Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

Ποιος θυμάται τον Ιωάννη Γρυπάρη

Ποια εί­ναι η τύ­χη του Ιωάν­νη Γρυ­πά­ρη ε­βδο­μή­ντα στρογ­γυ­λά χρό­νια με­τά τον θά­να­τό του; Στις 11 Μαρ­τίου 1942, στις 4 το πρωί, σύμ­φω­να με την εκ των υ­στέ­ρων ια­τρι­κή βε­βαίω­ση, ά­φη­σε, κα­τά το κοι­νώς λε­γό­με­νο, την τε­λευ­ταία του πνοή στο σπί­τι του, στην Καλ­λι­θέα. Δεν μνη­μο­νεύ­τη­κε το 1992, κα­τά την πε­ντη­κο­ντα­ε­τη­ρί­δα του, ού­τε δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στη συ­μπλή­ρω­ση ε­ξή­ντα χρό­νων. Το τε­λευ­ταίο α­φιέ­ρω­μα έ­γι­νε το 1952. Ποιος, λοι­πόν, ο λό­γος να τον θυ­μη­θού­με ε­φέ­τος;

Δια­τη­ρη­τέο αλ­λά κα­ταρ­ρέ­ον

Κα­τά μια ά­πο­ψη, η τύ­χη του προ­σο­μοιά­ζει με ε­κεί­νη της οι­κίας του, που έ­χει μεν χα­ρα­κτη­ρι­στεί δια­τη­ρη­τέα, αλ­λά κα­ταρ­ρέει. Μό­νο που η δι­κή της κα­κο­δαι­μο­νία δεν ο­φεί­λε­ται στην α­νυ­παρ­ξία εν­δια­φέ­ρο­ντος, αλ­λά στην ύ­παρ­ξη δυο εν­δια­φε­ρό­με­νων φο­ρέων, που α­δυ­να­τούν να συμ­φω­νή­σουν. Ο έ­νας εί­ναι ο Δή­μος Καλ­λι­θέ­ας, που έ­χει με­γα­λε­πή­βο­λα σχέ­δια. Προ­τεί­νει να την δια­μορ­φώ­σει σε Κέ­ντρο Αρχαίας Ελλη­νι­κής Γραμ­μα­το­λο­γίας. Δεν θα εί­ναι, άλ­λω­στε, η πρώ­τη φο­ρά, που θα χρη­σι­μο­ποιή­σει την οι­κία Γρυ­πά­ρη. Σε αυ­τήν, το 1955, εί­χε στε­γα­στεί η νεό­τευ­κτη τό­τε Δη­μο­τι­κή Βι­βλιο­θή­κη Καλ­λι­θέ­ας, με μα­γιά την Βι­βλιο­θή­κη του Γρυ­πά­ρη, εξ ου και Γρυ­πά­ρειος Βι­βλιο­θή­κη. Η οι­κία, ω­στό­σο, ε­γκα­τα­λεί­φθη­κε, ό­ταν η Βι­βλιο­θή­κη με­τα­στε­γά­στη­κε σε ι­διό­κτη­το κτί­ριο. Αργό­τε­ρα, δε­κα­ε­τία του ’80, εί­χε κα­τα­βλη­θεί μια δεύ­τε­ρη προ­σπά­θεια, μέ­χρι και ε­γκαί­νια Μου­σείου Γρυ­πά­ρη εί­χαν γί­νει, χω­ρίς συ­νέ­χεια. Όλα αυ­τά με τη σύμ­φω­νη γνώ­μη του άλ­λου φο­ρέα, που εί­ναι η Εται­ρεία Ελλή­νων Λο­γο­τε­χνών, στην ο­ποία και α­νή­κει κλη­ρο­νο­μι­κά η οι­κία Γρυ­πά­ρη. Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, ο Δή­μος ε­πα­νήλ­θε. Μό­νο που αυ­τή τη φο­ρά, για να α­ντι­με­τω­πί­σει το οι­κο­νο­μι­κό βά­ρος της α­να­στή­λω­σης και της δια­μόρ­φω­σης Κέ­ντρου, ζη­τά να του πα­ρα­χω­ρη­θεί η χρή­ση της για σα­ρά­ντα χρό­νια. Αί­τη­μα, που η Εται­ρεία βρί­σκει υ­περ­βο­λι­κό. Από την πλευ­ρά της, ω­στό­σο, δεν μπο­ρεί να ε­ξα­σφα­λί­σει πό­ρους για την α­να­στή­λω­ση της οι­κίας. Το ΥΠ.