πρέ­πει να συμ­με­τεί­χε στην θε­α­τρι­κή ο­μά­δα. Άλλω­στε, σύμ­φω­να με το βιο­γρα­φι­κό του, δι­κη­γο­ρού­σε α­πό το 1948, με ει­δί­κευ­ση στο δί­καιο των ε­ται­ρειών και της πνευ­μα­τι­κής ι­διο­κτη­σίας. Όπως και να έ­χει, μα­θαί­νου­με πως μια α­πό τις πρώ­τες στη χώ­ρα μας α­στι­κή μη κερ­δο­σκο­πι­κή ε­ται­ρεία που ι­δρύ­θη­κε, ή­ταν η Ελλη­νι­κή Εται­ρεία Θεά­τρου-Θέ­α­τρο Τέ­χνης. Το δι­κό της κα­τα­στα­τι­κό υιο­θέ­τη­σαν ως πρό­τυ­πο πολ­λές α­πό ε­κεί­νες που α­κο­λού­θη­σαν. Ο Με­λάς θυ­μά­ται ό­τι η με­τα­τρο­πή του Θεά­τρου α­πό ε­ται­ρεία φυ­σι­κού προ­σώ­που σε μη κερ­δο­σκο­πι­κού νο­μι­κού προ­σώ­που έ­γι­νε, κα­τά κά­ποιο τρό­πο, α­να­γκα­στι­κά, το 1968. Εκεί­νη τη χρο­νιά, λό­γω και της λο­γο­κρι­σίας, που εί­χε ε­πι­βάλ­λει η Δι­κτα­το­ρία, τα οι­κο­νο­μι­κά του Κουν εί­χαν χει­ρο­τε­ρέ­ψει. Σε αυ­τό συ­νέ­βα­λε και το πεί­σμα του να μην θέ­λει να α­κού­σει για πε­ρι­κο­πές στο ρε­περ­τό­ριο και το θία­σο. Τό­τε, χά­ρις σε ε­νέρ­γειες της νύ­φης του Στρά­τη Μυ­ρι­βή­λη, Καί­της Κα­σι­μά­τη-Μυ­ρι­βή­λη, που ή­ταν εκ­πρό­σω­πος του Ιδρύ­μα­τος Φορ­ντ στην Ελλά­δα, θα μπο­ρού­σε να του δο­θεί κά­ποια οι­κο­νο­μι­κή στή­ρι­ξη. Μό­νο που, σύμ­φω­να με το κα­τα­στα­τι­κό του Ιδρύ­μα­τος, θα έ­πρε­πε να αλ­λά­ξει την νο­μι­κή υ­πό­στα­ση του Θεά­τρου του. Βε­βαίως, το πρό­βλη­μα για τον Κουν δεν ή­ταν η αλ­λα­γή του κα­τα­στα­τι­κού, αλ­λά η α­πο­δο­χή α­με­ρι­κά­νι­κης βοή­θειας εν και­ρώ Δι­κτα­το­ρίας. Τε­λι­κά, θέ­λο­ντας και μη, συμ­βι­βά­στη­κε με την ι­δέα, α­φού του δό­θη­κε η υ­πό­σχε­ση ό­τι δεν θα υ­πάρ­ξει α­νά­μει­ξη στα έρ­γα που θα α­νέ­βα­ζε.
Γε­νι­κό­τε­ρα, το γε­γο­νός ό­τι ο Κουν διεκ­δι­κού­σε, ευ­θύς εξ αρ­χής, για το Θέ­α­τρό του το στά­τους κρα­τι­κού θεά­τρου, εί­χε το κό­στος του. Όπως φαί­νε­ται, περ­νού­σε αρ­κε­τό χρό­νο, στο γρα­φειά­κι του, στο Υπό­γειο, πριν και με­τά την πρό­βα, προ­σπα­θώ­ντας να ι­σο­σκε­λί­σει τα οι­κο­νο­μι­κά του. Έκα­νε τις προ­σθα­φαι­ρέ­σεις του σε έ­να μπλο­κά­κι δια­στά­σεων 10 ε­πί 5 ε­κα­το­στών. Όμως, δεν ή­ταν τα μι­κρο­σκο­πι­κά του γράμ­μα­τα, που έ­φε­ραν, έ­να χρό­νο αρ­γό­τε­ρα, το λο­γι­στι­κό λά­θος. Ο φταί­χτης ή­ταν μια πρώην, δη­λα­δή προ­δι­κτα­το­ρι­κή, Υπουρ­γός, αρ­μό­δια για τα ερ­γα­σια­κά, που α­θέ­τη­σε την υ­πό­σχε­σή της. Μέ­νει η α­πο­ρία, σε ποια πρώην Υπουρ­γό μπο­ρεί να α­πευ­θύν­θη­κε ο Κουν το 1969, δε­δο­μέ­νου ό­τι στην τε­λευ­ταία προ­δι­κτα­το­ρι­κή κυ­βέρ­νη­ση δεν συμ­με­τεί­χε κα­μιά γυ­ναί­κα. Όπως και να έ­χει, στο σκα­μνί βρέ­θη­κε ο Πρό­ε­δρος του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λίου του Θεά­τρου Τέ­χνης, με την κα­τη­γο­ρία ό­τι δια­τη­ρού­σε “δι­πλά βι­βλία”.
Δε­κα­ε­πτά συν μια ι­στο­ρίες έ­χει συ­γκε­ντρώ­σει ο Με­λάς, τις ο­ποίες και πα­ρα­τάσ­σει, ε­κτός αυ­τής της μιας, κα­τά χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά. Η μο­να­δι­κή ά­χρο­νη ι­στο­ρία τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Η δια­δι­κα­σία της δη­μιουρ­γίας» και πε­ρι­γρά­φει, α­πό την ο­πτι­κή γω­νία ε­νός πα­ρα­τη­ρη­τή, τι σή­μαι­νε μια πρό­βα, ό­ταν την μπα­γκέ­τα την κρα­τού­σε ο Κουν. Με διευ­θυ­ντή ορ­χή­στρας τον εί­χε πα­ρο­μοιά­σει ο συν­θέ­της Γιάν­νης Χρή­στου. Και ε­κεί­νος κά­τι ή­ξε­ρε, α­φού τον εί­χε πα­ρα­κο­λου­θή­σει σε τρεις α­πό τις ση­μα­ντι­κό­τε­ρες πα­ρα­στά­σεις του. Μέ­σα στην δε­κα­ε­τία του ’60, ο Χρή­στου εί­χε γρά­ψει τη μου­σι­κή για τους «Πέρ­σες», τους «Βά­τρα­χους» και το κύ­κνειο ά­σμα του, τον η­λεκ­τρο­νι­κό «Οι­δί­πο­δα», που α­νέ­βη­κε τον Μάϊο του 1969. Στις 8 Ια­νουα­ρίου 1970, τη νύ­χτα των γε­νε­θλίων του, σκο­τώ­θη­κε σε αυ­το­κι­νη­τι­στι­κό α­τύ­χη­μα. Στο κεί­με­νό του, ο Με­λάς δεν α­να­φέ­ρε­ται σε μια πρό­βα σε α­νοι­κτό χώ­ρο ή σε έ­να ο­ποιο­δή­πο­τε θέ­α­τρο, αλ­λά στο Υπό­γειο. Σε ε­κεί­νο τον πε­ριο­ρι­σμέ­νο υ­πό­γειο χώ­ρο, στον ο­ποίο α­πα­γο­ρεύο­νταν οι θε­α­τές, πλην των πο­λύ οι­κείων του Κουν, ό­πως ή­ταν ο ί­διος ο Με­λάς. Για­τί η πρό­βα για τον Κουν ή­ταν μέ­ρος της δη­μιουρ­γι­κής δια­δι­κα­σίας. Εκνευ­ρι­ζό­ταν, φώ­να­ζε, ξε­σπού­σε, με έ­να λό­γο, “φλε­γό­τα­ν”.
