Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

Δόκιμος περιπολάρχης



Γιώρ­γος Σκα­μπαρ­δώ­νης
«Πε­ρι­πο­λών πε­ρί πολ­λών τυρ­βά­ζω»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Οκτώ­βριος 2011

Η πρό­σφα­τη γε­νι­κευ­μέ­νη κρί­ση της χώ­ρας έ­φε­ρε τη γε­νιά της με­τα­πο­λί­τευ­σης στο προ­σκή­νιο, ό­χι μό­νο το πο­λι­τι­κο­κοι­νω­νι­κό αλ­λά και το λο­γο­τε­χνι­κό. Νεό­τε­ροι συγ­γρα­φείς, ό­πως ο Μά­κης Κα­ρα­γιάν­νης και ο Νί­κος Πα­να­γιω­τό­που­λος, της έ­δω­σαν πρω­τα­γω­νι­στι­κό ρό­λο στα τε­λευ­ταία μυ­θι­στο­ρή­μα­τά τους, «Το ό­νει­ρο του Οδυσ­σέ­α» και «Τα παι­διά του Κάϊν» α­ντι­στοί­χως. Εκεί­νο που θέ­λη­σαν να δεί­ξουν, ό­πως φαί­νε­ται μέ­σα α­πό την πλο­κή, τις ε­ξη­γή­σεις των α­φη­γη­τών, αλ­λά και τις μα­κριές συ­ζη­τή­σεις των προ­σώ­πων, εί­ναι ό­τι για ό­λα φταί­νε οι Κάϊν αυ­τής της γε­νιάς. Για να χρη­σι­μο­ποιή­σου­με τη δια­τύ­πω­ση του Πα­να­γιω­τό­που­λου, που ε­πι­κα­λεί­ται το βι­βλι­κό πα­ρά­δειγ­μα, οι Κάϊν, για­τί υ­πε­ρί­σχυ­σαν των Άβελ. Ως μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κούς Κάϊν, ο μεν πρώ­τος δια­λέ­γει ό­σους έ­παι­ξαν πρω­τα­γω­νι­στι­κό ρό­λο σε κά­ποιο σκάν­δα­λο, ο δε δεύ­τε­ρος το θία­σο των βο­λε­μέ­νων κο­μπάρ­σων. Το πα­ρά­δο­ξο εί­ναι ό­τι, ε­νώ πλά­θουν πει­στι­κούς Κάϊν, φαί­νε­ται να δυ­σκο­λεύο­νται με τους Άβελ. Σαν να μην έ­χουν κα­θα­ρή ει­κό­να, ποιοι εί­ναι ε­κεί­νοι, που θα μπο­ρού­σαν να α­πο­τε­λέ­σουν τον α­ντί­πο­δα. 
Την α­πά­ντη­ση την δί­νει εμ­μέ­σως, με το  βι­βλίο του, έ­νας λί­γο με­γα­λύ­τε­ρος, ο Γιώρ­γος Σκα­μπαρ­δώ­νης. Ου­σια­στι­κά, αυ­τός έ­χει αρ­χί­σει να πλά­θει τους Άβελ α­πό πο­λύ νω­ρί­τε­ρα, στα διη­γή­μα­τα που δη­μο­σιεύει ε­δώ και του­λά­χι­στον μια δε­κα­πε­ντα­ε­τία, πριν α­κό­μη γυ­ρί­σει η χι­λιε­τία και κα­κο­φορ­μί­σει η ε­θνι­κή πλη­γή. Κα­τά μία ά­πο­ψη, ο Σκα­μπαρ­δώ­νης, ευ­θύς εξ αρ­χής, τους ί­διους χα­ρα­κτή­ρες προ­βάλ­λει ως το ά­λας, αν ό­χι της γης, σί­γου­ρα, πά­ντως, της ρά­τσας των Ελλή­νων, για να χρη­σι­μο­ποιή­σου­με μια πε­πα­λαιω­μέ­νη αλ­λά προ­σφι­λή κά­πο­τε έκ­φρα­ση. Ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός, ω­στό­σο, του Άβελ δεν ται­ριά­ζει στους χα­ρα­κτή­ρες που σμι­λεύει, κα­θώς, πόρ­ρω α­πέ­χουν α­πό “στρογ­γυ­λε­μέ­να” πρό­τυ­πα α­θωό­τη­τας και κα­λο­σύ­νης. Δεν εί­ναι οι χα­ρι­σμα­τι­κοί και ά­ρι­στοι, ού­τε, ό­μως, α­νή­κουν, σώ­νει και κα­λά, στο κοι­νω­νι­κό πε­ρι­θώ­ριο, ό­πως τους φα­ντα­σιώ­νο­νται ο Πα­να­γιω­τό­που­λος και οι συ­νο­μή­λι­κοί του συγ­γρα­φείς. Εί­ναι άν­θρω­ποι της δι­πλα­νής πόρ­τας, που συ­χνά τους α­πο­κα­λούν τρε­λά­ρες ή και λο­ξούς. Αλλά και στις πε­ρι­πτώ­σεις που, λό­γω κοι­νω­νι­κής θέ­σης, α­πο­λαμ­βά­νουν σε­βα­σμού, τη ρε­τσι­νιά του ι­διόρ­ρυθ­μου δεν την γλι­τώ­νουν. Κι αυ­τό, συ­νή­θως, λό­γω της έμ­μο­νης προ­σή­λω­σής τους σε κά­ποιο έρ­γο, κα­τά κα­νό­να “ου­χί πα­ρα­δε­δεγ­μέ­νης χρη­σι­μό­τη­τος”. Εί­τε πρό­κει­ται για ε­ρα­σι­τε­χνι­κή ε­να­σχό­λη­ση εί­τε για κα­θα­ρά ε­παγ­γελ­μα­τι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα, ε­πι­δί­δο­νται σε αυ­τό με τό­ση α­φο­σίω­ση, ώ­στε να υ­περ­βαί­νει τις α­παι­τή­σεις  της συ­γκε­κρι­μέ­νης δου­λειάς και η α­να­ζή­τη­ση της τε­λειό­τη­τας να κα­τα­λή­γει αυ­το­σκο­πός. 
Σή­με­ρα, ο Σκα­μπαρ­δώ­νης, εί­κο­σι ο­κτώ έ­τη με­τά τη δη­μο­σίευ­ση του πρώ­του του διη­γή­μα­τος, θεω­ρεί­ται πλέ­ον έ­νας ση­μα­ντι­κός πε­ζο­γρά­φος, διη­γη­μα­το­γρά­φος τε και μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος. Ωστό­σο, η ι­διο­μορ­φία του μυ­θο­πλα­στι­κού του κό­σμου φαί­νε­ται σαν να λαν­θά­νει. Πι­θα­νώς, για­τί τον υ­πο­βάλ­λει ε­ντέ­χνως και πλα­γίως, μέ­σα α­πό βι­βλία με τίτ­λους, που δεί­χνουν γρι­φώ­δεις. Ου­σια­στι­κά, πρό­κει­ται για προ­σφυώς πα­ραλ­λαγ­μέ­να γνω­στά ο­ξύ­μω­ρα σχή­μα­τα, τα ο­ποία κυ­ριο­λε­κτούν μεν, αλ­λά γί­νο­νται α­ντι­λη­πτά μάλ­λον σαν λε­κτι­κά πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα. Συμ­βάλ­λει, πά­ντως, κα­θο­ρι­στι­κά ο πρω­το­πρό­σω­πος α­φη­γη­τής, που, κα­τά κα­νό­να, ε­πι­στρα­τεύει. Αυ­τός δεν ε­ξη­γεί το σκε­πτι­κό και τις  προ­θέ­σεις των η­ρώων, ό­πως κά­νουν, κα­τά τα α­με­ρι­κα­νι­κά πρό­τυ­πα, οι α­φη­γη­τές των μπε­στ-σέ­λε­ρ, αλ­λά και των ι­στο­ριών πολ­λών νεό­τε­ρων συγ­γρα­φέων. Αντί αυ­τών, ε­κεί­νος προ­χω­ρά­ει α­π’ ευ­θείας στο στή­σι­μο του σκη­νι­κού, ε­πι­μέ­νο­ντας στο χρό­νο και τον τό­πο. Στη συ­νε­χεία, με την ί­δια σα­φή­νεια και το χυ­μώ­δες λε­κτι­κό της κα­θο­μι­λου­μέ­νης, πε­ρι­γρά­φει το σου­λού­πι πρω­τα­γω­νι­στών και κο­μπάρ­σων. Οι πε­ρι­γρα­φές α­πο­λαμ­βά­νουν της πα­ρα­στα­τι­κό­τη­τας θε­α­τρι­κού έρ­γου.
Για πα­ρά­δειγ­μα, δυο α­πό τα πρό­σφα­τα διη­γή­μα­τα θα μπο­ρού­σαν να χα­ρα­κτη­ρι­στούν θε­α­τρι­κά μο­νό­πρα­κτα. Το πρώ­το, «Δυο κι­λά ζα­βο­γα­ρί­δες», ε­κτυ­λίσ­σε­ται σε η­μιυ­πό­γειο τα­βερ­νείο α­πό τα πα­λιά της Θεσ­σα­λο­νί­κης, ε­νώ το δεύ­τε­ρο, «Κα­τη­φο­ρι­κή θά­λασ­σα», πα­ρά θι­ν’ α­λός. Μό­νο που και στα δυο, η φρε­νή­ρης δρά­ση του τέ­λους δια­φεύ­γει των ο­ρίων της θε­α­τρι­κής σκη­νής. Για το φι­νά­λε, θα χρεια­ζό­ταν έ­να κι­νη­μα­το­γρα­φι­κό μο­νο­πλά­νο. Και στα δυο διη­γή­μα­τα, πρω­τα­γω­νι­στεί η τό­σο προ­σφι­λής στον συγ­γρα­φέα α­ντρο­πα­ρέα, πε­ντα­με­λής αλ­λά δια­φο­ρε­τι­κής, στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, κοι­νω­νι­κής τά­ξης. Πά­ντως, σε αμ­φό­τε­ρες τις πε­ρι­πτώ­σεις, ου­δό­λως α­πα­σχο­λούν τα μέ­λη της η γε­νι­κή κρί­ση και η δι­κή τους οι­κο­νο­μι­κή κα­τά­στση. Μό­νο η ευ­ζωία τους, ό­πως, ό­μως, ε­κεί­νοι την α­ντι­λαμ­βά­νο­νται, με “ζα­βο­γα­ρί­δες”, “σπά­ρους Μη­χα­νιώ­νας” και τσί­που­ρα. 
Αφού ο α­φη­γη­τής του Σκα­μπαρ­δώ­νη ο­λο­κλη­ρώ­σει αυ­τά τα προ­κα­ταρ­κτι­κά, αρ­χί­ζει την πε­ρι­γρα­φή του έρ­γου, που συ­νι­στά την κύ­ρια ε­να­σχό­λη­ση του κε­ντρι­κού ή­ρωα. Ονο­μα­τί­ζει ε­πα­κρι­βώς τα πράγ­μα­τα, σε τέ­τοιο βαθ­μό α­κρι­βο­λο­γίας, που οι ση­με­ρι­νοί ο­πα­δοί της εν τά­χει α­νά­γνω­σης μπο­ρεί μέ­χρι και να ε­νο­χλη­θούν, διε­ρω­τώ­με­νοι, προς τι τό­σο λε­κτι­κό λε­πτο­λό­γη­μα. Σε κά­ποιους, ω­στό­σο, στο τέ­λος  της α­νά­γνω­σης, α­πο­μέ­νει αί­σθη­ση ι­κα­νο­ποίη­σης, ό­πως ύ­στε­ρα α­πό θε­ρα­πευ­τι­κή α­γω­γή. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, το πρό­βλη­μα εί­ναι μια ι­διά­ζου­σα μορ­φή λε­ξι­πε­νίας, που, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, ε­ξα­πλώ­νε­ται με α­νη­συ­χη­τι­κό ρυθ­μό α­κό­μη και στη μυ­θι­στο­ριο­γρα­φία. Κα­τ’ αυ­τήν χά­νο­νται τα ο­νό­μα­τα των πραγ­μά­των και τη θέ­ση τους κα­τα­λαμ­βά­νουν τα α­φη­ρη­μέ­να ου­σια­στι­κά. Ο στό­χος, πά­ντως, του Σκα­μπαρ­δώ­νη εί­ναι να προ­βάλ­λει ευ­κρι­νέ­στε­ρα η εμ­μο­νή του ή­ρωα. Στις πε­ρι­πτώ­σεις που αυ­τή δια­φεύ­γει των συ­νη­θι­σμέ­νων προ­ση­λώ­σεων, πα­ρα­τί­θε­ται, ως α­να­γκαία πα­ρέκ­βα­ση, το ι­στο­ρι­κό της, το ο­ποίο μπο­ρεί να ε­κλη­φθεί και ως το ψα­χνό της α­φή­γη­σης. Όπως, για πα­ρά­δειγ­μα, στο ε­ναρ­κτή­ριο «Zippo χρω­μίου με χά­ραγ­μα», ό­που  α­νι­στο­ρεί­ται το πώς προέ­κυ­ψε έ­νας πε­ρι­πτε­ράς συλ­λέ­κτης α­να­πτή­ρων και μά­λι­στα, α­πό την ε­φη­βεία του, που εί­θι­σται να εί­ναι η ε­πο­χή για τα πλέ­ον εν­δια­φέ­ρο­ντα ε­ρω­τι­κά α­νάμ­μα­τα.
Σε άλ­λα πά­λι διη­γή­μα­τα, που τον ή­ρωα α­πα­σχο­λεί έ­να έρ­γο, λί­γο-πο­λύ συ­νη­θι­σμέ­νο, η α­φή­γη­ση α­πλώ­νε­ται στο σχο­λα­στι­κό τρό­πο της ε­κτέ­λε­σής του. Όπως στην πε­ρί­πτω­ση ε­κεί­νου του ά­ψο­γου ο­δο­κα­θα­ρι­στή στο διή­γη­μα της προ­η­γού­με­νης συλ­λο­γής «Ο ο­δο­κα­θα­ρι­στής, 5.30 το πρωί», ή, στο πρό­σφα­το, «Το φί­δι στη φάτ­νη», του ιε­ρέα, που, ό­ταν έ­νας μι­κρός α­νέ­τρε­ψε την ώ­ρα της με­τά­λη­ψης το δι­σκο­πό­τη­ρο, σύρ­θη­κε στο δά­πε­δο και έ­γλει­ψε “σχο­λα­στι­κά, ε­πί­μο­να”, πό­ντο-πό­ντο τη με­τα­λα­βιά. Και α­κό­μη άλ­λων η­ρώων σε διη­γή­μα­τα της νέ­ας σο­δειάς, που α­ντι­με­τω­πί­ζουν τη δου­λειά τους ως λει­τούρ­γη­μα, σαν τον Κων­στα­ντι­νου­πο­λί­τη κυρ Σω­φρό­νιο, “κά­το­χο μο­να­δι­κής συ­ντα­γής για την πα­ρα­σκευή λου­κου­μιώ­ν”. 
Σε ο­ρι­σμέ­να διη­γή­μα­τα, ο συγ­γρα­φέ­ας υιο­θε­τεί την πε­ριο­ρι­σμέ­νη ο­πτι­κή γω­νία του α­φη­γη­τή, δο­κι­μά­ζο­ντας τον α­να­γνώ­στη. Σε α­ντί­θε­ση με τους συγ­γρα­φείς που τα δί­νουν ό­λα α­να­λυ­τι­κά, κά­πο­τε πε­ρισ­σό­τε­ρο και α­πό α­να­λυ­τι­κά, μην και βρει προ­σκόμ­μα­τα το πλα­τύ κοι­νό, ο Σκα­μπαρ­δώ­νης φαί­νε­ται σαν να δη­λώ­νει ό­τι τον εν­δια­φέ­ρουν γε­νι­κώς οι α­σκη­μέ­νοι α­να­γνώ­στες και ει­δι­κό­τε­ρα, οι ε­ξοι­κειω­μέ­νοι με τον κό­σμο των ι­στο­ριών του. Ένα κα­λό πα­ρά­δειγ­μα, εί­ναι η “προ­πό­νη­ση” του Μα­νώ­λη Χιώ­τη πριν α­νε­βεί στο πάλ­κο και αρ­χί­σει ε­κεί­νο το “α­δια­νό­η­το τα­ξί­μι”. Ο α­φη­γη­τής, θα λέ­γα­με ό­τι δί­νει ρέ­στα στην πε­ρι­γρα­φή του μου­σι­κού αυ­το­σχε­δια­σμού, α­φή­νει, ό­μως, στα αυ­το­νό­η­τα, τι εν­νο­εί με “την πιο σω­στή στά­ση” του σώ­μα­τος του ορ­γα­νο­παί­κτη, για την ε­πί­τευ­ξη της ο­ποίας ε­κεί­νος στέ­κε­ται γυ­μνός “με το λευ­κό σλιπ και τις λευ­κές κάλ­τσες”, “μια ο­λό­κλη­ρη ώ­ρα”, “μπρο­στά σ’ έ­ναν ο­λό­σω­μο κα­θρέ­φτη”. Ποιος θυ­μά­ται ό­τι ο Χιώ­της έ­παι­ζε μπου­ζού­κι πά­ντο­τε όρ­θιος; Πα­ρο­μοίως, στην ι­στο­ρία του ι­διο­φυούς πια­νί­στα, που κα­τέ­λη­ξε ε­ρη­μί­της στο Άγιο Όρος, μέ­νει στα αυ­το­νό­η­τα, ό­τι το τρα­γού­δι του τίτ­λου του διη­γή­μα­τος, «We will meet again», ή­ταν γνω­στή ε­πι­τυ­χία του 1940, ε­πο­χή πο­λέ­μου και α­πο­χαι­ρε­τι­σμών.  
Οι ε­ντυ­πω­σια­κό­τε­ροι, πά­ντως, τρε­λά­ρες της πρό­σφα­της συλ­λο­γής εί­ναι δυο φοι­τη­τές της Αρχι­τε­κτο­νι­κής, που δεν εί­χαν ι­διαί­τε­ρες ε­πι­δό­σεις στα μα­θή­μα­τα, αλ­λά ού­τε με­γά­λο εν­δια­φέ­ρον για τα ι­δε­ο­λο­γι­κο­πο­λι­τι­κά. Ού­τε καν για τα κο­ρί­τσια. Αυ­τούς τους εν­διέ­φε­ραν μό­νο οι “κα­τα­σκευές”. Χά­ρις σε αυ­τό το α­πο­κλει­στι­κό εν­δια­φέ­ρον τους, στα ό­ρια της μο­νο­μα­νίας, η κα­τα­σκευή στο σα­λό­νι τρί­πα­του ε­ρει­πιώ­δους νε­ο­κλα­σι­κού ε­νός ι­στιο­φό­ρου, κο­ντά πέ­ντε μέ­τρα μή­κους, σω­στού «Θα­λασ­σίου δαί­μο­νος», το κα­τέ­βα­σμά του α­πό το μπαλ­κό­νι, η κα­θέλ­κυ­σή του και ο πρώ­τος πλους α­πο­τε­λούν τα ε­πει­σό­δια μιας συ­ναρ­πα­στι­κής πε­ρι­πέ­τειας. Τύ­φλα να ’χει ο «Τυ­φώ­νας» του Τζό­ζεφ Κόν­ρα­ντ μπρο­στά “στη μπου­κα­δού­ρα που ρο­βο­λού­σε α­π’ το Άγιον Όρος και σά­ρω­νε ό­λο το πέ­λα­γος”. Εδώ, φαί­νε­ται, για άλ­λη μια φο­ρά, ό­τι ο συγ­γρα­φέ­ας δεν ε­πι­λέ­γει τυ­χαία το πρώ­το πρό­σω­πο. Με αυ­τό κα­τορ­θώ­νει και διο­χε­τεύει στην α­φή­γη­ση τον οί­στρο, που έ­χουν οι διη­γή­σεις ό­σων πα­ρα­μυ­θά­δων έρ­χο­νται α­πό τη λά­λα ρά­τσα των Ελλή­νων. Κι ό­πως α­πο­φθέγ­γε­ται, σε έ­τε­ρο διή­γη­μα, συ­νο­μι­λώ­ντας με τις τρεις Μοί­ρες, που τον ε­πι­σκέ­φτη­καν σαν τρεις “ε­ξαί­σιες στα­χτά­ρες”:  “Το πρό­βλη­μά μας εί­ναι ό­τι πρέ­πει να βρού­με έ­ναν νέο, βα­θύ­τε­ρο οί­στρο”. Πα­ραί­νε­ση, που θα μπο­ρού­σε να α­πευ­θύ­νε­ται σε νεό­τε­ρους συγ­γρα­φείς ή και σε ό­λους τους πο­λί­τες της χει­μα­ζό­με­νης χώ­ρας. 
Ενα άλ­λο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του μυ­θο­πλα­στι­κού κό­σμου του Σκα­μπαρ­δώ­νη εί­ναι ό­τι φα­ντά­ζει με­γα­λύ­τε­ρος του συ­νή­θους αν­θρω­πο­κε­ντρι­κού σύ­μπα­ντος. Αυ­τήν την αί­σθη­ση την προ­κα­λεί ο στε­νός συγ­χρω­τι­σμός των η­ρώων με τε­θνεώ­τες και ζω­ντα­νά. Οι ι­στο­ρίες για τον παπ­πού Θεό­δω­ρο Κλή­με­ντο, που στοι­χειώ­νει α­πό νω­ρίς τη συγ­γρα­φι­κή φα­ντα­σία, πα­ρου­σιά­ζουν θαυ­μα­στι­κά τις α­ντο­χές και τα γλέ­ντια των πα­λαιό­τε­ρων. Πα­ρο­μοίως, οι ι­στο­ρίες για τα πά­σης φύ­σεως ζω­ντα­νά, δο­ξά­ζουν τις συ­χνά πα­ρά­ξε­νες, με τα αν­θρώ­πι­να μέ­τρα και σταθ­μά, ι­κα­νό­τη­τές τους. Του αέ­ρος, ό­πως οι στα­χτά­ρες του πρό­σφα­του διη­γή­μα­τος, φτω­χοί συγ­γε­νείς των χε­λι­δο­νιών, αλ­λά με ε­ξαι­ρε­τι­κές ε­πι­δό­σεις, στο ση­μείο να κοι­μού­νται εν πτή­σει. Αλλά και της θά­λασ­σας, ό­πως ο θη­ριώ­δης γου­λια­νός διη­γή­μα­τος της προ­η­γού­με­νης συλ­λο­γής, που ε­γκλω­βί­στη­κε στην εκ­κλη­σία της Αγια-Βαρ­βά­ρας του χω­ριού Νε­ράι­δα, άλ­λο­τε πο­τέ στις όχ­θες του Αλιάκ­μο­να και ε­δώ και σα­ρά­ντα χρό­νια στο βυ­θό της λί­μνης Πο­λυ­φύ­του. Ή, α­κό­μη, το τρο­με­ρό γρι­βά­δι πα­λαιό­τε­ρου διη­γή­μα­τος, το ο­ποίο περ­νά ζωή χα­ρι­σά­με­νη στη μπα­νιέ­ρα του δια­με­ρί­σμα­τος ε­νός τρε­λά­ρα. Λι­γό­τε­ρα τα ό­ντα της ξη­ράς, αλ­λά το κε­νό α­να­πλη­ρώ­νουν οι εκ­πλη­κτι­κής ευ­φυΐας σκύ­λοι. Μό­νο που στα διη­γή­μα­τα του Σκα­μπαρ­δώ­νη δεν πα­ρου­σιά­ζο­νται σε ρό­λο θύ­μα­τος της αν­θρώ­πι­νης βίας, ό­πως τους θέ­λουν άλ­λοι ζωό­φι­λοι συγ­γρα­φείς, αλ­λά εκ­φο­βι­στή. 
Η α­φή­γη­ση του Σκα­μπαρ­δώ­νη δια­θέ­τει ό­λα τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της πα­ρα­μυ­θι­κής διή­γη­σης: ρυθ­μό, α­να­τρο­πές και το βο­ρειο­ελ­λα­δί­τι­κο λε­κτι­κό. Πέ­ραν, ό­μως, αυ­τών, ευ­θύς εξ αρ­χής,  δη­μο­σίευε και σύ­ντο­μα διη­γή­μα­τα της μιας το πο­λύ σε­λί­δας. Κα­θώς η τε­λευ­ταία συλ­λο­γή του κυ­κλο­φό­ρη­σε φθι­νό­πω­ρο του 2011, έ­γρα­ψε και δυο μί­νι διη­γή­μα­τα για τους τι­μώ­με­νους κα­τά το ε­πε­τεια­κό έ­τος. Μπο­ρεί να μην φτά­νουν ε­κεί­νο το μο­να­δι­κό διή­γη­μα της μιας πα­ρα­γρά­φου, «Ανα­φο­ρά υ­πα­στυ­νό­μου Ιωάν­νη Πε­τρά­κη», σε μια α­πό τις κα­λύ­τε­ρες συλ­λο­γές του, «Πά­λι κε­ντά­ει ο στρα­τη­γός», α­φού ο συγ­γρα­φέ­ας δεί­χνει να με­τριά­ζει την εκ­φρα­στι­κή του αυ­θορ­μη­σία, σί­γου­ρα πά­ντως δεν συ­γκρί­νο­νται με το δια­δι­κτυα­κό φρού­το του μπον­ζάϊ διη­γή­μα­τος, που ε­σχά­τως αν­θεί και στα κα­θ’ η­μάς. Πε­ρισ­σό­τε­ρο ευ­τυ­χεί του Ελύ­τη, «Η ποίη­ση βα­ρά­ει κα­τα­κέ­φα­λα», πα­ρά του Πα­πα­δια­μά­ντη με τον δά­νειο πα­πα­δια­μά­ντειο τίτ­λο «Νε­κρός τα­ξι­διώ­της». Φαί­νε­ται πως ο Σκα­μπαρ­δώ­νης “συ­νο­μι­λεί” κα­λύ­τε­ρα υ­πο­γείως με τον Σκια­θί­τη. Αυ­τήν την ε­ντύ­πω­ση δη­μιουρ­γούν τα υ­πο­κο­ρι­στι­κά που πυ­κνώ­νουν ή, α­κό­μη, κά­ποιες θα­λασ­σι­νές εκ­φρά­σεις σαν ε­κεί­νες τις δύ­στρο­πες του Πα­πα­δια­μά­ντη, που οι με­τα­γε­νέ­στε­ροι α­πέ­δω­σαν σε τυ­πο­γρα­φι­κά σφάλ­μα­τα. “Αί­θριος ο ου­ρα­νός, σταυ­ρω­μέ­νος α­πό τον βορ­ρά­ν”, γρά­φει ο Σκια­θί­της. “Έξω ο γαρ­μπής α­φιέ­ρω­νε”, ο Σκα­μπαρ­δώ­νης. Ίσως, ό­μως, σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση να μην πρό­κει­ται για “συ­νο­μι­λία”, αλ­λά για κοι­νά α­κού­σμα­τα. Απο­μέ­νει να ε­πι­χει­ρή­σου­με τη δια­κει­με­νι­κή λε­γό­με­νη προ­σέγ­γι­ση σε έ­να α­πό τα διη­γή­μα­τα, την ο­ποία υ­πο­στη­ρί­ζουν ο­ρι­σμέ­να πε­ρι­κει­με­νι­κά στοι­χεία, ό­πως α­πο­κα­λού­νται. Προ­σώ­ρας συ­νο­ψί­ζου­με: Ο συγ­γρα­φέ­ας “πε­ρί πολ­λών τυρ­βά­ζει”, ό­πως ο ί­διος δη­λώ­νει, την πε­ριο­χή, πά­ντως, της διη­γη­μα­το­γρα­φίας την πε­ρι­πο­λεί ευ­δο­κί­μως. 
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 11/11/2012.