Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

Μόνιμες ή παροδικές απουσίες



Ανη­συ­χία προ­κα­λεί ο χώ­ρος των λο­γο­τε­χνι­κών πε­ριο­δι­κών, κα­θώς οι εκ­δό­τες τους, ο έ­νας με­τά τον άλ­λο, ‘‘την κά­νουν με μι­κρά πη­δη­μα­τά­κια’’. Μπο­ρεί να χτυ­πά ά­κομ­ψα αυ­τή η α­γο­ραία δια­τύ­πω­ση, ω­στό­σο, με τα προ­βλή­μα­τα που έ­φε­ρε η γε­νι­κό­τε­ρη οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση, ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ροι εκ­δό­τες πε­ριο­δι­κών δεί­χνουν α­να­πο­φά­σι­στοι και α­βέ­βαιοι. Πι­θα­νώς, για­τί εί­χαν συ­νη­θί­σει η έκ­δο­ση του πε­ριο­δι­κού να ‘‘τρέ­χει α­πό μό­νη της’’, στη­ρι­ζό­με­νοι στην κε­κτη­μέ­νη τα­χύ­τη­τα. Το κά­θε και­νού­ριο τεύ­χος δεν α­ντι­με­τω­πι­ζό­ταν, πα­ρά ί­σως κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, με με­ρά­κι σαν έ­να και­νο­φα­νές εγ­χεί­ρη­μα, αλ­λά έ­γερ­νε προς την τυ­πο­ποίη­ση. Το θε­μα­τι­κό φά­σμα της ύ­λης ή­ταν κα­τά κα­νό­να προσ­διο­ρι­σμέ­νο. Ο κύ­κλος των συ­νερ­γα­τών εί­χε προ πολ­λού ε­πι­λεχ­θεί, δε­δο­μέ­νης της με­γά­λης δε­ξα­με­νής προ­σφε­ρό­με­νων. Οι κα­τα­χω­ρού­με­νες δια­φη­μί­σεις πα­ρέ­με­ναν λί­γο-πο­λύ στα­θε­ρές. Η προ­βο­λή κά­θε τεύ­χους στις ε­φη­με­ρί­δες θεω­ρεί­το δε­δο­μέ­νη χά­ρις σε έ­να κύ­κλο δη­μο­σιο­γρά­φων, για τον ο­ποίο εί­χε εξ αρ­χής με­ρι­μνή­σει ο εκ­δό­της, καλ­λιερ­γώ­ντας προ­σω­πι­κές σχέ­σεις μα­ζί τους, θερ­μό­τη­τας ευ­θέως α­νά­λο­γης με την εμ­βέ­λεια του ε­ντύ­που, στο ο­ποίο ερ­γά­ζο­νταν. Ύστε­ρα, βο­η­θού­σαν οι ε­πι­φυλ­λί­δες και τα δη­μο­σιεύ­μα­τα ε­πώ­νυ­μων φί­λων του πε­ριο­δι­κού, που λει­τουρ­γού­σαν πλα­γίως, κά­τι σαν γκρί­ζα δια­φή­μι­ση. Τέ­λος, η διά­θε­ση του τεύ­χους, με συν­δρο­μές και πω­λή­σεις, ή­ταν προ­κα­θο­ρι­σμέ­νη. Υπο­θέ­του­με, χω­ρίς κα­μία σχε­τι­κή γνώ­ση, ό­τι η έκ­δο­ση κά­θε τεύ­χους, σε οι­κο­νο­μι­κό ε­πί­πε­δο, δεν θα ή­ταν α­πλώς ι­σο­σκε­λι­σμέ­νη, αλ­λά θα α­πέ­φε­ρε και κά­ποιο κέρ­δος, το ο­ποίο, στη ση­με­ρι­νή συ­γκυ­ρία, φύ­ρα­νε. 
