Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012


Άγνωστοι σε εμάς οι δυο ακριανοί της φωτογραφίας: Νίκος Γιαννόπουλος, Φώτης Μπρεδάκις. Στο κέντρο, ο Ν. Γ. Πεντζίκης και δίπλα του, η ερασιτέχνις ζωγράφος πεντζικικών επιρροών Νιόβη Παπαδημητρακοπούλου, που είχε την τύχη κάποιων ολονυχτιών με ατέρμονες πεντζίκειες αφηγήσεις. Σύμφωνα με την λεζάντα, βρίσκονται στην είσοδο της Μονής Εικοσιφοίνισσας Παγγαίου, 1966. Από το ανάριχτο παλτό της κυρίας εικάζουμε πως θα πρέπει να ήταν τέτοια εποχή. Πιθανώς, 22 ή 23 Νοεμβρίου, όταν η Μονή εορτάζει εις μνήμη των δυο πρώτων κτητόρων της Αγίου Γερμανού και Αγίου Διονυσίου.


Στο προ­η­γού­με­νο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Ορο­πέ­διο» (τεύ­χος 11, Χει­μώ­νας 2011-2012), δη­μο­σιεύε­ται α­φιέ­ρω­μα στον Ήλειο πε­ζο­γρά­φο Νί­κο Κα­χτί­τση. Το α­φιέ­ρω­μα πα­ρου­σιά­ζει έ­να τμή­μα του αλ­λη­λο­γρά­φου Κα­χτί­τση, σω­στό πα­γό­βου­νο, που μό­νο την κο­ρυ­φή του έ­χου­με δει. Ως μι­κρή γεύ­ση αυ­τού του με­γά­λου ε­πι­στο­λο­γρά­φου της ελ­λη­νι­κής γραμ­μα­τείας, α­να­δη­μο­σιεύου­με ε­πι­στο­λή του προς τον Νί­κο Γα­βριήλ Πε­ντζί­κη, έ­τε­ρο μέ­γα ε­πι­στο­λο­γρά­φο. Μα­ζί με δυο άλ­λες με­τα­γε­νέ­στε­ρες ε­πι­στο­λές, πρω­το­δη­μο­σιεύε­ται στο τεύ­χος. Τις σχο­λιά­ζει ο υιός Πε­ντζί­κη. Ο Γα­βριήλ Νί­κος Πε­ντζί­κης, που εί­ναι ο ση­με­ρι­νός κά­το­χος αυ­τού του τε­ρά­στιου θη­σαυ­ρού. Σή­με­ρα, εί­ναι έ­νας α­πό τους λι­γο­στούς, πι­θα­νώς ο μό­νος, κα­τό­χους τό­σο ε­κτε­τα­μέ­νων και τό­σο λο­γο­τε­χνι­κά ση­μα­ντι­κών ε­πι­στο­λι­κών σω­μά­των, που έ­χει την α­να­γκαία παι­δεία, ώ­στε  ο ί­διος να α­να­λά­βει την α­νά­δει­ξή τους, δια­φυ­λάτ­το­ντάς τα α­πό τις αυ­θαι­ρε­σίες αλ­λά και την ά­γνοια του ξέ­νου σχο­λιο­γρά­φου. Για­τί ο­λι­γω­ρεί; Αυ­τός ει­δι­κά, την ώ­ρα ε­κεί­νης της α­πώ­τε­ρης Κρί­σης, θα έ­χει να λο­γο­δο­τή­σει προ δυο Πα­τέ­ρων, με τον δεύ­τε­ρο πλέ­ον τρο­με­ρό. Ιδού η Ρό­δος, ι­δού και το πή­δη­μα. Εφέ­τος έ­κλει­σε τα ε­ξή­ντα και στις 13 Ια­νουα­ρίου 2013 θα ε­ορ­τά­σου­με τα εί­κο­σι χρό­νια α­πό την α­πο­δη­μία του πα­τρός του. Αν ζού­σε ο Κα­χτί­τσης, θα­λε­ρός 87ού­της, “θα γύ­ρι­ζε στους δρό­μους τις νύ­χτες με ή χω­ρίς φί­λους, φω­νά­ζο­ντας” εν εκ­στά­σει: «Νί­κος Γα­βριήλ Πε­ντζί­κης. Ο Κα­λύ­τε­ρος Λο­γο­τέ­χνης της Γης». Θα το έ­πρατ­τε και προς ε­ξι­λέω­ση για την ε­φη­βι­κή του ά­γνοια. Πε­ρισ­σό­τε­ρα στο τεύ­χος.
Μ.Θ.

Χά­ος, 28 προς 29 Ιαν. 1953
Αγα­πη­τέ μου Κύ­ριε Νί­κο,
Να ξέ­ρα­τε πό­σο σας νο­σταλ­γώ. Για­τί δεν α­πα­ντή­σα­τε τό­σον και­ρό στο τό­σο με­γά­λο γράμ­μα μου; Τώ­ρα πια εί­ναι αρ­γά. Σας γρά­φω α­πό τους αι­θέ­ρες στα μι­σά του δρό­μου με­τα­ξύ Τύ­νι­δος και Duala. Η ώ­ρα εί­ναι 12 πα­ρά 10 τη νύ­χτα δη­λα­δή 1 πα­ρά 10 στην Ελλά­δα. Εσείς, α­φού τε­λειώ­σα­τε κά­ποιο νέο σας χει­ρό­γρα­φο, α­φού κά­να­τε τη συ­νη­θι­σμέ­νη σας βόλ­τα με το Γιώρ­γη Κι­τσό­που­λο, πά­τε τώ­ρα να κοι­μη­θή­τε. Σκέ­φτο­μαι τη Θεσ­σα­λι­κή, την Τρά­πε­ζα της Χίου, τον Αρχι­τε­κτο­νί­δη α­πέ­να­ντι α­πό το Φα­ρα­κείο σας. Εγώ, έ­χω α­κό­μη 16 ώ­ρες α­ε­ρο­πο­ρι­κό τα­ξί­δι. Δί­πλα μου έ­νας Γάλ­λος κοι­μά­ται σα γου­ρου­νά­κι- τζου-τζου... Στο άλ­λο κά­θι­σμα κά­θε­ται μία νε­α­ρά κυ­ρία με το παι­δά­κι της. Δεν με διε­γεί­ρει τό­σο αυ­τή, ό­σο μιά μι­σά­νοι­χτη με­γά­λη τσά­ντα της α­π’ ό­που ε­ξέ­χουν κά­τι πα­νά­κια μι­σοϋγρα­μέ­να, έ­να σα­που­νά­κι, δυο γο­βά­κια, κ.λπ. Δεν μπο­ρώ να γρά­ψω με ά­νε­ση για­τί τα φώ­τα τα με­γά­λα του α­ε­ρο­πλά­νου έ­χουν σβή­σει για να κοι­μη­θούν οι άλ­λοι, και το α­το­μι­κό μου φω­τά­κι μου έρ­χε­ται α­νά­πο­δα. Δεν ξέ­ρε­τε τι μου δη­μιουρ­γεί αυ­τό το κοι­μι­σμέ­νο αν­θρώ­πι­νο φορ­τίο που τα­ξι­δεύει στο χά­ος.
   Τώ­ρα έ­κα­να μία μι­κρή βόλ­τα στο διά­δρο­μο. Τα­ξι­δεύου­με α­πά­νω σ’ έ­να στρώ­μα α­πό ο­μί­χλη. Αύ­ριο το πρωί θα εί­ναι πιό κα­λά. Και αύ­ριο το α­πό­γιομ­μα θα εί­μαι στον τε­λι­κό προο­ρι­σμό μου. Θα σας γρά­ψω α­πό ε­κεί.
Δι­κό σας πά­ντο­τε,
Νί­κος
Εί­μαι ο μό­νος που μι­λά­ει αγ­γλι­κά. Όλοι οι άλ­λοι γαλ­λι­κά. Όλοι με ρω­τούν αν κά­νει πο­λύ κρύο στο Λον­δί­νο! Χα! Χα!
Τώ­ρα έ­φτα­σα-
Γράψ­τε μου:
N. Kach-


Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 4/11/2012.

Δεν υπάρχουν σχόλια: