Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012

Οροπεδίαση


«Οροπέδιο»
Τεύχος 12
Καλοκαίρι 2012

Ο Γιάννης Σκαρίμπας σε αργό σκέρτσο ζεμπέκικου.
Φωτογραφία Γιάννη Στυλιανού



Στις πολ­λές μέ­χρι σή­με­ρα α­φιε­ρω­μα­τι­κές σε­λί­δες για τον Γιάν­νη Σκα­ρί­μπα έρ­χο­νται να προ­στε­θούν και οι εν­δια­φέ­ρου­σες σε­λί­δες του  πε­ριο­δι­κού «Ορο­πέ­διο». Πρό­κει­ται για σχε­τι­κά νέο πε­ριο­δι­κό, το ο­ποίο δύ­σκο­λα τα­ξι­νο­μεί­ται. Εί­ναι πε­λο­πον­νή­σιο πε­ριο­δι­κό, γε­νι­κώς της πε­ρι­φέ­ρειας, της ε­παρ­χίας ό­πως λέ­γα­με πα­λαιό­τε­ρα, ή α­θη­ναϊκό; Μάλ­λον μοι­ρα­σμέ­νο δεί­χνει. Ως έ­δρα δη­λώ­νε­ται η Αθή­να, αλ­λά καρ­διά του εγ­χει­ρή­μα­τος φαί­νε­ται να πα­ρα­μέ­νει η Νε­μού­τα Φο­λό­ης. Όπως και να έ­χει, ο εκ­δό­της του, ο ποιη­τής Δη­μή­τρης Κα­νελ­λό­που­λος, τη­ρώ­ντας την υ­πό­σχε­ση, που εί­χε δώ­σει στο πρώ­το τεύ­χος, κα­λο­καί­ρι 2006, α­πό το ο­ρο­πέ­διο της Φο­λό­ης, ε­ξα­κο­λου­θεί να ε­πι­σκο­πεί “την Ηλεία και ό­λο τον Μω­ριά, αλ­λά και πα­ρα­πέ­ρα ό­λη την Ελλά­δα”. Μέ­χρι την Χαλ­κί­δα, “την πε­ρι­πό­θη­τη πό­λη” του Σκα­ρί­μπα. Ετοί­μα­σε έ­ναν α­φιε­ρω­μα­τι­κό τό­μο, α­πό­το­κο μιας “κε­ραυ­νο­βό­λας α­γά­πης”, που χρο­νο­λο­γεί­ται α­πό τα Χρι­στού­γεν­να του 1971, ό­ταν πή­ρε μια πρώ­τη γεύ­ση, δια­βά­ζο­ντας «Το θείο τρα­γί». Βε­βαίως, βιά­στη­κε λί­γο, α­φού το ε­πε­τεια­κό έ­τος εί­ναι το 2013, τον Σε­πτέμ­βριο, ό­ταν συ­μπλη­ρώ­νο­νται 120 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­ση του Σκα­ρί­μπα ή και το 2014, Ια­νουά­ριο, που συ­μπλη­ρώ­νο­νται 30 χρό­νια α­πό το θά­να­τό του.
Στο α­φιέ­ρω­μα, κα­τά σει­ρά πε­ριε­χο­μέ­νων, γρά­φου­ν: Νί­κος Γρι­πο­νη­σιώ­της, Συ­μεών Γρ. Στα­μπου­λού, Ν. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος, Δη­μή­τρης Κα­νελ­λό­που­λος, Σού­λα Πα­πα­γεωρ­γο­πού­λου - Ιωαν­νί­δη, Ηρώ Τσαρ­νά, Σπύ­ρος Κυ­ριά­κης, Κων­στα­ντί­νος Κλ. Μπαϊρα­κτά­ρης. Επί­σης, δη­μο­σιεύο­νται οι ο­μι­λίες στην «Εσπε­ρί­δα για την ποίη­ση του Γιάν­νη Σκα­ρί­μπα», που πραγ­μα­το­ποιή­θη­κε στο Μέ­γα­ρο Μου­σι­κής, στις 16 Ια­νουα­ρίου 2012. Ακό­μη, κεί­με­να των Η. Χ. Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λου και Κώ­στα Μίσ­σιου. Και τέ­λος, δυο α­θη­σαύ­ρι­στα κεί­με­να και έ­να α­νέκ­δο­το ποίη­μα του Σκα­ρί­μπα. Σε­λί­δες πλού­σιες σε πλη­ρο­φο­ρίες. Να προ­σθέ­σου­με τρεις πα­ρα­τη­ρή­σεις, κά­τι σαν πα­ρο­ρά­μα­τα.
Όσο α­φο­ρά τα γλωσ­σι­κά του Σκα­ρί­μπα, το “α­μο­λάω” ταυ­τί­ζε­ται μό­νο ως προς την πρώ­τη ση­μα­σία του με το “μο­λάω”, ό­που το δεύ­τε­ρο ση­μαί­νει “ι­δίως χα­λα­ρώ­νω πα­ρά τοις ναυ­τι­κοίς”, γι’ αυ­τό και το υιο­θε­τεί ο Σκα­ρί­μπας σε α­ντι­κα­τά­στα­ση του “ντώ­νω”, ώ­στε να ε­ναρ­μο­νί­ζε­ται με τη θα­λασ­σι­νή ει­κό­να του τε­τρά­στι­χου («Τρά­βα λοι­πόν, α­φού με πας, τρά­βα ζωή-κα­ρά­βι, / γύ­ρω θα πέ­φτει –κα­τα­χνιά– του χρό­νου η σιω­πή, / κι η α­γά­πη της –φά­ρος βα­θιά– θα σβει μιά και θ’ α­νά­βει / σαν μια κλω­στή που μιά μο­λά­ει και μια πά­ει να κο­πεί!...»).
Όσο α­φο­ρά τη φρά­ση «Ψυ­χή βα­θιά!», που χρη­σι­μο­ποιεί ο Σκα­ρί­μπας σε διή­γη­μά του, μάλ­λον α­παι­τεί βα­θύ­τε­ρη “α­να­σκα­φή”  και συ­νε­πέ­στε­ρη “κα­τα­γρα­φή” της πε­ρι­πε­τειώ­δους πο­ρείας της, για να μην α­να­πα­ρά­γο­νται και διαιω­νί­ζο­νται στρε­βλές α­πό­ψεις. Όσο για το τρα­γου­δά­κι, που πα­ρα­τί­θε­ται ως τεκ­μή­ριο ό­τι η εν λό­γω φρά­ση χρη­σι­μο­ποιή­θη­κε στον Εμφύ­λιο, α­νή­κει στα νό­θα της δια­δι­κτυα­κής ε­πι­κρά­τειας και συ­μπλη­ρώ­νε­ται με έ­να τρί­το τε­τρά­στι­χο: «Αντάρ­τισ­σες του ο­νεί­ρου θυ­γα­τέ­ρες / δεν σας τρο­μά­ζουν οι σφαί­ρες / στο χτή­νος ορ­μά­τε Ψυ­χή Βα­θιά / για δί­κιο, τι­μή, λευ­τε­ριά.»
Ένα τρί­το πα­ρό­ρα­μα ε­ντο­πί­ζε­ται στο ε­ξαι­ρε­τι­κά εν­δια­φέ­ρον φω­το­γρα­φι­κό υ­λι­κό, με το ο­ποίο ει­κο­νο­γρα­φεί­ται το σκα­ρι­μπι­κό α­φιέ­ρω­μα. Εκεί, οι α­πο­δι­δό­με­νες φω­το­γρα­φίες του Σκα­ρί­μπα στον θεσ­σα­λο­νι­κιό πε­ζο­γρά­φο Τό­λη Κα­ζα­ντζή εί­ναι μεν α­πό το Αρχείο του, αλ­λά οι λή­ψεις έ­γι­ναν α­πό τον ε­πι­στή­θιο φί­λο του, τον ε­ρα­σι­τέ­χνη φω­το­γρά­φο Γιάν­νη Στυ­λια­νού. Διό­λου α­πί­θα­νο, τα αρ­νη­τι­κά να έ­γι­ναν κι αυ­τά στά­χτη στην πρό­σφα­τη κα­τα­στρο­φι­κή πυρ­κα­γιά των Αρχείων του Μου­σείου Φω­το­γρα­φίας Θεσ­σα­λι­κής.  
Οι δυο-τρεις αυ­τές πα­ρα­τη­ρή­σεις ας μην ε­κλη­φθούν ως μεμ­ψι­μοι­ρία, αλ­λά ως εν­δε­λε­χή α­νά­γνω­ση του α­φιε­ρω­μα­τι­κού τεύ­χους. Αυ­τή η ε­ξή­γη­ση ε­πει­δή δεν έ­χου­με συ­νη­θί­σει α­κό­μη σε  ά­νευ α­να­γνω­στι­κού α­ντι­κρί­σμα­τος γε­νι­κό­λο­γους σχο­λια­σμούς και ε­παί­νους.

Μ. Θεοδοσοπούλου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 4/11/2012.

Άγνωστοι σε εμάς οι δυο ακριανοί της φωτογραφίας: Νίκος Γιαννόπουλος, Φώτης Μπρεδάκις. Στο κέντρο, ο Ν. Γ. Πεντζίκης και δίπλα του, η ερασιτέχνις ζωγράφος πεντζικικών επιρροών Νιόβη Παπαδημητρακοπούλου, που είχε την τύχη κάποιων ολονυχτιών με ατέρμονες πεντζίκειες αφηγήσεις. Σύμφωνα με την λεζάντα, βρίσκονται στην είσοδο της Μονής Εικοσιφοίνισσας Παγγαίου, 1966. Από το ανάριχτο παλτό της κυρίας εικάζουμε πως θα πρέπει να ήταν τέτοια εποχή. Πιθανώς, 22 ή 23 Νοεμβρίου, όταν η Μονή εορτάζει εις μνήμη των δυο πρώτων κτητόρων της Αγίου Γερμανού και Αγίου Διονυσίου.


Στο προ­η­γού­με­νο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Ορο­πέ­διο» (τεύ­χος 11, Χει­μώ­νας 2011-2012), δη­μο­σιεύε­ται α­φιέ­ρω­μα στον Ήλειο πε­ζο­γρά­φο Νί­κο Κα­χτί­τση. Το α­φιέ­ρω­μα πα­ρου­σιά­ζει έ­να τμή­μα του αλ­λη­λο­γρά­φου Κα­χτί­τση, σω­στό πα­γό­βου­νο, που μό­νο την κο­ρυ­φή του έ­χου­με δει. Ως μι­κρή γεύ­ση αυ­τού του με­γά­λου ε­πι­στο­λο­γρά­φου της ελ­λη­νι­κής γραμ­μα­τείας, α­να­δη­μο­σιεύου­με ε­πι­στο­λή του προς τον Νί­κο Γα­βριήλ Πε­ντζί­κη, έ­τε­ρο μέ­γα ε­πι­στο­λο­γρά­φο. Μα­ζί με δυο άλ­λες με­τα­γε­νέ­στε­ρες ε­πι­στο­λές, πρω­το­δη­μο­σιεύε­ται στο τεύ­χος. Τις σχο­λιά­ζει ο υιός Πε­ντζί­κη. Ο Γα­βριήλ Νί­κος Πε­ντζί­κης, που εί­ναι ο ση­με­ρι­νός κά­το­χος αυ­τού του τε­ρά­στιου θη­σαυ­ρού. Σή­με­ρα, εί­ναι έ­νας α­πό τους λι­γο­στούς, πι­θα­νώς ο μό­νος, κα­τό­χους τό­σο ε­κτε­τα­μέ­νων και τό­σο λο­γο­τε­χνι­κά ση­μα­ντι­κών ε­πι­στο­λι­κών σω­μά­των, που έ­χει την α­να­γκαία παι­δεία, ώ­στε  ο ί­διος να α­να­λά­βει την α­νά­δει­ξή τους, δια­φυ­λάτ­το­ντάς τα α­πό τις αυ­θαι­ρε­σίες αλ­λά και την ά­γνοια του ξέ­νου σχο­λιο­γρά­φου. Για­τί ο­λι­γω­ρεί; Αυ­τός ει­δι­κά, την ώ­ρα ε­κεί­νης της α­πώ­τε­ρης Κρί­σης, θα έ­χει να λο­γο­δο­τή­σει προ δυο Πα­τέ­ρων, με τον δεύ­τε­ρο πλέ­ον τρο­με­ρό. Ιδού η Ρό­δος, ι­δού και το πή­δη­μα. Εφέ­τος έ­κλει­σε τα ε­ξή­ντα και στις 13 Ια­νουα­ρίου 2013 θα ε­ορ­τά­σου­με τα εί­κο­σι χρό­νια α­πό την α­πο­δη­μία του πα­τρός του. Αν ζού­σε ο Κα­χτί­τσης, θα­λε­ρός 87ού­της, “θα γύ­ρι­ζε στους δρό­μους τις νύ­χτες με ή χω­ρίς φί­λους, φω­νά­ζο­ντας” εν εκ­στά­σει: «Νί­κος Γα­βριήλ Πε­ντζί­κης. Ο Κα­λύ­τε­ρος Λο­γο­τέ­χνης της Γης». Θα το έ­πρατ­τε και προς ε­ξι­λέω­ση για την ε­φη­βι­κή του ά­γνοια. Πε­ρισ­σό­τε­ρα στο τεύ­χος.
Μ.Θ.