Τώ­ρα, λοι­πόν, α­παι­τεί­ται οι εκ­δό­τες πε­ριο­δι­κών να δρα­στη­ριο­ποιη­θούν και να λει­τουρ­γή­σουν, ως έ­να βαθ­μό, ι­δίαις δα­πά­ναις. Κυ­ρίως, χρειά­ζε­ται να ξα­να­βρούν λί­γο α­πό τον εν­θου­σια­σμό του ξε­κι­νή­μα­τος και να μην κα­τα­τρύ­χο­νται με το κα­τά πό­σο χρειά­ζο­νται τα λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά την ε­πο­χή της δια­δι­κτυα­κής ε­πι­κοι­νω­νίας. Εί­ναι, ό­λως διό­λου, στρε­βλή η ά­πο­ψη ό­τι προο­ρι­σμός και στό­χος ε­νός λο­γο­τε­χνι­κού πε­ριο­δι­κού εί­ναι να λύ­νει τα υ­παρ­ξια­κά  προ­βλή­μα­τα μιας πα­ρέ­ας. Στρε­βλή ό­σο και ε­πι­κίν­δυ­νη, κα­θώς κερ­δί­ζει έ­δα­φος α­νά­με­σα στους νεό­τε­ρους και συ­χνά ε­πι­στρα­τεύε­ται α­πό τους ί­διους τους εκ­δό­τες σαν δι­καιο­λο­γία για την α­προ­θυ­μία τους να ε­ντεί­νουν τις προ­σπά­θειές τους. Κα­τά τη γνώ­μη μας, α­πό αυ­τήν τη α­ντί­λη­ψη πε­ρί ε­νός λο­γο­τε­χνι­κού  πε­ριο­δι­κού α­πορ­ρέ­ουν πολ­λές α­δυ­να­μίες, που α­νέ­κυ­ψαν τα τε­λευ­ταία χρό­νια. Από τη δη­μο­σίευ­ση ά­τε­χνων ποιη­τι­κών συν­θέ­σεων που α­πο­κα­λού­νται ποιή­μα­τα και σύ­ντο­μων ι­στο­ριών που  ε­κλαμ­βά­νο­νται ως διη­γή­μα­τα μέ­χρι την κά­λυ­ψη των σε­λί­δων κρι­τι­κής με ε­γκω­μια­στι­κές πα­ρου­σιά­σεις βι­βλίων φί­λων α­πό φί­λους. Αν και το πιο α­νε­πι­θύ­μη­το ε­πα­κό­λου­θο εί­ναι η ε­ντύ­πω­ση, που έ­χει καλ­λιερ­γη­θεί ό­τι το κύ­ριο έρ­γο των λο­γο­τε­χνι­κών πε­ριο­δι­κών εί­ναι τα α­φιε­ρώ­μα­τα, με α­πο­τέ­λε­σμα, ο­ρι­σμέ­να εξ αυ­τών να κα­τα­λή­γουν πε­ριο­δι­κές εκ­δό­σεις α­φιε­ρω­μα­τι­κών τευ­χών. 
Oλες αυ­τές οι γε­νι­κο­λο­γίες ξε­κι­νούν α­πό την έ­γνοια μην και μεί­νει το κλει­νόν ά­στυ χω­ρίς λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά, δε­δο­μέ­νου ό­τι ή­δη τρία α­πό αυ­τά έ­χουν και­ρό να δώ­σουν το πα­ρόν. Εί­χε προ­η­γη­θεί η α­να­κοί­νω­ση του πε­ριο­δι­κού «Δια­βά­ζω» ό­τι α­να­στέλ­λει την κυ­κλο­φο­ρία του μέ­χρι τον Δε­κέμ­βριο. Υπ’ ό­ψιν ό­τι το «Δια­βά­ζω» δεν εί­ναι α­πλώς έ­να λο­γο­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό, αλ­λά η μο­να­δι­κή “μη­νιαία ε­πι­θεώ­ρη­ση βι­βλίου”, που στή­θη­κε φι­λό­δο­ξα στο πρό­τυ­πο του «Magazine litteraire», Ια­νουά­ριο 1976. Φαί­νε­ται, ό­μως, πως, με­τά α­πό 35 χρό­νια, κα­τέ­λη­ξε α­σύμ­φο­ρο, ί­σως ζη­μιο­γό­νο, οι­κο­νο­μι­κά, με α­πο­τέ­λε­σμα να που­λη­θεί. Μπο­ρεί να συ­νέ­τει­ναν κι άλ­λοι λό­γοι, σχε­τι­κή πλη­ρο­φό­ρη­ση δεν θεω­ρή­θη­κε α­πα­ραί­τη­το να δο­θεί. Πά­ντως, Ιού­νιο 2011, προέ­κυ­ψε νέ­ος εκ­δό­της, ξέ­νος προς το χώ­ρο του βι­βλίου. Για να κά­νει, ω­στό­σο, μια ε­πέν­δυ­ση, ό­πως η α­γο­ρά του πλέ­ον μα­κρό­βιου με­τα­πο­λι­τευ­τι­κού λο­γο­τε­χνι­κού πε­ριο­δι­κού, υ­πέ­θε­τε κα­νείς ό­τι εί­χε συ­γκε­κρι­μέ­νες ι­δέες και προ­τά­σεις. Μό­νο έ­νας ε­πι­χει­ρη­μα­τίας, με σο­βα­ρές και πέ­ραν του κέρ­δους προ­θέ­σεις, ε­πεν­δύει αυ­τήν την ε­πο­χή σε έ­να τό­σο ε­πι­σφα­λές πο­λι­τι­στι­κό προϊόν. Οπό­τε η δια­κο­πή της κυ­κλο­φο­ρίας του πε­ριο­δι­κού για την εύ­ρε­ση μιας  “α­να­νεω­μέ­νης πρό­τα­σης”, ό­πως α­να­κοι­νώ­θη­κε, ό­ταν το α­να­γνω­στι­κό κοι­νό δεν εί­χε καν το χρό­νο να κα­τα­λά­βει την “πρό­τα­ση” εκ­κί­νη­σης, η ο­ποία πρό­λα­βε κιό­λας να πα­λιώ­σει τό­σο ώ­στε να χρειά­ζε­ται α­να­νέω­ση, δη­μιουρ­γεί α­νη­συ­χία μην και προ­κύ­ψουν πα­ρά φύ­σιν με­τα­μορ­φώ­σεις. Όταν, μά­λι­στα, ο νέ­ος ι­διο­κτή­της του πε­ριο­δι­κού το χα­ρα­κτη­ρί­ζει στην α­να­κοί­νω­σή του “εκ­παι­δευ­τι­κό-βι­βλιο­γρα­φι­κό σύμ­βου­λο”. Έτσι α­ντι­λαμ­βά­νε­ται μια “μη­νιαία ε­πι­θεώ­ρη­ση βι­βλίου”, με τις δρα­στη­ριό­τη­τες που εί­χε α­να­πτύ­ξει το «Δια­βά­ζω»;      
Συ­νε­χί­στη­κε η ε­ξα­φά­νι­ση του λο­γο­τε­χνι­κού πε­ριο­δι­κού «Η Λέ­ξη», που εί­χε συμ­βεί αιφ­νι­δια­στι­κά και χω­ρίς κα­μία σχε­τι­κή α­να­κοί­νω­ση. Μέ­χρι σή­με­ρα, ου­δείς γνω­ρί­ζει αν πρό­κει­ται για δια­κο­πή της έκ­δο­σης ή μή­πως, και σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, για α­να­στο­λή. Κι αν συμ­βαί­νει το δεύ­τε­ρο, πό­σο χρό­νο προ­βλέ­πε­ται να κρα­τή­σει και α­πό ποιους πα­ρά­γο­ντες ε­ξαρ­τά­ται. Το σί­γου­ρο εί­ναι ό­τι δεν το χω­ρά­ει ο νους, έ­να πε­ριο­δι­κό με το κύ­ρος αλ­λά και την α­πή­χη­ση της «Λέ­ξης» να κλεί­νει λό­γω οι­κο­νο­μι­κής στε­νό­τη­τας. Πού εί­ναι ό­λοι ε­κεί­νοι οι ε­πι­φα­νείς συ­νερ­γά­τες, οι ο­ποίοι το στή­ρι­ξαν ε­πί μια τρια­κο­ντα­ε­τία;  Δεν α­νη­συ­χού­ν; Θυ­μί­ζου­με ό­τι το τε­λευ­ταίο τεύ­χος ή­ταν δι­πλό, με αύ­ξο­ντα α­ριθ­μό 203-204 και κά­λυ­πτε το ε­ξά­μη­νο Ια­νουά­ριος-Ιού­νιος 2010. Ακό­μη δυο τεύ­χη χρειά­ζο­νταν για να κλεί­σει το 2010 και να συ­μπλη­ρω­θεί αι­σίως η τρια­κο­ντα­ε­τία. Η πε­ρί­πτω­ση της «Λέ­ξης» μας φέρ­νει στο νου ε­κεί­νους τους θα­νά­τους, αν πρό­κει­ται βε­βαίως για ο­ρι­στι­κό τέ­λος, που, στο κη­δειό­ση­μο, α­ντί η­λι­κίας α­να­γρά­φε­ται “πλή­ρης η­με­ρώ­ν”. Πά­ντως, το ε­κτε­νές α­φιέ­ρω­μα στην κυ­πρια­κή λο­γο­τε­χνία του τε­λευ­ταίου τεύ­χους δεν πα­ρου­σία­ζε κα­νέ­να ί­χνος κό­πω­σης.
Eνα τρί­το λο­γο­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό, που φαί­νε­ται ‘‘να την κά­νει’’, κι αυ­τό α­θό­ρυ­βα, εί­ναι το πε­ριο­δι­κό του Γρη­γο­ρίου Ξε­νό­που­λου. Η μα­κρό­βια «Νέα Εστία», που βρί­σκε­ται στο μέ­σο της έ­να­της δε­κα­ε­τίας έκ­δο­σής της. Εδώ, η α­πο­ρία εί­ναι με­γα­λύ­τε­ρη, για­τί ο εκ­δό­της δεν εί­ναι έ­νας νεό­κο­πος στο χώ­ρο του βι­βλίου ε­πι­χει­ρη­μα­τίας, ού­τε έ­νας ποιη­τής, αλ­λά έ­νας μα­κρό­βιος εκ­δο­τι­κός οί­κος. Και δη, ι­στο­ρι­κός, ό­πως άλ­λω­στε και το πε­ριο­δι­κό, αυ­τός της Εστίας. Όμως, ας μην υ­περ­βάλ­λου­με. Σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, δεν γί­νε­ται λό­γος για δια­κο­πή ού­τε για α­να­στο­λή κυ­κλο­φο­ρίας. Σύμ­φω­να με ό­σα έ­χουν α­να­κοι­νω­θεί, α­πο­φα­σί­στη­καν δυο μεί­ζο­νες αλ­λα­γές. Αλλα­γή διευ­θυ­ντή και αλ­λα­γή συ­χνό­τη­τας κυ­κλο­φο­ρίας. Εκεί­νο που γεν­νά α­πο­ρία εί­ναι για­τί οι συ­γκε­κρι­μέ­νες αλ­λα­γές  α­πο­φα­σί­στη­καν σε μια - κα­τά την ε­ντύ­πω­σή μας - αν­θη­ρή για το πε­ριο­δι­κό πε­ρίο­δο. Η προ­η­γού­με­νη αλ­λα­γή διευ­θυ­ντή εί­χε γί­νει το 1998, ό­ταν η «Νέα Εστία» βρι­σκό­ταν σε φθί­νου­σα πο­ρεία. Εκεί­νη η αλ­λα­γή α­πο­δείχ­θη­κε ά­κρως ε­πι­τυ­χής. Το πε­ριο­δι­κό δεν ξα­να­κέρ­δι­σε μό­νο στα­θε­ρή θέ­ση και ε­κτί­μη­ση, που λί­γο πο­λύ και υ­πό άλ­λες συν­θή­κες α­πο­λάμ­βα­νε κα­τά τον μα­κρύ μι­σό αιώ­να του Πέ­τρου Χά­ρη, αλ­λά κα­τέ­λα­βε θέ­ση στην ε­μπρο­σθο­φυ­λα­κή του λο­γο­τε­χνι­κού Τύ­που. Με­τα­μόρ­φω­σε έ­να πα­ρα­δο­σια­κό, σχε­δόν πα­ρακ­μια­κό, πε­ριο­δι­κό σε φο­ρέα σύγ­χρο­νων ή, σω­στό­τε­ρα,  με­τα­νεω­τε­ρι­κών α­ντι­λή­ψεων.
