Παρασκευή, 4 Απριλίου 2008

Συμπληρώματα

Σε μια τελευταία ενότητα του πρόσφατου τεύχους των "Παπαδιαμαντικών Τετραδίων", καταγράφονται οι παπαδιαμαντικές μνείες σε μελετήματα και πεζογραφήματα. Σε αυτά θα είχαμε να προσθέσουμε μερικά βιβλία, που εκδόθηκαν εντός του 2007. Ξεκινώντας από τα πεζογραφήματα, πέραν όσων αναφέρονται, δηλαδή του δεύτερου μυθιστορήματος της Νίκης Αναστασέα, "Επικράνθη δια χειρός Αλέξη Ραζή", όπου γίνεται αναφορά όχι μόνο στον Παπαδιαμάντη αλλά και στον Τριανταφυλλόπουλο, και των συλλογών διηγημάτων της Μαρίας Κοτοπούλη, "Χωρίς ωράριο στα όνειρα", και του Μάκη Καραγιάννη, "Ο καθρέφτης και το πρίσμα", εντός του 2007 εκδόθηκαν ακόμη, η συλλογή διηγημάτων του Μένη Κουμανταρέα, "Η γυναίκα που πετάει", όπου τη μνήμη του αφηγητή στοιχειώνει ο Παπαδιαμάντης, και το εξαίρετο "Διπλωμένα φτερά" του Γιάννη Ατζακά, με τις γραίες της Θάσου και το βόμβο της ντοπιολαλιάς τους. Ακόμη, δυο μυθιστοριογράφοι εμπνέονται ήρωες και σκηνές από τον παπαδιαμαντικό κόσμο, αν και κινούνται σε διαφορετικό πνεύμα από τους ομοτέχνους τους, που ήδη μνημονεύσαμε: Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος στο βιβλίο του "Η μεγάλη άμμος", όπου ο φονιάς περιπλανιέται στα βουνά και τις ακρογιαλιές μιας νήσου ως άλλη Φραγκογιαννού. Και ο Κώστας Ακρίβος, στο "Πανδαιμόνιο", όπου γίνεται λόγος περί Βαρλαάμ και πρωταγωνιστεί αγιορείτης μοναχός ονόματι Νήφων, κατά κόσμον Νικολάκης.
Αν και τελικά, περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μελέτη του Γιώργου Αριστηνού, "Νάρκισσος και Ιανός", που εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 2007, καθώς σχετίζεται άμεσα με τα δημοσιεύματα του τεύχους και συγκεκριμένα, με το κείμενο του Τριανταφυλλόπουλου. Ο Αριστηνός ανθολογεί εβδομήντα τρεις συγγραφείς, που θεωρεί πως συγκροτούν ένα corpus της νεωτερικής πεζογραφίας, όπως το χαρακτηρίζει. Τα κείμενα συνοδεύονται από σύντομα μελετήματα, τα οποία γράφουν δέκα τρεις μελετητές, με τον ίδιο να κρατά για το εαυτό του τη μερίδα του λέοντος, ήτοι τριάντα δυο συγγραφείς. Πέμπτος στη σειρά, μετά τον "Ανώνυμο του 1789", τη "Γυναίκα της Ζάκυθος" του Σολωμού, τον Ροΐδη και τον Βιζυηνό, παρουσιάζεται ο Παπαδιαμάντης, με απόσπασμα από το διήγημα "Έρως-ήρως". Να παρατηρήσουμε, δευτερευόντως, πως, δεδομένου ότι απαξάπαντες οι συγγραφείς ανθολογούνται με αποσπάσματα πεζών τους, καταργούνται σιωπηρά οι συνήθεις τρεις τελίτσες στην αρχή και το τέλος του κειμένου. Ωστόσο, τον απρόσεκτο αναγνώστη μπορεί να τον αιφνιδιάσει ένα παπαδιαμαντικό διήγημα, που ξεκινά με την φράση, "Τα κορίτσια δεν πρέπει να έχουν έρωτα". 1/4μως, ακριβώς, το απόσπασμα δεν επιλέγεται τυχαία, αλλά για να εξυπηρετήσει την ερμηνεία που ο μελετητής θέλει να δώσει στο έργο. Στην περίπτωση του Παπαδιαμάντη, ο Αριστηνός διατείνεται πως "πίσω από το φαινομενικά ηθογραφικής υφής, θρησκευτικής υπερπλασίας ή λαϊκισμού έργο του, υπάρχει μια δεσπόζουσα που αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο και εξασφαλίζει την ακεραιότητα της δομής του". Κι αυτή η δεσπόζουσα είναι "η αντισταθμιστική αντίδραση σε μια επίμονη και αγχώδη ερωτική ενόρμηση". Προηγουμένως έχει επισημάνει πως "στο πλήθος μελετών και ερμηνειών που στην υπερβολή και στο ζήλο του οδήγησε κάποιες στιγμές στον κατακερματισμό ή την αφαίμαξή του έργου του Παπαδιαμάντη", διακρίνοντας "ορισμένες συστηματικές ευμέθοδες και ολικές θεωρήσεις, οι οποίες ανέδειξαν τον αιρετικό, δαιμονιακό, ανορθόδοξο και εντέλει νεωτερικό χαρακτήρα του"
Στην υποσελίδια σημείωση, αναφέρονται πέντε τέτοιες θεωρήσεις, πιστεύουμε, όμως, πως ο Αριστηνός στηρίζεται ουσιαστικά μόνο στην πρώτη, δηλαδή, στο πρόσφατο βιβλίο του Σωνιέ, αφού οι άλλες τέσσερεις δεν φαίνεται να καταλήγουν σε παρόμοια ανατρεπτικά συμπεράσματα. Η προ εικοσαετίας μελέτη της Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη περιορίζεται στις αφηγηματικές τεχνικές στον Παπαδιαμάντη, οι θεωρήσεις των Γ. Κεχαγιόγλου και Οδυσσέα Ελύτη μπορεί μεν να υπαινίσσονται το νεωτερικό, απέχουν όμως των λοιπών χαρακτηριστικών και τέλος, η γνωστή μελέτη του Παν. Μουλλά περί του "αυτοβιογραφούμενου Παπαδιαμάντη" μόνο νεωτερικό χαρακτήρα δεν ανακαλύπτει. Ωστόσο, στην περίπτωση του Μουλλά, μας προλαβαίνει ο Αριστηνός, προχωρώντας σε ερμηνεία των ασύνειδων ή και ανομολόγητων προθέσεων του μελετητή. Αντιγράφουμε: "Εδώ πρόκειται για μια εξαιρετικά ευμέθοδη ψυχαναλυτική μελέτη που "επιδιώκει" να συρρικνώσει το έργο στο επίπεδο μιας τυπικής ηθογραφικής αναπαράστασης, όμως εκείνο που κατορθώνει είναι να αναδείξει το ψυχαναλυτικό βάθος του συγγραφέα. Μήπως το κείμενο του Παν. Μουλλά υπόκειται στην ερμηνευτική μέθοδο του Πωλ ντε Μαν που εξαίρει την εκρηκτική αντίφαση (contradiction eclatante) ανάμεσα στους ρητορικούς τρόπους και τη γραπτή έκφραση;"
Τελικά, το προφανές συμπέρασμα ακόμη και για τους γηγενείς που τυχόν δεν κατέχουν τη θεωρία του Πωλ ντε Μαν, είναι πως ο Τριανταφυλλόπουλος ματαιοπονεί ζητώντας να στήσει ανάχωμα στην κατά Σωνιέ ανάγνωση του Παπαδιαμάντη. Ως Χαλκιδαίος, θα έπρεπε να γνωρίζει πως σε φάση πλημμυρίδας σταυρώνεις τα χέρια και περιμένεις. Αν είσαι αισιόδοξος, περιμένεις, μια και τα λογοτεχνικά φαινόμενα απέχουν των φυσικών, και η άμπωτη μπορεί ποτέ να μην έρθει. Ως φαίνεται, πέραν των πολυπληθών μαθητών, Ελλήνων, Γάλλων και λοιπών, που ο Σωνιέ απέκτησε κατά τη δεκαετή θητεία του στη Σορβόννη, καθώς και των πολυάριθμων μεταπτυχιακών μελετών που διηύθυνε εκεί, έχει δημιουργηθεί και στην Ελλάδα μια σθεναρή ομάδα μελετητών, που υιοθετούν τις απόψεις του.
