Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

Η ευ­πρέ­πεια του κα­βα­φι­κού Έτους

Στις 30 Δεκ. 2012, με την α­να­κοί­νω­ση της Γραμ­μα­τείας Πο­λι­τι­σμού - τό­τε, λό­γω της συγ­χώ­νευ­σης Υπουρ­γείων, δεν υ­πήρ­χε ού­τε Υπουρ­γείο ού­τε Υπουρ­γός Πο­λι­τι­σμού – ό­τι το 2013 θα εί­ναι Έτος Κα­βά­φη, εί­χα­με εκ­φρά­σει κά­ποιους φό­βους. Αυ­τοί α­φο­ρού­σαν, κυ­ρίως, την αλ­λα­γή ι­διο­κτή­τη του κα­βα­φι­κού Αρχείου,   α­πό την οι­κο­γέ­νεια Γ. Π. Σαβ­βί­δη στο Ίδρυ­μα Ωνά­ση, που εί­χε α­να­κοι­νω­θεί στις αρ­χές Νοε. Οι α­σχο­λού­με­νοι με τον Κα­βά­φη και το έρ­γο του σιω­πού­σαν, δη­μιουρ­γώ­ντας την ε­ντύ­πω­ση ό­τι την θεω­ρού­σαν γε­γο­νός ήσ­σο­νος ση­μα­σίας, ε­νώ τα ΜΜΕ την πα­ρου­σία­ζαν με υ­περ­βάλ­λο­ντα εν­θου­σια­σμό. Κα­θώς το Έτος Κα­βά­φη εκ­πνέει, πυ­κνώ­νουν οι εν­δεί­ξεις ό­τι η με­τα­βί­βα­ση του Αρχείου σε άλ­λα χέ­ρια θα έ­χει βα­ρύ­νου­σα ση­μα­σία για την τύ­χες του Κα­βά­φη. Πά­ντως, ο Πρό­ε­δρος του Ιδρύ­μα­τος εί­χε προϊδεά­σει για τη σύλ­λη­ψη της α­ξιο­ποίη­σης του Αρχείου. Με την πα­ρα­λα­βή του και εν ό­ψει του Έτους Κα­βά­φη, εί­χε α­να­κοι­νώ­σει ό­τι “δεν θα κά­νου­νε συ­νέ­δριο Κα­βά­φη αλ­λά κά­τι που θα α­νοί­ξει τον κό­σμο προς τον ποιη­τή”. 
Πράγ­μα­τι, Συ­νέ­δριο δεν έ­κα­ναν και στο πρό­γραμ­μα της Στέ­γης για την “σε­ζόν 2013-14”, ό­πως πα­ρου­σιά­στη­κε στις 23 Σεπ., προ­βλέ­πε­ται “κύ­κλος Κα­βά­φη”, με σει­ρά δια­λέ­ξεων γύ­ρω α­πό τον ί­διον, το έρ­γο του και τη δια­σύν­δε­σή του με τη σύγ­χρο­νη ε­πο­χή. Ξε­κι­νούν στις 21 Ιαν. 2014, με “συ­ζή­τη­ση” του α­με­ρι­κα­νού με­τα­φρα­στή του συ­νό­λου των κα­βα­φι­κών ποιη­μά­των (έκδ. 2009) Ντά­νιελ Μέ­ντελ­σον με τον λέ­κτο­ρα νε­ο­ελ­λη­νι­κών σπου­δών του Πα­νε­πι­στη­μίου της Οξφόρ­δης Δη­μή­τρη Πα­πα­νι­κο­λά­ου. Να θυ­μί­σου­με ό­τι ο δεύ­τε­ρος εί­ναι ο Επι­στη­μο­νι­κός Σύμ­βου­λος του Αρχείου Κα­βά­φη στη νέα του στέ­γη και μέ­λος της εν­νε­α­με­λούς “ε­πι­στη­μο­νι­κής-ορ­γα­νω­τι­κής ε­πι­τρο­πής” του Έτους Κα­βά­φη. Δια­φω­τι­στι­κό της κα­βα­φι­κής του θεώ­ρη­σης εί­ναι το άρ­θρο του «Ο Κα­βά­φης στον 21ο αιώ­να» (Φεβ. 2011), με τον πλα­γιό­τιτ­λο, “έ­νας διε­θνής, πο­λυ­φω­νι­κός, πο­λυ­πρι­σμα­τι­κός και σί­γου­ρα ο­μο­φυ­λό­φι­λος Κα­βά­φης”. Στις 29 Οκτ., σε δεύ­τε­ρη συ­νέ­ντευ­ξη Τύ­που, α­να­κοι­νώ­θη­κε Συ­νέ­δριο για τον Ιούν. του 2014, ό­χι ε­πι­κε­ντρω­μέ­νο στον Κα­βά­φη, αλ­λά στη δια­χεί­ρι­ση Αρχείων με α­φορ­μή το συ­γκε­κρι­μέ­νο αρ­χεια­κό υ­λι­κό. Επίσης, οι “συ­ζη­τή­σεις”, πλήθυναν, με πρώ­τη τώρα στις  10 Δεκ., έ­χο­ντας θέ­μα «Ο Κα­βά­φης σή­με­ρα».   