Χά­ος, 28 προς 29 Ιαν. 1953
Αγα­πη­τέ μου Κύ­ριε Νί­κο,
Να ξέ­ρα­τε πό­σο σας νο­σταλ­γώ. Για­τί δεν α­πα­ντή­σα­τε τό­σον και­ρό στο τό­σο με­γά­λο γράμ­μα μου; Τώ­ρα πια εί­ναι αρ­γά. Σας γρά­φω α­πό τους αι­θέ­ρες στα μι­σά του δρό­μου με­τα­ξύ Τύ­νι­δος και Duala. Η ώ­ρα εί­ναι 12 πα­ρά 10 τη νύ­χτα δη­λα­δή 1 πα­ρά 10 στην Ελλά­δα. Εσείς, α­φού τε­λειώ­σα­τε κά­ποιο νέο σας χει­ρό­γρα­φο, α­φού κά­να­τε τη συ­νη­θι­σμέ­νη σας βόλ­τα με το Γιώρ­γη Κι­τσό­που­λο, πά­τε τώ­ρα να κοι­μη­θή­τε. Σκέ­φτο­μαι τη Θεσ­σα­λι­κή, την Τρά­πε­ζα της Χίου, τον Αρχι­τε­κτο­νί­δη α­πέ­να­ντι α­πό το Φα­ρα­κείο σας. Εγώ, έ­χω α­κό­μη 16 ώ­ρες α­ε­ρο­πο­ρι­κό τα­ξί­δι. Δί­πλα μου έ­νας Γάλ­λος κοι­μά­ται σα γου­ρου­νά­κι- τζου-τζου... Στο άλ­λο κά­θι­σμα κά­θε­ται μία νε­α­ρά κυ­ρία με το παι­δά­κι της. Δεν με διε­γεί­ρει τό­σο αυ­τή, ό­σο μιά μι­σά­νοι­χτη με­γά­λη τσά­ντα της α­π’ ό­που ε­ξέ­χουν κά­τι πα­νά­κια μι­σοϋγρα­μέ­να, έ­να σα­που­νά­κι, δυο γο­βά­κια, κ.λπ. Δεν μπο­ρώ να γρά­ψω με ά­νε­ση για­τί τα φώ­τα τα με­γά­λα του α­ε­ρο­πλά­νου έ­χουν σβή­σει για να κοι­μη­θούν οι άλ­λοι, και το α­το­μι­κό μου φω­τά­κι μου έρ­χε­ται α­νά­πο­δα. Δεν ξέ­ρε­τε τι μου δη­μιουρ­γεί αυ­τό το κοι­μι­σμέ­νο αν­θρώ­πι­νο φορ­τίο που τα­ξι­δεύει στο χά­ος.
   Τώ­ρα έ­κα­να μία μι­κρή βόλ­τα στο διά­δρο­μο. Τα­ξι­δεύου­με α­πά­νω σ’ έ­να στρώ­μα α­πό ο­μί­χλη. Αύ­ριο το πρωί θα εί­ναι πιό κα­λά. Και αύ­ριο το α­πό­γιομ­μα θα εί­μαι στον τε­λι­κό προο­ρι­σμό μου. Θα σας γρά­ψω α­πό ε­κεί.
Δι­κό σας πά­ντο­τε,
Νί­κος
Εί­μαι ο μό­νος που μι­λά­ει αγ­γλι­κά. Όλοι οι άλ­λοι γαλ­λι­κά. Όλοι με ρω­τούν αν κά­νει πο­λύ κρύο στο Λον­δί­νο! Χα! Χα!
Τώ­ρα έ­φτα­σα-
Γράψ­τε μου:
N. Kach-


Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 4/11/2012.