Και μεταξύ μας, αν έχει δίκιο ο Αριστηνός πως "ο Α. Παπαδιαμάντης ιδωμένος από τη σκοπιά της νατουραλιστικής ηθογραφίας και της ορθόδοξης πίστης που υποτίθεται πως διακονεί στα κείμενά του δεν είναι τίποτα. Είναι ένα ιδεολόγημα όπως το κρυφό σχολειό". Και πως αν αποδεχτούμε ως χαρακτηριστικό του "έναν αγγελικό δαιμονισμό" (το αγγελικός, προσθήκη μάλλον του Αριστηνού, προς απάλυνση του ουσιαστικού), γίνεται "ο πρόδρομος του Μοντερνισμού". Τότε, χαλάλι του. Ας κάνουμε ευαγγέλιο το βιβλίο του Σωνιέ, παραμερίζοντας φιλολογισμούς για ανακρίβειες και α-νόητες διατυπώσεις.
Μ. Θ.

Παπαδιαμαντολογίες


"Παπαδιαμαντικά Τετράδια" Τεύχος 8 Πρωτοχρονιά 2008 Επιμελητής έκδοσης: Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος Εκδόσεις Δόμος

Οσονούπω αναμένεται ο Παπαδιαμάντης, με αφορμή πρόσφατο ανασκαφικό εύρημα, να γίνει, για μια ακόμη φορά, πρωτοσέλιδο στα πολιτιστικά των εφημερίδων. Και χωρίς, όμως, αυτό, πλείστοι όσοι και με κάθε ευκαιρία τον μνημονεύουν ως τον κλασικό των ελληνικών γραμμάτων. Οι δημοσιογράφοι προς στολισμό μιας λογοτεχνίζουσας είδησης, οι μελετητές, συνήθως μαζί με τον Βιζυηνό, ως το αξιανάγνωστο δίδυμο της πεζογραφικής μας παράδοσης, διαγράφοντας μονοκοντυλιά τους υπολοίπους, και πάνω απ' όλoυς, οι πεζογράφοι σαν απαραίτητο καρύκευμα μυθοπλασίας. Επίσης, εσχάτως, τον θυμήθηκαν και οι εκδότες και άρχισαν να τον σερβίρουν σε βιβλία του ενός διηγήματος. Παρά ταύτα, το ουσιαστικό ενδιαφέρον πιστεύουμε πως απουσιάζει. Απόδειξη, τα "Παπαδιαμαντικά Τετράδια", η μοναδική σχετική έκδοση, η οποία, ωστόσο, ούτε στον Τύπο προβάλλεται ούτε στην έκταση που της αναλογεί διαβάζεται. Κι αν επιβιώνει επί μια δεκαπενταετία, το οφείλει στο πεισματικό δίδυμο, επιμελητή και εκδότη, στο οποίο χρωστάμε και τα πεντάτομα Άπαντα.
Το πρώτο τεύχος, Πρωτοχρονιά 1992, άνοιγε με το "Νυχτερινό αντιπλώρισμα" του Πέτρου Κεφαλιακού, το πρόσφατο παραθέτει, δεύτερο στη σειρά, το ποίημα του ιδίου "Tempus Alexandri". Ενώ, σημερινοί εκδότες περιοδικών κόπτονται για βιογραφικά σημειώματα, με πολλαπλά δυσάρεστα επακόλουθα, μεταξύ των άλλων, τον αποκλεισμό των ψευδωνυμιών, τα "Παπαδιαμαντικά Τετράδια" αναμιγνύουν, άνευ σχολιασμού, ζώντες με τεθνεώτες και πραγματικούς με πλαστούς. Για τους μη γνωρίζοντες τον Πέτρο Κεφαλιακό, την ταυτότητά του προδίδουν τα λεγόμενα λεξιλογικά τεκμήρια και προπαντός εκείνη η Μαλθάκη - ποιος μπορεί να έχει εμπιστοσύνη σε μια τέτοια γυναίκα- πέραν του λαλίστατου αφιερωματικού μότο.
Το τεύχος ανοίγει με επιστολή του Δημήτρη Κουτρουμπή, γραμμένη τον Μάϊο του 1971, σε απάντηση επιστολής του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου, της οποίας η δημοσίευση θα καθιστούσε σαφέστερες τις απόψεις που διατυπώνει ο επιστολογράφος, όπως η παρατήρηση πως "ο κυρ Αλέξανδρος ήταν ειδωλολάτρης άγιος μόνον υπό την έννοια υπό την οποία όλοι οι Ορθόδοξοι είναι ειδωλολάτρες και ελληνόφρονες" και ακόμη, "βαθύτατα ριζωμένος στη γη, την εκκλησιαστική και την ανθρώπινη, ώστε να καταλαβαίνει και να ξέρει ότι ο Χριστιανισμός δεν είναι θεωρία και ιδεολογία αλλά αίσθησις του μεγάλου δέντρου του κόσμου". Αυτά, με αφορμή το διήγημα, "Στην Αγι-Αναστασά", κάνοντας λόγο και για τον κυρ Νίκο που μιλούσε για ανάσα και αναπνοή, προφανώς αναφερόμενος στον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη και το μόλις εκδοθέν τότε βιβλίο του, "Προς εκκλησιασμόν", που εφέτος επανεκδόθηκε και εμείς το μνημονεύσαμε την Κυριακή, 13 Ιανουαρίου, με αφορμή την εκατονταετηρίδα από τη γέννησή του. Στην εκλεκτή συντροφιά Παπαδιαμάντη και Πεντζίκη ανήκει ο Κουτρουμπής, γεννημένος δέκα χρόνια μετά το θάνατο του Σκιαθίτη και αναχωρών δέκα έτη πριν τον νεώτερό του Πεντζίκη, το 1983. Για τους μη μετέχοντες των θεολογικών συζητήσεων, η μεταθανάτια έκδοση, "Η χάρις της θεολογίας", προσφέρει την ευκαιρία μιας πρώτης γνωριμίας.
Γενικότερα, το περιοδικό προτάσσει τα κείμενα και εκ των υστέρων, στις τελευταίες σελίδες, δίνει "πλοηγό" ανάγνωσης. Δυο κείμενα αφορούν το παπαδιαμαντικό διήγημα, "Στο Χριστό, στο Κάστρο": Δοκίμιο του Γιώργου Θέμελη, δημοσιευμένο σε βιβλίο του για τη διδασκαλία των Νέων Ελληνικών του 1969, όταν ο Παπαδιαμάντης διδασκόταν ακόμη σε όλες τις τάξεις του γυμνασίου, πριν την αναθεώρηση της δεκαετίας του 1980, που τον περιόρισε στο ελάχιστο. Και δοκίμιο του Τριανταφυλλόπουλου, απαντητικό στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, "Εωσφόρος και άβυσσος", του Γκυ Σωνιέ. Κατά τον "πλοηγό", ως απάντηση στο Σωνιέ αναδημοσιεύεται και το κείμενο του Θέμελη, μια και ο γάλλος νεοελληνιστής διατείνεται πως "η συστηματική προβολή του εν λόγω διηγήματος σε σχολικά αναγνωστικά θα 'χει συμβάλει ουκ ολίγον στο να σχηματιστεί αρνητική εικόνα του συγγραφέα". Προσοχή στη διατύπωση, "θα 'χει" γράφει, όχι "έχει". Δηλαδή εικάζει, μετά τόσης όμως βεβαιότητας, ώστε να περιττεύει η προσκόμιση τεκμηρίων. Άλλωστε ολόκληρο το βιβλίο του, σύμφωνα με τον υπότιτλο, "ο προσωπικός μύθος του Παπαδιαμάντη", μια υπόθεση εργασίας είναι, που θέλει τον Σκιαθίτη έρμαιο των γονικών του ειδώλων και τυφλό όργανο των παρορμήσεών του. Μια υπόθεση εργασίας, για τη στήριξη της οποίας επιστρατεύονται προκρούστειες μέθοδοι. Ωστόσο, απ' αφορμή τον Σωνιέ, ο Τριανταφυλλόπουλος συντάσσει ένα ακόμη από αυτά τα ιδιότυπα πεζά του, όπου δια της συρραφής