Ο Με­λάς πα­ρα­θέ­τει μια ι­στο­ρία κα­τ’ έ­τος, ξε­κι­νώ­ντας α­πό το 1959. Κά­ποια χρό­νια τα προ­σπερ­νά­ει, ε­νώ το 1969 κα­τα­χω­ρεί δυο ι­στο­ρίες και τον τε­λευ­ταίο χρό­νο, το 1987, τρεις. Ο Κουν πέ­θα­νε στις 14 Φε­βρουα­ρίου 1987. Εί­ναι μια ω­ραία σύ­μπτω­ση, ο ε­ρα­στής του θεά­τρου να πε­θαί­νει την η­μέ­ρα, που έ­χου­με υιο­θε­τή­σει ως η­μέ­ρα των ε­ρω­τευ­μέ­νων. Ο Κουν εί­χε ο­ρί­σει ε­κτε­λε­στή της δια­θή­κης, που εί­χε συ­ντά­ξει στις 27 Οκτω­βρίου 1986, τον Με­λά. Ήταν το 1977, στη διάρ­κεια πε­ριο­δείας, συ­γκε­κρι­μέ­να στην Στοκ­χόλ­μη, στο δω­μά­τιο ε­νός νο­σο­κο­μείου, ό­που εί­χε βρε­θεί κλι­νή­ρης, την πα­ρα­μο­νή της πα­ρά­στα­σης, που του έ­κα­νε για πρώ­τη φο­ρά λό­γο για την σύ­ντα­ξη δια­θή­κης. Σαν δια­δό­χους του έ­βλε­πε τον Δη­μή­τρη Χατ­ζη­μάρ­κο και τον Γιώρ­γο Λα­ζά­νη. Μό­νο που ο πρώ­τος α­πε­βίω­σε τον ε­πό­με­νο χρό­νο, στα 59 του, και η δια­θή­κη χρειά­στη­κε πολ­λές συ­ζη­τή­σεις και σχέ­δια ε­πί σχε­δίων για να πά­ρει την τε­λι­κή ο­λι­γό­λο­γη μορ­φή της. Το ι­στο­ρι­κό της δη­μο­σίευ­σης της δια­θή­κης εί­ναι μια α­πό τις τρεις ι­στο­ρίες του 1987. Πα­ρα­τάσ­σε­ται με­τά ε­κεί­νη του θα­νά­του του και πριν α­πό την κα­τα­λη­κτι­κή ι­στο­ρία για το τε­λευ­ταίο έρ­γο που σκη­νο­θέ­τη­σε, «Ο ή­χος του ό­πλου» της Λού­λας Ανα­γνω­στά­κη, και του ο­ποίου η πρε­μιέ­ρα συ­νέ­πε­σε με την η­μέ­ρα του θα­νά­του του. Το ι­στο­ρι­κό ει­κο­νο­γρα­φεί­ται με το τεκ­μή­ριο της ι­διό­γρα­φης δια­θή­κης. Όπως ε­ξη­γεί ο Με­λάς, η δη­μο­σίευ­ση μιας ι­διό­γρα­φης δια­θή­κης γί­νε­ται στο Πρω­το­δι­κείο με έ­να ή δυο μάρ­τυ­ρες και συ­νι­στά μια ο­λι­γό­λε­πτη δια­δι­κα­σία. Του Κουν, ω­στό­σο, έ­γι­νε στις 20 Φε­βρουα­ρίου, α­προ­γραμ­μά­τι­στα και αυ­θόρ­μη­τα προ ε­νός πυ­κνού α­κρο­α­τη­ρίου, το ο­ποίο, κα­τά α­παί­τη­ση του νε­α­ρού τό­τε δι­κα­στή και σή­με­ρα α­ρε­ο­πα­γί­τη Ελευ­θέ­ριου Νι­κο­λό­που­λου, στά­θη­κε όρ­θιο και τή­ρη­σε α­πό­λυ­τη σι­γή. Έτυ­χε να εί­ναι και ο δι­κα­στής έ­νας α­πό τους θαυ­μα­στές του. Για­τί ο Κουν ή­ταν και ε­ξα­κο­λου­θεί να εί­ναι έ­να μυ­θι­κό πρό­σω­πο.
Η Ελλά­δα μπο­ρεί να υ­πε­ρη­φα­νεύε­ται για το θέ­α­τρο της. Ευ­τύ­χη­σε σε με­γά­λους σκη­νο­θέ­τες και η­θο­ποιούς. Ωστό­σο, η πο­ρεία του Κουν στά­θη­κε θρυ­λι­κή και ως ε­ξαι­ρε­τέα του κα­νό­να που συν­δέει τους με­γά­λους σκη­νο­θέ­τες με τα κρα­τι­κά θέ­α­τρα. Γε­νι­κώς, ε­ξαι­ρε­τέα πολ­λών κα­νό­νων, δε­δο­μέ­νου ό­τι πρό­κει­ται για έ­ναν αυ­το­δί­δα­κτο, με ε­πί­ση­μη φοί­τη­ση, έ­να ε­ξά­μη­νο αι­σθη­τι­κής στη Σορ­βόν­νη. Στά­θη­κε έ­νας μο­να­δι­κός κα­θη­γη­τής αγ­γλι­κών του Κολ­λε­γίου Αθη­νών, που έ­φτια­ξε μα­θη­τι­κό θία­σο και α­νέ­βα­σε τα πρώ­τα έρ­γα στο πλαί­σιο της δι­δα­σκα­λίας. Αυ­τό, πριν 82 χρό­νια, Ια­νουά­ριο 1930. Το 1942, δη­μιούρ­γη­σε το Θέ­α­τρο Τέ­χνης και τη Σχο­λή του, με έ­δρα για την προ­ε­τοι­μα­σία των πα­ρα­στά­σεων έ­να δω­μά­τιο στην αυ­λή ε­νός διώ­ρο­φου, σή­με­ρα σω­ζό­με­νου, ε­πί της ο­δού Ζωο­δό­χου Πη­γής 9. Μέ­χρι το 1954, τις πα­ρα­στά­σεις τις έ­δι­νε σε διά­φο­ρα θέ­α­τρα που του πα­ρα­χω­ρού­σαν. Με το Υπό­γειο, το 1954, η πο­ρεία του ο­μα­λο­ποιεί­ται και σαν να πλη­σιά­ζει τον θε­α­τρι­κό κα­νό­να. Εδώ, ας ση­μειω­θεί, ό­τι πρό­κει­ται για το πρώ­το κλει­στό θέ­α­τρο στην Ελλά­δα που υιο­θε­τεί κυ­κλι­κή σκη­νή.
Το πρώ­το ελ­λη­νι­κό έρ­γο, που α­νέ­βα­σε ο Κουν το τρί­το έ­τος του Κολ­λε­γίου, Μάϊο 1932, ή­ταν οι «Όρνι­θες» του Αρι­στο­φά­νη, σε με­τά­φρα­ση Βα­σί­λη Ρώ­τα και η­θο­ποιούς μα­θη­τές της τρί­της τά­ξης. Αν ή­θε­λε κα­νείς να συ­γκρα­τή­σει έ­να μό­νο έρ­γο α­πό ό­σα α­νέ­βα­σε, αυ­τό θα ή­ταν οι «Όρνι­θες». Για πολ­λούς λό­γους, το πό­σο τον α­πα­σχό­λη­σαν, την με­γά­λη ε­πι­τυ­χία ο­ρι­σμέ­νων πα­ρα­στά­σεων αλ­λά και το θό­ρυ­βο που προ­κά­λε­σαν κά­ποιες άλ­λες. Γι’ αυ­τό και ο Με­λάς α­φιε­ρώ­νει στο έρ­γο πέ­ντε ι­στο­ρίες, που ξε­κι­νούν με το τρί­το του α­νέ­βα­σμα, στις 29 Αυ­γού­στου 1959, που εί­ναι και το πρώ­το ε­πί­ση­μο, στο Ωδείο Ηρώ­δου Αττι­κού. Εί­κο­σι χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, Ια­νουά­ριο 1939, με τις «Όρνι­θες», ο Κουν α­πο­χαι­ρέ­τη­σε το Κολ­λέ­γιο.