Δια­φη­μι­στι­κή κα­μπά­νια

Όσο για το τι θα έ­κα­ναν για το ευ­ρύ κοι­νό, “τον κό­σμο”, ε­κεί­νη η αρ­χι­κή δια­τύ­πω­ση ή­ταν μάλ­λον σι­βυλ­λι­κή. Χρειά­στη­κε να πε­ρι­μέ­νου­με μέ­χρι τις 16 Σεπ., που εμ­φα­νί­στη­καν οι πρώ­τες νέ­ου τύ­που α­στι­κές “δρά­σεις” της Στέ­γης για την προ­βο­λή του σύγ­χρο­νου πο­λι­τι­σμού, ώ­στε να αρ­χί­σου­με να α­ντι­λαμ­βα­νό­μα­στε πως νο­εί­ται αυ­τό το “ά­νοιγ­μα”. Τό­τε, στα τέσ­σε­ρα συ­γκοι­νω­νια­κά μέ­σα της Αθή­νας, εμ­φα­νί­στη­καν, σε πε­ρίο­πτες θέ­σεις, έ­ντε­κα καλ­λι­τέ­χνες που θα εκ­θέ­σουν τη δου­λειά τους στη Στέ­γη. Με τη συ­μπλή­ρω­ση ε­νός μη­νός, αυ­τή η “δρά­ση” ή, για να μας κα­τα­λα­βαί­νει  και ο “κό­σμος”, η δια­φη­μι­στι­κή κα­μπά­νια, ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε, και στις 14 Οκτ. ήρ­θε η βα­σι­λεία του Κα­βά­φη σε συ­γκοι­νω­νια­κά μέ­σα του κλει­νού ά­στεως. Μό­νο που αυ­τή η “δρά­ση”, ό­πως α­να­κοι­νώ­θη­κε, θα διαρ­κέ­σει ό­χι έ­ναν αλ­λά τρεις μή­νες, του­τέ­στιν μέ­χρι τέ­λους του Έτους Κα­βά­φη. Το υ­ψη­λό κό­στος της δεν στά­θη­κε α­πα­γο­ρευ­τι­κό, α­φού το Ίδρυ­μα, ή­δη α­πό την α­πό­κτη­ση του Αρχείου, έ­δει­ξε, πως ό­ταν πρό­κει­ται για Κα­βά­φη, δεν κά­νει τσι­γκου­νιές. Για­τί ο Κα­βά­φης, με την κα­τάλ­λη­λη α­ξιο­ποίη­ση, μπο­ρεί να προ­σφέ­ρει διε­θνές κύ­ρος σε έ­να Ίδρυ­μα. Κα­τά την πρό­σφα­τη, συ­μπλη­ρω­μα­τι­κή συ­νέ­ντευ­ξη Τύ­που, οι πλη­θω­ρι­κές “δρά­σεις” που α­να­κοι­νώ­θη­καν κα­λύ­πτουν τα τέσ­σε­ρα ση­μεία του ο­ρί­ζο­ντα (Αθή­να-Οξφόρ­δη-Νέα Υόρ­κη-Σα­ντιά­γκο).    
Στην κα­μπά­νια ο Κα­βά­φης δεν εμ­φα­νί­ζε­ται μό­νος στις πε­ρί­βλε­πτες θέ­σεις αλ­λά με­τά στί­χων του, που α­να­μέ­νε­ται να μα­γνη­τί­σουν το βλέμ­μα. Στο πορ­τρέ­το ει­κο­νί­ζε­ται ως διο­πτρο­φό­ρος νε­α­ρός, με εμ­φα­νή ζω­γρα­φι­κά στοι­χεία γκρά­φι­τι. Εί­ναι έρ­γο της θεσ­σα­λο­νι­κιώ­τι­κης σχε­δια­στι­κής ο­μά­δας Beetroot, ελ­λη­νι­στί πα­ντζα­ρό­ρι­ζα, που έ­χει α­να­λά­βει α­πό πέ­ρυ­σι τη δια­φη­μι­στι­κή προώ­θη­ση των εκ­δη­λώ­σεων της Στέ­γης. Στα συ­νο­λι­κά εν­νέα δια­φη­μι­στι­κά τα­μπλό, το σκί­τσο συ­νο­δεύε­ται και α­πό έ­ναν δια­φο­ρε­τι­κό στί­χο. Κά­πο­τε δια­φή­μι­ση χρειά­ζο­νταν τα μα­κα­ρό­νια Μί­σκο, σή­με­ρα την θέ­λει και το καλ­λι­τε­χνι­κό και λο­γο­τε­χνι­κό έρ­γο, κα­θό­σον η α­ξία των πά­ντων α­νά­γε­ται στην ε­μπο­ρι­κή τους α­πο­τί­μη­ση. Ο Ακα­δη­μαϊκός Σύμ­βου­λος του Αρχείου Κα­βά­φη, ο­μό­τι­μος κα­θη­γη­τής Ανα­στά­σιος - Ιωάν­νης (Γιάν­νης ως ποιη­τής, ε­πι­φυλ­λι­δο­γρά­φος και με­λε­τη­τής) Με­τα­ξάς πε­ρι­μέ­νει να δει στις πω­λή­σεις των έρ­γων του ποιη­τή τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα της κα­μπά­νιας. 

Κο­ντή μνή­μη

Οι ε­μπνευ­στές της κα­μπά­νιας την πα­ρου­σιά­ζουν ως “νέ­ου τύ­που α­στι­κή δρά­ση” και οι α­πο­δέ­κτες, δη­μο­σιο­γρά­φοι και τα α­πο­κα­λού­με­να μέ­σα κοι­νω­νι­κής δι­κτύω­σης, την α­ντι­με­τω­πί­ζουν ως πρω­το­φα­νέ­ρω­τη ι­δέα. Πα­ρό­λο που στις με­γα­λου­πό­λεις αυ­τού του κό­σμου συ­νι­στά συ­νή­θη δια­φη­μι­στι­κό τρό­πο. Αφού ει­σά­γου­με τα πά­ντα, δια­φη­μι­στι­κές ι­δέες δεν θα α­ντι­γρά­ψου­με! Το κα­κό με μας εί­ναι ο υ­περ­βο­λι­κός τρό­πος με τον ο­ποίο κά­θε φο­ρά α­ντι­δρού­με και η κο­ντή μνή­μη μας. Να θυ­μί­σου­με πως πο­λύ πριν σκά­σουν μύ­τη οι Beetroot, η διευ­θύ­ντρια του Ε.ΚΕ.ΒΙ. έ­φερ­νε για πρώ­τη φο­ρά, με μια πα­ρό­μοια κα­μπά­νια,  τους Αθη­ναίους σε  ε­πα­φή με την ποίη­ση. Ο πρώ­τος που “τα­ξί­δε­ψε” στα λεω­φο­ρεία ή­ταν ο Σο­λω­μός, εν έ­τει 1997. Τό­τε δεν εί­χα­με ού­τε Με­τρό ού­τε Τραμ 