αποσπασμάτων του υπό αμφισβήτηση κειμένου μαζί με ορθολογιστικές επαναδιατυπώσεις τους, φέρνει το ξένο κείμενο στα δικά του χωρία, μακράν των ψυχαναλυτικών συμφραζομένων, όπου και ασκεί εξαντλητική φιλολογική εξακρίβωση, αποκαλύπτοντας παρανοήσεις και στερούμενες νοήματος αποφάνσεις. Αν και το ιδιάζον χαρακτηριστικό, το οποίο μας ώθησε να αποκαλέσουμε το μελέτημά του, πεζό, είναι ο ζωηρός τρόπος που συνδιαλέγεται με το παπαδιαμάντειο κείμενο και περικείμενο, η γλωσσική πλησμονή και εκείνη η φαινομενικά καλοκάγαθη ειρωνεία του, που αποδεικνύεται εν τέλει ροΐδειας καυστικότητας.
Ακόμη στο τεύχος, ανασκαφικό εύρημα της Λαμπρινής Τριανταφυλλοπούλου, πιθανώς έλασσον, αφού μείζον χαρακτηρίζεται το αναμενόμενο, αλλά ουδόλως ευκαταφρόνητο. Στα τρία, γνωστά εορταστικά κείμενα, που τιτλοφορούνται "Χριστούγεννα", "Αγιοβασιλειάτικα", "Θεοφάνεια" και δημοσιεύονται κατά τις αντίστοιχες εορταστικές ημέρες του 1887 και 1888 στην "Εφημερίδα" των Κορομηλά, προσθέτει ένα προηγούμενο της 26ης Οκτωβρίου 1887, "Του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλύτου". Και τα τέσσερα φέρουν την υπογραφή Βυζαντινός, την οποία και σχολιάζουν οι Τριανταφυλλόπουλοι, αναφερόμενοι στον Γιώργο Βαλέτα, που πρώτος την απέδωσε στον Παπαδιαμάντη, και παρουσιάζοντας επαρκή τεκμήρια για τα τρία ήδη γνωστά. Γιατί, όμως, ένα κείμενο για τον Άγιο Δημήτριο και όχι, στη συνέχεια, και ένα για τον Άγιο Νικόλαο ή και μετέπειτα, για τον Άγιο Γεώργιο, τον οποίο και μνημονεύει ο αρθρογράφος; Μήπως, προς τιμή του ιδρυτή της "Εφημερίδας" και διευθυντή της μέχρι τον Δεκέμβριο του 1886, Δημήτριο Κορομηλά; Να θυμίσουμε πως την διετία 1887-1888, είχε αναλάβει την εφημερίδα ο μικρότερος αδελφός του Λάμπρος, που αποχώρησε τον Δεκέμβριο του 1888 για να επιδοθεί στη διπλωματία. Αυτός μετέτρεψε την εφημερίδα σε πολιτικό όργανο, δείχνοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον υπό οθωμανική κυριαρχία βορειοελλαδικό χώρο και τη Θεσσαλονίκη, όπου, ως γενικός πρόξενος της Ελλάδος από το 1904, στάθηκε πρωταγωνιστικό πρόσωπο στον Μακεδονικό Αγώνα. Ακριβώς, η τελευταία παράγραφος του άρθρου αναφέρεται στη "συνάφεια του μάρτυρος προς την πόλιν Θεσσαλονίκην, ην ουχί άπαξ έσωσε από των επιδρομών των βαρβάρων απίστων", προσθέντοντας, "Και σήμερον ο περίκλυτος του μάρτυρος ναός βεβηλωθείς τυγχάνει προσκύνημα των μουσουλμάνων, αλλά περί τούτων ως και περί παρελθόντων και μελλόντων μνηστήρων της μεγαλοπόλεως Θεσσαλονίκης, ελπίζομεν να μη λάβωμεν ανάγκην ν' απασχολήσωμεν εις το μέλλον τους αναγνώστας της "Εφημερίδος"". Το πιθανότερο, το άρθρο να γράφτηκε από τον Παπαδιαμάντη, ωστόσο αυτή η κατακλείδα θα ταίριαζε σε διευθύνοντα εφημερίδος. Από την άλλη, ένας διευθυντής μπορεί και να εκχωρήσει το ψευδώνυμό του, όταν αυτόν άλλα έργα τον απασχολούν, όπως τον Λάμπρο Κορομηλά.
Το τεύχος συμπληρώνεται με μια παπαδιαμαντική μετάφραση από "Το Άστυ" του 1901, τη συνέχεια από το τρίτο τεύχος της μελέτης της Νίνας Δημητριάδου για "Τα σκιαθίτικα καφενεία" και άλλα εκτενέστερα και συντομότερα. Μεταξύ αυτών των τελευταίων, ένα κείμενο, του οποίου την ύπαρξη γνωρίζαμε από την Βιβλιογραφία Κατσίμπαλη αλλά πρώτη φορά έχουμε την ευκαιρία να το απολαύσουμε. Τιτλοφορείται "Τα παρατράγωδα" και δημοσιεύτηκε στην ημερήσια εφημερίδα του Βουκουρεστίου, "Πατρίς", στις 6 Απριλίου 1893. Παραδόξως, φαίνεται πως ο Κατσίμπαλης γνώριζε την εφημερίδα την περίοδο που εκδιδόταν στη Ρουμανία, ενώ, μετά το 1905, όταν ο ηπειρώτης εκδότης της, Σπυρίδωνας Σίμος, εκδιωχθείς από το Βουκουρέστι, μαζί με άλλους ομογενείς της εκεί ελληνικής κοινότητας, μετέφερε την εφημερίδα του στην Αθήνα, σταματά να την αποδελτιώνει. Τουλάχιστον αυτό δείχνει το ανασκαφικό εύρημα που μέλλεται να ανακοινωθεί. Αλλά αυτά προσεχώς. 1/4σο για "Τα παρατράγωδα", πρόκειται για ένα σαρκαστικό κείμενο στα όρια του λιβέλλου με αφορμή τη συνέντευξη του Παπαδιαμάντη στον Μποέμ, που είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα του Κακλαμάνου, "Το Άστυ", στις 26-27 Μαρτίου 1893. Ο αρθρογράφος, που ξιφουλκεί εναντίον του Παπαδιαμάντη, του Μποέμ και όλων ανεξαιρέτως των οπαδών "του τερατώδους ιδιώματος του Ψυχάρη", υπογράφει με το ψευδώνυμο Θύρσις, το οποίο θα πρέπει να εμπνεύστηκε από την γλαφυρή περιγραφή, που ο Μποέμ παραθέτει εισαγωγικά για τον Παπαδιαμάντη, αποδίδοντάς του τη χάρη του Θεόκριτου. Να σημειώσουμε πως ο αρθρογράφος παρουσιάζει εαυτόν ως εκφράζοντα τον "έξω ελληνισμόν", "τον και περί γλώσσης, ως περί των λοιπών εθνικών συμφερόντων, διαυγεστέραν έχοντα την κρίσιν". Μήπως πίσω από την Θύρσιν κρύβεται ο ίδιος ο εκδότης και κατόπιν πολιτευτής, που έφτασε μέχρι το αξίωμα του υπουργού; Τότε, όμως, πως και δημοσίευσε εντός της πενταετίας 1905-1910, στην αθηναϊκή πλέον "Πατρίδα", την οποία εξακολουθούσε να διευθύνει, όχι ένα αλλά δυο διηγήματα του Παπαδιαμάντη;

Μ. Θεοδοσοπούλου