Η πρώ­τη ι­στο­ρία του Με­λά πε­ρι­γρά­φει «Εκεί­νη την α­τε­λείω­τη νύ­χτα στη Φω­κίω­νος Νέ­γρη...», με­τά την πα­ρά­στα­ση στο Ηρώ­δειο. Πέ­ντε χι­λιά­δες θε­α­τές εί­χαν πα­ρα­κο­λου­θή­σει την πα­ρά­στα­ση, χω­ρι­σμέ­νοι σε δύο στρα­τό­πε­δα, ε­κεί­νους που ε­πευ­φη­μού­σαν και τους άλ­λους που σφύ­ρι­ζαν. Ο πρώ­τος που εί­χε φω­νά­ξει «Αί­σχος», ή­ταν ο ζω­γρά­φος Γιώρ­γος Μαυ­ροΐδης. Τό­σο θό­ρυ­βο εί­χε προ­κα­λέ­σει ε­κεί­νο το «Αί­σχος», που, 44 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ό­ταν πέ­θα­νε στα 91 του, μνη­μο­νεύ­θη­κε στις νε­κρο­λο­γίες του. Η δεύ­τε­ρη ι­στο­ρία εκ­κι­νεί με την α­πα­γό­ρευ­ση της πα­ρά­στα­σης για προ­σβο­λή του θρη­σκευ­τι­κού αι­σθή­μα­τος των Ελλή­νων αλ­λά και του αρ­χαίου πνεύ­μα­τος και α­φη­γεί­ται την «Εκκό­λα­ψη των νέων Ορνί­θων». Το πεί­σμα του Κουν, τις ση­μα­ντι­κές βελ­τιώ­σεις που ε­πέ­φε­ρε, αλ­λά και την ευ­φυή ι­δέα του να εκ­με­ταλ­λευ­θεί το σύ­μπλεγ­μα των συ­μπα­τριω­τών του α­πέ­να­ντι στους Γάλ­λους, α­νε­βά­ζο­ντας τις νέες «Όρνι­θες» πρώ­τα στο Πα­ρί­σι και με­τά στην Αθή­να. Η τρί­τη ι­στο­ρία εί­ναι, α­κρι­βώς, για την πα­ρά­στα­ση στο Θέ­α­τρο Σά­ρα Μπερ­νά­ρ, στο πλαί­σιο του Φε­στι­βάλ του Θεά­τρου των Εθνών, 2-4 Ιου­λίου 1962. Ο Με­λάς κα­τορ­θώ­νει να με­ταγ­γί­σει ό­λη τη συ­γκί­νη­ση ε­κεί­νης της ση­μα­ντι­κής πα­ρά­στα­σης του Ελλη­νι­κού Θεά­τρου. Μια α­κό­μη ι­στο­ρία γρά­φε­ται για τις «Όρνι­θες» το κα­λο­καί­ρι του 1964, με α­φορ­μή την ξαφ­νι­κή ι­δέα του Μά­νου Χατ­ζι­δά­κι να α­πο­σύ­ρει τη μου­σι­κή του και μά­λι­στα, τις πα­ρα­μο­νές ε­νός νέ­ου α­νε­βά­σμα­τος. Η τε­λευ­ταία σχε­τι­κή ι­στο­ρία, το 1976, ε­μπλέ­κει τον τό­τε Πρό­ε­δρο της Δη­μο­κρα­τίας, τον Κων­στα­ντί­νο Τσά­τσο, που, το 1959, ως Υπουρ­γός Προ­ε­δρίας εί­χε μεν α­πα­γο­ρεύ­σει τις «Όρνι­θες», αλ­λά, χά­ρις στο πε­νά­κι του Φω­κίω­να Δη­μη­τριά­δη, το πλή­ρω­σε α­κρι­βά.
Ο Με­λάς α­φη­γεί­ται με χιού­μορ τις α­να­μνή­σεις του. Χω­ρίς να μα­κρη­γο­ρεί, με­τα­φέ­ρει την α­τμό­σφαι­ρα και σκια­γρα­φεί τον άν­θρω­πο Κουν. Έτσι α­να­δύε­ται έ­νας τε­λειο­μα­νής, που αι­σθα­νό­ταν κα­θα­ρό­αι­μος κλη­ρο­νό­μος του αρ­χαίου ελ­λη­νι­κού δρά­μα­τος, για­τί ζού­σε στην ί­δια χώ­ρα με τους Αρχαίους και α­πό το ί­διο αυ­τό φυ­σι­κό και αν­θρώ­πι­νο πε­ρι­βάλ­λον αν­τλού­σε την έ­μπνευ­σή του. Σε σχέ­ση με άλ­λους αν­θρώ­πους του ελ­λη­νι­κού θεά­τρου, η πιο ου­σια­στι­κή δια­φο­ρά του Κουν, πέ­ραν των ε­πι­μέ­ρους δια­φο­ρών, ε­ντο­πί­ζε­ται στο ό­τι ε­κεί­νος μοί­ρα­ζε ε­ξί­σου το εν­δια­φέ­ρον του α­νά­με­σα στο κλα­σι­κό και το σύγ­χρο­νο δρα­μα­το­λό­γιο.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 26/2/2012.