Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

Η ευ­πρέ­πεια του κα­βα­φι­κού Έτους

Στις 30 Δεκ. 2012, με την α­να­κοί­νω­ση της Γραμ­μα­τείας Πο­λι­τι­σμού - τό­τε, λό­γω της συγ­χώ­νευ­σης Υπουρ­γείων, δεν υ­πήρ­χε ού­τε Υπουρ­γείο ού­τε Υπουρ­γός Πο­λι­τι­σμού – ό­τι το 2013 θα εί­ναι Έτος Κα­βά­φη, εί­χα­με εκ­φρά­σει κά­ποιους φό­βους. Αυ­τοί α­φο­ρού­σαν, κυ­ρίως, την αλ­λα­γή ι­διο­κτή­τη του κα­βα­φι­κού Αρχείου,   α­πό την οι­κο­γέ­νεια Γ. Π. Σαβ­βί­δη στο Ίδρυ­μα Ωνά­ση, που εί­χε α­να­κοι­νω­θεί στις αρ­χές Νοε. Οι α­σχο­λού­με­νοι με τον Κα­βά­φη και το έρ­γο του σιω­πού­σαν, δη­μιουρ­γώ­ντας την ε­ντύ­πω­ση ό­τι την θεω­ρού­σαν γε­γο­νός ήσ­σο­νος ση­μα­σίας, ε­νώ τα ΜΜΕ την πα­ρου­σία­ζαν με υ­περ­βάλ­λο­ντα εν­θου­σια­σμό. Κα­θώς το Έτος Κα­βά­φη εκ­πνέει, πυ­κνώ­νουν οι εν­δεί­ξεις ό­τι η με­τα­βί­βα­ση του Αρχείου σε άλ­λα χέ­ρια θα έ­χει βα­ρύ­νου­σα ση­μα­σία για την τύ­χες του Κα­βά­φη. Πά­ντως, ο Πρό­ε­δρος του Ιδρύ­μα­τος εί­χε προϊδεά­σει για τη σύλ­λη­ψη της α­ξιο­ποίη­σης του Αρχείου. Με την πα­ρα­λα­βή του και εν ό­ψει του Έτους Κα­βά­φη, εί­χε α­να­κοι­νώ­σει ό­τι “δεν θα κά­νου­νε συ­νέ­δριο Κα­βά­φη αλ­λά κά­τι που θα α­νοί­ξει τον κό­σμο προς τον ποιη­τή”. 
Πράγ­μα­τι, Συ­νέ­δριο δεν έ­κα­ναν και στο πρό­γραμ­μα της Στέ­γης για την “σε­ζόν 2013-14”, ό­πως πα­ρου­σιά­στη­κε στις 23 Σεπ., προ­βλέ­πε­ται “κύ­κλος Κα­βά­φη”, με σει­ρά δια­λέ­ξεων γύ­ρω α­πό τον ί­διον, το έρ­γο του και τη δια­σύν­δε­σή του με τη σύγ­χρο­νη ε­πο­χή. Ξε­κι­νούν στις 21 Ιαν. 2014, με “συ­ζή­τη­ση” του α­με­ρι­κα­νού με­τα­φρα­στή του συ­νό­λου των κα­βα­φι­κών ποιη­μά­των (έκδ. 2009) Ντά­νιελ Μέ­ντελ­σον με τον λέ­κτο­ρα νε­ο­ελ­λη­νι­κών σπου­δών του Πα­νε­πι­στη­μίου της Οξφόρ­δης Δη­μή­τρη Πα­πα­νι­κο­λά­ου. Να θυ­μί­σου­με ό­τι ο δεύ­τε­ρος εί­ναι ο Επι­στη­μο­νι­κός Σύμ­βου­λος του Αρχείου Κα­βά­φη στη νέα του στέ­γη και μέ­λος της εν­νε­α­με­λούς “ε­πι­στη­μο­νι­κής-ορ­γα­νω­τι­κής ε­πι­τρο­πής” του Έτους Κα­βά­φη. Δια­φω­τι­στι­κό της κα­βα­φι­κής του θεώ­ρη­σης εί­ναι το άρ­θρο του «Ο Κα­βά­φης στον 21ο αιώ­να» (Φεβ. 2011), με τον πλα­γιό­τιτ­λο, “έ­νας διε­θνής, πο­λυ­φω­νι­κός, πο­λυ­πρι­σμα­τι­κός και σί­γου­ρα ο­μο­φυ­λό­φι­λος Κα­βά­φης”. Στις 29 Οκτ., σε δεύ­τε­ρη συ­νέ­ντευ­ξη Τύ­που, α­να­κοι­νώ­θη­κε Συ­νέ­δριο για τον Ιούν. του 2014, ό­χι ε­πι­κε­ντρω­μέ­νο στον Κα­βά­φη, αλ­λά στη δια­χεί­ρι­ση Αρχείων με α­φορ­μή το συ­γκε­κρι­μέ­νο αρ­χεια­κό υ­λι­κό. Επίσης, οι “συ­ζη­τή­σεις”, πλήθυναν, με πρώ­τη τώρα στις  10 Δεκ., έ­χο­ντας θέ­μα «Ο Κα­βά­φης σή­με­ρα».   

Δια­φη­μι­στι­κή κα­μπά­νια

Όσο για το τι θα έ­κα­ναν για το ευ­ρύ κοι­νό, “τον κό­σμο”, ε­κεί­νη η αρ­χι­κή δια­τύ­πω­ση ή­ταν μάλ­λον σι­βυλ­λι­κή. Χρειά­στη­κε να πε­ρι­μέ­νου­με μέ­χρι τις 16 Σεπ., που εμ­φα­νί­στη­καν οι πρώ­τες νέ­ου τύ­που α­στι­κές “δρά­σεις” της Στέ­γης για την προ­βο­λή του σύγ­χρο­νου πο­λι­τι­σμού, ώ­στε να αρ­χί­σου­με να α­ντι­λαμ­βα­νό­μα­στε πως νο­εί­ται αυ­τό το “ά­νοιγ­μα”. Τό­τε, στα τέσ­σε­ρα συ­γκοι­νω­νια­κά μέ­σα της Αθή­νας, εμ­φα­νί­στη­καν, σε πε­ρίο­πτες θέ­σεις, έ­ντε­κα καλ­λι­τέ­χνες που θα εκ­θέ­σουν τη δου­λειά τους στη Στέ­γη. Με τη συ­μπλή­ρω­ση ε­νός μη­νός, αυ­τή η “δρά­ση” ή, για να μας κα­τα­λα­βαί­νει  και ο “κό­σμος”, η δια­φη­μι­στι­κή κα­μπά­νια, ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε, και στις 14 Οκτ. ήρ­θε η βα­σι­λεία του Κα­βά­φη σε συ­γκοι­νω­νια­κά μέ­σα του κλει­νού ά­στεως. Μό­νο που αυ­τή η “δρά­ση”, ό­πως α­να­κοι­νώ­θη­κε, θα διαρ­κέ­σει ό­χι έ­ναν αλ­λά τρεις μή­νες, του­τέ­στιν μέ­χρι τέ­λους του Έτους Κα­βά­φη. Το υ­ψη­λό κό­στος της δεν στά­θη­κε α­πα­γο­ρευ­τι­κό, α­φού το Ίδρυ­μα, ή­δη α­πό την α­πό­κτη­ση του Αρχείου, έ­δει­ξε, πως ό­ταν πρό­κει­ται για Κα­βά­φη, δεν κά­νει τσι­γκου­νιές. Για­τί ο Κα­βά­φης, με την κα­τάλ­λη­λη α­ξιο­ποίη­ση, μπο­ρεί να προ­σφέ­ρει διε­θνές κύ­ρος σε έ­να Ίδρυ­μα. Κα­τά την πρό­σφα­τη, συ­μπλη­ρω­μα­τι­κή συ­νέ­ντευ­ξη Τύ­που, οι πλη­θω­ρι­κές “δρά­σεις” που α­να­κοι­νώ­θη­καν κα­λύ­πτουν τα τέσ­σε­ρα ση­μεία του ο­ρί­ζο­ντα (Αθή­να-Οξφόρ­δη-Νέα Υόρ­κη-Σα­ντιά­γκο).    
Στην κα­μπά­νια ο Κα­βά­φης δεν εμ­φα­νί­ζε­ται μό­νος στις πε­ρί­βλε­πτες θέ­σεις αλ­λά με­τά στί­χων του, που α­να­μέ­νε­ται να μα­γνη­τί­σουν το βλέμ­μα. Στο πορ­τρέ­το ει­κο­νί­ζε­ται ως διο­πτρο­φό­ρος νε­α­ρός, με εμ­φα­νή ζω­γρα­φι­κά στοι­χεία γκρά­φι­τι. Εί­ναι έρ­γο της θεσ­σα­λο­νι­κιώ­τι­κης σχε­δια­στι­κής ο­μά­δας Beetroot, ελ­λη­νι­στί πα­ντζα­ρό­ρι­ζα, που έ­χει α­να­λά­βει α­πό πέ­ρυ­σι τη δια­φη­μι­στι­κή προώ­θη­ση των εκ­δη­λώ­σεων της Στέ­γης. Στα συ­νο­λι­κά εν­νέα δια­φη­μι­στι­κά τα­μπλό, το σκί­τσο συ­νο­δεύε­ται και α­πό έ­ναν δια­φο­ρε­τι­κό στί­χο. Κά­πο­τε δια­φή­μι­ση χρειά­ζο­νταν τα μα­κα­ρό­νια Μί­σκο, σή­με­ρα την θέ­λει και το καλ­λι­τε­χνι­κό και λο­γο­τε­χνι­κό έρ­γο, κα­θό­σον η α­ξία των πά­ντων α­νά­γε­ται στην ε­μπο­ρι­κή τους α­πο­τί­μη­ση. Ο Ακα­δη­μαϊκός Σύμ­βου­λος του Αρχείου Κα­βά­φη, ο­μό­τι­μος κα­θη­γη­τής Ανα­στά­σιος - Ιωάν­νης (Γιάν­νης ως ποιη­τής, ε­πι­φυλ­λι­δο­γρά­φος και με­λε­τη­τής) Με­τα­ξάς πε­ρι­μέ­νει να δει στις πω­λή­σεις των έρ­γων του ποιη­τή τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα της κα­μπά­νιας. 

Κο­ντή μνή­μη

Οι ε­μπνευ­στές της κα­μπά­νιας την πα­ρου­σιά­ζουν ως “νέ­ου τύ­που α­στι­κή δρά­ση” και οι α­πο­δέ­κτες, δη­μο­σιο­γρά­φοι και τα α­πο­κα­λού­με­να μέ­σα κοι­νω­νι­κής δι­κτύω­σης, την α­ντι­με­τω­πί­ζουν ως πρω­το­φα­νέ­ρω­τη ι­δέα. Πα­ρό­λο που στις με­γα­λου­πό­λεις αυ­τού του κό­σμου συ­νι­στά συ­νή­θη δια­φη­μι­στι­κό τρό­πο. Αφού ει­σά­γου­με τα πά­ντα, δια­φη­μι­στι­κές ι­δέες δεν θα α­ντι­γρά­ψου­με! Το κα­κό με μας εί­ναι ο υ­περ­βο­λι­κός τρό­πος με τον ο­ποίο κά­θε φο­ρά α­ντι­δρού­με και η κο­ντή μνή­μη μας. Να θυ­μί­σου­με πως πο­λύ πριν σκά­σουν μύ­τη οι Beetroot, η διευ­θύ­ντρια του Ε.ΚΕ.ΒΙ. έ­φερ­νε για πρώ­τη φο­ρά, με μια πα­ρό­μοια κα­μπά­νια,  τους Αθη­ναίους σε  ε­πα­φή με την ποίη­ση. Ο πρώ­τος που “τα­ξί­δε­ψε” στα λεω­φο­ρεία ή­ταν ο Σο­λω­μός, εν έ­τει 1997. Τό­τε δεν εί­χα­με ού­τε Με­τρό ού­τε Τραμ 
Για να μην δη­μιουρ­γη­θεί πα­ρε­ξή­γη­ση, στό­χος των Ιδρυ­μά­των, τό­τε και τώ­ρα, πα­ρα­μέ­νει η ε­ξοι­κείω­ση του κοι­νού με την ποίη­ση. Η υ­πεύ­θυ­νη του Σχε­δια­σμού δρά­σεων για “το ά­νοιγ­μα του κό­σμου προς τον ποιη­τή” Αφρο­δί­τη Πα­να­γιω­τά­κου, υ­πε­ρα­σπι­ζό­με­νη το κα­βα­φι­κό σκί­τσο της κα­μπά­νιας, ε­ξο­μο­λο­γεί­ται πως ε­πι­τυ­χία γι’ αυ­τούς εί­ναι τα ση­με­ρι­νά παι­διά να α­ντι­λη­φθούν τον Κα­βά­φη σαν ή­ρωα κό­μι­κς και τους στί­χους του σαν χι­π-χοπ τρα­γού­δια. Άλλω­στε, α­να­δι­φώ­ντας το Αρχείο Κα­βά­φη για να ε­μπνευ­στεί “δρά­σεις”, με­τα­ξύ άλ­λων και εκ­παι­δευ­τι­κά προ­γράμ­μα­τα, της α­πο­κα­λύ­φθη­κε ο “μπλό­γκε­ρ” Κα­βά­φης. Μπλο­γκ ε­μείς, μο­νό­φυλ­λα ε­κεί­νος. Του­λά­χι­στον το έ­να τρί­το α­πό τις ε­παυ­ξη­μέ­νες “δρά­σεις”, που προ­σώ­ρας φθά­νουν τις 19, α­πευ­θύ­νο­νται στα παι­διά. Εξ α­πα­λών ο­νύ­χων, λοι­πόν, Κα­βά­φης α­ντί για Βα­λαω­ρή­τι­δες και Πα­λα­μά­δες. Να ση­μειώ­σου­με ό­τι, τε­λι­κά, η τρι­με­λής ο­μά­δα υ­πευ­θύ­νων για το Αρχείο Κα­βά­φη και τις σχε­τι­κές “δρά­σεις” έ­γι­νε τε­τρα­με­λής, α­πο­κτώ­ντας και “project manager” τον δι­δά­σκο­ντα του Πα­νε­πι­στη­μίου της Οξφόρ­δης Θο­δω­ρή Χιώ­τη. Του­τέ­στιν Αθη­νά-Οξφόρ­δη 2-2 για τη φρο­ντί­δα ε­νός ελ­λη­νο­αγ­γλι­κού Κα­βά­φη.
Ερω­τι­κοί στί­χοι

Οι στί­χοι της κα­μπά­νιας α­να­σύρ­θη­καν α­πό ο­κτώ “ποιή­μα­τα του κα­νό­να” και έ­να α­πό τα “κρυμ­μέ­να”, με πρό­θε­ση να ταυ­τι­στούν νο­η­μα­τι­κά με τρέ­χου­σες α­νη­συ­χίες υ­πό τύ­πον σλό­γκαν. Κα­τά τον Ακα­δη­μαϊκό Σύμ­βου­λο, η ε­πι­λο­γή έ­γι­νε α­πό “μια ο­μά­δα ευ­πρε­πών και κα­τάλ­λη­λων αν­θρώ­πω­ν”. Αν αυ­τή η δια­τύ­πω­ση δεν έ­χει δη­μο­σιο­γρα­φι­κά πα­ρα­φθα­ρεί, α­πο­ρού­με πως εν­νο­εί το “ευ­πρε­πείς”. Δη­λα­δή θα μπο­ρού­σε να γί­νει και α­πό α­πρε­πείς, του­τέ­στιν αν­θρώ­πους που θα πρό­σβα­λαν την κοι­νή αι­σθη­τι­κή και η­θι­κή; Ή μή­πως με το “ευ­πρε­πείς” υ­παι­νίσ­σε­ται συ­ζη­τή­σεις των με­λών της ο­μά­δας γύ­ρω α­πό το κα­τά πό­σο θα έ­πρε­πε να συ­μπε­ρι­λη­φθούν ε­ρω­τι­κοί στί­χοι και αν ναι, πό­σοι και πό­σο τολ­μη­ροί. Για­τί μία δια­φο­ρε­τι­κή ι­δέα θα ή­ταν μία κα­μπά­νια με α­πο­κλει­στι­κά ε­ρω­τι­κούς στί­χους ε­νό­ψει και της Ημε­ρί­δας του Γαλ­λι­κού Ινστι­τού­του «Ο ο­μο­φυ­λό­φι­λος Κα­βά­φης» στις 19 Νοε. Όταν, μά­λι­στα, το Ίδρυ­μα προ ο­λί­γων η­με­ρών α­να­κοί­νω­σε “συ­ζή­τη­ση”, με θέ­μα «Ο ε­ρω­τι­κός Κα­βά­φης» για τις 28 Ιαν.
Πά­ντως, με την ε­πι­κρα­τού­σα διε­θνώς σε­ξο­λα­γνεία, κα­λύ­τε­ρα θα έ­δε­ναν οι προ­κλη­τι­κό­τε­ροι στί­χοι. Οπό­τε χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται “ευ­πρε­πείς”, για­τί ε­πέ­λε­ξαν μό­νο δυο στί­χους ε­ρω­τι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου α­πό ποιή­μα­τα του 1911-12 κι αυ­τοί ά­τολ­μοι για τα ση­με­ρι­νά γού­στα. “Το σώ­μα μου στες η­δο­νές θα δώ­σω”, α­πό το ποίη­μα, «Τα ε­πι­κίν­δυ­να», και ο δεύ­τε­ρος ή α­κρι­βέ­στε­ρα ο έ­νας και μι­σός “Επέ­στρε­φε συ­χνά και παίρ­νε με, / α­γα­πη­μέ­νη αί­σθη­σις...”, α­πό το ποίη­μα «Επέ­στρε­φε». Οι αν­θο­λό­γοι προ­χώ­ρη­σαν και στην α­πο­κο­πή στι­χι­κών τε­μα­χι­δίων, ό­που το έ­κρι­ναν α­πα­ραί­τη­το. Πά­ντως, στά­θη­καν “ευ­πρε­πείς”, κα­θώς δεν μπή­καν στον πει­ρα­σμό να συ­μπλη­ρώ­σουν τους στί­χους με ε­ρε­θι­στι­κό­τε­ρους α­πό τα ί­δια ποιή­μα­τα. Από την άλ­λη, ου­δείς θα χα­ρα­κτή­ρι­ζε μη “ευ­πρε­πές”, του­τέ­στιν α­νάρ­μο­στο, το κεί­με­νο του Αλέ­ξη Κα­λο­και­ρι­νού, που ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται σε έ­να α­πό τα “κρυμ­μέ­να” του 1919, κα­τα­ταγ­μέ­νο α­πό τον ποιη­τή στον φά­κε­λο «Πά­θη», το ποίη­μα «Ο δε­μέ­νος ώ­μος». Κα­θώς, δη­μο­σιευ­μέ­νο στο πρό­σφα­το α­φιέ­ρω­μα στον Κα­βά­φη του πε­ριο­δι­κού «Το Δέ­ντρο» (τχ. 193-194, Οκτ. 2013), α­πευ­θύ­νε­ται στους ο­λί­γους, που μπο­ρούν να ε­κτι­μή­σουν έ­να ξε­κί­νη­μα in medias res, “Το ε­ρω­τι­κό πρό­βλη­μα στον Κα­βά­φη δεν εί­ναι ο έ­ρω­τας γε­νι­κά, αλ­λά το σεξ ει­δι­κά.”
Λί­γο προ­γε­νέ­στε­ρο, του 1917, εί­ναι το “κρυμ­μέ­νο” α­πό το ο­ποίο α­πο­σπά­στη­κε ο στί­χος της κα­μπά­νιας, “Δεν έ­χω σή­με­ρα κε­φά­λι για δου­λειά.-” Ένας α­πό τους στί­χους, που ή­ταν προ­φα­νές, πως θα λει­τουρ­γή­σει με δια­φο­ρε­τι­κό νό­η­μα α­πό ε­κεί­νο που έ­χει στο ποίη­μα. Δια­φο­ρε­τι­κό έως και βλα­πτι­κό, κα­θώς α­πο­δί­δο­ντας στον ποιη­τή μια φρά­ση, που την λέ­με συ­χνά ό­ταν βα­ριό­μα­στε, συ­νώ­νυ­μη του δεν έ­χω διά­θε­ση, α­παλ­λασ­σό­μα­στε α­πό τυ­χόν ε­νο­χές για ο­κνη­ρία και χα­λα­ρό­τη­τα. Στο ποίη­μα, ε­κεί­νος που “μο­νο­λο­γεί” ή και γρά­φει ε­πι­στο­λή σε φί­λο “δεν έ­χει κε­φά­λι για δου­λειά”, του­τέ­στιν για ποίη­ση, “για­τ’ εί­ναι κά­πως τα­ραγ­μέ­νος” α­πό την προ­η­γού­με­νη, που ή­ταν “κά­τω απ’ του Συ­μεών τον στύ­λο” και φα­ντα­ζό­ταν τον α­σκη­τή “τριά­ντα πέ­ντε χρό­νια ε­πά­νω σ’ έ­ναν στύ­λο να ζει και να μαρ­τυ­ρεί”. Αυ­τά, το 450 μ.Χ., και ό­χι το 350 μ.Χ., ό­πως α­πό τυ­πο­γρα­φι­κό λά­θος α­να­φέ­ρε­ται στις ση­μειώ­σεις του βι­βλίου με τα «Κρυμ­μέ­να ποιή­μα­τα 1877;-1923».
Άλλοι στί­χοι της κα­μπά­νιας δια­τη­ρούν μέ­ρος του νοή­μα­τός τους. Όπως ο στί­χος “Εδώ που έ­φθα­σες, λί­γο δεν εί­ναι” α­πό το ποίη­μα, «Το πρώ­το σκα­λί», το πρωι­μό­τε­ρο α­πό τα ε­πι­λε­χθέ­ντα, δη­μο­σιευ­μέ­νο στο τέ­λος του προ­πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να ή και δυο με­τα­γε­νέ­στε­ροι, α­πό το ποίη­μα «Μάρ­τιαι Ει­δοί» του 1911, “Τα με­γα­λεία να φο­βά­σαι, ώ ψυ­χή” και α­πό το ποίη­μα «Ένας νέ­ος, της τέ­χνης του λό­γου – στο 24ον έ­τος του» του 1928, “Όπως μπο­ρείς πια δού­λε­ψε, μυα­λό.-”. Σε κα­μιά, ό­μως, πε­ρί­πτω­ση δεν συ­νο­ψί­ζουν το ποίη­μα, ό­πως ι­σχυ­ρί­στη­κε ο Ακα­δη­μαϊκός Σύμ­βου­λος.

Με­γά­λη ελ­λη­νι­κή α­ποι­κία

Οι έ­ξι στί­χοι της κα­μπά­νιας που α­να­φέ­ρα­με, α­πο­κομ­μέ­νοι α­πό τον ποιη­τι­κό τους κορ­μό, προσ­λαμ­βά­νο­νται οι δυο ε­ρω­τι­κά και οι άλ­λοι τέσ­σε­ρις υ­παρ­ξια­κά. Ένας έ­βδο­μος στί­χος α­νευ­ρέ­θη, σχε­δόν στα­νι­κά, για να κα­λυ­φθεί το μεί­ζον πρό­βλη­μα της με­τα­νά­στευ­σης. Για την α­κρί­βεια πρό­κει­ται για στι­χι­κό α­πό­ξε­σμα με την ε­πί­μα­χη λέ­ξη, “Ξέ­νος ε­γώ, ξέ­νος πο­λύ”, α­πό το «Μύ­ρης. Αλε­ξάν­δρεια του 340 μ.Χ.» του 1929. Χρειά­ζο­νταν, ό­μως, και δυο στί­χοι, που να εκ­φρά­ζουν το σώ­μα των πο­λι­τών. Για πα­ρό­μοιες ζη­τή­σεις α­νέ­κα­θεν πρό­σφο­ρο εί­ναι το ποίη­μα «Εν με­γά­λη ελ­λη­νι­κή α­ποι­κία, 200 π.Χ.». Γραμ­μέ­νο Απρ. 1928, αρ­χι­κά θεω­ρή­θη­κε προ­φη­τι­κό για την κα­τά­στα­ση στην ελ­λη­νι­κή πα­ροι­κία της Αι­γύ­πτου και με­τά, για την ση­με­ρι­νή “με­γά­λη ελ­λη­νι­κή α­ποι­κία”  του διε­θνούς δα­νει­στι­κού τζε­τ-σετ. Οι αν­θο­λό­γοι ε­πέ­λε­ξαν τον τε­λευ­ταίο στί­χο “Και τέ­λος πά­ντων, να, τρα­βου­μ’ ε­μπρός”, σί­γου­ροι πως ο “κό­σμος” θα κρα­τή­σει την αι­σιό­δο­ξη νό­τα, α­γνοώ­ντας, δη­λα­δή μη γνω­ρί­ζο­ντας και ό­χι α­δια­φο­ρώ­ντας για την κα­βα­φι­κή ει­ρω­νεία. Ανα­ζη­τώ­ντας έ­ναν δεύ­τε­ρο στί­χο ή έ­στω στι­χι­κό α­πό­ξε­σμα με λέ­ξη υ­ψη­λής συ­χνό­τη­τας στον ε­πι­και­ρι­κό θό­ρυ­βο, α­λίευ­σαν τον δεύ­τε­ρο στί­χο του τε­λευ­ταίου ε­ξά­στι­χου “Να μη βια­ζό­με­θα· είν’ ε­πι­κίν­δυ­νον πράγ­μα η βία”. 
Ακέ­ραιος ο στί­χος ται­ριά­ζει στις σπα­σμω­δι­κές κι­νή­σεις των κυ­βερ­νό­ντων σή­με­ρα. Ωστό­σο, οι ε­μπνευ­στές της κα­μπά­νιας ή­θε­λαν μάλ­λον να ε­στιά­σουν την προ­σο­χή στη λέ­ξη βία που ε­ντέ­χνως σκιά­ζει τις μέ­ρες μας και ό­χι βε­βαίως, στη βιά, γι’ αυ­τό και κρά­τη­σαν κο­λο­βό το στί­χο, “Είν’ ε­πι­κίν­δυ­νον πράγ­μα η βία”. Κι ό­μως, δεν έ­χει πε­ρά­σει και τό­σος και­ρός α­πό το πο­λυ­συ­ζη­τη­μέ­νο πε­ρι­στα­τι­κό που προέ­κυ­ψε με τη σο­λω­μι­κή βία. Ορα­μα­τι­ζό­με­νος την Ελευ­θε­ρία ο Επτα­νή­σιος ποιη­τής, τη βια­σύ­νη εί­χε κι αυ­τός κα­τά νου, αλ­λά έ­νας βου­λευ­τής εί­χε ερ­μη­νεύ­σει τη λέ­ξη βιά στο στί­χο του Εθνι­κού Ύμνου ως ά­σκη­ση σω­μα­τι­κής βίας. Όπως, τό­τε, ο βου­λευ­τής υ­πε­ρα­σπί­στη­κε με σθέ­νος την ά­πο­ψή του, το ί­διο έ­πρα­ξε ο Ακα­δη­μαϊκός Σύμ­βου­λος για τη εν λό­γω ε­πι­λο­γή της κα­μπά­νιας: “Εί­ναι έ­νας στί­χος που προ­κα­λεί α­νη­συ­χία διό­τι ο κό­σμος δεν ξέ­ρει ό­τι ο ποιη­τής εν­νο­εί τη βια­σύ­νη κι έ­τσι συ­νε­χί­ζε­ται ο διά­λο­γος.” Πα­ρό­μοιες α­πό­ψεις τον α­δι­κούν ως με­λε­τη­τή, αλ­λά αυ­τά πα­θαί­νουν οι πα­νε­πι­στη­μια­κοί, που α­να­λαμ­βά­νουν θέ­σεις συμ­βού­λων και προέ­δρων. Πά­ντως, τα ε­πί­μα­χα τα­μπλό άλ­λα­ξαν τά­χι­στα και ο στί­χος α­πο­κα­τα­στά­θη­κε. Μό­νο που ο πρό­ε­δρος του Ιδρύ­μα­τος ε­πέ­μει­νε πως αυ­τό δεν έ­γι­νε προς διόρ­θω­ση αλ­λά για να η­συ­χά­σει τις α­ντι­δρά­σεις μι­κρής με­ρί­δας του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ. Η Αρι­στε­ρά φη­μί­ζε­ται για το πο­λι­τι­στι­κό της ε­πί­πε­δο, ωστόσο το σλό­γκαν παραμένει σλό­γκαν με τις σημερινές γλωσσικές προσλήψεις. Όσο για τα πρώ­τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα της “δρά­σης” στα συ­γκοι­νω­νια­κά μέ­σα, αυ­τά θα διε­ρευ­νη­θούν αύ­ριο, σε τά­χι­στα διορ­γα­νω­θεί­σα συ­ζή­τη­ση, «Τι συμ­βαί­νει ό­ταν ο Κα­βά­φης μπαί­νει στο Με­τρό», στη νέα κα­βα­φι­κή Στέ­γη.
    
Το με­γά­λο ναι

Κα­τά τα άλ­λα, το Αρχείο Κα­βά­φη μέ­νει μέ­χρι στιγ­μής α­νε­νερ­γό. Ένα μο­να­δι­κό ί­χνος χρή­σης του α­πό τον Ακα­δη­μαϊκό Σύμ­βου­λο συ­να­ντά­με στο πρό­σφα­το α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού «Το Δέ­ντρο». Αντλώ­ντας θη­σαυ­ρούς α­πό την κε­φαλ­λή­νια κα­τα­γω­γή του και την πα­ρού­σα θέ­ση του, στο κεί­με­νό του, θέ­τει ε­αυ­τόν “ε­νώ­πιον ε­νω­πίοις” με Λα­σκα­ρά­το και Κα­βά­φη. Δεν ερ­μη­νεύει, αλ­λά ε­πι­διώ­κει το “εν­δο­πα­θη­τι­κό νιώ­σι­μο” αλ­λιώς το erlebnis του Βίλ­χελμ Ντιλ­τάϋ. Σαν ποιη­τής που έ­ζη­σε εκ των έ­σω και ε­νερ­γά τον πο­λι­τι­κό α­νε­μο­στρό­βι­λο της ύ­στε­ρης πα­παν­δρεϊκής ε­πο­χής στα τέ­λη της δε­κα­ε­τίας του ’80, α­νή­κει “στους λί­γους” που “το μπο­ρού­ν”. Αν, ό­μως, ο Με­τα­ξάς δεί­χνει κα­λός γνώ­στης της ι­δε­α­λι­στι­κής γερ­μα­νι­κής φι­λο­σο­φίας στα χρό­νια της κα­βα­φι­κής ω­ρι­μό­τη­τας, η Λί­τσα Χατ­ζο­πού­λου, α­να­σύ­ρο­ντας δη­μο­σίευ­μα του Γ. Π. Σαβ­βί­δη α­πό τις 21 Ιουλ. 1973 για να δεί­ξει την ευ­ρεία χρή­ση του κα­βα­φι­κού λό­γου, ε­πι­δει­κνύει ό­χι κα­λή μνή­μη, μια και τό­τε ή­ταν α­κό­μη στο νη­πια­γω­γείο, αλ­λά κα­λή ε­πο­πτεία.  
Πα­ρα­μο­νές του πο­λι­τεια­κού δη­μο­ψη­φί­σμα­τος, α­γα­να­κτού­σε ο Σαβ­βί­δης με «ΤΟ ΜΕ­ΓΑ­ΛΟ ΝΑΙ», που ή­ταν τοι­χο­κολ­λη­μέ­νο σε “ο­δούς, πλα­τέες, και πύ­λες της πε­ριώ­νυ­μης πό­λεως Αντιο­χείας”, παρ­μέ­νο α­πό το γνω­στό κα­βα­φι­κό ποίη­μα. Τό­τε, ό­μως, δεν α­να­φε­ρό­ταν το ό­νο­μα Κα­βά­φης. Στις “σκέ­ψεις για την ε­πι­και­ρό­τη­τα του Κα­βά­φη”, η Χατ­ζο­πού­λου σχο­λιά­ζει “την φω­το­γρα­φι­κή α­κρί­βεια” με την ο­ποία το ποίη­μα πε­ρί της “με­γά­λης ελ­λη­νι­κής α­ποι­κίας” α­ντα­να­κλά τη ση­με­ρι­νή κα­τά­στα­ση, προ­φη­τεύο­ντας τα σλό­γκαν της κα­μπά­νιας. Εκτός κι αν α­νή­κει “στην ο­μά­δα των ευ­πρε­πών και κα­τάλ­λη­λων που ε­πέ­λε­ξαν τους στί­χους”. Με τους α­νώ­νυ­μους ε­πι­τρο­πών και δι­κτύων, πο­τέ δεν ξέ­ρεις.
Βρι­σκό­μα­στε κο­ντά στον ε­πί­λο­γο του κα­βα­φι­κού Έτους. Εάν ε­ξαι­ρέ­σου­με τα “κι­νη­μα­τι­κά ι­δε­ο­λο­γή­μα­τα”, τι, τε­λι­κά, ου­σια­στι­κό θα κρα­τη­θεί ως μελ­λο­ντι­κή υ­πο­θή­κη απ’ ό­σες “δρά­σεις” διεκ­πε­ραιώ­θη­καν γύ­ρω α­πό τον Aλε­ξαν­δρι­νό, πα­ρα­μέ­νει α­κό­μη ζη­τού­με­νο. Με τον τερ­μα­τι­σμό των ε­πε­τεια­κών εκ­δη­λώ­σεων και α­φού με­σο­λα­βή­σει κά­ποιο ι­κα­νό διά­στη­μα α­πο­το­ξί­νω­σης, ί­σως τό­τε να φα­νεί το α­πό­σταγ­μα απ’ ό­σα συ­νέ­βη­σαν “μές στές πολ­λές κι­νή­σεις κι ο­μι­λίες”. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 3/11/2013.

Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

Σαν μυθιστόρημα






















Ο Γιώργος Σεβαστίκογλου το 1942,
εποχή γνωριμίας του με την Άλκη Ζέη.


Άλκη Ζέη
«Με μολύβι φάμπερ
νούμερο δυο»
Εκδόσεις Μεταίχμιο
Σεπτέμβριος 2013 

Τα τε­λευ­ταία χρό­νια οι αυ­το­βιο­γρα­φίες πλη­θαί­νουν, κα­θώς αρ­κε­τοί διά­ση­μοι α­πό διά­φο­ρους χώ­ρους ε­ξι­στο­ρούν τα του βίου τους. Συμ­βάλ­λει και η με­γά­λη ζή­τη­ση που έ­χουν πα­ρό­μοια βι­βλία, τα ο­ποία φτά­νουν να συ­να­γω­νί­ζο­νται τα α­πο­κα­λού­με­να ροζ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Κά­πως έ­τσι, α­πό ε­να­σχό­λη­ση αν­θρώ­πων με δη­μιουρ­γι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα, ε­πι­θυ­μη­τή α­πό μια η­λι­κία και ύ­στε­ρα ώ­στε να δια­σω­θεί το α­πο­τα­μίευ­μα ε­μπει­ρίας, κα­τέ­λη­ξε κερ­δο­φό­ρα ε­πι­χεί­ρη­ση. Στην ποι­κι­λία των αυ­το­βιο­γρα­φού­με­νων, την πρώ­τη θέ­ση κα­τέ­χουν οι συγ­γρα­φείς. Πρό­σφα­τα έ­χουν προ­κύ­ψει μέ­χρι και εκ­δο­τι­κές σει­ρές με τις αυ­το­βιο­γρα­φίες τους, στις ο­ποίες συμ­με­τέ­χουν με­σή­λι­κες, κά­πο­τε και νεό­τε­ροι, που, μη έ­χο­ντας ε­παρ­κές βιω­μα­τι­κό α­πό­θε­μα, κα­τα­φεύ­γουν σε συ­χνά α­νια­ρή ομ­φα­λο­σκό­πη­ση. Πολ­λοί α­πό αυ­τούς, μά­λι­στα, κά­νουν ε­κτε­τα­μέ­νη χρή­ση προ­σω­πι­κών στοι­χείων και στο στή­σι­μο ή τη διάν­θι­ση των μυ­θι­στο­ρη­μά­των τους. 
Στη δυ­σμε­νή προ­διά­θε­ση, που έ­χει προ­κα­λέ­σει αυ­τός ο ε­να­γκα­λι­σμός της αυ­το­βιο­γρα­φίας με το σκαν­δα­λο­θη­ρι­κό α­νά­γνω­σμα και το μυ­θι­στό­ρη­μα, το και­νού­ριο βι­βλίο της Άλκης Ζέη έρ­χε­ται να σώ­σει τη χα­μέ­νη τι­μή της αυ­το­βιο­γρα­φίας. Όπως εί­χε κα­τορ­θώ­σει πριν εί­κο­σι έ­ξι χρό­νια να στή­σει έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα με ο­λο­κλη­ρω­μέ­νους χα­ρα­κτή­ρες, βα­σι­σμέ­νο στα α­λη­θι­νά γε­γο­νό­τα α­πό μια πε­ρίο­δο της ε­νή­λι­κης ζωής της, τώ­ρα ε­ξι­στο­ρεί τα παι­δι­κά, ε­φη­βι­κά και πρώ­τα νε­α­νι­κά χρό­νια της σαν μυ­θι­στό­ρη­μα. Αν δεν εί­χε προ­λά­βει ο Ξε­νό­που­λος, στο πρό­σφα­το βι­βλίο της θα ταί­ρια­ζε ο τίτ­λος της δι­κής του αυ­το­βιο­γρα­φίας, «Η ζωή μου σαν μυ­θι­στό­ρη­μα», κα­θώς πρό­κει­ται για μια συ­ναρ­πα­στι­κή α­φή­γη­ση. Όσο α­φο­ρά την α­νά­κλη­ση αυ­τού του αρ­κε­τά μα­κρι­νού πα­ρελ­θό­ντος, στη­ρί­χτη­κε, ό­πως γρά­φει, στη μνή­μη της και στη μνή­μη της μο­νά­κρι­βης α­δελ­φής της. 
Συν­δυα­σμός, που εκ­πλήσ­σει με την α­κρί­βειά του, ι­δίως, ό­ταν πρό­κει­ται για πρό­σω­πα, που δεν έ­χει συ­γκρα­τή­σει η Ιστο­ρία της ε­πο­χής και σώ­ζο­νται μό­νο σε α­να­φο­ρές ει­δι­κών πραγ­μα­τειών και α­πο­μνη­μο­νευ­μά­των. Ή και ό­ταν α­φο­ρά ε­πι­μέ­ρους λε­πτο­μέ­ρειες του βιο­γρα­φι­κού γνω­στών προ­σώ­πων. Για πα­ρά­δειγ­μα, στην πρώ­τη σε­λί­δα, διορ­θώ­νε­ται η η­με­ρο­μη­νία γέν­νη­σης του φί­λου της α­πό τα χρό­νια της Δι­κτα­το­ρίας στο Πα­ρί­σι, Χόρ­χε Σε­μπρούν. Όλες οι πη­γές που γνω­ρί­ζου­με τον φέ­ρουν γεν­νη­θέ­ντα στις 10 Δεκ. 1923. Η Ζέη α­να­φέ­ρει πως εί­χε γε­νέ­θλια την ί­δια μέ­ρα με ε­κεί­νη και τον Νί­κο Κούν­δου­ρο, στις 15 Δεκ. Όπως θυ­μί­ζει, “ο Σε­μπρούν έ­φυ­γε πριν α­πό λί­γο και­ρό”, στις 7 Ιουν. 2011. Τα πρώ­τα τους βι­βλία, «Το με­γά­λο τα­ξί­δι» του Σε­μπρούν και το δι­κό της, «Το κα­πλά­νι της βι­τρί­νας», εί­χαν εκ­δο­θεί την ί­δια χρο­νιά, πριν 50 χρό­νια. Ενώ, στη δε­κα­ε­τία του ’80, εί­χαν κυ­κλο­φο­ρή­σει δυο ση­μα­ντι­κά βι­βλία τους, και τα δυο α­πό τις εκ­δό­σεις Θε­μέ­λιο. Το 1983, «Ο δεύ­τε­ρος θά­να­τος του Ρα­μόν Μερ­κα­ντέρ», σε με­τά­φρα­ση Άρη Αλε­ξάν­δρου, και το 1987, «Η αρ­ρα­βω­νια­στι­κιά του Αχιλ­λέ­α».
Ο τίτ­λος, που η συγ­γρα­φέ­ας ε­πι­λέ­γει για την αυ­το­βιο­γρα­φία της, κυ­ριο­λε­κτεί. “Με μο­λύ­βι φά­μπερ νού­με­ρο δύο” έ­γρα­φε, α­πό το δη­μο­τι­κό, τα πρώ­τα ε­ξω­σχο­λι­κά κεί­με­νά της. Αυ­τός ο τύ­πος μο­λυ­βιού γρά­φει μα­λα­κά, με βα­θιούς τό­νους. Αντι­στοί­χως, ο τρό­πος που πα­ρου­σιά­ζε­ται η α­φη­γή­τρια δεί­χνει έ­ναν άν­θρω­πο ή­πιο και τρυ­φε­ρό, που ε­ξι­στο­ρεί προ­χω­ρώ­ντας στο βά­θος των πραγ­μά­των. Μέ­χρι συ­μπλεγ­μα­τι­κές θα χα­ρα­κτή­ρι­ζε ο παπ­πούς Φρόυ­ντ α­πο­φάν­σεις του τύ­που: “ή­μου­να μια α­σή­μα­ντη μα­θή­τρια”, “δεν ή­μου­να ψη­λή και φα­ντα­χτε­ρή”, η με­γα­λύ­τε­ρη α­δελ­φή μου “α­πό μι­κρή με θεω­ρού­σε κου­τού­τσι­κη. Άλλω­στε το πα­ρα­τσού­κλι μου ή­ταν Κου­το­κού­λι.” Μό­νο που το “Κου­το­κού­λι μας προέ­κυ­ψε συγ­γρα­φέ­ας”, ό­πως σχο­λιά­ζει η α­δελ­φή της, και μά­λι­στα, έ­νας συγ­γρα­φέ­ας με το χά­ρι­σμα του αυ­το­σαρ­κα­σμού.

Η Λε­νού­λα...

Το βι­βλίο εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νο στην α­δελ­φή της, “στη Λε­νού­λα”, στην ο­ποία πα­ρα­χω­ρεί πρω­τα­γω­νι­στι­κό ρό­λο, α­κό­μη και στην ει­κο­νο­γρά­φη­ση. Εί­ναι η ί­δια που ε­νέ­πνευ­σε την Αντι­γό­νη στο δεύ­τε­ρο βι­βλίο της, του 1971, «Ο με­γά­λος πε­ρί­πα­τος του Πέ­τρου». Εκεί εί­ναι η με­γα­λύ­τε­ρη α­δελ­φή του Πέ­τρου, που “κοι­μό­τα­νε με 68 κου­ρε­λά­κια στο κε­φά­λι, για να έ­χει μαλ­λί φου­ντω­τό σα κου­νου­πί­δι. Όλοι έ­λε­γαν ό­τι μοιά­ζει στην διά­ση­μη α­με­ρι­κα­νί­δα η­θο­ποιό και τρα­γου­δί­στρια Ντιά­να Ντάρ­μπι­ν”. Στην αυ­το­βιο­γρα­φία, ά­νοι­ξη 1939, “η Λε­νού­λα τυ­λί­γει τα μαλ­λιά της σε κου­ρε­λά­κια πριν πέ­σει να κοι­μη­θεί” και εί­ναι “α­να­γνω­ρι­σμέ­νο α­πό ό­λα τα σχο­λεία πως έ­μοια­ζε” στην Ντάρ­μπιν. Αρρέ­νων και θη­λέων, Ιό­νιος Σχο­λή, Μπερ­ζάν, Μα­κρή και Αη­δο­νο­πού­λου, που πα­ρα­κο­λου­θού­σαν σε πρωι­νή προ­βο­λή του Ρεξ ται­νία της α­με­ρι­κα­νί­δας σταρ. Με “κα­ρό φού­στα και σο­σο­νά­κια και οι δυο”, η η­θο­ποιός και η κα­τά δυό­μι­σι χρό­νια νεό­τε­ρη Ελλη­νί­δα σω­σίας της, η ο­ποία “ση­κώ­θη­κε όρ­θια και χαι­ρέ­τη­σε τα πλή­θη” που “φώ­να­ζαν ρυθ­μι­κά: Λε-νου-λα Λε-νου-λα”. Αστέ­ρι η Ντά­μπιν στις δε­κα­ε­τίες του ’30 και του ’40, μέ­χρι ο νεό­τε­ρος των κο­ρι­τσιών Θω­μάς Γκόρ­πας, θυ­μό­ταν να α­κούει τα τρα­γού­δια της. Τα ΜΜΕ την ξα­να­θυ­μή­θη­καν ε­φέ­τος τον Μάη με το θά­να­τό της. Η Ντάρ­μπιν έ­κα­νε το ντε­μπού­το της δε­κα­πε­ντά­χρο­νη και πριν κλεί­σει τα τριά­ντα, το 1949, ε­γκα­τέ­λει­ψε τον κι­νη­μα­το­γρά­φο, α­κο­λου­θώ­ντας τον τρί­το σύ­ζυ­γό της. 
Στο εν­διά­με­σο, Οκτ. 1942, ξε­κί­νη­σε το ει­δύλ­λιο της Λε­νού­λας με τον Νί­κο Γκά­τσο, που κρά­τη­σε μέ­χρι το 1946. Έτσι ό­πως το πα­ρου­σιά­ζει η Ζέη, δί­νει σπά­νια μαρ­τυ­ρία για μια σχε­δόν ά­γνω­στη πλευ­ρά του Γκά­τσου. Αυ­τήν του ε­ρω­τευ­μέ­νου. Κα­μία σύ­γκρι­ση με τον Γκά­τσο της πρό­σφα­της “μυ­θι­στο­ρίας” της Αγα­θής Δη­μη­τρού­κα, «Που­λά­με τη ζωή χρεώ­νου­με τον θά­να­το». Εδώ, εί­ναι ο τρια­ντά­ρης ά­ντρας, που ζει έ­ναν κε­ραυ­νο­βό­λο και πα­ρά­φο­ρο έ­ρω­τα. Απ’ αρ­χής μέ­χρι τέ­λους, τον εκ­φρά­ζει με τρό­πο δα­ψι­λή και υ­περ­βο­λι­κό. “Μια τε­ρά­στια αν­θο­δέ­σμη α­πό κλω­νά­ρια α­μυ­γδα­λιάς” συ­νο­δεύει την πρώ­τη πρό­σκλη­ση στου Λου­μί­δη για κα­φέ. Με α­πει­λή για ε­σπευ­σμέ­νη α­να­χώ­ρη­σή του στη Γερ­μα­νία, την ο­ποία πα­ρου­σιά­ζει ως αυ­το­χει­ρία ε­νέρ­γεια, α­πο­σπά την πρώ­τη κα­τά μό­νας συ­νά­ντη­ση. Μέ­χρι που “νοι­κιά­ζει α­μα­ξά­κι με ά­λο­γο – δυο υ­πήρ­χαν σ’ ό­λη την Αθή­να – για να την πά­ει βόλ­τα”. Για να ε­ντυ­πω­σιά­σει την δε­κα­ο­χτά­χρο­νη, ε­πι­δει­κνύει α­χα­λί­νω­τη φα­ντα­σία. Μέ­σα στην Κα­το­χή, σκαρ­φί­ζε­ται μια μυ­στι­κή α­πο­στο­λή στην Αί­γυ­πτο. Εξα­φα­νί­ζε­ται έ­να δε­κα­πεν­θή­με­ρο, ε­πι­στρα­τεύο­ντας τον Ελύ­τη ως κο­μι­στή της α­πο­χαι­ρε­τι­στή­ριας ε­πι­στο­λής, που έ­γρα­φε, “Αν δεν γυ­ρί­σω και χα­θώ, να ξέ­ρεις πως σε α­γά­πη­σα πο­λύ”. Ένας έ­ρω­τας που θάλ­λει χά­ρις και στα πα­ρα­μύ­θια που της λέει, α­να­δει­κνυό­με­νος σε υ­πέ­ρο­χο τε­ρα­το­λό­γο. Εκεί­νη, ό­μως, εί­ναι έ­να ρο­μα­ντι­κό κο­ρί­τσι, που δια­λέ­γει στα πε­ριο­δι­κά μό­δας το νυ­φι­κό της “κι ο­νει­ρεύε­ται πως εί­ναι νύ­φη στο μπρά­τσο του Γκά­τσου που σί­γου­ρα θα φο­ρά σμό­κιν”. 
“Δεν ή­τα­νε ω­ραίος, ή­τα­νε ό­μορ­φος. Πο­λύ ψη­λός, μά­τια σχι­στά, α­ρι­στο­κρα­τι­κά χέ­ρια. Κα­τά­μαυ­ρα μαλ­λιά. Έμοια­ζε με ι­σπα­νό ευ­γε­νή.” Αυ­τή ή­ταν η πρώ­τη ε­ντύ­πω­ση της Ζέη α­πό τον Γκά­τσο. Πά­ντως, ε­κεί­νος δεν α­ντέ­δρα­σε ως ι­σπα­νός ευ­γε­νής, ού­τε ό­ταν τέ­θη­κε θέ­μα γά­μου ού­τε, ό­ταν, με­τά το χω­ρι­σμό τους, κα­τά­λα­βε πως τη θέ­ση του στην καρ­διά της Λε­νού­λας εί­χε πά­ρει άλ­λος. Μάλ­λον συ­μπε­ρι­φέρ­θη­κε σαν γνή­σιος Έλλη­νας. Την μεν κου­λού­ρα δεν την έ­βα­λε, αλ­λά έ­σπα­σε τα τζά­μια του σπι­τιού του α­ντί­ζη­λου. Όσο για την Λε­νού­λα βρή­κε το ταί­ρι της, ό­πως και η Ντάρ­μπιν, στον τρί­το της έ­ρω­τα. Η με­γα­λύ­τε­ρη α­δελ­φή και οι νε­α­νι­κοί έ­ρω­τές της δεν ε­νέ­πνευ­σαν στη Ζέη έ­να αυ­το­τε­λές μυ­θι­στό­ρη­μα. Κρί­μα, κα­θώς θα ε­νέ­πλε­κε δυο ποιη­τές, που δεν ά­φη­σαν η­με­ρο­λό­για και ε­πι­στο­λές, τον Γκά­τσο και τον Νί­κο Κα­ρύ­δη, πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στό ως έ­ναν της τριά­δας που ί­δρυ­σε τον «Ίκα­ρο».  Θα μπο­ρού­σε, για πα­ρά­δειγ­μα, να έ­χει τίτ­λο, “οι αρ­ρα­βω­νια­στι­κοί της Ελέ­νης”. Η με­γα­λύ­τε­ρη α­δελ­φή εί­χε πά­ρει το ό­νο­μά της α­πό την κρη­τι­κιά, εκ πα­τρός, για­γιά. Ενώ, το Άλκη εί­ναι υ­πο­κο­ρι­στι­κό του Αγγε­λι­κή. Έτσι λέ­γα­νε την άλ­λη για­γιά, την Σα­μιώ­τισ­σα, το γέ­νος Νι­κο­λα­ραΐζη. Συγ­γέ­νευε, ά­ρα­γε, με τον δι­πλω­μά­τη και κρι­τι­κό λο­γο­τε­χνίας Δη­μή­τρη Νι­κο­λα­ραΐζη, που ή­ταν κι αυ­τός Σα­μιώ­της, α­πό πλού­σια οι­κο­γέ­νεια ε­μπό­ρω­ν;  

Δια­δο­χι­κά προ­σω­πεία

Η συγ­γρα­φέ­ας πλά­θει τα δια­δο­χι­κά προ­σω­πεία της α­φη­γή­τριας - παι­δί, έ­φη­βη, νε­α­ρή κο­πέ­λα – χω­ρίς να πα­ρεμ­βαί­νει α­πό τη θέ­ση του ε­νή­λι­κα στον τρό­πο που ε­κεί­νη, σε κά­θε μια πε­ρίο­δο, βλέ­πει συ­νο­μή­λι­κους και με­γα­λύ­τε­ρους, κα­θώς και στο πώς α­ντι­λαμ­βά­νε­ται ό­σα συμ­βαί­νουν στον στε­νό οι­κο­γε­νεια­κό χώ­ρο ή στο πώς α­ντι­δρά στους α­ντί­κτυ­πους που έ­χει η γε­νι­κό­τε­ρη κα­τά­στα­ση στην Ελλά­δα και τον υ­πό­λοι­πο κό­σμο στον δι­κό της κό­σμο του σπι­τιού και του σχο­λείου. Για τα σχό­λια του ε­νή­λι­κα έ­χει προ­βλέ­ψει πλα­γιο­γράμ­μα­τες πε­ρι­κο­πές. Σχε­τι­κά λι­γο­στές και σύ­ντο­μες, με μι­κρό­τε­ρα στοι­χεία, ευ­τυ­χώς ε­λά­χι­στα πα­ραλ­λάσ­σουν ή ε­κλο­γι­κεύουν τις αλ­λο­τι­νές ε­κτι­μή­σεις. Μό­νο προ­σθέ­τουν με­τα­γε­νέ­στε­ρα συμ­βά­ντα και θα­νά­τους, που συ­μπλη­ρώ­νουν μεν την ει­κό­να, αλ­λά προ­σθέ­τουν και κά­ποιες πέν­θι­μες νό­τες. Από μια ά­πο­ψη, αυ­τή η γεύ­ση του τέ­λους υ­πο­στέλ­λει τον α­νά­λα­φρο τό­νο της α­φή­γη­σης, που κυ­μαί­νε­ται α­πό την σκαν­δα­λιά­ρι­κη διά­θε­ση του παι­διού, στην πε­ρι­παι­κτι­κή της ε­φη­βείας και την χιου­μο­ρι­στι­κή της ε­νη­λι­κίω­σης. Αν και αυ­τή η τε­λευ­ταία κα­τα­λή­γει σε πι­κρά ει­ρω­νι­κή, ό­ταν η κα­τά­στα­ση αρ­χί­ζει να ζο­ρί­ζει α­πό τα Δε­κεμ­βρια­νά και με­τά. 
Σε κά­θε πε­ρίο­δο, η α­φή­γη­ση ζω­ντα­νεύει μια χο­ρεία προ­σώ­πων, με πρώ­τη τη με­γά­λη οι­κο­γέ­νεια του Σα­μιώ­τη παπ­πού Γεωρ­γίου Σω­τη­ρίου, κα­θη­γη­τή αρ­χαίων ελ­λη­νι­κών στην Ευαγ­γε­λι­κή Σχο­λή Σμύρ­νης. Από lapsus calami α­να­φέ­ρε­ται ό­τι α­πέ­κτη­σε δέ­κα τρία παι­διά, ε­νώ ο πε­ρι­γρα­φι­κός κα­τά­λο­γος που α­κο­λου­θεί τα βγά­ζει δώ­δε­κα.  Όπως και να έ­χει, στερ­νο­παί­δια εί­ναι “τα πα­νέ­μορ­φα δί­δυ­μα Πλά­των και Έλλη”. “Ο θείος Πλά­τω­ν” εί­ναι ο ή­ρωας του ο­μό­τιτ­λου, τρί­του βι­βλίου της, και σύ­ζυ­γος της Μι­κρα­σιά­τισ­σας Δι­δώς Παπ­πά. Ένα α­κό­μη πρό­σω­πο της λο­γο­τε­χνίας, δί­πλα στον Γκά­τσο, που παίρ­νει αυ­τό­νο­μη υ­πό­στα­ση και δη, σχε­δόν μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα, εί­ναι η Δι­δώ Σω­τη­ρίου, η δυ­να­μι­κή πρώι­μη φε­μι­νί­στρια. Και η Έλλη εί­ναι “η μα­μά”, που “δεν ή­ταν μό­νο πο­λύ ό­μορ­φη”, αλ­λά και “α­χτύ­πη­τη στο ντύ­σι­μο”. Στην Κα­το­χή, έ­κα­νε α­ντί­στα­ση - σύν­δε­σμος με το Κόμ­μα, δια­κι­νώ­ντας πα­ρά­νο­μα έ­ντυ­πα - με κα­μου­φλά­ρι­σμα τα μο­ντε­λά­κια “των με­γά­λων τό­τε οί­κων μό­δας, της Πα­πα­στε­φά­νου και της Τσού­χλου”, που λάν­σα­ρε φο­ρώ­ντας τα.
Εκεί­νο που α­ντι­δια­στέλ­λει την αυ­το­βιο­γρα­φία της Ζέη α­πό άλ­λες αυ­το­βιο­γρα­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα α­φη­γή­σεις δεν εί­ναι το πλή­θος των ση­μα­ντι­κών προ­σώ­πων που α­να­φέ­ρει,  αλ­λά η ο­πτι­κή μέ­σα α­πό την ο­ποία τα πα­ρου­σιά­ζει. Προ­βάλ­λει δια­φο­ρε­τι­κές α­πό τις γνω­στές πλευ­ρές τους, κυ­ρίως με­τα­φέ­ρο­ντας ε­ντυ­πώ­σεις της ε­πο­χής που τους γνώ­ρι­σε. Συ­χνά η κα­λύ­τε­ρη σύ­στα­ση εί­ναι ο προ­φο­ρι­κός τους λό­γος, έ­τσι πι­στι­κά που κα­τορ­θώ­νει να τον α­να­συ­στή­σει. Πα­ρά­δειγ­μα, οι διά­λο­γοι Γκά­τσου – Εμπει­ρί­κου και οι συ­ζη­τή­σεις της ί­διας με την ε­πι­στή­θια φί­λη της Ζωρζ Σα­ρι­βα­ξε­βά­νη. Το 1969, με την έκ­δο­ση του παι­δι­κού βι­βλίου, «Ο θη­σαυ­ρός της Βα­γίας», η φί­λη της θα κα­τα­γρα­φεί στις δέλ­τους της λο­γο­τε­χνίας ως Ζωρζ Σα­ρή. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, ό­ταν η Ζέη α­να­φέ­ρε­ται στο ι­διω­τι­κό σχο­λείο των πρώ­των γυ­μνα­σια­κών της χρό­νων, α­πο­φεύ­γει να το ο­νο­μα­τί­σει, για­τί “ή­ταν φα­σι­στι­κό” και η διευ­θύ­ντρια του, που την βα­φτί­ζει Περ­σε­φό­νη, “εί­χε υιο­θε­τή­σει κα­τά γράμ­μα τις α­πό­ψεις του Χίτ­λερ”. Την έ­χει, ό­μως, προ­λά­βει η Σα­ρή με το αυ­το­βιο­γρα­φι­κό βι­βλίο της, «Ε. Π.», του 1996. Οι ε­νω­μέ­νες για πά­ντα, που υ­παι­νίσ­σε­ται το αρ­κτι­κό­λε­ξο του τίτ­λου, εί­ναι τέσ­σε­ρις συμ­μα­θή­τριες, με την πρώ­τη να α­κούει στο ό­νο­μα Άλκη, ε­νώ η διευ­θύ­ντρια και ι­διο­κτή­τρια του σχο­λείου ο­νο­μά­ζε­ται Ερα­σμία Δε­λα­πόρ­τα. 

Θέ­α­τρο και Αντί­στα­ση

Στην τε­λευ­ταία πε­ρίο­δο, με τις μνή­μες της νε­α­ρής κο­πέ­λας, φω­τί­ζο­νται πλα­γίως δυο δια­φο­ρε­τι­κοί χώ­ροι, του Θεά­τρου και της Αντί­στα­σης. Και στους δυο ου­σια­στι­κά την ει­σή­γα­γε “ο ψη­λός με τα γυα­λιά και το ά­σχη­μο ε­πί­θε­το”, που εί­χε γνω­ρί­σει μα­ζί με “τον Εμπει­ρί­κο, τον Ελύ­τη, τον Γκά­τσο και τον Μά­ριο Πλω­ρί­τη”, ο θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας Γιώρ­γος Σε­βα­στί­κο­γλου. Από τον πρώ­το χώ­ρο, δεν ε­ντυ­πω­σιά­ζει ο Κουν της ε­πο­χής, κα­θώς ο ί­διος ως προ­σω­πι­κό­τη­τα και το πρω­το­πο­ρια­κό θέ­α­τρο του συ­νι­στούν έ­να α­πό τα πιο γνω­στά κε­φά­λαια του με­τα­πο­λε­μι­κού ελ­λη­νι­κού θεά­τρου. Εντυ­πω­σιά­ζει, ό­μως, η Και­τού­λα, που κα­τά­φε­ρε “να ξε­πε­ρά­σει τον ε­αυ­τό της” στο πρώ­το έρ­γο του Θεά­τρου Τέ­χνης, την «Αγριό­πα­πια» του Ίψεν, “στο θέ­α­τρο Αλί­κης”, 18 Σεπ. 1942. “Ένα μα­γευ­τι­κό πλα­σμα­τά­κι πά­νω στη σκη­νή, η Καί­τη Λα­μπρο­πού­λου.” Αχά­ρι­στη η τέ­χνη του η­θο­ποιού. Η Και­τού­λα του Κουν και του Ρο­ντή­ρη πέ­θα­νε στις 31 Ιαν. 2011, χω­ρίς να α­φή­σει ί­χνη. Δια­σώ­θη­κε μό­νο η με­τέ­πει­τα χα­ρι­σμα­τι­κή κω­μι­κός σε ρό­λους δευ­τε­ρα­γω­νί­στριας του πα­λιού ελ­λη­νι­κού κι­νη­μα­το­γρά­φου. 
   Από το δεύ­τε­ρο χώ­ρο, πολ­λοί μεν α­να­φέ­ρο­νται, αλ­λά μό­λις που σκια­γρα­φού­νται. Ανά­με­σα σε αυ­τούς ο Σε­βα­στί­κο­γλου, με τον ο­ποίο έ­ζη­σε μια ο­λό­κλη­ρη ζωή, ό­πως εί­χε προ­φη­τεύ­σει τη νύ­χτα του γά­μου της η θεία Δι­δώ. Η Ζέη διευ­κρι­νί­ζει πως ο ά­ντρας της δεν ή­τα­νε ο Αχιλ­λέ­ας. Όταν γρα­φό­ταν το μυ­θι­στό­ρη­μα, ε­κεί­νος βρι­σκό­ταν δί­πλα της. Ίσως, και να την έ­βα­λε “να το γρά­ψει τρεις φο­ρές”, ό­πως έ­κα­νε με το πρώ­το της διή­γη­μα, «Κο­ντά στις ρά­γες», που δη­μο­σιεύ­τη­κε στο τέ­ταρ­το τεύ­χος του κα­το­χι­κού πε­ριο­δι­κού «Νε­α­νι­κή Φω­νή», Φεβ. 1944. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, ο “α­δύ­να­τος νε­α­ρός με γυα­λιά, μάλ­λον στην η­λι­κία της”, που εί­χε τό­τε πα­ρα­λά­βει το διή­γη­μα στα γρα­φεία του πε­ριο­δι­κού ο­νο­μα­ζό­ταν Κω­στής Νε­χα­λιώ­της.  Ήταν ο Κω­στής Σκα­λιό­ρας της ε­πι­τρο­πής έκ­δο­σης, τό­τε μό­λις 17 ε­τών. Έφυ­γε στις 5 Οκτω­βρίου. 
    Αλλά ποιος ή­ταν ο Γιώρ­γος Σε­βα­στί­κο­γλου; Ού­τε διε­ξο­δι­κή ι­στο­ρία του ελ­λη­νι­κού θεά­τρου υ­πάρ­χει ού­τε του Εμφυ­λίου. Το μυ­θι­στό­ρη­μα «Η αρ­ρα­βω­νια­στι­κιά του Αχιλ­λέ­α» και η πρό­σφα­τη αυ­το­βιο­γρα­φία δί­νουν α­πο­σπα­σμα­τι­κά στοι­χεία. Σή­με­ρα, εί­κο­σι τρία χρό­νια με­τά το θά­να­τό του, την 1η Νοε. 1990, η αυ­το­βιο­γρα­φία θα χρεια­ζό­ταν μια συ­νέ­χεια, “η ζωή με τον Γιώρ­γο”. Άλλω­στε, το 2013 εί­ναι ε­πε­τεια­κό έ­τος για ε­κεί­νον, κα­θώς συ­μπλη­ρώ­νο­νται 100 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­σή του. Όπως και να έ­χει, μια πρώ­τη ι­δέα για το ή­θος του α­γω­νι­στή Σε­βα­στί­κο­γλου δί­νει η στι­χο­μυ­θία, που έ­γι­νε το βρά­δυ του γά­μου τους στο σπί­τι της Δι­δώς. Εκεί­νος α­να­κοι­νώ­νει ό­τι δεν θα φύ­γει με το Μα­τα­ρόα για Πα­ρί­σι, πα­ρό­λο που ο γά­μος εί­χε γί­νει α­κρι­βώς λό­γω αυ­τής της α­να­χώ­ρη­σης. “Πή­ρα ε­ντο­λή α­πό το Κόμ­μα να μεί­νω”, λέει. “Κι ε­σύ δέ­χτη­κες;” τον ρω­τούν έκ­πλη­κτοι. “Δεν υ­πήρ­χε θέ­μα να δε­χτώ ή ό­χι. Αφού ή­τα­νε ε­ντο­λή.”  

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 20/10/2013.