Δε­κα­τέσ­σε­ρα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα και ε­νώ δεν υ­πήρ­χαν ση­μεία κάμ­ψης, α­ντι­θέ­τως, ό­λο και με­γά­λω­νε η αί­γλη του πε­ριο­δι­κού, α­να­κοι­νώ­θη­κε η α­ντι­κα­τά­στα­ση του διευ­θυ­ντή. Η πρώ­τη σκέ­ψη μας ή­ταν μή­πως και οι κλη­ρο­νό­μοι του Ξε­νό­που­λου θέ­λη­σαν να ε­ναρ­μο­νι­στούν με το δι­κό του πνεύ­μα. Να μειώ­σουν, δη­λα­δή, τα ρη­ξι­κέ­λευ­θα α­νοίγ­μα­τα και να βά­λουν στο πη­δά­λιο κά­ποιο λο­γο­τέ­χνη. Με άλ­λα λό­για, να α­να­στή­σουν τη λο­γο­τε­χνι­κή «Νέα Εστία» της πρώ­της πε­ριό­δου. Τε­λι­κά, ε­πρό­κει­το για α­κρι­βώς το α­ντί­θε­το. Διευ­θυ­ντής του πε­ριο­δι­κού α­να­κοι­νώ­θη­κε ό­τι α­να­λαμ­βά­νει έ­νας ι­στο­ρι­κός. Εδώ, δεν έ­χει ση­μα­σία η στάθ­μη και το κύ­ρος του ε­πι­στή­μο­να, ε­κεί­νο που βα­ραί­νει εί­ναι ο τρό­πος σκέ­ψης ε­νός ι­στο­ρι­κού έ­να­ντι ε­νός λο­γο­τέ­χνη. Με ποια καλ­λιερ­γη­μέ­νη ευαι­σθη­σία και γνώ­ση θα ε­πι­λέ­ξει το κα­λό ποίη­μα, το άρ­τιο διή­γη­μα, την με­στή κρι­τι­κή πα­ρου­σία­ση, το εν­δει­κνυό­με­νο α­φιέ­ρω­μα; Δεν εί­μα­στε προ­φή­τες κα­κών, έ­χου­με, ω­στό­σο, την ε­ντύ­πω­ση ό­τι θα λει­τουρ­γή­σει ό­πως οι υ­πουρ­γοί μας. Δη­λα­δή, αυ­το­σχε­διά­ζο­ντας εκ της ό­ποιας λο­γο­τε­χνι­κής πε­ριου­σίας και βέ­βαια, στη­ρι­ζό­με­νος σε συμ­βού­λους της ε­πι­λο­γής του.  
Ίσως, ό­μως, η αλ­λα­γή να μην έ­χει και τό­ση βα­ρύ­τη­τα, α­φού, ταυ­τό­χρο­να, α­πο­φα­σί­στη­κε η υ­πο­βάθ­μι­ση του πε­ριο­δι­κού. Για­τί, βε­βαίως, η αλ­λα­γή της συ­χνό­τη­τας έκ­δο­σης, α­πό μη­νιαίο σε τρι­μη­νιαίο, υ­πο­βάθ­μι­ση ση­μαί­νει ως προς το ρό­λο, που θέ­λει να έ­χει στο χώ­ρο του βι­βλίου. Οι λό­γοι δεν α­να­κοι­νώ­θη­καν. Αν, πά­ντως, εί­ναι οι συ­νή­θεις για έ­ναν εκ­δο­τι­κό οί­κο λό­γοι οι­κο­νο­μίας, δεί­χνει α­στό­χα­στο. Δεν ξε­κι­νάς την ε­ξοι­κο­νό­μη­ση πό­ρων α­πό την α­τμο­μη­χα­νή της ε­πι­χεί­ρη­σης. Εκτός κι αν οι κλη­ρο­νό­μοι του Γεωρ­γίου Κασ­δό­νη, ι­δρυ­τή του εκ­δο­τι­κού οί­κου της Εστίας, αλ­λά και του Ξε­νό­που­λου, δεν έ­χουν συ­νει­δη­το­ποιή­σει το κε­φά­λαιο που α­ντι­προ­σω­πεύει το πε­ριο­δι­κό. Πά­ντως, προ δυο ε­τών, Οκτώ­βριο 2010, σε κοι­νή συ­νέ­ντευ­ξη των δυο κυ­ριών του εκ­δο­τι­κού οί­κου, πρε­σβύ­τε­ρης και νεό­τε­ρης, το­νί­ζε­ται ό­τι η φι­λο­σο­φία του εκ­δο­τι­κού οί­κου εί­ναι σε­βα­σμός στην πα­ρά­δο­ση και ό­τι το πε­ριο­δι­κό τους συ­νι­στά θε­σμό. Ένας θε­σμός, που έ­φθα­σε το 1855ο τεύ­χος. Εν προ­κει­μέ­νω δεν τί­θε­ται θέ­μα α­να­στο­λής της έκ­δο­σης του πε­ριο­δι­κού, ό­πως στις δύο προ­η­γού­με­νες πε­ρι­πτώ­σεις, μό­νο που έ­να πε­ριο­δι­κό-θε­σμός δεν μπο­ρεί να έ­χει την οια­δή­πο­τε συ­νέ­χεια. 

Τα στε­νό­χω­ρα αυ­τά σχό­λια, ας μην βια­στεί κα­νείς να τα ταυ­τί­σει με Σα­μα­ρά­δες, Βε­νι­ζέ­λους και Κου­βέ­λη­δες, που γυ­ρεύουν α­δια­κρί­τως οι­κο­νο­μι­κές θυ­σίες, για­τί ε­δώ υ­πάρ­χει μια λε­πτή, αλ­λά ου­σιώ­δης, δια­φο­ρά. Εάν δε­χτού­με ό­τι η δια­κο­πή της έκ­δο­σης κά­ποιου λο­γο­τε­χνι­κού πε­ριο­δι­κού συ­ναρ­τά­ται ευ­θέως με την τρέ­χου­σα οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση, τό­τε ό­λες οι ε­πι­ση­μάν­σεις ι­σχύουν στο α­κέ­ραιο. Έχουν, ό­μως, κα­τα­λή­ξει τό­σο α­πο­πνι­κτι­κά τα πράγ­μα­τα ώ­στε να ο­ρί­ζουν τη μοί­ρα των λο­γο­τε­χνι­κών πε­ριο­δι­κώ­ν;  Μπο­ρεί, ναι, μπο­ρεί και ό­χι.   Εάν, πά­ντως, δε­χτού­με μια κά­πως ι­δε­α­λι­στι­κή ά­πο­ψη, τό­τε τα σχό­λια α­πο­κτούν δια­φο­ρε­τι­κή διά­στα­ση, η ο­ποία υ­περ­βαί­νει τον α­σφυ­κτι­κό κλοιό της ση­με­ρι­νής οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης.  Σύμ­φω­να, λοι­πόν, με αυ­τήν την ι­δε­α­λι­στι­κή ά­πο­ψη, πο­τέ μέ­χρι σή­με­ρα – ού­τε σε ζό­ρι­κες οι­κο­νο­μι­κά ε­πο­χές – δεν εί­χαν τα λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά α­μι­γώς ε­μπο­ρι­κό χα­ρα­κτή­ρα κι αυ­τό ε­πει­δή συ­νι­στούν α­πα­ραί­τη­τη πτυ­χή του γε­νι­κό­τε­ρου πνευ­μα­τι­κού μας βίου. Από τις δύο α­πό­ψεις – αυ­τήν την α­μι­γώς ε­μπο­ρι­κή και αυ­τήν με τα ι­δε­α­λι­στι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά – δια­λέ­γει κα­νείς και κρί­νει. Ό,τι, πά­ντως, εκ των δύο και να δια­λέ­ξου­με, δεν πρέ­πει να ξε­χνά­με πως κά­πο­τε εκ­δί­δο­νταν πε­ριο­δι­κά, μά­λι­στα ση­μα­ντι­κά, με οι­κο­νο­μι­κές θυ­σίες ή με ρε­φε­νέ μιας μι­κρής πα­ρέ­ας. Τό­τε, ού­τε δια­φη­μί­σεις υ­πήρ­χαν, ού­τε  πε­ριώ­νυ­μοι χο­ρη­γοί, ού­τε προ­θά­λα­μοι δη­μό­σιων ορ­γα­νι­σμών προς οι­κο­νο­μι­κή ε­νί­σχυ­ση. Μή­πως, δη­λα­δή, λό­γω της γε­νι­κό­τε­ρης δυσ­πρα­γίας, α­ντί ε­μπρός, θα πρέ­πει να πά­με με­ρι­κές δε­κα­ε­τίες προς τα πί­σω, ξα­να­φέρ­νο­ντας στην ε­πι­φά­νεια ε­ντε­λώς ξε­χα­σμέ­νους τρό­πους. Με τις  δυ­σμε­νείς σή­με­ρα συν­θή­κες, τί­πο­τα δεν α­πο­κλείε­ται. Εκτός κι αν, λό­γω οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης, φτά­σου­με στο ση­μείο να θεω­ρού­με γε­νι­κώς τον πο­λι­τι­σμό δια­κο­σμη­τι­κό ή, α­κό­μη, και πε­ριτ­τό στοι­χείο. Έχου­με, άλ­λω­στε, κά­νει το πρώ­το βή­μα, κα­ταρ­γώ­ντας το ο­μώ­νυ­μο Υπουρ­γείο.

 Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 28/10/2012.