ΠΟ. δεν βο­η­θά­ει, πα­ρό­λο που το αί­τη­μα έ­γι­νε σε ε­πο­χή πα­χιών α­γε­λά­δων. Γε­νι­κώς, η α­να­στή­λω­ση κτι­ρίων δεν εί­ναι στις προ­τε­ραιό­τη­τές του, πλην ό­σων προο­ρί­ζο­νται για ε­μπο­ρι­κά κέ­ντρα. Προ­σώ­ρας, ό,τι σώ­ζε­ται α­πό την Βι­βλιο­θή­κη Γρυ­πά­ρη, μα­ζί με χει­ρό­γρα­φα του ποιη­τή, φαί­νε­ται ό­τι βρί­σκε­ται α­πο­θη­κευ­μέ­νο σε κού­τες και μοι­ρα­σμέ­νο στον Δή­μο και την Εται­ρεία.
Το 1942, ο πρό­ε­δρος της Εται­ρείας Μι­χά­λης Αργυ­ρό­που­λος δή­λω­νε συ­γκι­νη­μέ­νος α­πό την δω­ρεά Γρυ­πά­ρη, θυ­μί­ζο­ντας ό­τι “το πρώ­το α­γκω­νά­ρι”, για το Αρχείο της το εί­χε βάλ­λει ο Αλέ­ξαν­δρος Πάλ­λης. Τό­τε, η Εται­ρεία δια­βε­βαίω­νε, ό­τι θα δια­τρα­νώ­σει την ευ­γνω­μο­σύ­νη της. Όπως άλ­λω­στε και ο Δή­μος, του ο­ποίου δη­μό­τες και μό­νι­μοι κά­τοι­κοι ή­ταν ο Γρυ­πά­ρης και η σύ­ζυ­γός του Ει­ρή­νη Ιγγλέ­ση-Γρυ­πά­ρη α­πό τον Σε­πτέμ­βριο του 1929, ό­ταν α­γό­ρα­σαν το σπί­τι στην τό­τε ο­δό Αμα­ζό­νων. Βε­βαίως, αυ­τός εί­ναι ο κα­νό­νας για κλη­ρο­νο­μιές και κλη­ρο­δο­τή­μα­τα γε­νι­κώς αλ­λά και ει­δι­κώς των λο­γο­τε­χνών. Όπως και σε πολ­λές άλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις, ό­ταν υ­πάρ­χουν σύ­ζυ­γοι, τα πλή­ρη ι­διο­κτη­σια­κά δι­καιώ­μα­τα πέ­ρα­σαν στον ευερ­γε­τού­με­νο φο­ρέα με­τά το θά­να­το και της συ­ζύ­γου, η ο­ποία με τη δια­θή­κη της υ­πά­κου­σε στη βού­λη­ση του α­πο­θα­νό­ντος. Η σύ­ζυ­γος Γρυ­πά­ρη πέ­θα­νε δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, στις 29 Απρι­λίου 1952. Πά­ντως, σε ό­λες γε­νι­κώς τις πε­ρι­πτώ­σεις, ε­πι­δει­κνύε­ται ο πρέ­πων σε­βα­σμός στους α­πο­θα­νό­ντες, α­νέ­ξο­δα, δια της με­το­νο­μα­σίας της ο­δού, στην ο­ποία κα­τοι­κού­σαν. Σή­με­ρα, η οι­κία Γρυ­πά­ρη βρί­σκε­ται ε­πί της ο­δού Ιωάν­νη Γρυ­πά­ρη, ό­πως, λ.χ., η οι­κία Σι­νό­που­λου ε­πί της ο­δού Τά­κη Σι­νό­που­λου. Ει­δι­κά, στη με­το­νο­μα­σία σε Γρυ­πά­ρη θα πρέ­πει να ε­πι­δείχ­θη­κε ι­διαί­τε­ρη προ­θυ­μία, κα­θώς η πα­λαιό­τε­ρη Αμα­ζό­νων εί­χε εν­δια­μέ­σως με­το­νο­μα­στεί σε Ιωάν­νου Με­τα­ξά.

Δυο σιφ­νιοί ποιη­τές, ο ε­ξής έ­νας

Πα­ρα­πλή­σια στά­θη­κε η τύ­χη του Γρυ­πά­ρη και στον γε­νέ­θλιο τό­πο του, την Σίφ­νο. Το νη­σί των ποιη­τών, του Αρι­στο­μέ­νη Προ­βε­λέγ­γιου και του Ιωάν­νη Γρυ­πά­ρη, ό­πως γλα­φυ­ρά έ­γρα­φε ο Ηλίας Βε­νέ­ζης, το 1960, που συ­μπλη­ρώ­νο­νταν 90 χρό­νια α­πό την γέν­νη­ση του Γρυ­πά­ρη. Εί­δε το φως στις 17 του Για­λι­νού 1870, στο πα­τρο­γο­νι­κό σπί­τι των Γρυ­πά­ρι­δων, στον Αρτε­μώ­να της Σίφ­νου. Αν και κα­νο­νι­κώς ε­χό­ντων των πραγ­μά­των, θα γεν­νιό­ταν στην Πό­λη, ό­που ε­ρω­τεύ­τη­καν και πα­ντρεύ­τη­καν ο σιφ­νιός δά­σκα­λος Νι­κό­λα­ος Γρυ­πά­ρης και η ε­πί­σης Σιφ­νιά, Ελέ­νη Κο­λο­ρά­κη, το γέ­νος Φρα­γκου­λιά­δη. Ας ό­ψε­ται, ό­μως, η πυρ­κα­γιά, που κα­τέ­στρε­ψε το σπί­τι τους και α­πεί­λη­σε τη ζωή της ε­γκύου, η ο­ποία και τους έ­φε­ρε ά­ρον ά­ρον στην γε­νέ­τει­ρα. Πα­ρά την α­τυ­χία, τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα η οι­κο­γέ­νεια ε­πέ­στρε­ψε στην Πό­λη. Εκεί με­γά­λω­σε και έ­μα­θε γράμ­μα­τα ο Γρυ­πά­ρης, μέ­χρι τα δέ­κα ο­κτώ, που γρά­φτη­κε στη Φι­λο­σο­φι­κή Σχο­λή Αθη­νών. Ο Γιάν­νης Αρτε­μω­νιά­της έ­μει­νε ψευ­δώ­νυ­μο της ποιη­τι­κής συλ­λο­γής, που έ­στει­λε στον Φι­λα­δέλ­φειο Δια­γω­νι­σμό του 1892.
Το άρ­θρο του Βε­νέ­ζη α­να­δη­μο­σιεύε­ται σε πρό­σφα­το λεύ­κω­μα για την Σίφ­νο, ό­που την πρώ­τη θέ­ση δια­τη­ρεί ο πρε­σβύ­τε­ρος ποιη­τής, ο συ­νο­μή­λι­κος του Πα­λα­μά, Προ­βε­λέγ­γιος. Αλλά και στο γε­νέ­θλιο νη­σί τους, η δι­κή του πα­ρου­σία εί­ναι η κυ­ρίαρ­χη. Σε πε­ρίο­πτη θέ­ση, στα Εξά­μπε­λα, βρί­σκε­ται το σπί­τι του Προ­βε­λέγ­γιου. Λει­τουρ­γεί ως μου­σείο, α­πό κοι­νού με τον εγ­γο­νό του, τον ποιη­τή Γιώρ­γο Λί­κο. Πα­ρα­δί­πλα, στην αυ­λή του Λυ­κείου Σίφ­νου, εί­ναι η προ­το­μή του, έρ­γο του φί­λου του Γιαν­νού­λη Χα­λε­πά. Στην ΝΑ πλευ­ρά του νη­σιού, στην πε­ριώ­νυ­μη Μο­νή της Χρυ­σο­πη­γής, υ­πάρ­χει ως μου­σεια­κός χώ­ρος έ­να δι­κό του κε­λί, ό­που σε α­πο­μό­νω­ση ε­πι­δι­δό­ταν στη συγ­γρα­φή. Επί­σης, σκόρ­πια στο νη­σί συ­να­ντά κα­νείς τα πα­ρεκ­κλή­σια της οι­κο­γέ­νειας Προ­βε­λέγ­γιου, με ε­ντοι­χι­σμέ­νες πλά­κες να θυ­μί­ζουν ι­διο­κτή­τες και δω­ρη­τές. Ως α­ντι­στάθ­μι­σμα, στις πα­ρυ­φές της κα­τοι­κη­μέ­νης πε­ριο­χής του Αρτε­μώ­να, μια ε­ντοι­χι­σμέ­νη πλά­κα σε έ­να α­νώ­γι θυ­μί­ζει ό­τι ε­κεί γεν­νή­θη­κε ο Γρυ­πά­ρης. Κα­τα­δι­κα­σμέ­νος σε με­γα­λύ­τε­ρη α­φά­νεια βρί­σκε­ται έ­νας τρί­τος Σιφ­νιός, ο Κλεάν­θης Τρια­ντά­φυλ­λος, γνω­στός ως Ρα­μπα­γάς. Όπως και στου Γρυ­πά­ρη, μια ε­ντοι­χι­σμέ­νη πλά­κα σε σπί­τι της Απολ­λω­νίας θυ­μί­ζει την ύ­παρ­ξή του, αλ­λά ως πρό­σω­πο έ­χει πε­ρι­πέ­σει σε πλή­ρη λή­θη.

Εντί­μως αν­θο­λο­γη­μέ­νος,
αλ­λά ε­λάσ­σων

Αυ­τά, ό­σο α­φο­ρά τη μνή­μη που κρα­τούν οι τό­ποι. Από μια δια­φο­ρε­τι­κή ά­πο­ψη, η τύ­χη του Γρυ­πά­ρη προ­σο­μοιά­ζει και με ε­κεί­νη της πα­ρου­σίας του στην δευ­τε­ρο­βάθ­μια εκ­παί­δευ­ση. Σύμ­φω­να με την α­πο­δελ­τίω­ση κο­ντά 120 ε­τών (1884-2001) α­πό τον Λά­μπρο Βα­ρε­λά, ο Γρυ­πά­ρης πρω­το­εμ­φα­νί­ζε­ται το 1916, με έ­να ποίη­μα, το «Ύπνος», στην Νε­ο­ελ­λη­νι­κή Ανθο­λο­γία για την τρί­τη και την τέ­ταρ­τη τά­ξη του γυ­μνα­σίου των εκ­δό­σεων Σι­δέ­ρη. Στη δε­κα­ε­τία του ’30, η πα­ρου­σία του φθά­νει στην κο­ρύ­φω­σή της, με δέ­κα ποιή­μα­τα, για να κα­τα­λή­ξει το 2001 και πά­λι με έ­να ποίη­μα. Αυ­τή τη φο­ρά, στα Κεί­με­να Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Λο­γο­τε­χνίας της πρώ­της Λυ­κείου, αν­θο­λο­γεί­ται το ποίη­μα «Εστιά­δες». Αναμ­φι­βό­λως, αυ­τή η τε­λευ­ταία ε­πι­λο­γή, σε σχέ­ση με ε­κεί­νη του 1916, δεί­χνει τις με­γα­λύ­τε­ρες α­παι­τή­σεις της ση­με­ρι­νής εκ­παί­δευ­σης, του­λά­χι­στον ό­σο α­φο­ρά την κα­τάρ­τι­ση των σχο­λι­κών εγ­χει­ρι­δίων. Το ποίη­μα «Εστιά­δες» έ­χει αλ­λη­γο­ρι­κό φορ­τίο και ό­πως δεί­χνουν οι διορ­θώ­σεις του χει­ρο­γρά­φου, δου­λεύ­τη­κε πο­λύ. Κα­τά τα άλ­λα, στα σχο­λι­κά βι­βλία αλ­λά και γε­νι­κό­τε­ρα, ο Γρυ­πά­ρης έ­χει την ί­δια τύ­χη με τους λοι­πούς χα­ρα­κτη­ρι­ζό­με­νους ως ε­λάσ­σο­νες της Αθη­ναϊκής Σχο­λής. Αν και κα­τά τον Τέλ­λο Άγρα, ο­μό­τε­χνό τους αλ­λά και κρι­τι­κό τους, “Nihil minor in litteris”.
Το ε­ρώ­τη­μα, ό­μως, εί­ναι η τύ­χη που του ε­πι­φύ­λα­ξαν οι ο­μό­τε­χνοί του στα με­τα­γε­νέ­στε­ρα χρό­νια. Κα­τά έ­να νεό­τε­ρο ποιη­τή, τον Διο­νύ­ση Κα­ψά­λη, η νε­ο­τε­ρι­κή ευαι­σθη­σία τον κα­τα­δί­κα­σε, μα­ζί με τον Μα­λα­κά­ση και άλ­λους πα­λαιό­τε­ρους τε­χνουρ­γούς του έμ­με­τρου λό­γου, “να α­πο­λαμ­βά­νουν τη δια­κρι­τι­κή αιω­νιό­τη­τα των ε­ντί­μως αν­θο­λο­γη­μέ­νω­ν”. Καί­τοι εί­ναι α­να­γνω­ρι­σμέ­νοι ως “κλα­σι­κοί του σύγ­χρο­νου λυ­ρι­σμού”. Τον Γρυ­πά­ρη, ο Κα­ψά­λης τον α­πο­κα­λεί “μεί­ζο­να ποιη­τή”. Ωστό­σο, αυ­τό το “ε­ντί­μως αν­θο­λο­γη­μέ­νοι”, πε­ρισ­σό­τε­ρο ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός του “μεί­ζο­νος”, ση­κώ­νει συ­ζή­τη­ση. Στην δί­γλωσ­ση αν­θο­λο­γία των Peter Bien, Peter Constantine, Edmund Keeley και Karen Van Dyck «Greek Poetry 1900-2000», που εκ­δό­θη­κε το 2004, δεν αν­θο­λο­γεί­ται κα­νείς της γε­νιάς του Πα­λα­μά, ού­τε ο ί­διος ο Πα­λα­μάς. Μό­νο ο Κα­βά­φης, με­τά πλεί­στων ό­σων με­τα­γε­νέ­στε­ρων, που θα ε­ντάσ­σο­νταν, κα­τά πα­ρά­βα­ση του θέ­σφα­του του Άγρα, στους ε­λάσ­σο­νες. Στην ε­ξά­το­μη Ανθο­λο­γία-Γραμ­μα­το­λο­γία των εκ­δό­σεων Σο­κό­λη, η γε­νιά του 1880 αν­θο­λο­γεί­ται στον δεύ­τε­ρο τό­μο, που ε­πι­με­λή­θη­κε ο Μ. Γ. Με­ρα­κλής. Μό­νο που ο με­λε­τη­τής έ­χει τις προ­τι­μή­σεις του και ο Γρυ­πά­ρης μάλ­λον δεν βρί­σκε­ται α­νά­με­σά τους. Θεω­ρεί ό­τι το νέο, που κο­μί­ζει η ποίη­σή του, εί­ναι “το φυ­λά­κι­σμα του φλο­γε­ρού, σε­ξουα­λι­κού πά­θους μέ­σα στα δε­σμά του σχο­λα­στι­κά φρο­ντι­σμέ­νου στί­χου του, μα­ζί με τις σα­φείς εν­δεί­ξεις μιας πι­κρής, ορ­φα­νε­μέ­νης α­πό με­γά­λες εκ­πλή­ξεις και ε­μπει­ρίες ζωής”.
Σε δυο νεό­τε­ρες αν­θο­λο­γίες της ελ­λη­νι­κής ποίη­σης του 20ού αιώ­να, των Κ. Γ. Πα­πα­γεωρ­γίου - Β. Χατ­ζη­βα­σι­λείου (2007) και του Ε. Γα­ρα­ντού­δη (2008), ό­λη η γε­νιά εί­ναι μεν “ε­ντί­μως αν­θο­λο­γη­μέ­νη”, αλ­λά, και πά­λι, δια­φέ­ρουν οι ιε­ραρ­χή­σεις και οι προ­τι­μή­σεις. Πά­ντως, ο Γρυ­πά­ρης, στη δεύ­τε­ρη αν­θο­λο­γία, κα­τα­χω­ρεί­ται με τον ε­λά­χι­στο α­ριθ­μό των δυο ποιη­μά­των. Σε μια δια­φο­ρε­τι­κής διά­θε­σης αν­θο­λο­γία, με τίτ­λο, «Η χα­μη­λή φω­νή. Τα λυ­ρι­κά μιας πε­ρα­σμέ­νης ε­πο­χής στους πα­λιούς ρυθ­μούς», ο Μα­νό­λης Ανα­γνω­στά­κης προ­τεί­νει την δι­κή του ιε­ράρ­χη­ση, προ­τάσ­σο­ντας, με δέ­κα ποιή­μα­τα, τον Από­στο­λο Με­λα­χρι­νό και το­πο­θε­τώ­ντας, α­μέ­σως με­τά, με εν­νέα ποιή­μα­τα, Γρυ­πά­ρη και Κων­στα­ντί­νο Χατ­ζό­που­λο.

Του ε­νός και μο­να­δι­κού βι­βλίου

Ένας ποιη­τής της νεό­τε­ρης γε­νιάς, αυ­τής του Κα­ψά­λη, ο Ηλίας Λά­γιος, α­πο­κα­λεί τον Γρυ­πά­ρη ε­λάσ­σο­να και βά­ζει τα δυ­να­τά του για να το α­πο­δεί­ξει. Γι’ αυ­τό ε­τοι­μά­ζει, το 2002, μια τυ­πο­τε­χνι­κά προ­σεγ­μέ­νη έκ­δο­ση της μο­να­δι­κής του συλ­λο­γής «Σκα­ρα­βαίοι και Τερ­ρα­κότ­τες», με ει­σα­γω­γή και ε­πί­με­τρο. Η ο­πτι­κή του Λά­γιου συ­νο­ψί­ζε­ται στον ε­ναρ­κτή­ριο πα­ραλ­λη­λι­σμό Γρυ­πά­ρη-Γκά­τσου, ως ση­μα­ντι­κών ποιη­τών του ε­νός και μο­να­δι­κού βι­βλίου, και τη συ­μπλη­ρω­μα­τι­κή α­πό­φαν­ση ό­τι η «Αμορ­γός» εί­ναι το μό­νο βι­βλίο που “θέ­λη­σε” ο Γκά­τσος, έ­να­ντι του ε­νός που “μπό­ρε­σε” ο Γρυ­πά­ρης. Κα­ται­γι­στι­κές εί­ναι οι α­πορ­ρι­πτι­κές πα­ρα­τη­ρή­σεις του, κα­θώς σχο­λιά­ζει εν προό­δω τα ποιή­μα­τα. Όσο για την φροϋδι­κής ε­μπνεύ­σεως α­νά­λυ­ση της συ­μπλεγ­μα­τι­κής σχέ­σης του Γρυ­πά­ρη με την ποίη­ση του Πα­λα­μά, δεί­χνει ά­κρως πα­ρα­κιν­δυ­νευ­μέ­νη, ό­πως, άλ­λω­στε, ό­λες οι ερ­μη­νείες αυ­τού του τύ­που.
Ο Λά­γιος δεν προ­χώ­ρη­σε στις συ­νο­μι­λίες της γε­νιάς του ’30, Γκά­τσου, Εμπει­ρί­κου ή α­κό­μη και Σε­φέ­ρη, με τον τε­χνουρ­γό πρό­γο­νό τους. Ού­τε “τη Μα­ντε­λέ­νια τη γιό­μορ­φη” σχο­λία­σε, που εί­κο­σι τό­σα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα έ­δω­σε την ε­μπει­ρί­κια «Μα­ντα­λέ­νια», πα­ρό­τι, κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση χα­ρα­κτη­ρί­ζει α­ρι­στούρ­γη­μα το ποίη­μα της Μα­ντε­λέ­νιας, «Στον ή­σκιο της κα­ρυ­διάς». Όπως και να έ­χει, σύμ­φω­να και με τον σχο­λια­σμό στις Ιστο­ρίες της Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Λο­γο­τε­χνίας, η τύ­χη του ποιη­τή Γρυ­πά­ρη α­κό­μη στον Με­σο­πό­λε­μο ή­ταν κα­λή. Όπως κα­λή εί­ναι α­κό­μη μέ­χρι σή­με­ρα η τύ­χη του ως με­τα­φρα­στή των αρ­χαίων τρα­γι­κών. Επ’ ευ­και­ρία, υ­πεν­θυ­μί­ζου­με ό­τι οι α­πο­δό­σεις του στα νε­ο­ελ­λη­νι­κά, ι­δίως στις τρα­γω­δίες του Αι­σχύ­λου, λει­τούρ­γη­σαν στους με­τα­γε­νέ­στε­ρους ως με­τα­φρα­στι­κά πρό­τυ­πα. Πα­ρο­μοίως, ευ­τύ­χη­σε, του­λά­χι­στον τυ­πο­τε­χνι­κά, στις εκ­δό­σεις και ε­πα­νεκ­δό­σεις αυ­τού του ε­νός βι­βλίου. Από τις πρώ­τες, του 1919 και του 1928, που φρό­ντι­σε ο ί­διος, μέ­χρι την έκ­δο­ση του 2002, των εκ­δό­σεων Ίνδι­κτος. Μά­λι­στα, την πο­λυ­τε­λή έκ­δο­ση του 1928, με σχέ­δια της Πο­λυ­ξέ­νης Δη­μα­ρά, νο­στι­μεύ­τη­κε ο Σε­φέ­ρης για τη δι­κή του «Στέρ­να», ό­πως δεί­χνουν οι ε­πι­στο­λι­κές ο­δη­γίες, που δί­νει το 1932, α­πό το Λον­δί­νο, στον Κα­τσί­μπα­λη.
Πα­ρα­δό­ξως, η α­πή­χη­ση του Γρυ­πά­ρη δεν στα­μα­τά ε­δώ. Οι α­μέ­σως κα­το­πι­νοί του νο­στι­μεύ­τη­καν και τις μορ­φι­κές του και­νο­το­μίες. Εκτός α­πό το ποίη­μα της Μα­ντε­λέ­νιας, που έ­βα­λε σε πει­ρα­σμό τον Εμπει­ρί­κο, υ­πάρ­χει η μαρ­τυ­ρία του Γιώρ­γου Κοτ­ζιού­λα, πως έ­νας α­πό τους πο­λύ γνω­στούς ποιη­τές μας (γρά­φει το 1941) εκ­με­ταλ­λεύ­θη­κε υ­στε­ρώ­τε­ρα, συ­στη­μα­τι­κά και α­πα­ρα­τή­ρη­τα, τη μορ­φή ε­νός α­πό τα κα­λύ­τε­ρα ποιή­μα­τα του Γρυ­πά­ρη, το «Συ­να­πο­θα­νού­με­νοι» Οπό­τε, το ε­ρώ­τη­μα του τίτ­λου μας ση­κώ­νει πα­ραλ­λα­γή. Ακό­μη κι αν κα­νείς δεν τον θυ­μά­ται, μή­πως θα ά­ξι­ζε να δια­βά­σου­με το μό­νο της ζωής του βι­βλίο;

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 4/3/2012.

1 σχόλιο:

Εύη Φλίνδρη είπε...

feΚυρία Θεοδοσοπούλου, ένας συνάδελφος το πουλά 30 Ευρώ. Δεν κράτησα το τηλέφωνό σας, γι' αυτό σας γράφω.
Ονομάζεται Γιώργος Ζούκας και το τηλέφωνό του είναι: 6939613081.

Εύη - Βιβλιοθήρας