Για να μην δη­μιουρ­γη­θεί πα­ρε­ξή­γη­ση, στό­χος των Ιδρυ­μά­των, τό­τε και τώ­ρα, πα­ρα­μέ­νει η ε­ξοι­κείω­ση του κοι­νού με την ποίη­ση. Η υ­πεύ­θυ­νη του Σχε­δια­σμού δρά­σεων για “το ά­νοιγ­μα του κό­σμου προς τον ποιη­τή” Αφρο­δί­τη Πα­να­γιω­τά­κου, υ­πε­ρα­σπι­ζό­με­νη το κα­βα­φι­κό σκί­τσο της κα­μπά­νιας, ε­ξο­μο­λο­γεί­ται πως ε­πι­τυ­χία γι’ αυ­τούς εί­ναι τα ση­με­ρι­νά παι­διά να α­ντι­λη­φθούν τον Κα­βά­φη σαν ή­ρωα κό­μι­κς και τους στί­χους του σαν χι­π-χοπ τρα­γού­δια. Άλλω­στε, α­να­δι­φώ­ντας το Αρχείο Κα­βά­φη για να ε­μπνευ­στεί “δρά­σεις”, με­τα­ξύ άλ­λων και εκ­παι­δευ­τι­κά προ­γράμ­μα­τα, της α­πο­κα­λύ­φθη­κε ο “μπλό­γκε­ρ” Κα­βά­φης. Μπλο­γκ ε­μείς, μο­νό­φυλ­λα ε­κεί­νος. Του­λά­χι­στον το έ­να τρί­το α­πό τις ε­παυ­ξη­μέ­νες “δρά­σεις”, που προ­σώ­ρας φθά­νουν τις 19, α­πευ­θύ­νο­νται στα παι­διά. Εξ α­πα­λών ο­νύ­χων, λοι­πόν, Κα­βά­φης α­ντί για Βα­λαω­ρή­τι­δες και Πα­λα­μά­δες. Να ση­μειώ­σου­με ό­τι, τε­λι­κά, η τρι­με­λής ο­μά­δα υ­πευ­θύ­νων για το Αρχείο Κα­βά­φη και τις σχε­τι­κές “δρά­σεις” έ­γι­νε τε­τρα­με­λής, α­πο­κτώ­ντας και “project manager” τον δι­δά­σκο­ντα του Πα­νε­πι­στη­μίου της Οξφόρ­δης Θο­δω­ρή Χιώ­τη. Του­τέ­στιν Αθη­νά-Οξφόρ­δη 2-2 για τη φρο­ντί­δα ε­νός ελ­λη­νο­αγ­γλι­κού Κα­βά­φη.
Ερω­τι­κοί στί­χοι

Οι στί­χοι της κα­μπά­νιας α­να­σύρ­θη­καν α­πό ο­κτώ “ποιή­μα­τα του κα­νό­να” και έ­να α­πό τα “κρυμ­μέ­να”, με πρό­θε­ση να ταυ­τι­στούν νο­η­μα­τι­κά με τρέ­χου­σες α­νη­συ­χίες υ­πό τύ­πον σλό­γκαν. Κα­τά τον Ακα­δη­μαϊκό Σύμ­βου­λο, η ε­πι­λο­γή έ­γι­νε α­πό “μια ο­μά­δα ευ­πρε­πών και κα­τάλ­λη­λων αν­θρώ­πω­ν”. Αν αυ­τή η δια­τύ­πω­ση δεν έ­χει δη­μο­σιο­γρα­φι­κά πα­ρα­φθα­ρεί, α­πο­ρού­με πως εν­νο­εί το “ευ­πρε­πείς”. Δη­λα­δή θα μπο­ρού­σε να γί­νει και α­πό α­πρε­πείς, του­τέ­στιν αν­θρώ­πους που θα πρό­σβα­λαν την κοι­νή αι­σθη­τι­κή και η­θι­κή; Ή μή­πως με το “ευ­πρε­πείς” υ­παι­νίσ­σε­ται συ­ζη­τή­σεις των με­λών της ο­μά­δας γύ­ρω α­πό το κα­τά πό­σο θα έ­πρε­πε να συ­μπε­ρι­λη­φθούν ε­ρω­τι­κοί στί­χοι και αν ναι, πό­σοι και πό­σο τολ­μη­ροί. Για­τί μία δια­φο­ρε­τι­κή ι­δέα θα ή­ταν μία κα­μπά­νια με α­πο­κλει­στι­κά ε­ρω­τι­κούς στί­χους ε­νό­ψει και της Ημε­ρί­δας του Γαλ­λι­κού Ινστι­τού­του «Ο ο­μο­φυ­λό­φι­λος Κα­βά­φης» στις 19 Νοε. Όταν, μά­λι­στα, το Ίδρυ­μα προ ο­λί­γων η­με­ρών α­να­κοί­νω­σε “συ­ζή­τη­ση”, με θέ­μα «Ο ε­ρω­τι­κός Κα­βά­φης» για τις 28 Ιαν.
Πά­ντως, με την ε­πι­κρα­τού­σα διε­θνώς σε­ξο­λα­γνεία, κα­λύ­τε­ρα θα έ­δε­ναν οι προ­κλη­τι­κό­τε­ροι στί­χοι. Οπό­τε χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται “ευ­πρε­πείς”, για­τί ε­πέ­λε­ξαν μό­νο δυο στί­χους ε­ρω­τι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου α­πό ποιή­μα­τα του 1911-12 κι αυ­τοί ά­τολ­μοι για τα ση­με­ρι­νά γού­στα. “Το σώ­μα μου στες η­δο­νές θα δώ­σω”, α­πό το ποίη­μα, «Τα ε­πι­κίν­δυ­να», και ο δεύ­τε­ρος ή α­κρι­βέ­στε­ρα ο έ­νας και μι­σός “Επέ­στρε­φε συ­χνά και παίρ­νε με, / α­γα­πη­μέ­νη αί­σθη­σις...”, α­πό το ποίη­μα «Επέ­στρε­φε». Οι αν­θο­λό­γοι προ­χώ­ρη­σαν και στην α­πο­κο­πή στι­χι­κών τε­μα­χι­δίων, ό­που το έ­κρι­ναν α­πα­ραί­τη­το. Πά­ντως, στά­θη­καν “ευ­πρε­πείς”, κα­θώς δεν μπή­καν στον πει­ρα­σμό να συ­μπλη­ρώ­σουν τους στί­χους με ε­ρε­θι­στι­κό­τε­ρους α­πό τα ί­δια ποιή­μα­τα. Από την άλ­λη, ου­δείς θα χα­ρα­κτή­ρι­ζε μη “ευ­πρε­πές”, του­τέ­στιν α­νάρ­μο­στο, το κεί­με­νο του Αλέ­ξη Κα­λο­και­ρι­νού, που ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται σε έ­να α­πό τα “κρυμ­μέ­να” του 1919, κα­τα­ταγ­μέ­νο α­πό τον ποιη­τή στον φά­κε­λο «Πά­θη», το ποίη­μα «Ο δε­μέ­νος ώ­μος». Κα­θώς, δη­μο­σιευ­μέ­νο στο πρό­σφα­το α­φιέ­ρω­μα στον Κα­βά­φη του πε­ριο­δι­κού «Το Δέ­ντρο» (τχ. 193-194, Οκτ. 2013), α­πευ­θύ­νε­ται στους ο­λί­γους, που μπο­ρούν να ε­κτι­μή­σουν έ­να ξε­κί­νη­μα in medias res, “Το ε­ρω­τι­κό πρό­βλη­μα στον Κα­βά­φη δεν εί­ναι ο έ­ρω­τας γε­νι­κά, αλ­λά το σεξ ει­δι­κά.”
Λί­γο προ­γε­νέ­στε­ρο, του 1917, εί­ναι το “κρυμ­μέ­νο” α­πό το ο­ποίο α­πο­σπά­στη­κε ο στί­χος της κα­μπά­νιας, “Δεν έ­χω σή­με­ρα κε­φά­λι για δου­λειά.-” Ένας α­πό τους στί­χους, που ή­ταν προ­φα­νές, πως θα λει­τουρ­γή­σει με δια­φο­ρε­τι­κό νό­η­μα α­πό ε­κεί­νο που έ­χει στο ποίη­μα. Δια­φο­ρε­τι­κό έως και βλα­πτι­κό, κα­θώς α­πο­δί­δο­ντας στον ποιη­τή μια φρά­ση, που την λέ­με συ­χνά ό­ταν βα­ριό­μα­στε, συ­νώ­νυ­μη του δεν έ­χω διά­θε­ση, α­παλ­λασ­σό­μα­στε α­πό τυ­χόν ε­νο­χές για ο­κνη­ρία και χα­λα­ρό­τη­τα. Στο ποίη­μα, ε­κεί­νος που “μο­νο­λο­γεί” ή και γρά­φει ε­πι­στο­λή σε φί­λο “δεν έ­χει κε­φά­λι για δου­λειά”, του­τέ­στιν για ποίη­ση, “για­τ’ εί­ναι κά­πως τα­ραγ­μέ­νος” α­πό την προ­η­γού­με­νη, που ή­ταν “κά­τω απ’ του Συ­μεών τον στύ­λο” και φα­ντα­ζό­ταν τον α­σκη­τή “τριά­ντα πέ­ντε χρό­νια ε­πά­νω σ’ έ­ναν στύ­λο να ζει και να μαρ­τυ­ρεί”. Αυ­τά, το 450 μ.Χ., και ό­χι το 350 μ.Χ., ό­πως α­πό τυ­πο­γρα­φι­κό λά­θος α­να­φέ­ρε­ται στις ση­μειώ­σεις του βι­βλίου με τα «Κρυμ­μέ­να ποιή­μα­τα 1877;-1923».
Άλλοι στί­χοι της κα­μπά­νιας δια­τη­ρούν μέ­ρος του νοή­μα­τός τους. Όπως ο στί­χος “Εδώ που έ­φθα­σες, λί­γο δεν εί­ναι” α­πό το ποίη­μα, «Το πρώ­το σκα­λί», το πρωι­μό­τε­ρο α­πό τα ε­πι­λε­χθέ­ντα, δη­μο­σιευ­μέ­νο στο τέ­λος του προ­πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να ή και δυο με­τα­γε­νέ­στε­ροι, α­πό το ποίη­μα «Μάρ­τιαι Ει­δοί» του 1911, “Τα με­γα­λεία να φο­βά­σαι, ώ ψυ­χή” και α­πό το ποίη­μα «Ένας νέ­ος, της τέ­χνης του λό­γου – στο 24ον έ­τος του» του 1928, “Όπως μπο­ρείς πια δού­λε­ψε, μυα­λό.-”. Σε κα­μιά, ό­μως, πε­ρί­πτω­ση δεν συ­νο­ψί­ζουν το ποίη­μα, ό­πως ι­σχυ­ρί­στη­κε ο Ακα­δη­μαϊκός Σύμ­βου­λος.

Με­γά­λη ελ­λη­νι­κή α­ποι­κία

Οι έ­ξι στί­χοι της κα­μπά­νιας που α­να­φέ­ρα­με, α­πο­κομ­μέ­νοι α­πό τον ποιη­τι­κό τους κορ­μό, προσ­λαμ­βά­νο­νται οι δυο ε­ρω­τι­κά και οι άλ­λοι τέσ­σε­ρις υ­παρ­ξια­κά. Ένας έ­βδο­μος στί­χος α­νευ­ρέ­θη, σχε­δόν στα­νι­κά, για να κα­λυ­φθεί το μεί­ζον πρό­βλη­μα της με­τα­νά­στευ­σης. Για την α­κρί­βεια πρό­κει­ται για στι­χι­κό α­πό­ξε­σμα με την ε­πί­μα­χη λέ­ξη, “Ξέ­νος ε­γώ, ξέ­νος πο­λύ”, α­πό το «Μύ­ρης. Αλε­ξάν­δρεια του 340 μ.Χ.» του 1929. Χρειά­ζο­νταν, ό­μως, και δυο στί­χοι, που να εκ­φρά­ζουν το σώ­μα των πο­λι­τών. Για πα­ρό­μοιες ζη­τή­σεις α­νέ­κα­θεν πρό­σφο­ρο εί­ναι το ποίη­μα «Εν με­γά­λη ελ­λη­νι­κή α­ποι­κία, 200 π.Χ.». Γραμ­μέ­νο Απρ. 1928, αρ­χι­κά θεω­ρή­θη­κε προ­φη­τι­κό για την κα­τά­στα­ση στην ελ­λη­νι­κή πα­ροι­κία της Αι­γύ­πτου και με­τά, για την ση­με­ρι­νή “με­γά­λη ελ­λη­νι­κή α­ποι­κία”  του διε­θνούς δα­νει­στι­κού τζε­τ-σετ. Οι αν­θο­λό­γοι ε­πέ­λε­ξαν τον τε­λευ­ταίο στί­χο “Και τέ­λος πά­ντων, να, τρα­βου­μ’ ε­μπρός”, σί­γου­ροι πως ο “κό­σμος” θα κρα­τή­σει την αι­σιό­δο­ξη νό­τα, α­γνοώ­ντας, δη­λα­δή μη γνω­ρί­ζο­ντας και ό­χι α­δια­φο­ρώ­ντας για την κα­βα­φι­κή ει­ρω­νεία. Ανα­ζη­τώ­ντας έ­ναν δεύ­τε­ρο στί­χο ή έ­στω στι­χι­κό α­πό­ξε­σμα με λέ­ξη υ­ψη­λής συ­χνό­τη­τας στον ε­πι­και­ρι­κό θό­ρυ­βο, α­λίευ­σαν τον δεύ­τε­ρο στί­χο του τε­λευ­ταίου ε­ξά­στι­χου “Να μη βια­ζό­με­θα· είν’ ε­πι­κίν­δυ­νον πράγ­μα η βία”. 
Ακέ­ραιος ο στί­χος ται­ριά­ζει στις σπα­σμω­δι­κές κι­νή­σεις των κυ­βερ­νό­ντων σή­με­ρα. Ωστό­σο, οι ε­μπνευ­στές της κα­μπά­νιας ή­θε­λαν μάλ­λον να ε­στιά­σουν την προ­σο­χή στη λέ­ξη βία που ε­ντέ­χνως σκιά­ζει τις μέ­ρες μας και ό­χι βε­βαίως, στη βιά, γι’ αυ­τό και κρά­τη­σαν κο­λο­βό το στί­χο, “Είν’ ε­πι­κίν­δυ­νον πράγ­μα η βία”. Κι ό­μως, δεν έ­χει πε­ρά­σει και τό­σος και­ρός α­πό το πο­λυ­συ­ζη­τη­μέ­νο πε­ρι­στα­τι­κό που προέ­κυ­ψε με τη σο­λω­μι­κή βία. Ορα­μα­τι­ζό­με­νος την Ελευ­θε­ρία ο Επτα­νή­σιος ποιη­τής, τη βια­σύ­νη εί­χε κι αυ­τός κα­τά νου, αλ­λά έ­νας βου­λευ­τής εί­χε ερ­μη­νεύ­σει τη λέ­ξη βιά στο στί­χο του Εθνι­κού Ύμνου ως ά­σκη­ση σω­μα­τι­κής βίας. Όπως, τό­τε, ο βου­λευ­τής υ­πε­ρα­σπί­στη­κε με σθέ­νος την ά­πο­ψή του, το ί­διο έ­πρα­ξε ο Ακα­δη­μαϊκός Σύμ­βου­λος για τη εν λό­γω ε­πι­λο­γή της κα­μπά­νιας: “Εί­ναι έ­νας στί­χος που προ­κα­λεί α­νη­συ­χία διό­τι ο κό­σμος δεν ξέ­ρει ό­τι ο ποιη­τής εν­νο­εί τη βια­σύ­νη κι έ­τσι συ­νε­χί­ζε­ται ο διά­λο­γος.” Πα­ρό­μοιες α­πό­ψεις τον α­δι­κούν ως με­λε­τη­τή, αλ­λά αυ­τά πα­θαί­νουν οι πα­νε­πι­στη­μια­κοί, που α­να­λαμ­βά­νουν θέ­σεις συμ­βού­λων και προέ­δρων. Πά­ντως, τα ε­πί­μα­χα τα­μπλό άλ­λα­ξαν τά­χι­στα και ο στί­χος α­πο­κα­τα­στά­θη­κε. Μό­νο που ο πρό­ε­δρος του Ιδρύ­μα­τος ε­πέ­μει­νε πως αυ­τό δεν έ­γι­νε προς διόρ­θω­ση αλ­λά για να η­συ­χά­σει τις α­ντι­δρά­σεις μι­κρής με­ρί­δας του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ. Η Αρι­στε­ρά φη­μί­ζε­ται για το πο­λι­τι­στι­κό της ε­πί­πε­δο, ωστόσο το σλό­γκαν παραμένει σλό­γκαν με τις σημερινές γλωσσικές προσλήψεις. Όσο για τα πρώ­τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα της “δρά­σης” στα συ­γκοι­νω­νια­κά μέ­σα, αυ­τά θα διε­ρευ­νη­θούν αύ­ριο, σε τά­χι­στα διορ­γα­νω­θεί­σα συ­ζή­τη­ση, «Τι συμ­βαί­νει ό­ταν ο Κα­βά­φης μπαί­νει στο Με­τρό», στη νέα κα­βα­φι­κή Στέ­γη.
    
Το με­γά­λο ναι

Κα­τά τα άλ­λα, το Αρχείο Κα­βά­φη μέ­νει μέ­χρι στιγ­μής α­νε­νερ­γό. Ένα μο­να­δι­κό ί­χνος χρή­σης του α­πό τον Ακα­δη­μαϊκό Σύμ­βου­λο συ­να­ντά­με στο πρό­σφα­το α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού «Το Δέ­ντρο». Αντλώ­ντας θη­σαυ­ρούς α­πό την κε­φαλ­λή­νια κα­τα­γω­γή του και την πα­ρού­σα θέ­ση του, στο κεί­με­νό του, θέ­τει ε­αυ­τόν “ε­νώ­πιον ε­νω­πίοις” με Λα­σκα­ρά­το και Κα­βά­φη. Δεν ερ­μη­νεύει, αλ­λά ε­πι­διώ­κει το “εν­δο­πα­θη­τι­κό νιώ­σι­μο” αλ­λιώς το erlebnis του Βίλ­χελμ Ντιλ­τάϋ. Σαν ποιη­τής που έ­ζη­σε εκ των έ­σω και ε­νερ­γά τον πο­λι­τι­κό α­νε­μο­στρό­βι­λο της ύ­στε­ρης πα­παν­δρεϊκής ε­πο­χής στα τέ­λη της δε­κα­ε­τίας του ’80, α­νή­κει “στους λί­γους” που “το μπο­ρού­ν”. Αν, ό­μως, ο Με­τα­ξάς δεί­χνει κα­λός γνώ­στης της ι­δε­α­λι­στι­κής γερ­μα­νι­κής φι­λο­σο­φίας στα χρό­νια της κα­βα­φι­κής ω­ρι­μό­τη­τας, η Λί­τσα Χατ­ζο­πού­λου, α­να­σύ­ρο­ντας δη­μο­σίευ­μα του Γ. Π. Σαβ­βί­δη α­πό τις 21 Ιουλ. 1973 για να δεί­ξει την ευ­ρεία χρή­ση του κα­βα­φι­κού λό­γου, ε­πι­δει­κνύει ό­χι κα­λή μνή­μη, μια και τό­τε ή­ταν α­κό­μη στο νη­πια­γω­γείο, αλ­λά κα­λή ε­πο­πτεία.  
Πα­ρα­μο­νές του πο­λι­τεια­κού δη­μο­ψη­φί­σμα­τος, α­γα­να­κτού­σε ο Σαβ­βί­δης με «ΤΟ ΜΕ­ΓΑ­ΛΟ ΝΑΙ», που ή­ταν τοι­χο­κολ­λη­μέ­νο σε “ο­δούς, πλα­τέες, και πύ­λες της πε­ριώ­νυ­μης πό­λεως Αντιο­χείας”, παρ­μέ­νο α­πό το γνω­στό κα­βα­φι­κό ποίη­μα. Τό­τε, ό­μως, δεν α­να­φε­ρό­ταν το ό­νο­μα Κα­βά­φης. Στις “σκέ­ψεις για την ε­πι­και­ρό­τη­τα του Κα­βά­φη”, η Χατ­ζο­πού­λου σχο­λιά­ζει “την φω­το­γρα­φι­κή α­κρί­βεια” με την ο­ποία το ποίη­μα πε­ρί της “με­γά­λης ελ­λη­νι­κής α­ποι­κίας” α­ντα­να­κλά τη ση­με­ρι­νή κα­τά­στα­ση, προ­φη­τεύο­ντας τα σλό­γκαν της κα­μπά­νιας. Εκτός κι αν α­νή­κει “στην ο­μά­δα των ευ­πρε­πών και κα­τάλ­λη­λων που ε­πέ­λε­ξαν τους στί­χους”. Με τους α­νώ­νυ­μους ε­πι­τρο­πών και δι­κτύων, πο­τέ δεν ξέ­ρεις.
Βρι­σκό­μα­στε κο­ντά στον ε­πί­λο­γο του κα­βα­φι­κού Έτους. Εάν ε­ξαι­ρέ­σου­με τα “κι­νη­μα­τι­κά ι­δε­ο­λο­γή­μα­τα”, τι, τε­λι­κά, ου­σια­στι­κό θα κρα­τη­θεί ως μελ­λο­ντι­κή υ­πο­θή­κη απ’ ό­σες “δρά­σεις” διεκ­πε­ραιώ­θη­καν γύ­ρω α­πό τον Aλε­ξαν­δρι­νό, πα­ρα­μέ­νει α­κό­μη ζη­τού­με­νο. Με τον τερ­μα­τι­σμό των ε­πε­τεια­κών εκ­δη­λώ­σεων και α­φού με­σο­λα­βή­σει κά­ποιο ι­κα­νό διά­στη­μα α­πο­το­ξί­νω­σης, ί­σως τό­τε να φα­νεί το α­πό­σταγ­μα απ’ ό­σα συ­νέ­βη­σαν “μές στές πολ­λές κι­νή­σεις κι ο­μι­λίες”. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 3/11/2013.

Δεν υπάρχουν σχόλια: