Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010

Από τον Ρήγα στον Καποδίστρια

Κων­στα­ντί­νος Σβο­λό­που­λος
«Κα­τα­κτώ­ντας την α­νε­ξαρ­τη­σία
Δέ­κα δο­κί­μια για την Επα­νά­στα­ση του 1821»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη Μάϊος 2010

Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, σε ό­λους τους ε­πι­στη­μο­νι­κούς το­μείς, η έ­ρευ­να των πρω­το­γε­νών πη­γών φαί­νε­ται να έ­χει υ­πο­χω­ρή­σει έ­να­ντι των θεω­ρη­τι­κών συλ­λή­ψεων. Αλλά και ό­σοι α­πο­φα­σί­ζουν να κα­τα­πια­στούν με την πλέ­ον ε­πί­μοχ­θη και συ­νά­μα, λι­γό­τε­ρο προ­σο­δο­φό­ρα α­πό ά­πο­ψη ε­πι­στη­μο­νι­κής αί­γλης, με­λέ­τη των πρώ­των μαρ­τυ­ριών, συ­χνά υ­πο­τι­μούν έ­ναν βα­σι­κό πα­ρά­γο­ντα κα­τά τη συ­στη­μα­τι­κή ε­ξέ­τα­ση των δε­δο­μέ­νων. Πρό­κει­ται για τον τρό­πο δια­τύ­πω­σης των ε­ρω­τη­μά­των ή και υ­πο­θέ­σεων ερ­γα­σίας. Για να εκ­μαιεύ­σει ο ε­ρευ­νη­τής ό­λα τα στοι­χεία, που, λ.χ., έ­να έγ­γρα­φο πα­λαιό­τε­ρης ε­πο­χής ε­μπε­ριέ­χει, θα πρέ­πει να εμ­βα­θύ­νει ή, σω­στό­τε­ρα, να ε­ντρυ­φή­σει στις συν­θή­κες υ­πό τις ο­ποίες ε­κεί­νο εί­χε συ­νταχ­θεί. Επι­προ­σθέ­τως, να α­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­σει τη λο­γι­κή των αν­θρώ­πων που το συ­νέ­τα­ξαν, κα­θώς και τις ε­πι­κρα­τού­σες στην ε­πο­χή τους νοο­τρο­πίες. Αν ε­κεί­νος ε­πι­μέ­νει να δια­τυ­πώ­νει τα ε­ρω­τή­μα­τά του μέ­σα α­πό τις α­ντι­λή­ψεις των πο­λύ με­τα­γε­νέ­στε­ρων δι­κών του χρό­νων, το πι­θα­νό­τε­ρο, ε­κεί­νο να πα­ρα­μέ­νει πει­σμα­τι­κά σιω­πη­λό. Ή, στην κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, να α­πο­κα­λύ­πτει μέ­ρος της α­λή­θειάς του. Γι' αυ­τό και συ­χνά, ό­ταν έ­νας με­λε­τη­τής ε­πα­να­κά­μπτει, με­τά κά­ποιο χρο­νι­κό διά­στη­μα, στο ί­διο α­ντι­κεί­με­νο με μια φρέ­σκια ο­πτι­κή, α­να­κα­λύ­πτει ε­ξη­γή­σεις, που δεί­χνουν μεν προ­φα­νείς αλ­λά εί­χαν δια­φύ­γει προ­η­γού­με­νων α­να­ζη­τή­σεων.
Ο ι­στο­ρι­κός Κων­στα­ντί­νος Σβο­λό­που­λος α­νέ­κα­θεν στη­ρί­ζε­ται πρω­τί­στως στη μαρ­τυ­ρία των πη­γών. Γε­γο­νός, που έρ­χε­ται να υ­πο­γραμ­μί­σει το πρό­σφα­το βι­βλίο του, με θέ­μα­τα γύ­ρω α­πό την Επα­νά­στα­ση του 1821. Σε αυ­τό συ­γκε­ντρώ­νει δέ­κα δο­κί­μιά του, δη­μο­σιευ­μέ­να, ό­λα πλην ε­νός, στο διά­στη­μα των τε­λευ­ταίων 35 χρό­νων, τα ο­ποία πα­ρα­θέ­τει α­να­δια­τε­ταγ­μέ­να σε χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά. Να θυ­μί­σου­με ό­τι, προ τριε­τίας, εί­χα­με πα­ρου­σιά­σει έ­να άλ­λο βι­βλίο του, και πά­λι για την Επα­νά­στα­ση, το «Προ­μα­χώ­ντας στο Με­σο­λόγ­γι. Έργα και η­μέ­ρες του Θα­νά­ση Ρα­ζι­κό­τσι­κα 1798-1826». Με την ί­δια τα­κτι­κή έ­ρευ­νας, που ε­φάρ­μο­ζε για να α­να­συν­θέ­σει τον βίο του μάλ­λον ά­γνω­στου Θα­νά­ση Ρα­ζι­κό­τσι­κα, προ­χω­ρά και στη διε­ρεύ­νη­ση των δέ­κα, και­νού­ριων, θε­μά­των α­πό το '21. Ου­σια­στι­κά, ε­πα­να­κά­μπτει σε πρω­το­γε­νείς πη­γές, στο­χεύο­ντας στην ε­ξαν­τλη­τι­κή α­ξιο­ποίη­σή τους, χω­ρίς να υ­πο­στέλ­λει την έ­ρευ­να για τον ε­ντο­πι­σμό και νέων αρ­χεια­κών πη­γών κυ­ρίως ε­κτός Ελλά­δος.
Εν αρ­χή, το­πο­θε­τεί­ται ο Ρή­γας Βε­λε­στιν­λής, του ο­ποίου δια­σώ­θη­καν μεν τα έρ­γα αλ­λά ο βίος και η δρά­ση του διέρ­ρευ­σαν μέ­σα α­πό τα κε­νά των ε­λά­χι­στων δια­θέ­σι­μων τεκ­μη­ρίων α­πό την Ιστο­ρία προς τον θρύ­λο. Κύ­ρια, πά­ντως, πη­γή για τα ε­πα­να­στα­τι­κά του σχέ­δια πα­ρα­μέ­νει ο φά­κε­λος που εί­χε κα­ταρ­τί­σει η αυ­στρια­κή α­στυ­νο­μία. Ο Ρή­γας, με τις αρ­χές του Δια­φω­τι­σμού και τις ι­δέες της Γαλ­λι­κής Επα­νά­στα­σης, ε­τοί­μα­σε τη Δια­κή­ρυ­ξη, που τύ­πω­σε τον Οκτώ­βριο του 1797. Σε αυ­τήν, ο­ρα­μα­τί­ζε­ται έ­να ε­νιαίο κρά­τος, με το ό­νο­μα Ελλη­νι­κή Δη­μο­κρα­τία και γλώσ­σα την ελ­λη­νι­κή. Ελλη­νι­κός α­πο­κα­λεί­ται ο λαός του, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει, ό­μως, ό­λα τα γέ­νη που κα­τοι­κούν σε ε­κεί­να τα ε­δά­φη: Έλλη­νες, Αλβα­νοί, Βλά­χοι, Αρμέ­νη­δες, Τούρ­κοι. Σί­γου­ρα πρό­κει­ται για έ­να ε­πα­να­στα­τι­κό σχέ­διο, γι' αυ­τό και ο Ρή­γας κα­τα­τάσ­σε­ται στις ρι­ζο­σπα­στι­κές, φι­λε­λεύ­θε­ρες δυ­νά­μεις. Αρκού­σε, ό­μως, αυ­τό για να ευο­δω­θεί το εγ­χεί­ρη­μά του; Όπως δεί­χνουν νέα ε­ρευ­νη­τι­κά στοι­χεία, ο Ρή­γας δεν στά­θη­κε μό­νο έ­νας ε­θνε­γέρ­της, ού­τε πε­ριο­ρί­στη­κε στην πνευ­μα­τι­κή α­φύ­πνι­ση του λα­ού, αλ­λά προ­χώ­ρη­σε στη α­να­ζή­τη­ση υ­πο­στη­ρι­κτών τό­σο στο ε­σω­τε­ρι­κό της Οθω­μα­νι­κής Αυ­το­κρα­το­ρίας ό­σο και στις Με­γά­λες Δυ­νά­μεις της ε­πο­χής. Ένας πρώ­τος ή­ταν ο πα­σάς του Βι­δι­νίου, Οσμάν Πα­σβά­νο­γλου, ο “πρώ­τος α­πο­στά­της”, ό­πως τον α­πο­κα­λεί στον «Θού­ριο». Λι­γό­τε­ρο ή ε­λά­χι­στα γνω­στή σή­με­ρα εί­ναι η α­νταρ­σία του Πα­σβά­νο­γλου σε σχέ­ση με ε­κεί­νη του Αλή Πα­σά, έ­δω­σε, ό­μως, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρες ελ­πί­δες στους υ­πό­δου­λους λα­ούς της Βαλ­κα­νι­κής. Όπως και οι ελ­πί­δες που τους α­να­πτέ­ρω­σε ο δεύ­τε­ρος υ­πο­στη­ρι­κτής του Ρή­γα, ο Βο­να­πάρ­τη. Ανε­ξάρ­τη­τα αν δεν ευο­δώ­θη­καν, κα­θώς οι συ­γκυ­ρίες στά­θη­καν δυ­σμε­νείς. Πά­ντως, οι μαρ­τυ­ρίες, που έρ­χο­νται στο φως, δεί­χνουν ό­τι ο Ρή­γας “βά­δι­ζε πε­ριε­σκεμ­μέ­να”. Ο Σβο­λό­που­λος, συ­γκε­ντρώ­νο­ντας στοι­χεία, στή­νει το πλέγ­μα α­πό τις λαν­θά­νου­σες ε­πα­να­στα­τι­κές συμ­μα­χίες στα τέ­λη του 18ου αιώ­να, ό­πως α­κρι­βώς το έ­χει συλ­λά­βει η υ­ψη­λή ποιη­τι­κή έ­ξαρ­ση του Εγγο­νό­που­λου: «... Μπο­λι­βάρ! Εί­σαι του Ρή­γα Φε­ραίου παι­δί, /Του Αντω­νίου Οι­κο­νό­μου - που τό­σο ά­δι­κα τον σφά­ξα­ν- / και του Πα­σβα­ντζό­γλου α­δελ­φός, / Τ' ό­νει­ρο του με­γά­λου Μα­ξι­μι­λια­νού ντε Ρο­μπε­σπιέρ / ξα­να­ζεί στο μέ­τω­πό σου...»
Το δεύ­τε­ρο δο­κί­μιο προ­στί­θε­ται στις δια­θέ­σι­μες μαρ­τυ­ρίες των πε­ριη­γη­τών για την προ­ε­πα­να­στα­τι­κή Ελλά­δα. Σχο­λιά­ζει το α­νέκ­δο­το υ­πό­μνη­μα ε­νός α­σκού­με­νου γάλ­λου προ­ξέ­νου στη Σμύρ­νη κα­τά την πρώ­τη δε­κα­ε­τία του 19ου αιώ­να. Πα­ρου­σιά­ζει ι­διαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον, κα­θώς ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται σε τέσ­σε­ρα νη­σιά - τρία του Αργο­σα­ρω­νι­κού, Ύδρα-Σπέ­τσες-Πό­ρο, και έ­να του Ανα­το­λι­κού Αι­γαίου, τα Ψα­ρά - τα ο­ποία, στε­ρού­με­να αρ­χαίων μνη­μείων, δεν εί­χαν προ­σελ­κύ­σει τους πε­ριη­γη­τές. Πα­ρέ­χει στοι­χεία για την ε­σω­τε­ρι­κή διοί­κη­ση αυ­τών των νη­σιών και το ρό­λο των ξέ­νων δι­πλω­μα­τών, κυ­ρίως, ό­μως, πα­ρου­σιά­ζει το δυ­να­μι­κό που δια­θέ­τουν σε ε­μπο­ρι­κά πλοία, το ο­ποίο συ­νι­στού­σε μια ση­μα­ντι­κή πα­ρά­με­τρο, αν πο­τέ η Γαλ­λία α­πο­φά­σι­ζε να ω­θή­σει σε ε­ξέ­γερ­ση τους υ­πό­δου­λους Έλλη­νες.
Το τρί­το δο­κί­μιο α­να­φέ­ρε­ται στη Φι­λι­κή Εται­ρεία και α­πα­ντά σε έ­να ε­ρώ­τη­μα, για το ο­ποίο έ­χει χυ­θεί πο­λύ με­λά­νι: Ποια ή­ταν η ι­δρυ­τι­κή τριά­δα της Εται­ρείας, που συ­στά­θη­κε στην Οδησ­σό, φθι­νό­πω­ρο του 1814; Για να α­κρι­βο­λο­γού­με δεν α­πα­ντά, α­φού, ό­πως δια­πι­στώ­νει ο με­λε­τη­τής, “σή­με­ρα, ε­νά­μι­σι σχε­δόν αιώ­να αρ­γό­τε­ρα, το έλ­λειμ­μα ε­παρ­κών ι­στο­ρι­κών τεκ­μη­ρίων ε­ξα­κο­λου­θεί να υ­πάρ­χει”. Ωστό­σο, πο­λιορ­κεί το ε­ρώ­τη­μα δια της α­τό­που α­πα­γω­γής και διε­ρευ­νά το κα­τά πό­σο, τω ό­ντι, η Εται­ρεία συ­στά­θη­κε στον συ­γκε­κρι­μέ­νο τό­πο και χρό­νο. Πρώ­τος ι­στο­ρι­κός της Φι­λι­κής Εται­ρείας εί­ναι ο α­γω­νι­στής και γραμ­μα­τέ­ας του Δη­μη­τρίου Υψη­λά­ντη Ιωάν­νης Βα­σι­λείου ή και Βα­σι­λειά­δης, που διέ­πρε­ψε ως δη­μο­σιο­γρά­φος με το ψευ­δώ­νυ­μο Ιωάν­νης Φι­λή­μων. Εν μέ­σω, της δη­μο­σιο­γρα­φι­κής του δρά­σης, εκ­δό­της το 1833 στο Ναύ­πλιο της ε­φη­με­ρί­δας «Χρό­νος» και το 1838, στην Αθή­να, του «Αιώ­να», συ­νέ­γρα­ψε το «Δο­κί­μιον Ιστο­ρι­κόν της Φι­λι­κής Εται­ρείας». Εκεί ο­ρί­ζε­ται η ι­δρυ­τι­κή τριά­δα της Εται­ρείας. Εκτός των δυο α­ναμ­φι­σβή­τη­των πρω­τερ­γα­τών, Νι­κό­λαο Σκου­φά και Αθα­νά­σιο Τσα­κά­λω­φ, ως τρί­τος προ­τεί­νε­ται ο Πα­να­γιώ­της Ανα­γνω­στό­που­λος, στου ο­ποίου τη μαρ­τυ­ρία και στη­ρί­χτη­κε ο Φι­λή­μων. Το «Δο­κί­μιο» προ­κά­λε­σε το μέ­νος του Εμμα­νουήλ Ξάν­θου, που α­πά­ντη­σε με την «Απο­λο­γία» του, διεκ­δι­κώ­ντας την τρί­τη θέ­ση. Ο Φι­λή­μων ε­πα­νήλ­θε, α­πο­λο­γού­με­νος α­πό τις στή­λες της ε­φη­με­ρί­δας του, ε­νώ ο Ανα­γνω­στό­που­λος α­ντα­πά­ντη­σε και ο Ξάν­θος τον α­ντέ­κρου­σε με τα «Απο­μνη­μο­νεύ­μα­τά» του. Φά­νη­κε, μά­λι­στα, να κερ­δί­ζει την ε­πί­μα­χη θέ­ση στην τριά­δα, λό­γω και του εύ­ρους της μαρ­τυ­ρίας του. Το 2002, στα «Απο­μνη­μο­νεύ­μα­τά» του προ­στέ­θη­κε η τρί­το­μη έκ­δο­ση του Αρχείου του, με πρό­λο­γο του Ι. Κ. Μα­ζα­ρά­κη-Αι­νιάν. Ο Φι­λή­μων ε­πα­νέρ­χε­ται αλ­λά­ζο­ντας δι­πλω­μα­τι­κά τις δια­τυ­πώ­σεις και πλη­θαί­νο­ντας τα ι­δρυ­τι­κά μέ­λη. Ωστό­σο, ου­σια­στι­κά, πα­ρα­μέ­νει με την α­πο­ρία, δε­δο­μέ­νου ό­τι η πρώ­τη δυά­δα δεν κα­τέ­θε­σε πο­τέ τη μαρ­τυ­ρία της: ο Σκου­φάς για­τί α­να­χώ­ρη­σε νω­ρίς, ο Τσα­κά­λωφ για­τί μέ­χρι τέ­λους προ­τί­μη­σε να σιω­πή­σει. Σιω­πή, που η και­νού­ρια υ­πό­θε­ση ερ­γα­σίας του Σβο­λό­που­λου, θα λέ­γα­με ό­τι, εν μέ­ρει, ερ­μη­νεύει. Αν δε­χτού­με ό­τι η ί­δρυ­ση της Εται­ρείας εί­ναι μια με­τα­γε­νέ­στε­ρα δη­μιουρ­γη­μέ­νη ει­κό­να προς ι­σχυ­ρο­ποίη­ση αυ­τής της μυ­στι­κής ορ­γά­νω­σης, η μαρ­τυ­ρία του Τσα­κά­λωφ θα διέ­λυε μέ­ρος της αί­γλης της. Κα­τ' αυ­τήν την εκ­δο­χή, η δυά­δα Σκου­φάς - Τσα­κά­λωφ ε­πε­ξερ­γά­στη­καν την ι­δέα στη Μό­σχα και με­τά, πρώ­τα στην Οδησ­σό και με­τά στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, μύη­σαν τα πρώ­τα μέ­λη: έ­να, δυο έως και δώ­δε­κα, σύμ­φω­να με τον συν­θη­μα­τι­κό κα­τά­λο­γο του 1818, ό­που ως τρί­τος φέ­ρε­ται ο Νι­κό­λα­ος Γα­λά­της, που κρί­θη­κε α­πο­διο­πο­μπαίος και την δι­καίω­σή του ο­φεί­λου­με στο τε­λευ­ταίο βι­βλίο του Ελευ­θέ­ριου Μω­ραϊτί­νη-Πα­τριαρ­χέα.
Τη δι­καίω­ση ε­νός ε­πι­φα­νέ­στε­ρου προ­σώ­που της Επα­νά­στα­σης, του Αλέ­ξαν­δρου Υψη­λά­ντη, ε­πι­χει­ρεί ο Σβο­λό­που­λος στο τέ­ταρ­το δο­κί­μιο, ε­πα­νε­κτι­μώ­ντας την ε­ξέ­γερ­ση στις πα­ρα­δου­νά­βιες η­γε­μο­νίες. Ου­σια­στι­κά, ε­ντρυ­φεί στην προ­σω­πι­κό­τη­τα του Υψη­λά­ντη, προ­σπα­θώ­ντας να ερ­μη­νεύ­σει τις ε­πι­λο­γές του με βά­ση τον ευ­ρύ­τε­ρο ο­ρί­ζο­ντα σύλ­λη­ψης του ελ­λη­νι­σμού α­πό τους Φα­να­ριώ­τες. Στις σχέ­σεις ρή­ξης του Υψη­λά­ντη με δυο η­γε­τι­κές φυ­σιο­γνω­μίες της ε­πο­χής ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται ο με­λε­τη­τής, για να δεί­ξει, διά της α­ντι­θέ­σεως, τη δι­κή του βα­θιά ρο­μα­ντι­κή, εξ ου και πα­ρορ­μη­τι­κή, πνευ­μα­τι­κή ι­διο­συ­γκρα­σία: τον ρου­μά­νο ο­πλαρ­χη­γό Του­ντόρ Βλα­δι­μη­ρέ­σκου και τον Ιωάν­νη Κα­πο­δί­στρια, που α­κο­λού­θη­σε, μέ­χρι τέ­λους, μια με­τριο­πα­θή στά­ση. Στο προ­τε­λευ­ταίο δο­κί­μιο του τό­μου και το μό­νο α­δη­μο­σίευ­το, ο με­λε­τη­τής ε­πα­νέρ­χε­ται “στο ι­δε­ο­λο­γι­κό στίγ­μα” του Κα­πο­δί­στρια. Τε­λι­κά, ο πρώ­τος κυ­βερ­νή­της της Ελλά­δος διεκ­δι­κεί στρα­τιω­τι­κές ε­πι­τυ­χίες, μέ­τρα ε­σω­τε­ρι­κής ει­ρή­νευ­σης και κυ­ρίως ε­πι­τυ­χείς δι­πλω­μα­τι­κές δια­πραγ­μα­τεύ­σεις. Ένα άλ­λο δο­κί­μιο του τό­μου, α­φο­ρά το τρί­το με­γά­λο συ­νέ­δριο των Δυ­νά­μεων της Πε­ντα­πλής Συμ­μα­χίας στην πό­λη του Λάυ­μπα­χ, που εί­χε διε­νερ­γη­θεί για να κα­το­χυ­ρω­θούν οι αρ­χές της νο­μι­μό­τη­τας και της ι­σορ­ρο­πίας των Δυ­νά­μεων και στο ο­ποίο συμ­με­τεί­χε ο Κα­πο­δί­στριας. Η εί­δη­ση για την έ­νο­πλη ε­ξέ­γερ­ση του Υψη­λά­ντη στη Μολ­δα­βία έ­φτα­σε στο Συ­νέ­δριο στις 19 Μαρ­τίου 1821, φέρ­νο­ντας σε δυ­σχε­ρή θέ­ση τη Ρω­σία, κα­θώς υ­πήρ­χε η φή­μη ό­τι υ­πο­στή­ρι­ζε τους Έλλη­νες. Γι' αυ­τό και ο τσά­ρος Αλέ­ξαν­δρος Α΄, που πα­ρευ­ρι­σκό­ταν, έ­σπευ­σε να δια­βε­βαιώ­σει πε­ρί του α­ντι­θέ­του τον αυ­στρια­κό κα­γκε­λά­ριο Μετ­τερ­νι­χ, τον α­πο­κα­λού­με­νο και “α­μα­ξη­λά­τη της α­πο­λυ­ταρ­χι­κής Ευ­ρώ­πης”, πως εί­ναι σί­γου­ρος ό­τι η ελ­λη­νι­κή υ­πό­θε­ση θα έ­χει την ί­δια κα­τά­λη­ξη με ε­κεί­νες του Πα­σβά­νο­γλου και του Αλή Πα­σά. Πά­ντως, στη διάρ­κεια του Συ­νε­δρίου “ού­τε μια φω­νή δεν α­κού­στη­κε υ­πέρ των Ελλή­νω­ν”.
Στο έ­κτο δο­κί­μιο, σχο­λιά­ζε­ται “η υ­πό­θε­ση ό­τι η Ελλη­νι­κή Επα­νά­στα­ση α­πο­τε­λεί γε­γο­νός μεί­ζο­νος ση­μα­σίας για την ι­στο­ρία της Ευ­ρώ­πης”. Δια­τυ­πω­μέ­νο το κεί­με­νο σε κά­πως υ­ψη­λό­τε­ρους τό­νους, θα μπο­ρού­σε να προέρ­χε­ται α­πό ο­μι­λία στην Ακα­δη­μία Αθη­νών, πι­θα­νώς, κα­τά την α­να­γό­ρευ­ση του Σβο­λό­που­λου σε μέ­λος το 2003, κα­θώς συ­μπί­πτει χρο­νι­κά η δη­μο­σίευ­σή του στα Πρα­κτι­κά του εν λό­γω Ιδρύ­μα­τος. Όπως και να έ­χει, με­τα­ξύ άλ­λων, μνη­μο­νεύο­νται δυο δια­φο­ρε­τι­κές φω­νές, που νου­θε­τού­σαν τους ε­πα­να­στα­τη­μέ­νους Έλλη­νες προς την κα­τεύ­θυν­ση να αρ­θρώ­σουν πο­λι­τι­κό λό­γο ευ­ρύ­τε­ρα α­πο­δε­κτό και να με­τριά­σουν τον υ­πέρ­με­τρο δη­μο­κρα­τι­κό ζή­λο των πρώ­των δια­κη­ρύ­ξεων. Εί­ναι αυ­τές του Κα­πο­δί­στρια και του Μπάϋρον. Σχε­τι­κή “πα­ραί­νε­ση” του άγ­γλου λόρ­δου α­πο­τε­λεί το α­ντι­κεί­με­νο του ε­πό­με­νου δο­κι­μίου. Ενώ, έ­να ε­κτε­νές δο­κί­μιο, δη­μο­σιευ­μέ­νο το 1975, α­φο­ρά τις εκ­δη­λώ­σεις του γαλ­λι­κού φι­λελ­λη­νι­σμού στη διάρ­κεια της Επα­νά­στα­σης στο Στρα­σβούρ­γο και γε­νι­κό­τε­ρα, τις πα­ραρ­ρή­νιες πε­ριο­χές. Ελλη­νι­στές, στρα­τιω­τι­κοί αλ­λά και μυ­στι­κές φι­λε­λεύ­θε­ρες ε­ται­ρείες έ­σπευ­δαν με ποι­κί­λους τρό­πους σε βοή­θεια. Πλη­ρο­φο­ρίες για τα φι­λελ­λη­νι­κά έ­ντυ­πα που κυ­κλο­φο­ρού­σαν, δί­νουν οι “κα­τα­στά­σεις” των α­στυ­νο­μι­κών αρ­χών, που πα­ρα­κο­λου­θού­σαν τα τε­κται­νό­με­να εκ του σύ­νεγ­γυς σε μη­νιαία βά­ση.
Το τε­λευ­ταίο δο­κί­μιο α­φο­ρά την α­πό­φα­ση για την σύ­στα­ση α­νε­ξάρ­τη­του ελ­λη­νι­κού κρά­τους και α­πο­κτά ι­διαί­τε­ρη βα­ρύ­τη­τα στη ση­με­ρι­νή συ­γκυ­ρία. Επι­σή­μως, ως η­με­ρο­μη­νία της ί­δρυ­σης προσ­διο­ρί­ζε­ται η 3η Φε­βρουα­ρίου 1830, ο­πό­τε συ­νο­μο­λο­γή­θη­κε με­τα­ξύ Ρω­σίας, Γαλ­λίας και Με­γά­λης Βρε­τα­νίας το πρω­τό­κολ­λο του Λον­δί­νου. Ο με­λε­τη­τής, ω­στό­σο, ε­στιά­ζει στις φά­σεις της κυο­φο­ρίας του. Στην τε­λευ­ταία σε­λί­δα, τί­θε­ται και έ­να ε­πί­μα­χο ε­ρώ­τη­μα: Κα­τά πό­σο η α­νε­ξαρ­τη­σία του νέ­ου κρά­τους υ­πήρ­ξε ου­σια­στι­κή. Μέ­χρι του­λά­χι­στον πρό­τι­νος, φαί­νε­ται να ι­σχύει η κα­τα­φα­τι­κή α­πά­ντη­ση του ι­στο­ρι­κού, ό­τι ου­δό­λως οι συμ­βα­τι­κές δε­σμεύ­σεις πε­ριό­ρι­ζαν ου­σια­στι­κά την ελ­λη­νι­κή α­νε­ξαρ­τη­σία. Ξαφ­νι­κά, ό­μως, μέ­σα α­πό τη δει­νή οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση, τον διε­θνή οι­κο­νο­μι­κό έ­λεγ­χο (ΔΝΤ) και το ε­φαρ­μο­ζό­με­νο σή­με­ρα Μνη­μό­νιο, πε­ριήλ­θα­με σε κα­τά­στα­ση ι­διό­τυ­πης πο­λιορ­κίας και το ί­διο θέ­μα τί­θε­ται εκ νέ­ου. Το θέ­μα, λοι­πόν, εί­ναι τώ­ρα τι λες; Ή, με πε­ρισ­σό­τε­ρα και πιο εύ­στο­χα λό­για: «... Κα­λά φά­γα­με, κα­λά ή­πια­με. / Κα­λά τη φέ­ρα­με τη ζωή μας ως ε­δώ. / Μι­κρο­ζη­μιές και μι­κρο­κέρ­δη συμ­ψη­φί­ζο­ντας. / Το θέ­μα εί­ναι τώ­ρα τι λες.», ό­πως το έ­θε­τε πριν σα­ρά­ντα χρό­νια ο Μα­νό­λης Ανα­γνω­στά­κης.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Νεολαιίστικα αρχεία

«Τα Αρχεία της ΕΜΙΑΝ:
Γενικό Ευρετήριο»
Επιμέλεια-σύνταξη
Στέφανος Δ. Στεφάνου
Ζήσιμος Χ. Συνοδινός
Έκδοση Εταιρείας Μελέτης
της Ιστορίας της Αριστερής
Νεολαίας (ΕΜΙΑΝ)
Μάϊος 2010

Κα­τά τα φαι­νό­με­να, ως κοι­νω­νία, αν ό­χι κα­θο­λι­κά, του­λά­χι­στον έ­να μέ­ρος της, πή­ρα­με τε­λι­κά την α­πό­φα­ση να μην κα­τα­στρέ­φου­με πλέ­ον τα γρα­πτά τεκ­μή­ρια του πα­ρελ­θό­ντος. Ού­τε στους κά­δους α­πορ­ριμ­μά­των να τα ρί­χνου­με ού­τε στην πυ­ρά, κι ας μας δια­βε­βαιώ­νουν οι ε­κά­στο­τε πυ­ρο­μα­νείς ό­τι δια της πυ­ράς και μό­νο θα α­γα­πη­θούν α­να­με­τα­ξύ τους οι κά­θε εί­δους α­συμ­φι­λίω­τοι. Εν ο­λί­γοις, α­πο­κτή­σα­με, έ­στω και με­τα­φυ­τευ­μέ­νη, αρ­χεια­κή συ­νεί­δη­ση. Έτσι, άρ­χι­σε και στη χώ­ρα μας να ευ­δο­κι­μεί η αρ­χειο­νο­μία, ό­πως συμ­βαί­νει στον λοι­πό πο­λι­τι­σμέ­νο κό­σμο. Ακό­μη και τα Γε­νι­κά Αρχεία του Κρά­τους κά­πως νοι­κο­κυ­ρεύ­τη­καν, για να στα­μα­τή­σει να στρι­φο­γυ­ρί­ζει στον τά­φο του ε­κεί­νος ο τα­λαί­πω­ρος, κα­τ' ο­ρι­σμέ­νους γρα­φι­κός, Γιάν­νης Βλα­χο­γιάν­νης, που δεν ά­φη­σε τα έγ­γρα­φα της Εθνι­κής Πα­λιγ­γε­νε­σίας χαρ­τί πε­ρι­τυ­λίγ­μα­τος στα χέ­ρια των μπα­κά­λη­δων. Έως τα αρ­χεία ορ­γα­νι­σμών, σω­μα­τείων και λοι­πών συλ­λο­γι­κο­τή­των άρ­χι­σαν να τα­κτο­ποιού­νται. Ακό­μη και ι­διώ­τες, που εί­χαν το με­ρά­κι να κρα­τούν τα τεκ­μή­ρια του βίου τους, τα προ­σω­πι­κά τους ή και τα πά­σης φύ­σεως κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κά, με­τα­μορ­φώ­θη­καν σε συλ­λέ­κτες. Κι ας μην εί­χαν στα νιά­τα τους, ό­ταν τα πε­ρι­συ­νέ­λε­γαν, την πα­ρα­μι­κρή υ­πο­ψία αρ­χεια­κής πρό­βλε­ψης.
Το 1990 ι­δρύε­ται η Ελλη­νι­κή Αρχεια­κή Εται­ρεία, που, σή­με­ρα, α­ριθ­μεί γύ­ρω στα 300 μέ­λη. Δέ­κα χρό­νια με­τά, Ια­νουά­ριο 2000, συ­στή­νε­ται η Εται­ρεία Με­λέ­της της Ιστο­ρίας της Αρι­στε­ρής Νε­ο­λαίας (Ε­ΜΙΑΝ) α­πό “34 Έλλη­νες πο­λί­τες, α­γό­ρια και κο­ρί­τσια, μέ­λη α­ρι­στε­ρών νε­ο­λαιί­στι­κων ορ­γα­νώ­σεων των δε­κα­ε­τιών του '50 και του '60.” Και τέ­λος, δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, δη­λα­δή ε­φέ­τος τον Μάϊο, εκ­δί­δε­ται το Γε­νι­κό Ευ­ρε­τή­ριο των αρ­χείων της, ε­νώ προ­η­γή­θη­κε, προ διε­τίας, έ­νας συ­νο­πτι­κός ο­δη­γός. Στό­χος της Εται­ρείας, ό­ταν αρ­χί­ζει να συ­γκε­ντρώ­νει αρ­χεια­κό υ­λι­κό και μέ­χρι σή­με­ρα, εί­ναι η νε­ο­λαιί­στι­κη δρά­ση και συμ­βο­λή κα­τά την ει­κο­σι­πε­ντα­ε­τία 1950-1974. Εί­ναι μια πε­ρίο­δος ι­στο­ρι­κά κο­ντι­νή. Ωστό­σο, στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα της πα­γκο­σμιο­ποιη­μέ­νης, ως λέ­γε­ται, κοι­νω­νίας, με τους ση­με­ρι­νούς τα­χείς ρυθ­μούς της, δεί­χνει πε­ρισ­σό­τε­ρο του α­να­με­νό­με­νου α­πό­μα­κρη. Όσο για τις α­ρι­στε­ρές νε­ο­λαίες, αυ­τές φαί­νε­ται να ε­πι­βιώ­νουν ως φα­ντά­σμα­τα του πα­λαιού ε­αυ­τού τους, πα­ρό­τι οι έ­ντο­νες νε­ο­λαιί­στι­κες δια­μαρ­τυ­ρίες δη­μιουρ­γούν δια­φο­ρε­τι­κή ε­ντύ­πω­ση. Βε­βαίως, τα κομ­μα­τι­κά αρ­χεία, που πρώ­τα αυ­τά θα συμ­βάλ­λουν στην ι­στο­ριο­γρα­φία ε­κεί­νων των χρό­νων, βρί­σκο­νται στα Α­ΣΚΙ. Εκεί στε­γά­ζο­νται, με­τα­ξύ των άλ­λων, το αρ­χείο ΚΚΕ της πε­ριό­δου 1945-1968, το αρ­χείο του ΚΚΕ Εσω­τε­ρι­κού, αλ­λά και τα αρ­χεία της Νε­ο­λαίας Ε­ΔΑ της πε­ριό­δου 1954-1964 και ε­κεί­να της Νε­ο­λαίας Λα­μπρά­κη της τριε­τίας 1964-67.
Σύμ­φω­να με το Γε­νι­κό Ευ­ρε­τή­ριο, τα αρ­χεία της Ε­ΜΙΑΝ α­πο­τε­λού­νται α­πό ο­κτώ με­γά­λες συλ­λο­γές και 23 μι­κρό­τε­ρης έ­κτα­σης. Ο Στέ­φα­νος Στε­φά­νου, ο πρε­σβύ­τε­ρος των δυο συ­ντα­κτών του Ευ­ρε­τη­ρίου, το θεω­ρεί έ­να μι­κρό αρ­χείο. “Εμείς ε­ξα­κο­λου­θού­με να με­τρού­με συ­νο­λι­κή ρα­χιαία ό­ψη των φα­κέ­λων μας με λί­γες δε­κά­δες μέ­τρα, ε­νώ άλ­λα αρ­χεία με­τρούν χι­λιό­με­τρα”, πα­ρα­τη­ρεί στην ο­μι­λία του, που δό­θη­κε στο πλαί­σιο “ε­πι­στη­μο­νι­κής η­με­ρί­δας”, με τίτ­λο «Νε­ο­λαία και αρ­χεία», στις 20 Μαρ­τίου 2008. Τα πρα­κτι­κά της Ημε­ρί­δας εκ­δό­θη­καν α­πό την Ε­ΜΙΑΝ σε αυ­τό­νο­μο βι­βλίο. Ως πα­ρά­δειγ­μα ε­νός με­γά­λου αρ­χείου ο Στε­φά­νου φέ­ρει το Ιστο­ρι­κό Αρχείο της Εθνι­κής Τρά­πε­ζας, στο ο­ποίο ερ­γά­ζε­ται ε­πί μια ει­κο­σι­πε­ντα­ε­τία ο νεό­τε­ρος ε­πι­με­λη­τής του Ευ­ρε­τη­ρίου Ζή­σι­μος Συ­νο­δι­νός. Και πά­λι ο Στε­φά­νου, χα­ρα­κτη­ρί­ζει το αρ­χείο αρ­κε­τά ε­τε­ρο­βα­ρές, λό­γω της κυ­ριαρ­χίας του εκ­παι­δευ­τι­κού χώ­ρου. Από μια ά­πο­ψη, α­να­με­νό­με­νο, δε­δο­μέ­νου ό­τι το σπου­δα­στι­κό κί­νη­μα στη με­τα­πο­λε­μι­κή και προ­δι­κτα­το­ρι­κή ε­πο­χή υ­πήρ­ξε κυ­ρίαρ­χο στοι­χείο στο γε­νι­κό­τε­ρο κοι­νω­νι­κό κί­νη­μα. Υπάρ­χουν, ω­στό­σο, δυο το­μείς, στους ο­ποίους το αρ­χείο της Ε­ΜΙΑΝ δια­κρί­νε­ται, κι αυ­τό χά­ρις στο βίο και την πο­λι­τεία των συ­γκε­κρι­μέ­νων ο­λι­γά­ριθ­μων συλ­λε­κτώ­ν: Πρώ­τον, στα σπου­δα­στι­κά και ευ­ρύ­τε­ρης στό­χευ­σης πνευ­μα­τι­κά πε­ριο­δι­κά, δελ­τία και φυλ­λά­δια. Δεύ­τε­ρον, στα πρα­κτι­κά συ­νε­δριά­σεων φοι­τη­τι­κών ορ­γά­νων.
Η κα­τά­τα­ξη των συλ­λό­γων στον τό­μο γί­νε­ται κα­τά μέ­γε­θος, σε τρέ­χο­ντα μέ­τρα ή και αρ­χεια­κά κου­τιά. Όσο α­φο­ρά, ό­μως, τη συμ­βο­λή τους στην Ιστο­ρία της πε­ριό­δου, με­γα­λύ­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει η η­λι­κία του συλ­λέ­κτη, που κα­θο­ρί­ζει τη δρά­ση του και συ­να­κό­λου­θα, το πε­ριε­χό­με­νο του ι­διω­τι­κού του αρ­χείου. Κα­τά σει­ρά, πρε­σβύ­τε­ρος εί­ναι ο Δη­μή­τρης Πα­ληός. Το 1956 έ­φυ­γε πα­ρά­νο­μα α­πό την Ελλά­δα για την Ιτα­λία, σπού­δα­σε στο Ινστι­τού­το Γκράμ­σι και μη­χα­νι­κός στο Πα­νε­πι­στή­μιο της Ρώ­μης. Υπήρ­ξε γραμ­μα­τέ­ας της Νε­ο­λαίας Λα­μπρά­κη και ι­διαί­τε­ρος γραμ­μα­τέ­ας του προέ­δρου της, Μί­κη Θε­ο­δω­ρά­κη. Μάρ­τιο 1967, με μυ­στι­κή ε­ντο­λή του Θε­ο­δω­ρά­κη, που πί­στευε ό­τι υ­πήρ­χε “σο­βα­ρή πι­θα­νό­τη­τα να κη­ρυχ­θεί στρα­τιω­τι­κή δι­κτα­το­ρία στη χώ­ρα”, συ­γκέ­ντρω­σε ό­λο το αρ­χεια­κό υ­λι­κό του γρα­φείου του και το έ­κρυ­ψε. Το 1970, ό­ταν α­πο­λύ­θη­κε α­πό την ε­ξο­ρία στη Γυά­ρο, το φυ­γά­δευ­σε στην Ιτα­λία, ό­που και πα­ρέ­μει­νε μέ­χρι το 2003. Σή­με­ρα, α­πο­τε­λεί έ­ναν α­πό τους πο­λύ­τι­μους πυ­ρή­νες του αρ­χείου της Ε­ΜΙΑΝ, ι­δίως ε­κεί­νο το τμή­μα που α­φο­ρά την προ­δι­κτα­το­ρι­κή πε­ρίο­δο. Σε αυ­τό, με­τα­ξύ άλ­λων, σώ­ζε­ται η ει­σή­γη­ση του Θε­ο­δω­ρά­κη, «Δη­μο­κρα­τία ή φα­σι­σμός», προς την πρώ­τη τα­κτι­κή σύ­σκε­ψη της ι­δρυ­τι­κής ε­πι­τρο­πής της Νε­ο­λαίας Λα­μπρά­κη, στις 28 Ιου­νίου1963. Και για τους συ­ναι­σθη­μα­τι­κούς, σώ­ζο­νται δυο μι­κρά κομ­μά­τια μαρ­μά­ρου, φέ­ρο­ντα γράμ­μα­τα, α­πό τον τά­φο του Γρη­γό­ρη Λα­μπρά­κη στο Α Νε­κρο­τα­φείο Αθη­νών, που ά­γνω­στοι κα­τέ­στρε­ψαν στα χρό­νια της Χού­ντας.
Με­τά έρ­χε­ται ο λί­γο νεό­τε­ρος η­λι­κια­κά, ο δη­μο­σιο­γρά­φος Αρι­στεί­δης Μα­νω­λά­κος, με τη δεύ­τε­ρη σε μέ­γε­θος συλ­λο­γή. Μέ­λος της πα­ρά­νο­μης Ε­ΠΟΝ ο Μα­νω­λά­κος, πέ­ρα­σε, με­τά τη διά­λυ­σή της, και έ­λα­βε ε­νερ­γό μέ­ρος ως στέ­λε­χος στη Νε­ο­λαία Ε­ΔΑ. Στο αρ­χείο που πα­ρα­χώ­ρη­σε, συ­γκε­ντρώ­νο­νται τεκ­μή­ρια για το ελ­λη­νι­κό α­ρι­στε­ρό φοι­τη­τι­κό κί­νη­μα της πε­ριό­δου 1953-1977. Συ­νο­μή­λι­κος του Μα­νω­λά­κου εί­ναι ο γνω­στός στο χώ­ρο του βι­βλίου Γιώρ­γος Χατ­ζό­που­λος. Σχε­δια­στής-υ­φα­ντουρ­γός, νο­μι­κός που πο­τέ δεν ά­σκη­σε το ε­πάγ­γελ­μα, μέ­λος της πα­ρά­νο­μης Ε­ΠΟΝ και της Νε­ο­λαίας Ε­ΔΑ, ή­ταν στον φοι­τη­τι­κό πυ­ρή­να που δη­μιούρ­γη­σε και ε­ξέ­δι­δε το πε­ριο­δι­κό «Παν­σπου­δα­στι­κή». Όσο για τον ι­στο­ρι­κό εκ­δο­τι­κό οί­κο «Κάλ­βος», τον ί­δρυ­σε το 1968, ε­πι­στρέ­φο­ντας α­πό τη Γυά­ρο. Το αρ­χείο του κα­λύ­πτει τη μα­κρά πε­ρίο­δο 1953-1985, με έ­να με­γά­λο τμή­μα για τα ξέ­να κι­νή­μα­τα.
Ενδια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει η συλ­λο­γή δυο ε­πι­χει­ρη­μα­τιών σή­με­ρα, των Φι­λο­ποί­με­να (Μά­κη) Πα­πού­λια και Σπύ­ρου Βε­ντου­ρά­του, χά­ρις και στους φα­κέ­λους με πε­ριο­δι­κό και η­με­ρή­σιο τύ­πο α­πό το 1949. Η τέ­ταρ­τη σε μέ­γε­θος συλ­λο­γή α­νή­κει στον ι­στο­ρι­κό Γιά­νη Για­νου­λό­που­λο και α­ξιο­λο­γεί­ται ως πο­λύ­τι­μη, κυ­ρίως για το υ­λι­κό που α­φο­ρά την Διοι­κού­σα Επι­τρο­πή Συλ­λό­γων Πα­νε­πι­στη­μίου Αθη­νών (ΔΕ­ΣΠΑ), ι­δρυ­θεί­σα το 1949, και την Ε­ΦΕΕ. Πολ­λά στοι­χεία για τον α­ντι­δι­κτα­το­ρι­κό α­γώ­να πε­ριέ­χει η συλ­λο­γή Γιάν­νη Κα­ού­νη, μέ­λους του ΠΑΜ και της συ­ντα­κτι­κής ε­πι­τρο­πής του πα­ρά­νο­μου πε­ριο­δι­κού «Θού­ριος», που έ­βγα­ζε η ορ­γά­νω­ση Ε­ΚΟΝ Ρή­γας Φε­ραίος. Πε­ρισ­σό­τε­ρα για την Ε­ΚΟΝ Ρή­γας Φε­ραίος των πρώ­των με­τα­δι­κτα­το­ρι­κών χρό­νων ε­ντο­πί­ζο­νται στο αρ­χείο που πα­ρα­χώ­ρη­σε στην Ε­ΜΙΑΝ ο τό­τε γραμ­μα­τέ­ας της Μπά­μπης Γεωρ­γού­λας. Πά­ντως, η με­γα­λύ­τε­ρη συλ­λο­γή, 3,7 τρέ­χο­ντα μέ­τρα, εί­ναι του νεό­τε­ρου της ο­μά­δας, νο­μι­κού και στε­λέ­χους της Ευ­ρω­παϊκής Επι­τρο­πής, Ξε­νο­φώ­ντα Για­τα­γά­να. Η συλ­λο­γή του α­πο­τε­λεί­ται α­πό ποι­κί­λα τεκ­μή­ρια, που κα­λύ­πτουν την πε­ρίο­δο 1950-1975. Τμή­μα της, αυ­τό που α­φο­ρά την προ­δι­κτα­το­ρι­κή πε­ρίο­δο, προέρ­χε­ται α­πό στε­λέ­χη του α­ρι­στε­ρού φοι­τη­τι­κού και νε­ο­λαιί­στι­κου κι­νή­μα­τος (Α. Μα­νω­λά­κου, Γ. Για­νου­λό­που­λου, Α. Λε­ντά­κη, Ι. Μπού­ζε­μπερ­γκ). Φυ­γα­δεύ­τη­κε το 1971 στο Πα­ρί­σι, ό­που σώ­θη­κε, αλ­λα, συγ­χρό­νως, χρη­σί­μευ­σε και στην ερ­γα­σία μά­στε­ρ, που έ­κα­νε ο Για­τα­γά­νας στο Πα­νε­πι­στή­μιο του Πα­ρι­σιού Ι με θέ­μα το ελ­λη­νι­κό φοι­τη­τι­κό κί­νη­μα της πε­ριό­δου 1950-1967.
Το Γε­νι­κό Ευ­ρε­τή­ριο του τό­μου συ­μπλη­ρώ­νε­ται με τις Μι­κρές Αρχεια­κές Συλ­λο­γές της Ε­ΜΙΑΝ, ό­που κα­τα­γρά­φο­νται α­να­λυ­τι­κά 23 τον α­ριθ­μό. Η αρ­χεια­κή κα­τα­γρα­φή ο­λο­κλη­ρώ­νε­ται με τέσ­σε­ρα Πα­ραρ­τή­μα­τα (1. Φω­το­γρα­φι­κό Αρχείο, 2. Αρχείο Προ­φο­ρι­κής Ιστο­ρίας, 3. Δελ­τία και Πε­ριο­δι­κά στην Ε­ΜΙΑΝ, 4. Οι Δω­ρη­τές της Ε­ΜΙΑΝ) και Αλφα­βη­τι­κό Ευ­ρε­τή­ριο. Συ­νο­πτι­κά –έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση ελ­λι­πώς– κα­τα­γρά­φε­ται το Φω­το­γρα­φι­κό Αρχείο, το ο­ποίο “πε­ρι­λαμ­βά­νει 47 φω­το­γρα­φι­κές συλ­λο­γές με 1.500 πε­ρί­που φω­το­γρα­φίες που α­φο­ρούν δρα­στη­ριό­τη­τες και πρό­σω­πα α­πό τα χρό­νια της έ­ντο­νης δρά­σης της α­ρι­στε­ρής νε­ο­λαίας των δε­κα­ε­τιών του 1950 και 1960”. Εδώ δη­μο­σιεύο­νται –και κα­λώς δη­μο­σιεύο­νται– κα­τά αλ­φα­βη­τι­κή σει­ρά τα ο­νό­μα­τα των συλ­λε­κτώ­ν-δω­ρη­τών. Απου­σιά­ζει, ω­στό­σο, ό­χι λε­πτο­με­ρής, αλ­λά α­κό­μη και ο­μα­δο­ποιη­μέ­νη κα­τα­γρα­φή. Πό­σες, για πα­ρά­δειγ­μα, φω­το­γρα­φίες μπο­ρεί να α­φο­ρούν τις κη­δείες Γρη­γό­ρη Λα­μπρά­κη και Σω­τή­ρη Πέ­τρου­λα; Ή, ε­πί­σης, ποια τα ο­νό­μα­τα ε­παγ­γελ­μα­τιών ή και ε­ρα­σι­τε­χνών φω­το­γρά­φων, που μπο­ρεί να υ­πάρ­χουν στην πί­σω ό­ψη των φω­το­γρα­φιώ­ν; Στις δε σε­λί­δες του τό­μου, ό­που δη­μο­σιεύο­νται α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κά δείγ­μα­τα του Φω­το­γρα­φι­κού Αρχείου, οι διευ­κρι­νι­στι­κές λε­ζά­ντες ρέ­πουν προς την α­φη­ρη­μέ­νη γε­νι­κο­λο­γία. Δια­βά­ζου­με, για πα­ρά­δειγ­μα, «Απερ­γία πεί­νας φοι­τη­τών στα γρα­φεία της Ε­ΦΕ­Κ, 1959». Ποιοι ει­κο­νί­ζο­νται, ο­νο­μα­στι­κά ο κα­θέ­νας, εί­ναι υ­ψη­λή α­παί­τη­ση. Θα μπο­ρού­σε, ό­μως, να ση­μειω­θεί το πό­τε α­κρι­βώς μέ­σα στο 1959 και για­τί έ­κα­ναν την α­περ­γία, δύο βα­σι­κά στοι­χεία που μέ­νουν αό­ρι­στα. Εκτός, βε­βαίως, αν πρό­κει­ται πο­τέ να συ­νταχ­θεί ξε­χω­ρι­στός α­να­λυ­τι­κός κα­τά­λο­γος του φω­το­γρα­φι­κού αρ­χείου, ό­πως αυ­τός του υ­πό­λοι­που χαρ­τώου υ­λι­κού. Πρέ­πει, πά­ντως, να α­ντι­λη­φθού­με, κυ­ρίως οι ι­στο­ρι­κοί, ό­τι το ο­πτι­κό υ­λι­κό μιας ε­πο­χής (φω­το­γρα­φίες, α­φί­σες, χα­ρα­κτι­κά κ.λπ.), ε­κτός των άλ­λων, α­πο­τε­λεί, μα­ζί με τα γρα­πτά τεκ­μή­ρια, πρω­το­γε­νή πη­γή.
Κα­τά τα άλ­λα και αν η ε­πι­σή­μαν­ση για το Φω­το­γρα­φι­κό Αρχείο δια­γρα­φεί ή θεω­ρη­θεί ε­που­σιώ­δης, η ε­πι­μέ­λεια του τό­μου εί­ναι υ­πο­δειγ­μα­τι­κή.

Μ. Θεοδοσοπούλου


Λεζάντα 1ης φωτογραφίας: Στιγμιότυπο από το Α΄ Συνέδριο της ΕΦΕΕ, «Πανσπουδαστική», φ. 48/ Μάϊος 1964.

Λεζάντα 2ης φωτογραφίας: Στιγμιότυπο από τη Β΄ Μαραθώνια Πορεία, Μάϊος 1964 (Συλλογή Τασίας Κατιρτζόγλου- Χατζάκη)


Δημοσιεύθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου 2010

Θα σας πω ό,τι με ρωτάτε

Μα­ρία Μπέϊκου
«Αφού με ρω­τά­τε,
να θυ­μη­θώ...»
Πρό­λο­γος: Τα­σού­λα Βερ­βε­νιώ­τη
Εκδό­σεις Κα­στα­νιώ­τη
Ιού­νιος 2010

Τη δό­ξα του Γεωρ­γίου Τερ­τσέ­τη φαί­νε­ται πως ε­ζή­λω­σε, για τα κα­λά, η Τα­σού­λα Βερ­βε­νιώ­τη. Αν ε­κεί­νος συ­νέ­βα­λε στην κα­τα­γρα­φή των α­πο­μνη­μο­νευ­μά­των των α­γω­νι­στών της Επα­νά­στα­σης, αυ­τή φαί­νε­ται ό­τι βάλ­θη­κε να κα­τα­γρά­φει τον βίο και την πο­λι­τεία των α­γω­νι­στριών του Δη­μο­κρα­τι­κού Στρα­τού Ελλά­δας. Με­τά την Στα­μα­τία Μπαρ­μπά­τση, της ο­ποίας την αυ­το­βιο­γρα­φι­κή α­φή­γη­ση ε­ξέ­δω­σε το 2003 στο «Δι­πλό βι­βλίο. Η α­φή­γη­ση της Στα­μα­τίας Μπαρ­μπά­τση. Η ι­στο­ρι­κή α­νά­γνω­ση», για το ο­ποίο και τι­μή­θη­κε με το Κρα­τι­κό Βρα­βείο Δο­κι­μίου, σει­ρά πή­ρε η Μα­ρία Μπέϊκου. Και δεν α­πο­κλείε­ται, κα­τά το πα­ρά­δειγ­μα του Τερ­τσέ­τη, που δεν αρ­κέ­στη­κε στα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα των Κο­λο­κο­τρώ­νη και Νι­κη­τα­ρά, να υ­πάρ­ξει και συ­νέ­χεια. Από μια ά­πο­ψη, ευ­κταίο θα ή­ταν, α­ντί μιας ι­στο­ρι­κού, να εί­χε εμ­φα­νι­στεί κά­ποιος αρ­σε­νι­κός α­πό­γο­νος του Τερ­τσέ­τη, για­τί, ό­πως και να το κά­νου­με, οι πό­λε­μοι, του­λά­χι­στον προ­σώ­ρας, εί­ναι έρ­γο των αν­δρών. Από την άλ­λη, οι θεω­ρη­τι­κοί της με­τα­μο­ντέρ­νας ε­πο­χής έ­χουν α­πο­φαν­θεί, ό­τι πρέ­πει να δο­θεί α­πό­λυ­τη προ­τε­ραιό­τη­τα στις μειο­νό­τη­τες και τις α­πο­σιω­πη­μέ­νες πλευ­ρές της Ιστο­ρίας. Του­τέ­στιν η πρό­τα­ξη δί­νε­ται α­συ­ζη­τη­τί στις γυ­ναί­κες και τον Εμφύ­λιο. Σε αυ­τόν τον δεύ­τε­ρο, για­τί ε­κτι­μά­ται ό­τι στά­θη­κε η ο­δυ­νη­ρή και δυ­σά­ρε­στη πε­ρίο­δος της δε­κα­ε­τίας του ’40. Ακό­μη και ντρο­πια­στι­κή, κα­τά την κρί­ση ο­ρι­σμέ­νων νεό­τε­ρων ι­στο­ρι­κών.
Βε­βαίως, αυ­τή η κα­τευ­θυ­ντή­ρια γραμ­μή έ­ρευ­νας μπο­ρεί και να ση­μαί­νει ό­τι βά­ζου­με το κά­ρο μπρο­στά α­πό το ά­λο­γο. Ένα πα­ρά­δειγ­μα δί­νει η πε­ρί­πτω­ση του ζεύ­γους Γεωρ­γού­λα και Μα­ρίας Μπέϊκου. Στην ει­σα­γω­γή του βι­βλίου, αλ­λά και στο κα­τα­λη­κτι­κό κε­φά­λαιο, η Μα­ρία Μπέϊκου γρά­φει ό­τι πα­ρέ­δω­σε το αρ­χείο του συ­ζύ­γου της, που πέ­θα­νε στη Μό­σχα το 1975, στα Α.Σ.Κ.Ι., το 1996, για “να α­ξιο­ποιη­θεί και να λει­τουρ­γή­σει ως ι­στο­ρι­κό ερ­γα­λείο”. Θυ­μά­ται να της λέ­νε οι τό­τε υ­πεύ­θυ­νοι “ό­τι ή­ταν έ­να α­πό τα σπου­δαιό­τε­ρα και με­γα­λύ­τε­ρα αρ­χεία που εί­χα­ν”. Μέ­σα στο αρ­χείο εί­χε ε­ντο­πι­στεί το η­με­ρο­λό­γιο, που ε­κεί­νη κρα­τού­σε ως α­ξιω­μα­τι­κός του Δη­μο­κρα­τι­κού Στρα­τού, α­πό τις 13 Δε­κεμ­βρίου 1948 μέ­χρι την ά­φι­ξή της στην Τα­σκέν­δη, και το ο­ποίο α­πο­τε­λεί τον πο­λύ­τι­μο πυ­ρή­να του βι­βλίου της. Δε­κα­τέσ­σε­ρα χρό­νια με­τά, το αρ­χείο βρί­σκε­ται τα­ξι­νο­μη­μέ­νο σε 35 “κου­τιά”, με την ε­πι­σύ­να­ψη “συ­νο­πτι­κού κα­τα­λό­γου” και ε­ξα­σφα­λι­σμέ­νη την ε­λεύ­θε­ρη πρό­σβα­ση, ό­πως ι­σχύει για τα πε­ρισ­σό­τε­ρα αρ­χεία των Α.Σ.Κ.Ι. Πε­ραι­τέ­ρω, ό­μως, α­ξιο­ποίη­ση, α­πό ό­σο του­λά­χι­στον γνω­ρί­ζου­με, δεν έ­γι­νε. Γραμ­μα­τέ­ας δια­φώ­τι­σης της ΧΙΙΙ Με­ραρ­χίας του Ε­ΛΑΣ. ο Γεωρ­γού­λας Μπέϊκος, ε­μπνευ­στής και συ­ντά­κτης του Κώ­δι­κα Αυ­το­διοι­κή­σεως και Λαϊκής Δι­καιο­σύ­νης, ε­νός συ­στή­μα­τος λαϊκής ε­ξου­σίας, που ε­φαρ­μό­στη­κε σε χω­ριά της Ελεύ­θε­ρης Ελλά­δας, ό­πως και συγ­γρα­φέ­ας σχε­τι­κού βι­βλίου («Η λαϊκή ε­ξου­σία στην Ελεύ­θε­ρη Ελλά­δα», ΘΕ­ΜΕ­ΛΙΟ, 1979), υ­πήρ­ξε έ­να πο­λύ­πλευ­ρα ση­μα­ντι­κό πρό­σω­πο της Αντί­στα­σης. Δυ­στυ­χώς, ό­μως, γι’ αυ­τόν, δεν α­νή­κε σε κα­νε­νός εί­δους μειο­νό­τη­τα. Ού­τε στον Εμφύ­λιο συμ­με­τεί­χε, κα­θώς, κα­τα­δι­κα­σμέ­νος σε θά­να­το, έ­μει­νε στη φυ­λα­κή α­πό το 1946 έως το 1959.
Λέ­γε­ται ό­τι ο Τερ­τσέ­της γι­νό­ταν πιε­στι­κός στους α­γω­νι­στές με τις πα­ρο­τρύν­σεις του. Το ί­διο, ό­πως φαί­νε­ται, και η Βερ­βε­νιώ­τη στις α­γω­νί­στριες της Κα­το­χής και του Εμφυ­λίου, που α­πο­τέ­λε­σαν το θέ­μα της δι­δα­κτο­ρι­κής δια­τρι­βής της και το α­με­τά­θε­το ε­ρευ­νη­τι­κό της α­ντι­κεί­με­νο κα­τά την εν­διά­με­ση ει­κο­σα­ε­τία. Κα­τά τα άλ­λα, ε­κεί­νος μνη­μο­νεύε­ται ως α­πλός α­πο­μνη­μο­νευ­μα­το­γρά­φος. Αγράμ­μα­τοι ό­ντας οι ο­πλαρ­χη­γοί της Επα­νά­στα­σης, τα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά τους τα έ­γρα­φε ο ζα­κύν­θιος ι­στο­ρι­κός κα­θ’ υ­πα­γό­ρευ­ση. Στην πε­ρί­πτω­ση, ω­στό­σο, του εγ­γράμ­μα­του Φω­τά­κου πε­ριο­ρί­στη­κε σε κα­θη­με­ρι­νές πα­ρα­κι­νή­σεις, σύμ­φω­να με την ε­πι­στο­λή του ί­διου του Φω­τά­κου προς Τερ­τσέ­τη, την ο­ποία και προ­τάσ­σει στα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά του. Το κα­τά πό­σο αυ­τή η δια­με­σο­λά­βη­σή του κα­τά τη συγ­γρα­φή ε­πη­ρέ­α­σε τις μνή­μες των γη­ραιών α­γω­νι­στών α­γνοού­με αν έ­χει πο­τέ α­πα­σχο­λή­σει τους ι­στο­ρι­κούς. Ενά­μι­σι αιώ­να αρ­γό­τε­ρα, η Βερ­βε­νιώ­τη, ως νεό­τε­ρος ι­στο­ρι­κός, που κι­νεί­ται στο πε­δίο της προ­φο­ρι­κής Ιστο­ρίας, γνω­ρί­ζει τα πε­ρι­θώ­ρια α­ξιο­πι­στίας μιας συ­νέ­ντευ­ξης. Δια­φέ­ρει κά­ποιος, που γρά­φει τα του βίου του α­πό με­ρά­κι ή α­κό­μη και για λό­γους υ­στε­ρο­φη­μίας, α­πό ε­κεί­νον, που έ­χει πα­ρα­κι­νη­θεί α­πό έ­να τρί­το πρό­σω­πο. Πό­σω μάλ­λον αν αυ­τό το πρό­σω­πο εί­ναι έ­νας ι­στο­ρι­κός και ό­χι κά­ποιος συ­να­γω­νι­στής ή πα­λαιός σύ­ντρο­φος. Σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, φυ­σι­κό εί­ναι να ε­πη­ρεά­ζε­ται και να κα­τευ­θύ­νε­ται α­πό τον ι­στο­ρι­κό, α­πέ­να­ντι στον ο­ποίο θα πρέ­πει να αι­σθά­νε­ται κα­τά κα­νό­να μειο­νε­κτι­κά, και να προ­σαρ­μό­ζει κα­τάλ­λη­λα πα­ρελ­θο­ντι­κές ι­δε­ο­λο­γι­κές α­πό­ψεις και ε­κτι­μή­σεις.
Όλα αυ­τά τα έ­χει διε­ξο­δι­κά α­να­λύ­σει η Βερ­βε­νιώ­τη στο άρ­θρο της «Γρα­φές γυ­ναι­κών για τον ελ­λη­νι­κό Εμφύ­λιο», που δη­μο­σιεύ­τη­κε προ διε­τίας στον συλ­λο­γι­κό τό­μο «Η ε­πο­χή της σύγ­χυ­σης. Η δε­κα­ε­τία του ’40 και η ι­στο­ριο­γρα­φία» και στο ο­ποίο στη­ρί­χτη­κε ως ε­πί το πλεί­στον η ει­σα­γω­γή της στο βι­βλίο της Μπέϊκου. Εκεί το­νί­ζε­ται και η δια­φο­ρε­τι­κή προ­θυ­μία, που δεί­χνουν οι α­γω­νί­στριες να δώ­σουν συ­νε­ντεύ­ξεις ή να α­φη­γη­θούν τη δρά­ση τους. Κα­θο­ρι­στι­κός πα­ρά­γων στέ­κε­ται το μορ­φω­τι­κό τους ε­πί­πε­δο, ό­πως και ο τό­πος κα­τα­γω­γής τους. Γι’ αυ­τό και η ί­δια, στα δυο βι­βλία της, υιο­θέ­τη­σε δια­φο­ρε­τι­κό τρό­πο προ­σέγ­γι­σης. Στην πε­ρί­πτω­ση της Μπαρ­μπά­τση, που ή­ταν, κα­τά τη δια­τύ­πω­ση της ι­στο­ρι­κού, μια “α­πλή” α­γω­νί­στρια, συν­δύα­σε την γραμ­μέ­νη, κα­τά προ­τρο­πή της, α­φή­γη­ση με το υ­λι­κό των συ­νε­ντεύ­ξεων. Ενώ, στο βι­βλίο της “ε­πι­φα­νούς” Μπέϊκου στη­ρί­χτη­κε σε συ­νε­ντεύ­ξεις, που δό­θη­καν στην πε­ρίο­δο κο­ντά μιας δε­κα­πε­ντα­ε­τίας. Όπως α­να­φέ­ρε­ται, ερ­γά­στη­καν α­πό κοι­νού στη σύν­θε­ση μιας ε­νιαίας α­φή­γη­σης σε πρώ­το πρό­σω­πο, που αρ­χί­ζει α­πό τα παι­δι­κά χρό­νια της Μπέϊκου και φθά­νει μέ­χρι σή­με­ρα. Η α­φή­γη­ση φαί­νε­ται ό­τι δη­μιουρ­γή­θη­κε με κο­πτο­ρα­πτι­κή των συ­νε­ντεύ­ξεων, ό­που η α­νά­μι­ξη της ι­στο­ρι­κού θα πρέ­πει να υ­πήρ­ξε κα­θο­ρι­στι­κή.
Εκτός α­πό τον πρό­λο­γο της Βερ­βε­νιώ­τη και την ει­σα­γω­γή της Μπέϊκου, αυ­τή η α­φή­γη­ση ζωής χω­ρί­ζε­ται σε τέσ­σε­ρα μέ­ρη, με τη δρά­ση στον Δη­μο­κρα­τι­κό Στρα­τό να πε­ριο­ρί­ζε­ται μό­νο στο δεύ­τε­ρο μέ­ρος. Εκεί πα­ρα­τί­θε­ται και το η­με­ρο­λό­γιο, το ο­ποίο, κρί­νο­ντας α­πό τα α­πο­σιω­πη­τι­κά που πα­ρεμ­βάλ­λο­νται σε πολ­λά ση­μεία, θα πρέ­πει να δη­μο­σιεύε­ται πε­ρι­κομ­μέ­νο. Κα­τά πό­σο αυ­τό ο­φεί­λε­ται σε αυ­το­λο­γο­κρι­σία ή έ­γι­νε για οι­κο­νο­μία λό­γου μέ­νει ζη­τού­με­νο. Οι η­με­ρο­λο­για­κές, πά­ντως, κα­τα­χω­ρή­σεις δια­κό­πτο­νται α­πό δι­κά της ση­με­ρι­νά σχό­λια, ε­νώ προ­τάσ­σε­ται η συ­νέ­χεια της αυ­το­βιο­γρα­φι­κής α­φή­γη­σης, με τίτ­λο «Στον Δη­μο­κρα­τι­κό Στρα­τό της Ρού­με­λης». Έχει προ­η­γη­θεί το πρώ­το μέ­ρος, ό­που διη­γεί­ται τα παι­δι­κά της χρό­νια και τη συμ­με­το­χή της στην Ε­ΠΟΝ, στην Ιστιαία Ευ­βοίας, ό­που γεν­νή­θη­κε και με­γά­λω­σε, την α­πό­δρα­σή της α­πό το σπί­τι, δε­κα­ε­πτά­χρο­νη φοι­τή­τρια της Ια­τρι­κής, και την έ­ντα­ξή της στην ΧΙΙΙ Με­ραρ­χία του Ε­ΛΑΣ, την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση, το Δε­κέμ­βρη του ’44, ό­ταν τμή­μα­τα της με­ραρ­χίας της κα­τέ­βη­καν μέ­χρι την Χα­σιά και χω­ρίς να τους ε­πι­τρα­πεί να λά­βουν μέ­ρος στις μά­χες υ­πο­χώ­ρη­σαν, και τέ­λος, την ε­ξά­πλω­ση της τρο­μο­κρα­τίας και ε­κών ά­κων “την ά­νο­δο στο βου­νό”. Εκεί κά­που στο εν­διά­με­σο, μό­λις που πρό­λα­βε να πα­ντρευ­τεί τον Γεωρ­γού­λα Μπέϊκο, Νοέμ­βριο 1945. Στα δυο τε­λευ­ταία μέ­ρη και τον ε­πί­λο­γο, ξε­δι­πλώ­νε­ται η κα­το­πι­νή ζωή της: Αλβα­νία -Τα­σκέν­δη- Μό­σχα-Αθή­να.
Η α­γω­νι­στι­κή δρά­ση της Μπέϊκου δεν εί­ναι κα­θό­λου ευ­κα­τα­φρό­νη­τη. Εξ αρ­χής, σύμ­φω­να με τα λε­γό­με­νά της, πα­ρό­λο που δεν εί­χε εκ­παί­δευ­ση ού­τε κα­μιά ε­μπει­ρία α­πό μά­χες, το­πο­θε­τή­θη­κε κα­πε­τά­νισ­σα και γραμ­μα­τέ­ας του κόμ­μα­τος στη δι­μοι­ρία γυ­ναι­κών, με κύ­ρια ευ­θύ­νη του το­μέα δια­φώ­τι­σης. Στον Δη­μο­κρα­τι­κό Στρα­τό, ό­ταν συ­γκρο­τή­θη­κε το αρ­χη­γείο Ρού­με­λης, που εί­χε ο­νο­μα­στεί ΙΙ Με­ραρ­χία, βρέ­θη­κε υ­πεύ­θυ­νη γυ­ναι­κών ό­λης της με­ραρ­χίας, με διοι­κη­τή τον Δια­μα­ντή. Πή­ρε, ό­μως, μέ­ρος και σε μά­χες. Στη γιορ­τή της, Δε­κα­πε­νταύ­γου­στο του 1944, στρα­το­πε­δευ­μέ­νοι έ­ξω α­πό το Καρ­πε­νή­σι, η ευ­χή ή­τα­ν: “χρό­νια πολ­λά και κα­λές μά­χες”. Στον Δη­μο­κρα­τι­κό Στρα­τό, θυ­μά­ται “τη μά­χη του χώ­ρου, τη μά­χη στο Πυρ­γού­λι, τη μά­χη στην Καρ­δί­τσα, τη μά­χη στο Καρ­πε­νή­σι”. Θυ­μά­ται την ο­μι­λία της, ως εκ­πρό­σω­πος της με­ραρ­χίας της, στην Συν­διά­σκε­ψη Γυ­ναι­κών, που έ­γι­νε στο Βί­τσι Μάρ­τιο 1949 και η ο­ποία δη­μο­σιεύε­ται στο βι­βλίο. Δεν α­να­κα­λεί, ω­στό­σο “τη με­γά­λη πο­ρεία ε­νός μη­νός α­πό τη Ρού­με­λη στο Βί­τσι για τη Συν­διά­σκε­ψη”.
Εί­ναι κρί­μα, λοι­πόν, η έμ­φα­ση στην α­φή­γη­ση της ζωής της να δί­νε­ται στη γυ­ναι­κεία της φύ­ση και κα­τά πό­σο αυ­τή ε­πη­ρέ­α­σε την ο­ντό­τη­τά της ως α­γω­νί­στρια. Κι αυ­τό, για­τί, προ­φα­νώς, ε­κεί ε­πι­κέ­ντρω­σε, για άλ­λη μια φο­ρά, τις ε­ρω­τή­σεις της η ι­στο­ρι­κός. Επα­νέρ­χο­νται θέ­μα­τα έν­δυ­σης, ό­πως το δύ­σκο­λο πέ­ρα­σμα α­πό τη φού­στα στο πα­ντε­λό­νι, κα­θα­ριό­τη­τας και εμ­μη­νόρ­ροιας, προ­πα­ντός, οι σχέ­σεις με τους συ­να­γω­νι­στές. Έτσι, για τον Άρη Βε­λου­χιώ­τη, το κο­ρυ­φαίο πρό­σω­πο του Ε­ΛΑΣ, συ­να­ντά­με μό­λις δυο σχό­λια: “... πα­ρό­τι νέ­οι, τα αι­σθή­μα­τα τα σκέ­πα­ζε η λο­γι­κή και η α­πα­γό­ρευ­ση. Εί­χα­με έ­ναν που­ρι­τα­νι­σμό, μπο­ρεί να πει κα­νείς... Από τη στιγ­μή που ο Άρης εί­χε σκο­τώ­σει α­ντάρ­τη ε­πει­δή πή­γε με μια γυ­ναί­κα, κα­νέ­νας δεν εί­χε σχέ­σεις. Δεν ε­πι­τρέ­πα­με σε κα­νέ­ναν να μο­λύ­νει τον α­γώ­να. Έτσι σκε­φτό­μα­σταν. Όλα αυ­τά έ­πρε­πε να μεί­νουν στο πε­ρι­θώ­ριο μέ­χρι την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση. Αν δεν ή­θε­λες να προ­σαρ­μο­στείς έ­φευ­γες. Στη δι­μοι­ρία μας δεν εί­χα­με κα­νέ­να πα­ρα­τρά­γου­δο.” Και λί­γο πα­ρα­κά­τω: “Ο Άρης δεν ή­θε­λε γυ­ναί­κες με ό­πλο στο χέ­ρι στον Ε­ΛΑΣ. Εί­χε ό­λο του το με­γα­λείο και δεν εί­ναι κα­θό­λου κα­κό να πού­με ό­τι εί­χε και με­ρι­κά ε­λατ­τώ­μα­τα. Κρί­μα που ο Γεωρ­γού­λας δεν πρό­λα­βε να τε­λειώ­σει αυ­τό που εί­χε αρ­χί­σει να γρά­φει για τον Άρη και θα α­πει­κό­νι­ζε ό­λη του την προ­σω­πι­κό­τη­τα...” Εδώ, πα­ρε­μπι­πτό­ντως, θα α­να­με­νό­ταν κά­ποια διευ­κρί­νι­ση, αν αυ­τή η η­μι­τε­λής βιο­γρα­φία βρί­σκε­ται στο κα­τα­τε­θει­μέ­νο αρ­χείο στα Α.Σ.Κ.Ι. Υπάρ­χει έ­να α­κό­μη σχό­λιο για τον Άρη, που δεν πει­θάρ­χη­σε στη Συμ­φω­νία της Βάρ­κι­ζας και “βγή­κε ξα­νά στο Βου­νό”: “Η πρά­ξη του αυ­τή ή­ταν α­πει­θαρ­χία στο κόμ­μα και εί­χε συ­νέ­πειες. Το κόμ­μα τού ’δω­σε συ­γκε­κρι­μέ­νη ε­ντο­λή κι ε­κεί­νος... δεν πει­θάρ­χη­σε...”.
Οι γε­νι­κής, πά­ντως, φύ­σεως ε­κτι­μή­σεις α­πο­φεύ­γο­νται. Λ.χ., α­φη­γού­με­νη ό­σα συ­νέ­βη­σαν τις πα­ρα­μο­νές των Δε­κεμ­βρια­νών, α­να­φέ­ρει: “...τμή­μα­τα της με­ραρ­χίας εί­χαν δια­σκορ­πι­στεί σε άλ­λες κα­τευ­θύν­σεις. Εί­χαν πά­ει στις συ­γκρού­σεις με τον Ζέρ­βα στην Ήπει­ρο. Το για­τί έ­γι­νε αυ­τό εί­ναι έ­να θέ­μα που πι­στεύω πως θα το ψά­ξει η ι­στο­ρία”. Συ­χνά ο τό­νος της α­φή­γη­σης δεί­χνει α­πο­λο­γη­τι­κός: “Εμείς, οι μα­χη­τές, δεν ξέ­ρα­με. Ό,τι μας λέ­γα­νε το πι­στεύα­με. Και α­πο­δείχ­θη­καν τα πε­ρισ­σό­τε­ρα λα­θε­μέ­να.” Ιδίως, ό­ταν κά­νει λό­γο για τις ε­πι­στρα­τεύ­σεις και τη σκο­πι­μό­τη­τα του α­γώ­να που διε­ξή­γα­γε ο Δη­μο­κρα­τι­κός Στρα­τός. Ενώ πα­ρα­λεί­πει κά­ποια ση­μα­ντι­κά γε­γο­νό­τα, ό­πως το τέ­λος του α­γα­πη­μέ­νου της κα­πε­τά­νιου Δια­μα­ντή, για τον ο­ποίον λέ­γα­νε “εί­ναι ο Δια­μα­ντής ε­δώ, θα το πε­ρά­σου­με κι αυ­τό”. Σχε­τι­κά α­να­φέ­ρει ε­σφαλ­μέ­να, με α­φορ­μή το θά­να­το του μι­κρό­τε­ρου α­δελ­φού του Γεωρ­γού­λα, του Παύ­λου, πως “τον εί­χε στεί­λει, μα­ζί με τον Δια­μα­ντή, ο Ζα­χα­ριά­δης στη Ρού­με­λη, στο πλαί­σιο του σχε­δίου «το ό­πλο πα­ρά πό­δα», σε μια α­πο­στο­λή αυ­το­κτο­νίας, και πράγ­μα­τι, ό­ταν τον πε­ρι­κύ­κλω­σαν, ο Παύ­λος αυ­το­κτό­νη­σε”. Αυ­τό συ­νέ­βη ά­νοι­ξη του 1950 και ο Παύ­λος Μπέϊκος πή­ρε α­πλώς ε­ντο­λή να πα­ρα­μεί­νει στη Ν. Ελλά­δα, ε­νώ ο Δια­μα­ντής εί­χε ή­δη σκο­τω­θεί
(= 21 Ιουν. 1949, πε­ριο­χή χω­ριού Μάρ­μα­ρα Φθιώ­τι­δος), και μα­ζί του κα­τέρ­ρευ­σε το δεύ­τε­ρο α­ντάρ­τι­κο στη Ρού­με­λη. Προ­φα­νώς πρό­κει­ται για πα­ρα­δρο­μή, που θα μπο­ρού­σε να διορ­θώ­σει η ι­στο­ρι­κός, δί­νο­ντας κά­ποιες ε­πι­πλέ­ον πλη­ρο­φο­ρίες για τον θά­να­τό του Δια­μα­ντή, που ο­ρι­σμέ­νες μαρ­τυ­ρίες φέ­ρουν το τέ­λος του κα­τ’ ει­κό­να και ο­μοίω­σιν ε­κεί­νου του Κα­ραϊσκά­κη.
Μια πα­ρό­μοια αυ­το­βιο­γρα­φι­κή α­φή­γη­ση, που στρώ­θη­κε έ­τσι ώ­στε να εί­ναι γλα­φυ­ρή, θα μπο­ρού­σε να προ­σφέ­ρει σε έ­να ευ­ρύ­τε­ρο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό, ε­κτός α­πό ψυ­χα­γω­γία, και κά­ποιες πλη­ρο­φο­ρίες για ό­λα αυ­τά τα πρό­σω­πα και τα γε­γο­νό­τα που πα­ρε­λαύ­νουν στην α­φή­γη­ση. Δεν θα ε­πι­βά­ρυ­νε πο­λύ την έκ­δο­ση έ­νας χάρ­της
–ποιος γνω­ρί­ζει κα­τά που πέ­φτει, λ.χ., το Πυρ­γού­λι– και ε­πι­λε­κτι­κά, ο­ρι­σμέ­νες υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις. Για­τί, πο­λύ φο­βό­μα­στε, ό­τι οι α­να­γνώ­στες θα συ­γκρα­τή­σουν μό­νο το α­νέκ­δο­το με τους Εγγλέ­ζους, που έ­ρι­χναν τις δε­ξιές αρ­βύ­λες στη Ρού­με­λη και τις α­ρι­στε­ρές στη Μα­κε­δο­νία. Όσο για τις α­να­γνώ­στριες, κυ­ρίως τις νε­α­ρές, θα τους μεί­νει “ό­τι η Ρού­λα Ζα­χα­ριά­δη ή­ταν πο­λύ ω­ραία γυ­ναί­κα” και το ά­ρω­μα που φο­ρού­σε “ή­τα­νε νού­με­ρο 5 Σα­νέ­λ”. Δια­κιν­δυ­νεύου­με την ει­κα­σία, ό­τι, αν η Μα­ρία Μπέϊκου έ­γρα­φε εξ ι­δίας βου­λή­σεως την αυ­το­βιο­γρα­φία της και ό­χι κα­τά ε­λεγ­χό­με­νη προ­τρο­πή, ό­πως δη­λώ­νει και ο τίτ­λος του βι­βλίου, θα ή­ταν αρ­κε­τά ή και πο­λύ δια­φο­ρε­τι­κή. Αυ­τή η ε­κτί­μη­σή μας στη­ρί­ζε­ται στο η­με­ρο­λό­γιό της, αλ­λά και τα τμή­μα­τα της α­φή­γη­σης, στα ο­ποία δεν αυ­το­λο­γο­κρί­νε­ται. Εκεί, προ­βάλ­λει μια κε­φά­τη και δυ­να­μι­κή γυ­ναί­κα, σί­γου­ρη για τις πε­ποι­θή­σεις της. Άλλω­στε, αυ­τό το α­πο­δει­κνύει και ο τρό­πος που α­ντε­πε­ξήλ­θε στις δυ­σκο­λίες, κα­θώς και το γε­γο­νός πως τα κα­τά­φε­ρε σε ό,τι κα­τα­πιά­στη­κε.

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 2010

Μαγεία η αθάνατη

Διο­νυ­σία Για­λα­μά
«Ελλη­νί­δες μά­γισ­σες
στη Βε­νε­τία
16ος-18ος αιώ­νας»
Εκδό­σεις Βι­βλιο­πω­λείον
της Εστίας

Δε­κέμ­βριος 2009

«... Ο γε­ρο-Παρ­θέ­νης... έ­κα­με δύο βή­μα­τα κα­τά το ε­ρεί­πιον... βλέ­πει... τρία πρό­σω­πα. Ήσαν γυ­ναί­κες· τρεις γυ­ναί­κες γυ­μναί, ο­λό­γυ­μνοι.. Εις την σκιάν του ε­ρει­πίου, υ­πό τον πέ­πλον της νυ­κτός, τον πε­ριαρ­γυ­ρού­με­νον και δια­τμι­ζό­με­νον α­πό το φέγ­γος της σε­λή­νης. Ίστα­ντο ε­κεί, κ' έ­κυ­πτεν η μία κά­τω εις το έ­δα­φος, σχε­δόν γο­νυ­κλι­νής, η άλ­λη μι­σο­σκυμ­μέ­νη, η τρί­τη ορ­θία α­κό­μη. Ευ­ρί­σκο­ντο ως εις μυ­στή­ριον ε­κεί. Δεν ή­σαν φα­ντά­σμα­τα. Ήσαν ο­λό­σω­μοι. Δεν ή­σαν γυ­μναί σαρ­κός και ο­στέων, δια­φα­νή “πε­ρι­πνεύ­μα­τα”, ό­πως ή­σαν γυ­μναί εν­δυ­μά­των. Τι ή­θε­λα­ν; ... Η μία α­πλώς ε­πε­θύ­μει να λύ­ση την μα­γείαν που της εί­χαν κά­μει. Εις τον γά­μον της, την ώ­ραν της αλ­λα­γής των δα­κτυ­λίων, της εί­χαν “ρί­ξει τα κο­ρί­τσια”. Εγέν­να διαρ­κώς θή­λεα. Πέ­ντε της εί­χαν γεν­νη­θή έως τώ­ρα, κι οι γριές, που γνω­ρί­ζουν α­π' αυ­τά, έ­λε­γαν ό­τι εν­νέα έ­μελ­λε να γεν­νή­σει το ό­λον. Η άλ­λη ή­θε­λε να βλά­ψη μίαν εχ­θράν της, μίαν που ε­με­λέ­τα κα­κά δι' αυ­τήν, και την α­πει­λού­σε, με τα μά­για, να την ε­ξο­λο­θρεύ­ση, αυ­τήν και τον άν­δρα της, και τα παι­διά της. Απε­φά­σι­σε κι αυ­τή να δι­δαχ­θή τας μα­γι­κάς τέ­χνας, α­μυ­νό­με­νη διά ν' α­πο­δώ­ση τα ί­σα. Η μα­γεία δια της μα­γείας λύε­ται. Η τρί­τη, ω! δεν ή­θε­λε να εί­πη τι ε­πε­θύ­μει. Ίσως εί­χε μνη­στή­ρα, ή ε­ρα­στήν, ό­στις δυ­να­τόν να ή­το και μνη­στή­ρ, πι­θα­νόν να ε­γί­νε­το και σύ­ζυ­γος, πλην φευ! δεν την η­γά­πα πλέ­ο­ν· ε­κοί­τα­ζεν αλ­λού, τού εί­χαν χα­λά­σει τα μυα­λά άλ­λαι γυ­ναί­κες. Κι αυ­τή ε­προ­σπά­θει να κα­τα­σκευά­ση φίλ­τρα υ­πό το φέγ­γος το με­λι­χρόν, τη βοή­θεια της ευ­με­νούς Εκά­της, διά να του γυ­ρί­ση τα μυα­λά προς το μέ­ρος της... Ο γε­ρο-Παρ­θέ­νης, φι­λό­θρη­σκος άν­θρω­πος, ό­στις α­νε­γί­νω­σκε και έ­ψαλ­λεν ε­π' εκ­κλη­σίας, εί­δεν, ε­ξέ­στη κα­τε­πλά­γη.. ε­νό­η­σεν ό­τι ή­σαν μά­γισ­σαι...»
Την ι­στο­ρία του γε­ρο-Παρ­θέ­νη την εί­χε α­κού­σει ο α­φη­γη­τής του Πα­πα­δια­μά­ντη, κα­τα­πώς γρά­φει, α­πό τον Νι­κο­λά­κην του Δια­νέλ­λου, τον ύ­στε­ρον γε­νό­με­νον Νή­φω­να μο­να­χόν. Εί­ναι α­πό το διή­γη­μα «Οι μά­γισ­σες», δη­μο­σιευ­μέ­νο 15 Μαΐου 1900, στο πε­ριο­δι­κό του Γε­ρά­σι­μου Βώ­κου, «Το Πε­ριο­δι­κόν μας». Οι μά­γισ­σες του Πα­πα­δια­μά­ντη ή­ταν Σκια­θί­τισ­σες, που έ­ζη­σαν στο δεύ­τε­ρο μι­σό του 19ου αιώ­να. Δη­λα­δή, μα­κρι­νές α­πό­γο­νοι ε­κεί­νων των προ­η­γού­με­νων τριών αιώ­νων, που βρέ­θη­καν ε­γκα­τα­στη­μέ­νες στη Βε­νε­τία και τις ο­ποίες με­λε­τά για τα τε­λευ­ταία 25 χρό­νια, η Διο­νυ­σία Για­λα­μά. Τη σχε­τι­κή έ­ρευ­να την ξε­κί­νη­σε στην Βε­νε­τία, κα­τά την τριε­τία, 1984-1987, ό­ταν ή­ταν υ­πό­τρο­φος του Ελλη­νι­κού Ινστι­τού­του Βυ­ζα­ντι­νών και Με­τα­βυ­ζα­ντι­νών Σπου­δών και τη συ­νέ­χι­σε με την ε­πι­στρο­φή της στην Ελλά­δα, εί­τε ως ερ­γα­ζό­με­νη στα Γε­νι­κά Αρχεία του Κρά­τους εί­τε ως κα­θη­γή­τρια στη Μέ­ση Εκπαί­δευ­ση. Η ι­δέα για τη με­λέ­τη ή­ταν του κα­θη­γη­τή Νι­κό­λα­ου Πα­να­γιω­τά­κη. Επω­φε­λού­με­νη α­πό τις αρ­χεια­κές πη­γές, πα­ρου­σιά­ζει στοι­χεία α­πό τις δι­κο­γρα­φίες της Ιε­ράς Εξέ­τα­σης για Ελλη­νί­δες, που κα­τη­γο­ρή­θη­καν ως μά­γισ­σες, σκια­γρα­φώ­ντας, ταυ­τό­χρο­να, τις νοο­τρο­πίες και τα θρη­σκευ­τι­κά ή­θη ε­κεί­νων των αιώ­νων.
Ήδη α­πό τον Με­σαίω­να, η μορ­φή της μά­γισ­σας εί­χε α­πο­κτή­σει συ­γκε­κρι­μέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, που προέρ­χο­νταν α­πό τον συ­γκε­ρα­σμό δια­φο­ρε­τι­κών λαϊκών δο­ξα­σιών γύ­ρω α­πό τις χθό­νιες θεό­τη­τες της γο­νι­μό­τη­τας. Πί­στευαν ό­τι η μά­γισ­σα εί­χε σχέ­ση λα­τρείας με τον διά­βο­λο και ό­τι ε­πε­δίω­κε να προ­κα­λέ­σει το κα­κό. Γε­νι­κώς, ό­τι συ­νερ­γα­ζό­ταν και υ­πη­ρε­τού­σε τον διά­βο­λο, με τον ο­ποίο εί­χε συ­νά­ψει συμ­φω­νία υ­πο­τέ­λειας και πί­στης. Ως α­πο­δει­κτι­κό στοι­χείο αυ­τής της συμ­φω­νίας, θεω­ρού­σαν κά­ποιο ση­μά­δι στο σώ­μα της. Κά­τι σαν δια­βο­λι­κό α­πο­τύ­πω­μα, το ο­ποίο και προ­σπα­θού­σαν να δια­κρί­νουν στο σώ­μα κά­θε κα­τη­γο­ρού­με­νης για μα­γεία. Επί­σης, ε­πι­κρα­τού­σε η ά­πο­ψη ό­τι οι μά­γισ­σες α­νή­καν σε ορ­γα­νω­μέ­νες ο­μά­δες, που ε­πι­βου­λεύο­νταν την Εκκλη­σία. Ο πρώ­τος που α­σχο­λή­θη­κε με την τε­λε­τουρ­γι­κή της μα­γείας ή­ταν ο Θω­μάς Ακι­νά­της.
“Το κυ­νή­γι μα­γισ­σώ­ν” ξε­κί­νη­σε, ό­ταν η Εκκλη­σία άρ­χι­σε να νιώ­θει ό­τι α­πει­λεί­ται α­πό την αι­ρε­τι­κή τους δρά­ση. Ο διωγ­μός τους ε­ντά­θη­κε σε πε­ριο­χές, στις ο­ποίες, δί­πλα στην ε­πί­ση­μη θρη­σκεία, έ­θαλ­λαν δια­φο­ρε­τι­κές θρη­σκευ­τι­κές πε­ποι­θή­σεις. Κυ­ρίως, σε ο­ρει­νά και α­πρό­σι­τα μέ­ρη, ό­πως στα Πυ­ρη­ναία, ό­που ε­πι­βίω­ναν πα­λαιό­τε­ρες πα­γα­νι­στι­κές δο­ξα­σίες. Στη Βε­νε­τία, στην ο­ποία ε­πι­κε­ντρώ­νει τη με­λέ­τη της η Για­λα­μά, ο θε­σμός της Ιε­ράς Εξέ­τα­σης ε­νερ­γο­ποιή­θη­κε το 1547, ό­ταν ο δό­γης διό­ρι­σε στο πλευ­ρό των ιε­ρο­ε­ξε­τα­στών τρεις εκ­προ­σώ­πους της Πο­λι­τείας. Αρχι­κά, στο στό­χα­στρο της το­πι­κής Ιε­ράς Εξέ­τα­σης ή­ταν ο λου­θη­ρα­νι­σμός. Η κα­τα­στο­λή της μα­γείας ως κύ­ριο έρ­γο της Ιε­ράς Εξέ­τα­σης εμ­φα­νί­στη­κε πο­λύ αρ­γό­τε­ρα, κα­τά τον 17ο αιώ­να. Τό­τε, το 50% των δι­κο­γρα­φιών φθά­νει να α­φο­ρά κα­τη­γο­ρίες για μα­γεία και α­κο­λου­θούν, σε μι­κρό­τε­ρη έ­κτα­ση, οι δί­κες καλ­βι­νι­στών, ε­μπο­ρίας α­πα­γο­ρευ­μέ­νων βι­βλίων και λου­θη­ρα­νών.
Οι δι­κο­γρα­φίες των Ελλη­νί­δων, που κα­τη­γο­ρή­θη­καν για μα­γεία, α­πο­κα­λύ­πτουν ό­τι πρό­κει­ται για γυ­ναί­κες, των ο­ποίων ο τρό­πος ζωής πα­ρέκ­κλι­νε της χρι­στια­νι­κής η­θι­κής. Αυ­τό μπο­ρού­σε να ση­μαί­νει εί­τε ό­τι συμ­βίω­ναν με κά­ποιον χω­ρίς την ευ­λο­γία της Εκκλη­σίας εί­τε ό­τι εί­χαν κά­νει πε­ρισ­σό­τε­ρους α­πό έ­ναν γά­μο. Ενώ, πολ­λές α­πό αυ­τές ή­ταν χή­ρες με παι­διά. Οι πε­ρισ­σό­τε­ρες ελ­λη­νί­δες μά­γισ­σες α­πέ­κρυ­πταν την κα­τα­γω­γή τους, κα­θώς οι Βε­νε­τοί φαί­νε­ται ό­τι πί­στευαν πως ό­λες οι Ελλη­νί­δες ή­ταν λί­γο πο­λύ μά­γισ­σες, ταυ­τί­ζο­ντας τη μά­γισ­σα με την γυ­ναί­κα ε­λευ­θε­ρίων η­θών. Έτσι κι αλ­λιώς, η γυ­ναί­κα ε­θεω­ρεί­το ι­κα­νή α­πό τη φύ­ση της να προ­ξε­νεί το κα­κό. Οι ιε­ρο­ε­ξε­τα­στές πί­στευαν ό­τι αι­τία κά­θε συμ­φο­ράς και σα­τα­νι­κής πρά­ξης ή­ταν η γυ­ναί­κα. Πά­ντως, ό­πως και στην ε­πο­χή του Πα­πα­δια­μά­ντη, ή­ταν γε­νι­κό­τε­ρα δια­δε­δο­μέ­νη η ά­πο­ψη ό­τι οι μά­γισ­σες μπο­ρού­σαν να δια­λύ­σουν οι­κο­γέ­νειες ή να κά­νουν έ­να ζευ­γά­ρι α­νί­κα­νο να α­πο­κτή­σει παι­διά.
Τα ε­παγ­γέλ­μα­τα των μα­γισ­σών, που α­να­φέ­ρουν οι δι­κο­γρα­φίες, εί­ναι, κυ­ρίως, πόρ­νες, υ­πη­ρέ­τριες και ζη­τιά­νες. Υπάρ­χουν, ό­μως, και με­ρι­κές, που α­σκού­σαν κά­ποια τέ­χνη, ό­πως υ­φά­ντρες. Σε α­ντί­θε­ση με τους ά­ντρες, που κα­τη­γο­ρή­θη­καν για μα­γεία και οι ο­ποίοι, κα­τά με­γά­λη πλειο­νό­τη­τα, ή­ταν μο­να­χοί και κλη­ρι­κοί. Οι δι­κο­γρα­φίες α­πο­κα­λύ­πτουν πολ­λά στοι­χεία για τον ι­διω­τι­κό βίο των κα­τη­γο­ρου­μέ­νων, κα­θώς πε­ρι­λαμ­βά­νουν το κεί­με­νο της κα­ταγ­γε­λίας, τα τεκ­μή­ρια, τις α­να­κρί­σεις και τις α­πο­φά­σεις. Συ­νή­θως ο μη­νυ­τής ε­ξέ­θε­τε και υ­πο­στή­ρι­ζε τις κα­τη­γο­ρίες του, α­να­πτύσ­σο­ντας, με την ευ­και­ρία, και τις α­πό­ψεις του πε­ρί μα­γείας. Επί­σης, δή­λω­νε τα κί­νη­τρά του, που κυ­μαί­νο­νταν α­πό εκ­δί­κη­ση για την πρό­κλη­ση α­σθέ­νειας ή θα­νά­του, που δια­τει­νό­ταν ό­τι εί­χε προ­κα­λέ­σει η κα­τη­γο­ρού­με­νη, μέ­χρι έ­γνοια για το γε­νι­κό­τε­ρο κοι­νω­νι­κό κα­λό. Συ­χνά, οι κα­τη­γο­ρίες α­φο­ρού­σαν οι­κο­νο­μι­κή ζη­μιά, α­φού, α­νέ­κα­θεν, οι μά­γισ­σες πλη­ρώ­νο­νταν α­κρι­βά για τις υ­πη­ρε­σίες τους. Τέ­λος, εν ε­κτά­σει, α­να­φέ­ρο­νται στη με­λέ­τη οι κυ­ρώ­σεις και οι ποι­νές, που ε­πι­βάλ­λο­νταν.
Ενδια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζουν τα εί­δη της μα­γείας, με προ­ε­ξάρ­χου­σα την μα­γεία πε­ρί τα ε­ρω­τι­κά. Στα μα­γι­κά, που στό­χευαν να προ­βλέ­ψουν το μέλ­λον μιας σχέ­σης, α­νή­καν “το ρί­ξι­μο της κορ­δέ­λας” και “το ρί­ξι­μο των σπό­ρω­ν”. Η μά­γισ­σα πέ­τα­γε ε­λι­κο­ει­δώς μια κορ­δέ­λα κι αν τα ά­κρα της έ­με­ναν μέ­σα στους δια­γρα­φό­με­νους κύ­κλους, η έκ­βα­ση της σχέ­σης θα ή­ταν αί­σια. Πα­ρο­μοίως, έ­ρι­χνε δε­κα­ο­χτώ σπό­ρους, συ­νή­θως κου­κιά, κι αν η α­πό­στα­ση α­νά­με­σά τους ή­ταν μι­κρή, η σχέ­ση θα α­πο­κα­θί­στα­το. Στη με­λέ­τη, δί­νο­νται λε­πτο­μέ­ρειες και για άλ­λες πρα­κτι­κές ό­πως “το ρί­ξι­μο του α­λα­τιού και του αρ­γί­λου στη φω­τιά”. Ακό­μη, για πρα­κτι­κές ο­μοιο­πα­θη­τι­κής φύ­σεως, οι ο­ποίες πα­ρα­μέ­νουν μέ­χρι σή­με­ρα, οι πιο γνω­στές. Όπως, για πα­ρά­δειγ­μα, η κα­τα­σκευή κέ­ρι­νων ο­μοιω­μά­των. Ψή­νει, λέει, το ο­μοίω­μα πά­νω σε δυ­να­τή φω­τιά και φλέ­γε­ται η καρ­διά του πο­θη­τού προ­σώ­που α­πό ε­πι­θυ­μία. Και βε­βαίως, α­πό τα μα­γι­κά δεν μπο­ρού­σαν να α­που­σιά­ζουν τα υ­λι­κά, που συν­δέ­ο­νταν με τη γυ­ναι­κεία φύ­ση και τη γο­νι­μό­τη­τα και τα ο­ποία ε­ντέ­χνως έ­ρι­χναν στην τρο­φή του α­νυ­πο­ψία­στου και ά­πι­στου α­γα­πη­μέ­νου.
Οι μα­γι­κές τε­λε­τουρ­γίες γί­νο­νταν στο σπί­τι, με προ­νο­μιού­χο μέ­ρος το τζά­κι. Προ­σφο­ρό­τε­ρος, ω­στό­σο, τό­πος θεω­ρού­νταν οι εκ­κλη­σίες, ό­που οι μά­γισ­σες εκ­με­ταλ­λεύο­νταν τα λει­τουρ­γι­κά σκεύη και διά­φο­ρα υ­λι­κά ιε­ρού χα­ρα­κτή­ρα, ό­πως το κρα­σί της Θείας Ευ­χα­ρι­στίας, το α­για­σμέ­νο λά­δι και τον ά­ζυ­μο άρ­το. Κά­πο­τε, μά­λι­στα, έ­φτα­ναν να μι­μού­νται την τε­λε­τουρ­γία των θείων μυ­στη­ρίων. Με ό­ποιο, ό­μως, μέ­σο και σε ό­ποιο τό­πο και να τε­λού­σαν οι γυ­ναί­κες τα μα­γι­κά τους, φρό­ντι­ζαν να τα πε­ρι­βάλ­λουν με την πρέ­που­σα α­τμό­σφαι­ρα μυ­στη­ρίου. Προς βοή­θεια νεό­τε­ρων μα­γισ­σών, φαί­νε­ται ό­τι υ­πήρ­χαν χει­ρό­γρα­φα και φυλ­λά­δια με μα­γι­κές συ­ντα­γές και τα λό­για, με τα ο­ποία έ­πρε­πε να συ­νο­δεύο­νται οι πρά­ξεις τους. Εκτός α­πό την ε­ρω­τι­κή μα­γεία δια­δε­δο­μέ­νες ή­ταν και η θε­ρα­πευ­τι­κή μα­γεία, κα­θώς και η μα­ντι­κή, πα­ρό­τι κα­τέ­χουν μι­κρό­τε­ρο μέ­ρος των δι­κο­γρα­φιών.
Το ι­στο­ρι­κό για τις ελ­λη­νί­δες μά­γισ­σες της Βε­νε­τίας, που συ­ντάσ­σει η Για­λα­μά, α­πο­τε­λεί μια εν­δια­φέ­ρου­σα ε­πι­στη­μο­νι­κή ερ­γα­σία, η ο­ποία συ­μπλη­ρώ­νε­ται με πρω­το­γε­νές υ­λι­κό α­πό ο­ρι­σμέ­νες δι­κο­γρα­φίες και ε­κτε­νή βι­βλιο­γρα­φία. Προ­σφέ­ρε­ται, ό­μως, ταυ­τό­χρο­να, και ως α­νά­γνω­σμα για έ­να ευ­ρύ­τε­ρο κοι­νό γυ­ναι­κών. Κα­κά τα ψέ­μα­τα, δεν εί­ναι και λί­γες ε­κεί­νες, που, σε κά­ποια δύ­σκο­λη στιγ­μή, α­πευ­θύ­νο­νται για βοή­θεια σε κα­φετ­ζού­δες και μά­ντισ­σες. Αν θεω­ρή­σου­με, μά­λι­στα, ό­τι τα τρέ­χο­ντα μπε­στ σέλ­λε­ρ, ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, ε­κεί­να της Χρύ­σας Δη­μου­λί­δου, α­ντα­να­κλούν μέ­ρος της ελ­λη­νι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, πολ­λές εί­ναι ε­κεί­νες, που κα­τα­φεύ­γουν, α­κό­μη και σή­με­ρα, στα μά­για για να “δέ­σου­ν” τον ά­ντρα της ζωής τους. Υπάρ­χει, πά­ντως, για τα δύ­στυ­χα θύ­μα­τα, η Αγία Ανα­στα­σία η Φαρ­μα­κο­λύ­τρια. «Εί­ν' ε­κεί­νη, ή­τις χαλ­νά τα μά­για, ή­τοι λύει πά­σαν γο­η­τείαν και με­θο­δείαν πο­νη­ράν υ­π' εχ­θρών γι­νο­μέ­νην...» Αρκεί να έ­χουν μη­τέ­ρα ά­ξια ως “η ε­ξα­δέλ­φη Μα­χού­λα” του Πα­πα­δια­μά­ντη.
Πα­ρά­δειγ­μα ε­ντυ­πω­σια­κής μα­γι­κής τε­λε­τής σε χώ­ρο εκ­κλη­σίας δί­νει ο Σκια­θί­της στο διή­γη­μά του «Η Φαρ­μα­κο­λύ­τρια», δη­μο­σιευ­μέ­νο κι αυ­τό ε­ντός του 1900. Συ­γκε­κρι­μέ­να, στις 31 Δε­κεμ­βρίου, στο πε­ριο­δι­κό «Πα­να­θή­ναια». «Αφού ή­να­ψε τα ε­πτά κη­ρία, έ­βγα­λεν α­πό το παμ­μέ­γι­στον κα­λά­θιόν της μα­κρό­τα­τον, υ­πέρ τας ε­κα­τόν ορ­γυιάς, λε­πτόν σχοι­νίον, ο­λο­κί­τρι­νον, ευω­διά­ζον, κη­ρό­πλα­στον...Τού­το λοι­πόν το τε­ρά­στιον κη­ρίον το έ­δε­σεν α­πό την κρι­κέλ­λαν της πα­λαιάς σα­ρα­κω­μέ­νης πόρ­τας του να­ού, εί­τα ήρ­χι­σε να το ελ­κύη, και να το ε­κτυ­λίσ­ση κα­τ' ο­λί­γον α­πό το κα­λά­θιον...και να το προ­σαρ­μό­ζη σύρ­ρι­ζα εις τον τοί­χον...Επτά­κις έ­κα­με τον γύ­ρον του κτι­ρίου, και με ε­πτά έμ­βο­λα κη­ρω­μέ­νου νή­μα­τος πε­ριέ­ζω­σεν, η ε­ξα­δέλ­φη μου Μα­χού­λα, ό­λον τον ναΐσκον...» Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, γοτ­θι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, α­πό τα πολ­λά, που πλέ­κο­νται γύ­ρω α­πό το θέ­μα της μα­γείας, πώς και δεν με­τέ­φρα­σε ο Πα­πα­δια­μά­ντης ή μή­πως και με­τέ­φρα­σε; Θυ­μί­ζου­με, πά­ντως, ό­τι, το κα­λο­καί­ρι του 1901, με­τέ­φρα­σε τον «Αό­ρα­το» του Γουέ­λς. Ένα μυ­θι­στό­ρη­μα, με α­τμό­σφαι­ρα με­τα­ξύ μα­γείας και ε­πι­στή­μης.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στις 18 Ιουλίου 2010

Μελανές σελίδες της Δύσης

Γκερ­ντ Σβέρ­χο­φ
«Η Ιε­ρά Εξέ­τα­ση»
Με­τά­φρα­ση Ηλίας Τσι­ρι­γκά­κης
Εκδό­σεις Βι­βλιο­πω­λείον
της Εστίας
Φε­βρουά­ριος 2010

Εί­θι­σται τις εκ­δό­σεις της Εστίας να τις ταυ­τί­ζου­με με τη Σει­ρά Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Λο­γο­τε­χνίας χά­ρις στην πα­ρά­δο­ση, που δη­μιούρ­γη­σε με την σχε­δόν κα­τ' α­πο­κλει­στι­κό­τη­τα έκ­δο­ση των βι­βλίων της γε­νιάς του '30. Πα­ρά­δο­ση, την ο­ποία δια­τη­ρεί σε υ­ψη­λό ε­πί­πε­δο με τη Σει­ρά Σύγ­χρο­νης Ελλη­νι­κής Πε­ζο­γρα­φίας και κα­τά την πρώ­τη δε­κα­ε­τία του τρέ­χο­ντος αιώ­να, ό­ταν ε­ορ­τά­ζο­νται οι ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δες α­πό τη γέν­νη­ση των Τερ­ζά­κη­δων και Θε­ο­το­κά­δων, ό­πως ο­ρι­σμέ­νοι με­τα­μο­ντέρ­νας προο­πτι­κής έ­χουν υ­πο­τι­μη­τι­κά α­πο­κα­λέ­σει τους παπ­πού­δες των ση­με­ρι­νών μυ­θι­στο­ριο­γρά­φων. Στη σύγ­χρο­νη Σει­ρά έ­χουν πα­ρου­σια­στεί πολ­λά υ­πο­σχό­με­νοι πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι, που ή­δη τεί­νουν να κα­τα­λά­βουν κα­λές θέ­σεις στο σχη­μα­τι­ζό­με­νο νεό­τε­ρο δυ­να­μι­κό. Ταυ­τό­χρο­να, με ο­ρι­σμέ­νες ε­πί­λε­κτες “με­τα­γρα­φές”, η Σει­ρά δια­σφά­λι­σε και κά­ποιους ση­μα­ντι­κούς πρε­σβύ­τε­ρους. Έχει, βε­βαίως, κι αυ­τή υ­πο­στεί διαρ­ροή δυ­νά­μεων λό­γω “με­τα­γρα­φώ­ν” σε άλ­λους εκ­δο­τι­κούς οί­κους, που α­να­πλη­ρώ­νουν το έλ­λειμ­μα πα­ρά­δο­σης με ε­κεί­νο του οι­κο­νο­μι­κού σθέ­νους.
Δί­πλα, ω­στό­σο, στις σει­ρές ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, υ­πάρ­χει, ε­κτός πλεί­στων άλ­λων σει­ρών, η συ­στη­μα­τι­κή Σει­ρά Ιστο­ρίας και Πο­λι­τι­κής, που διευ­θύ­νει ο ι­στο­ρι­κός Νί­κος Κα­ρα­πι­δά­κης. Σε αυ­τήν τη σει­ρά εκ­δί­δο­νται ξέ­νες και ελ­λη­νι­κές με­λέ­τες, που κα­λύ­πτουν έ­να ευ­ρύ φά­σμα. Θα πα­ρου­σιά­σου­με δυο πρό­σφα­τους τό­μους της Σει­ράς χω­ρίς να δια­θέ­του­με ι­διαί­τε­ρες γνώ­σεις στο συ­γκε­κρι­μέ­νο θέ­μα πέ­ρα α­πό ε­κεί­νες του μέ­σου α­να­γνώ­στη. Πρό­κει­ται για δυο με­λέ­τες, που α­φο­ρούν σχε­τι­κά με­τα­ξύ τους θέ­μα­τα: τη με­λέ­τη του γερ­μα­νού ι­στο­ρι­κού Γκερ­ντ Σβέρ­χοφ για την Ιε­ρά Εξέ­τα­ση και ε­κεί­νη της Διο­νυ­σίας Για­λα­μά για τις ελ­λη­νί­δες μά­γισ­σες στη Βε­νε­τία, στη διάρ­κεια τριών αιώ­νων, 16ου, 17ου και 18ου.
Η Ιε­ρά Εξέ­τα­ση ή­ταν το δι­κα­στή­ριο της ρω­μαιο­κα­θο­λι­κής εκ­κλη­σίας, που σύ­στη­σε, το 1231, ο πά­πας Γρη­γό­ριος Θ΄ και το ο­ποίο εί­χε, αρ­χι­κά, ως α­πο­στο­λή την κα­τα­πο­λέ­μη­ση των αι­ρέ­σεων και στη συ­νέ­χεια, ό­λων των δρα­στη­ριο­τή­των, που α­πο­δί­δο­νταν σε δια­βο­λι­κή ε­πε­νέρ­γεια, ό­πως η μα­γεία και η αλ­χη­μεία. Η ο­νο­μα­σία του εν λό­γω δι­κα­στη­ρίου δη­λώ­νει, ευ­θύς εξ αρ­χής, την έμ­φα­ση, που δι­νό­ταν στην ε­ξέ­τα­ση μιας κα­ταγ­γε­λίας με μα­κριές α­να­κρί­σεις, κα­τά τις ο­ποίες ε­πι­τρέ­πο­νταν, κα­τό­πιν ε­γκρί­σεως α­πό τον πά­πα Ινο­κέ­ντιο Δ΄, το 1252, και η χρή­ση βα­σα­νι­στη­ρίων. Ο Σβέρ­χο­φ, στην ει­σα­γω­γή της με­λέ­της του, θυ­μί­ζει ό­τι “στην Ιε­ρά Εξέ­τα­ση ε­πιρ­ρί­πτε­ται το με­γα­λύ­τε­ρο με­ρί­διο ευ­θύ­νης για τις με­λα­νές σε­λί­δες στην ι­στο­ρία της Δύ­σης”. Ο ί­διος προ­σπα­θεί να σκια­γρα­φή­σει το ι­στο­ρι­κό της “χω­ρίς ε­μπά­θεια και ζή­λο”, δια­κρί­νο­ντας τη με­σαιω­νι­κή α­πό τη νεό­τε­ρη φά­ση της, αλ­λά και ε­στιά­ζο­ντας στις το­πι­κές δια­φο­ρο­ποιή­σεις.
Σε έ­να πρώ­το κε­φά­λαιο, πα­ρου­σιά­ζει τη πα­πι­κή Ιε­ρά Εξέ­τα­ση κα­τά τον Με­σαίω­να, ό­πως λει­τούρ­γη­σε στην ι­τα­λι­κή χερ­σό­νη­σο και την νό­τια Γαλ­λία. Αι­τία της ί­δρυ­σής της στά­θη­κε η ε­ξά­πλω­ση σε αυ­τές τις πε­ριο­χές των αι­ρέ­σεων των Κα­θα­ρών και των “πτω­χών του Χρι­στού”. Όπως φαί­νε­ται, ε­νο­χλού­σαν, για­τί δια­τη­ρού­σαν ως πρό­τυ­πο το βίο των Απο­στό­λων και πρέ­σβευαν την α­κτη­μο­σύ­νη, ζη­τώ­ντας α­πό τον κλή­ρο να ε­φαρ­μό­ζει α­πα­ρέ­γκλι­τα τις η­θι­κές αρ­χές. Τό­τε, α­κό­μη, η Ιε­ρά Εξέ­τα­ση δεν α­πο­τε­λού­σε θε­σμό. Υπά­κουε, ό­μως, σε μια σει­ρά σα­φώς δια­τυ­πω­μέ­νων κα­νό­νων, πρα­κτι­κών και στό­χων. Προ­βλε­πό­ταν ε­πιει­κής με­τα­χεί­ρι­ση στους ο­μο­λο­γού­ντες, οι ο­ποίοι έ­πρε­πε, ό­χι μό­νο να α­πο­κη­ρύ­ξουν τις αι­ρε­τι­κές τους ι­δέες αλ­λά και να ορ­κι­στούν ό­τι στο μέλ­λον θα κα­τα­δί­δουν τους αι­ρε­τι­κούς. Για ό­σους α­θωώ­νο­νταν, προ­βλέ­πο­νταν ο­ρι­σμέ­νες ε­λάσ­σο­νες τι­μω­ρίες, ό­πως η α­νάρ­τη­ση του σταυ­ρού της με­τά­νοιας και το προ­σκύ­νη­μα σε ιε­ρό τό­πο. Για τους α­με­τα­νό­η­τους, η Ιε­ρά Εξέ­τα­ση, ως εκ­κλη­σια­στι­κό δι­κα­στή­ριο, δεν μπο­ρού­σε να κα­τα­λή­ξει στην θα­να­τι­κή κα­τα­δί­κη. Ως άλ­λος Πό­ντιος Πι­λά­τος, έ­νι­πτε τας χεί­ρας της και τους πα­ρέ­πε­μπε στην κο­σμι­κή ε­ξου­σία. Κά­τι τέ­τοιο, ω­στό­σο, δεν συ­νε­πα­γό­ταν αυ­τό­μα­τα και τον διά της πυ­ράς θά­να­το. Σύμ­φω­να με τα υ­πάρ­χο­ντα τεκ­μή­ρια, η κα­τα­δί­κη στον διά της πυ­ράς θά­να­το α­ντι­στοι­χού­σε στο 1% των πε­ρι­πτώ­σεων. Πά­ντως, οι πρα­κτι­κές της Ιε­ράς Εξέ­τα­σης προέ­βλε­παν βα­σα­νι­σμούς κα­τά τη φυ­λά­κι­ση για την α­πό­σπα­ση ο­μο­λο­γίας, κα­θώς και τη δη­μιουρ­γία πυ­κνού δι­κτύου αρ­χείων και κα­τα­λό­γων.
Σε έ­να δεύ­τε­ρο κε­φά­λαιο, σχο­λιά­ζει την ε­ξά­πλω­ση της Ιε­ράς Εξέ­τα­σης στην Ιβη­ρι­κή Χερ­σό­νη­σο. Οι α­παρ­χές της το­πο­θε­τού­νται στο 1480, ό­ταν πρω­το­λει­τούρ­γη­σε ως κρα­τι­κός θε­σμός των δύο ι­σπα­νι­κών βα­σι­λείων της Κα­στίλ­λης και της Αρα­γω­νίας. Στους νεό­τε­ρους χρό­νους, ο θε­σμός α­πέ­κτη­σε γρα­φειο­κρα­τι­κή και ιε­ραρ­χι­κή δο­μή, ε­νώ ε­πι­κε­ντρώ­θη­κε σε συ­γκε­κρι­μέ­νους στό­χους, με πρώ­το και κυ­ριό­τε­ρο, την φυ­λε­τι­κή κά­θαρ­ση. Έργο ε­πί­μοχ­θο, α­ναμ­φι­βό­λως, δε­δο­μέ­νου ό­τι, στον Με­σαίω­να, συμ­βίω­ναν, σε ε­κεί­νες τις πε­ριο­χές, χρι­στια­νοί, μου­σουλ­μά­νοι και Εβραίοι. Οι διωγ­μοί των τε­λευ­ταίων εί­χαν αρ­χί­σει νω­ρί­τε­ρα: το 1290 ε­κτο­πί­στη­καν α­πό την Αγγλία, το 1306 α­πό τη Γαλ­λία, ε­νώ, πε­ρί τα μέ­σα του 14ου αιώ­να, ο α­ντι­ση­μι­τι­σμός ε­ντά­θη­κε στην Ισπα­νία. Ωστό­σο, η ι­σπα­νι­κή Ιε­ρά Εξέ­τα­ση, στα τρια­κό­σια πε­ρί­που χρό­νια δρά­σης της, στρά­φη­κε και ε­να­ντίον των προ­τε­στα­ντών. Από την Ισπα­νία στην Πορ­το­γα­λία και τού­μπα­λιν, πη­γαι­νοέρ­χο­νταν “ε­βραΐζο­ντες”, δια­νοού­με­νοι και “κον­βέρ­σος”, ζη­τώ­ντας κρη­σφύ­γε­το. Επι­σή­μως, η ι­σπα­νι­κή Ιε­ρά Εξέ­τα­ση δια­λύ­θη­κε στις 15 Ιου­λίου 1834, α­πό την α­ντι­βα­σί­λισ­σα Μα­ρία Χρι­στί­να, εν ο­νό­μα­τι της α­νή­λι­κης Ισα­βέλ­λας Β΄. Σύμ­βο­λά της πα­ρέ­μει­ναν ο σταυ­ρός, το κλα­δί ε­λιάς και το ξί­φος. Στη με­λέ­τη α­να­φέ­ρο­νται οι συ­νη­θέ­στε­ροι τύ­ποι βα­σα­νι­στη­ρίων και πε­ρι­γρά­φο­νται οι δη­μό­σιες δια­δι­κα­σίες, κα­τά τις ο­ποίες α­παγ­γέλ­λο­νταν οι κα­τα­δί­κες, γί­νο­νταν οι θα­να­τώ­σεις στην πυ­ρά και τα auto-da-fe (= όρ­κοι πί­στεως). Αυ­τές οι εκ­δη­λώ­σεις πή­ραν, συν τω χρό­νω, την μορ­φή ε­ντυ­πω­σια­κών τε­λε­τών, με τη συρ­ροή με­γά­λου πλή­θους.
Ενδια­φέ­ρον, ό­μως, πα­ρου­σιά­ζει και η μορ­φή της ρω­μαϊκής Ιε­ράς Εξέ­τα­σης κα­τά τους νεό­τε­ρους χρό­νους. Συ­στά­θη­κε το 1542, α­πό τον πά­πα Παύ­λο Γ΄, για την κα­τα­πο­λέ­μη­ση των αι­ρε­τι­κών. Η ί­δρυ­σή της έ­δει­χνε σαν μια προ­σπά­θεια α­ντί­δρα­σης προς την ι­σπα­νι­κή Ιε­ρά Εξέ­τα­ση, κα­θώς, τό­τε, με­γά­λο μέ­ρος της Ιτα­λίας βρι­σκό­ταν υ­πό ι­σπα­νι­κή κυ­ριαρ­χία. Νου­νε­χείς οι έ­ξι καρ­δι­νά­λιοι, που α­πο­τε­λού­σαν τη Σύ­νο­δο, το πρώ­το διά­ταγ­μα, που ε­ξέ­δω­σαν, α­πα­γό­ρευε σε βι­βλιο­πώ­λες και τυ­πο­γρά­φους την έκ­δο­ση και τη διά­δο­ση αι­ρε­τι­κών κει­μέ­νων. Ταυ­τό­χρο­να, έ­σπευ­σαν να κα­ταρ­τί­σουν κα­τά­λο­γο α­πα­γο­ρευ­μέ­νων βι­βλίων, με πε­ρισ­σό­τε­ρους α­πό χί­λιους τίτ­λους. Αργό­τε­ρα, δη­μιουρ­γή­θη­κε και ι­διαί­τε­ρη πα­πι­κή αρ­χή, ε­πι­φορ­τι­σμέ­νη με τη λο­γο­κρι­σία. Ση­μειω­τέ­ον, οι ι­τα­λοί ιε­ρο­ε­ξε­τα­στές δεν έ­πρε­πε να εί­ναι μό­νο νο­μο­μα­θείς, ό­πως οι Ισπα­νοί ο­μό­λο­γοί τους, αλ­λά και θε­ο­λό­γοι. Πά­ντως, ό­σο υ­πο­χω­ρού­σε η α­πει­λή του προ­τε­στα­ντι­σμού, τό­σο υ­πο­βαθ­μι­ζό­ταν και ο ρό­λος της Ιε­ράς Εξέ­τα­σης. Το 1908, η Ιε­ρά Εξέ­τα­ση με­το­νο­μά­στη­κε σε Ιε­ρά Υπη­ρε­σία και το 1965, σε Επι­τρο­πή για το Δόγ­μα και την Πί­στη.
Σε ι­διαί­τε­ρο κε­φά­λαιο, α­να­φέ­ρει ο Σβέρ­χοφ τις διώ­ξεις μα­γισ­σών α­πό την Ιε­ρά Εξέ­τα­ση. Όπως πα­ρα­τη­ρεί, οι πε­ρισ­σό­τε­ρες δί­κες για μα­γεία, α­πό τον 15ο έως τον 18ο αιώ­να, πραγ­μα­το­ποιή­θη­καν α­πό κο­σμι­κά δι­κα­στή­ρια. Η μα­γεία ε­νέ­πι­πτε στη δι­καιο­δο­σία της Ιε­ράς Εξέ­τα­σης μό­νο ό­ταν α­φο­ρού­σε ο­μά­δες αι­ρε­τι­κών, ό­πως οι Κα­θα­ροί, που υ­πήρ­χε η φή­μη ό­τι ε­πι­δί­δο­νταν σε μα­γι­κές τε­λε­τές. Συ­χνά, ό­μως, πα­ρό­μοιες κα­τη­γο­ρίες προέρ­χο­νταν α­πό το ί­διο το πε­ρι­βάλ­λον των Ιε­ρο­ε­ξε­τα­στών και στό­χευαν στη συ­κο­φά­ντη­ση των κα­τη­γο­ρου­μέ­νων. Η πρώ­τη κα­τα­σκευα­σμέ­νη κα­τη­γο­ρία πα­ρου­σιά­στη­κε το 1440, στο Φρι­μπούρ της Ελβε­τίας, ό­που μια αι­ρε­τι­κή κα­τη­γο­ρή­θη­κε και ε­κτε­λέ­στη­κε ως μά­γισ­σα. Η με­λέ­τη κλεί­νει, πα­ρου­σιά­ζο­ντας το μύ­θο, που δη­μιουρ­γή­θη­κε γύ­ρω α­πό την Ιε­ρά Εξέ­τα­ση. Την ε­πο­χή του Δια­φω­τι­σμού η Ιε­ρά Εξέ­τα­ση α­πο­τε­λού­σε συ­νώ­νυ­μο της θρη­σκευ­τι­κής κα­τα­πίε­σης και με αυ­τή τη μορ­φή τρο­φο­δό­τη­σε την τέ­χνη και την λο­γο­τε­χνία. Θυ­μί­ζει τα χα­ρα­κτι­κά του Γκό­για, αλ­λά και τον Με­γά­λο Ιε­ρο­ε­ξε­τα­στή στους «Αδελ­φούς Κα­ρα­μά­ζωφ» του Ντο­στο­γιέφ­σκι. Πε­ρισ­σό­τε­ρα στοι­χεία για τη σχέ­ση Ιε­ράς Εξέ­τα­σης και μα­γείας δί­νει η με­λέ­τη της Για­λα­μά, στην ο­ποία θα ε­πα­νέλ­θου­με.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

YEUX GLAUQUES

Ο Γκλάντστοουν ήταν σεβαστός ακόμη
όταν ο Τζον Ράσκιν έγραψε
τους Θησαυρούς του βασιλιά· ο Σουίνμπορν
και ο Ροσσέττι καθυβρίζονταν ακόμη.

Ύψωσε τη φωνή του ο βρομερός Μπιουκάναν
όταν το κεφάλι της, που ήταν σαν φαύνου,
κατάντησε παίγνιο
ζωγράφων και μοιχών.

Τα σκίτσα του Μπερν-Τζόουνς
διαφύλαξαν τα μάτια της·
στην Τέητ, ακόμη διδάσκουν
τον Κοφέτουα να ραψωδεί·

αδύνατος σαν το νερό του ρυακιού,
με βλέμμα απλανές.
Το αγγλικό Ρουμπαγιάτ θνησιγενές
εκείνο τον καιρό.

Το αδύνατο, καθαρό βλέμμα, απαράλλακτο
ξεπετάγεται ακόμη σαν του φαύνου μέσα
απ’ το μισορημαγμένο πρόσωπο,
ερευνητική και παθητική. ...
«Άχ, της δύστυχης της Τζέννυ η περίπτωση»...

Αναστατωμένη που ο κόσμος
δεν δείχνει να εκπλήσσεται
με του τελευταίου της ρουφιάνου
τις μοιχείες.

Έζρα Πάουντ «Χιού Σέλγουιν Μώμπερλυ»
Δίγλωσση αναθεωρημένη έκδοση. Εισαγωγή – μετάφραση – σχόλια
Χάρης Βλαβιανός, εκδόσεις Πατάκη, Απρ. 2010
Δημοσιεύθηκε στις 11 Ιουλίου 2010

Δημοσιεύθηκε στις 11 Ιουλίου 2010

Από τον πρώτο στον τελευταίο Γάλλο φιλέλληνα


Eνα κα­λο­και­ρι­νό πρωι­νό - 10 Αυ­γού­στου του 1806 - έ­να βρί­κι, που ερ­χό­ταν α­πό την Τερ­γέ­στη και πή­γαι­νε στη Σμύρ­νη, έ­ρι­ξε ά­γκυ­ρα στα α­νοι­χτά της Με­θώ­νης. Εί­χε α­πό τα πριν κα­νο­νι­στεί να α­πο­βι­βά­σει έ­ναν μο­να­χι­κό ε­πι­βά­τη. Εκεί­νος, τυ­λιγ­μέ­νος με μα­κρύ ρο­μα­ντι­κό μαν­δύα, στε­κό­ταν όρ­θιος στην πλώ­ρη. Με ο­νει­ρο­πό­λο και μα­ζί α­νυ­πό­μο­νο βλέμ­μα, κοί­τα­ζε τη μα­κρι­νή στε­ριά. Μπρος στα μά­τια του υ­ψω­νό­ταν “μια μι­κρή με­σαιω­νι­κή πο­λι­τεία με ε­ρει­πω­μέ­νες βε­νε­τσιά­νι­κες ο­χυ­ρώ­σεις, χω­ρίς ού­τε έ­να πλε­ού­με­νο στο λι­μά­νι της, ού­τε μια ζώ­σα ψυ­χή στην πα­ρα­λία”. Ήταν μια πο­λι­τεία “βυ­θι­σμέ­νη στη σιω­πή, την ε­γκα­τά­λει­ψη και τη λή­θη”.
Η α­προσ­δό­κη­τη α­γκυ­ρο­βο­λία του ξέ­νου πλοίου έ­δω­σε κά­ποια στιγ­μή ζωή στην έ­ρη­μη πα­ρα­λία. Γε­νί­τσα­ροι της φρου­ράς και Τούρ­κοι κά­τοι­κοι το πή­ραν εί­δη­ση. Αυ­τοί έ­στει­λαν τε­λι­κά μια βάρ­κα με πα­νί για να πλη­ρο­φο­ρη­θεί το σκο­πό του κα­τά­πλου. Ο ε­πι­βά­της, φό­ρε­σε μια ζώ­νη γε­μά­τη χρυ­σά νο­μί­σμα­τα, πέ­ρα­σε σ' αυ­τήν δύο πι­στό­λια και πριν ξε­μπαρ­κά­ρει, θύ­μι­σε στον κα­πε­τά­νιο τη συμ­φω­νία τους. Κα­νό­νι­σε να τον πε­ρι­μέ­νει σε μια α­κτή της Αττι­κής, για να τον ξα­να­πά­ρει α­πό την Ελλά­δα. Απο­χαι­ρέ­τη­σε και, κρα­τώ­ντας τις λί­γες α­πο­σκευές του, κα­τέ­βη­κε στη βάρ­κα. Δεν εί­χε προ­λά­βει α­κό­μη να πα­τή­σει στη στε­ριά και άρ­χι­σε η πε­ρι­πέ­τεια. Κά­νο­ντας η βάρ­κα α­να­στρο­φή πλεύ­σης προς την α­κτή, εί­χε κιό­λας ση­κω­θεί δυ­να­τός, α­ντί­θε­τος ά­νε­μος. Αχρή­στευ­σε το πα­νί και ο τι­μο­νιέ­ρης, έ­νας ψη­λός τούρ­κος γέ­ρο­ντας, α­να­γκά­στη­κε να πά­ρει τα κου­πιά. Κω­πη­λα­τώ­ντας κό­ντρα στον ά­νε­μο, κιν­δύ­νευ­σε δύο φο­ρές ν' α­να­πο­δο­γυ­ρι­στεί α­πό τα κύ­μα­τα. Ύστε­ρα α­πό πο­λύ ώ­ρα πλη­σία­σε στη στε­ριά. Με­ρι­κοί α­πό τους συ­να­θροι­σμέ­νους στην πα­ρα­λία μπή­καν ως τη μέ­ση στο νε­ρό. Έσυ­ραν έ­ξω τη βάρ­κα και βοή­θη­σαν τον αι­νιγ­μα­τι­κό ξέ­νο να πη­δή­ξει στα βρά­χια της α­κτής. Οι υ­πό­λοι­ποι τον πε­ρι­στοί­χι­ζαν και τον πε­ριερ­γά­ζο­νταν, κά­νο­ντάς του, ό­λοι μα­ζί, α­κα­τά­λη­πτες ε­ρω­τή­σεις. Μι­λού­σαν έ­να δυσ­νό­η­το μίγ­μα ελ­λη­νι­κής, τουρ­κι­κής και ι­τα­λι­κής γλώσ­σας.
Με αυ­τόν τον γρα­φι­κό και μα­ζί πρω­τό­γο­νο τρό­πο ήρ­θε σε πρώ­τη ε­πα­φή με την Ελλά­δα ο Ρε­νέ ντε Σα­τω­μπριάν. Ήταν έ­νας αυ­θε­ντι­κός α­ρι­στο­κρά­της, ο ο­ποίος εί­χε α­φή­σει έ­να μή­να πριν τα σα­λό­νια του Πα­ρι­σιού, με σκο­πό να “δρέ­ψει ει­κό­νες”, δη­λα­δή ε­ντυ­πώ­σεις, για έ­να βι­βλίο που συ­νέ­γρα­φε γύ­ρω α­πό τις κοι­τί­δες πα­λαιών πο­λι­τι­σμών και να προ­σκυ­νή­σει τους Άγιους Τό­πους. Εκεί­νο που ε­πι­ζη­τού­σε να δει στην Ελλά­δα, ή­ταν η Σπάρ­τη και η Αθή­να, τις δύο πε­ρί­φη­μες αλ­λά και α­ντί­πα­λες πό­λεις της αρ­χαιό­τη­τας. Γι αυ­τό και η δια­μο­νή του δεν ξε­πέ­ρα­σε τις 22 η­μέ­ρες, ό­σες δη­λα­δή χρεια­ζό­ταν έ­νας πε­ριη­γη­τής της ε­πο­χής να δια­σχί­σει Πε­λο­πόν­νη­σο και Αττι­κή. Οι ε­ντυ­πώ­σεις που α­πε­κό­μι­σε συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται στο βι­βλίο του «Οδοι­πο­ρι­κό α­πό το Πα­ρί­σι στα Ιε­ρο­σό­λυ­μα» ή, αρ­χαϊστί, «Οδοι­πο­ρι­κό α­πό Πα­ρι­σίων εις Ιε­ρου­σα­λήμ» και α­πο­τε­λούν ό,τι πιο εν­δια­φέ­ρον έ­χει δη­μο­σιευ­τεί για την τουρ­κο­κρα­τού­με­νη Ελλά­δα στις πα­ρα­μο­νές της Επα­νά­στα­σης.
Κύ­ριο στοι­χείο αυ­τών των ε­ντυ­πώ­σεων εί­ναι η α­πέ­ρα­ντη ε­ρή­μω­ση της ελ­λη­νι­κής γης και η οικ­τρά κα­τά­στα­ση του λα­ού της. Θεω­ρεί­ται, μά­λι­στα, ο πρώ­τος α­πό τους φι­λέλ­λη­νες, που έ­νιω­σε συ­μπο­νε­τι­κά αι­σθή­μα­τα για τους κα­τοί­κους αυ­τού του τό­που, ε­νώ για τους Οθω­μα­νούς δυ­νά­στες, οι ο­ποίο του φά­νη­καν “σαν να εί­ναι κα­τα­σκη­νω­μέ­νοι” στην Ελλά­δα, εκ­δη­λώ­νει βα­θεία α­πο­στρο­φή. Πρό­κει­ται, ω­στό­σο, για μια πα­ρορ­μη­τι­κή ι­διο­συ­γκρα­σία ρο­μα­ντι­κού, με α­νε­ξέ­λε­γκτους εν­θου­σια­σμούς α­πέ­να­ντι στην ελ­λη­νι­κή αρ­χαιό­τη­τα. Έτσι, στη διάρ­κεια της πε­ριο­δείας του εκ­στα­σιά­ζε­ται. Τον κυ­νη­γούν πα­ντού ο­πτα­σίες του πα­ρελ­θό­ντος. Εντο­πί­ζο­ντας, για πα­ρά­δειγ­μα, την το­πο­θε­σία της αρ­χαίας Σπάρ­της, κραύ­γα­ζε μ' ό­λη τη δύ­να­μή του: «Λεω­νί­δα! Λεω­νί­δα!» Ή, τρώ­γο­ντας στην Ελευ­σί­να μαύ­ρο ψω­μί, που του πρό­σφε­ρε μια γυ­ναί­κα, την ευ­χα­ρι­στού­σε προ­σφω­νώ­ντας την ελ­λη­νι­κά: «Χαί­ρε, Δή­μη­τερ!», ε­νώ για να τι­μή­σει την πό­λη των Αθη­νών, έ­βγα­λε και φό­ρε­σε, πριν μπει, την ε­πί­ση­μη εν­δυ­μα­σία του.
Ο Σα­τω­μπριάν ή, ελ­λη­νι­στί, Σα­τω­βριάν­δος ε­πι­σκέ­πτε­ται τον ελ­λη­νι­κό χώ­ρο λί­γο με­τά τον Που­κε­βίλ. Εντού­τοις, κα­τα­γρά­φε­ται ως πρώ­τος στη σει­ρά ε­πι­φα­νής γάλ­λος φι­λέλ­λη­νας. Πέ­ραν αυ­τού, συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στις προ­δρο­μι­κές μορ­φές του κι­νή­μα­τος του ρο­μα­ντι­σμού, η ο­ποία ά­σκη­σε βα­θύ­τα­τη ε­πιρ­ροή στην ευ­ρω­παϊκή νε­ο­λαία της ε­πο­χής.
Κά­νο­ντας έ­να χρο­νι­κό άλ­μα 14 δε­κα­ε­τιών συν έ­να έ­τος και έ­ναν μή­να, βρι­σκό­μα­στε στις αρ­χές φθι­νο­πώ­ρου του 1947. Κοι­τώ­ντας α­να­λο­γι­κά τις συν­θή­κες, δεν πα­ρου­σιά­ζουν πολ­λές ο­μοιό­τη­τες. Στο εν­διά­με­σο χρο­νι­κό διά­στη­μα έ­χουν αλ­λά­ξει πολ­λά. Ανά­με­σά τους, θε­με­λιώ­δης με­τα­βο­λή το ό,τι η Ελλά­δα έ­χει α­πο­κτή­σει και λει­τουρ­γεί προ πολ­λού ως ε­θνι­κή ο­ντό­τη­τα. Ωστό­σο, μό­λις έ­χει βγει α­πό δεύ­τε­ρη, ευ­τυ­χώς βρα­χεία αυ­τή τη φο­ρά, ξε­νι­κή Κα­το­χή, ε­νώ έ­χουν ή­δη αρ­χί­σει οι πρώ­τες θερ­μές α­ψι­μα­χίες του Εμφυ­λίου.
Σε φύλ­λο ε­φη­με­ρί­δας της 10ης Σεπ. 1947, υ­ψη­λής μά­λι­στα κυ­κλο­φο­ρίας, δια­βά­ζου­με: “Από την Πε­λο­πόν­νη­σο η κα­τά­στα­σις της δη­μο­σίας τά­ξεως α­ναγ­γέ­λε­ται και πά­λι ως σα­φώς και ε­ξορ­γι­στι­κώς δυ­σά­ρε­στος. Οι συμ­μο­ρί­ται ό­χι μό­νον δεν ε­ξε­μη­δε­νί­σθη­σαν εις την Αρκα­δίαν και Λα­κω­νίαν, κα­θώς τό­σον κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κώς εί­χεν α­να­κοι­νω­θεί, αλ­λ' ε­πε­κτεί­νουν τώ­ρα την δρά­σιν των εις την Τρι­φυλ­λίαν και την Ηλείαν.” Σε φύλ­λο άλ­λης ε­φη­με­ρί­δας, της αυ­τής η­με­ρο­μη­νίας αλ­λά στην καλ­λι­τε­χνι­κή σε­λί­δα, δια­βά­ζου­με: “Ο κ. Πωλ Ραι­νά­λ, διευ­θυ­ντής της Υπη­ρε­σίας Πλη­ρο­φο­ριών της Γαλ­λι­κής Πρε­σβείας, δε­ξιώ­θη­κε στο ξε­νο­δο­χείο της Μ. Βρε­ταν­νίας τους εκ­προ­σώ­πους του Τύ­που και του ελ­λη­νι­κού πνευ­μα­τι­κού κό­σμου, και τους πα­ρου­σία­σε τα μέ­λη του Ομί­λου Αρχαίου Θεά­τρου της Σορ­βώ­νης, που θα παί­ξουν ε­δώ τις δύο αι­σχυ­λι­κές τρα­γω­δίες «Αγα­μέ­μνων» και «Πέρ­σαι». (...) Οι Γάλ­λοι φοι­τη­τές, σε ι­διαί­τε­ρες συ­νο­μι­λίες τους, εκ­φρά­σα­νε τη συ­γκί­νη­ση και τον εν­θου­σια­σμό τους για τον ερ­χο­μό τους στην Ελλά­δα. Όλοι τους ε­μπνέ­ο­νται α­πό την πιο θερ­μή πί­στη στο έρ­γο τους και κρα­τά­νε αυ­στη­ρή α­νω­νυ­μία, α­φού ο θία­σός τους δεν α­πο­βλέ­πει σε προ­σω­πι­κές φι­λο­δο­ξίες αλ­λά σε ο­μα­δι­κή α­πό­δο­ση του ατ­τι­κού δρά­μα­τος. (...) Ας ση­μειω­θεί πως στη δι­δα­σκα­λία των τρα­γω­διών παίρ­νουν μέ­ρος μο­νά­χα οι ά­ντρες, ό­πως στην αρ­χαία Αθή­να. Οι λι­γο­στές φοι­τή­τριες που τους συ­νο­δεύουν τους βο­η­θά­νε στο ντύ­σι­μο κι' εμ­φα­νί­ζο­νται μο­νά­χα στους βου­βούς ρό­λους των α­κο­λού­θων. Οι πα­ρα­στά­σεις του Ομί­λου ο­ρί­στη­καν έ­τσι: Πέ­μπτη 11: «Αγα­μέ­μνων» στο Ωδείο Ηρώ­δου Αττι­κού. Πα­ρα­σκευή 12: Απο­σπά­σμα­τα της «Αντι­γό­νης» στον κή­πο της Αρχαιο­λο­γι­κής Σχο­λής. Κυ­ρια­κή 14: «Πέρ­σαι» στο Θέ­α­τρο της Επι­δαύ­ρου. Τρί­τη 16: «Πέρ­σαι» στο Ωδείο. Σάβ­βα­το 20: «Αγα­μέ­μνων» στο Ωδείο. ” Πα­ρεν­θε­τι­κά, αλ­λά ό­χι ά­σχε­τα, να ση­μειώ­σου­με ε­δώ ό­τι ο νε­α­ρός τό­τε Μά­ριος Πλω­ρί­της δη­μο­σίευ­σε σε γνω­στή ε­φη­με­ρί­δα θε­α­τρι­κή κρι­τι­κή για την πρώ­τη πα­ρά­στα­ση του «Αγα­μέ­μνο­να» στο Ηρώ­δειο.
Eύ­λο­γο να α­να­ρω­τιέ­ται κα­νείς ποιος μπο­ρεί να ή­ταν αυ­τός ο ε­πι­τα­κτι­κός λό­γος, που ο­δή­γη­σε τους νε­α­ρούς γάλ­λους στην Ελλά­δα σε μια στιγ­μή που κο­χλά­ζουν τα εμ­φύ­λια πά­θη. Η α­πά­ντη­ση δί­νε­ται α­πό τον Φι­λο­λο­γι­κό Ρι­ζο­σπά­στη της ε­πο­μέ­νης (11/9/47). Εκεί δια­βά­ζου­με δη­μο­σιευ­μέ­νη «Συ­νο­μι­λία με το Δη­μή­τρη Γα­λά­νη» του Γιώρ­γου Λα­μπρι­νού. Ο διά­ση­μος χα­ρά­κτης, σύμ­φω­να με τη δη­μο­σίευ­ση, βρέ­θη­κε στην Αθή­να ως εκ­πρό­σω­πος της Γαλ­λι­κής Ακα­δη­μίας, στις γιορ­τές των 100 χρό­νων της ε­δώ Γαλ­λι­κής Αρχαιο­λο­γι­κής Σχο­λής. Φαί­νε­ται ό­τι οι ε­ορ­τα­σμοί προ­σέ­λα­βαν πα­νη­γυ­ρι­κό χα­ρα­κτή­ρα και α­κρι­βώς σ' αυ­τούς πρέ­πει να ο­φεί­λε­ται η πα­ρου­σία των γάλ­λων φοι­τη­τών.
Ανά­με­σα. λοι­πόν, στα μέ­λη του Ομί­λου Αρχαίου Θεά­τρου, που κρά­τη­σαν αυ­στη­ρή α­νω­νυ­μία, ε­ντο­πί­ζε­ται και ο νε­α­ρός τό­τε Ζακ Λα­κα­ριέρ. Εί­ναι 22-23 ε­τών, σπου­δά­ζει κλασ­σι­κή φι­λο­λο­γία στη Σορ­βό­νη, συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στα μέ­λη της θε­α­τρι­κής ο­μά­δας και τα­ξι­δεύει πρώ­τη φο­ρά στην Ελλά­δα, λαμ­βά­νο­ντας μέ­ρος στην πα­ρά­στα­ση της «Αντι­γό­νης». Φαί­νε­ται, ό­μως, ό­τι ή­ταν ε­ξί­σου ο­νει­ρο­πό­λος με τον Σα­τω­μπριάν και ε­ξί­σου γο­η­τευ­μέ­νος α­πό τις α­σύλ­λη­πτες σκιές του ελ­λη­νι­κού κό­σμου.
Η α­τμό­σφαι­ρα εί­ναι ε­μπό­λε­μη και μά­λι­στα, μέ­ρα με την η­μέ­ρα βα­ραί­νει προς το χει­ρό­τε­ρο. Πλην της πρω­τεύου­σας, που θεω­ρεί­ται α­σφα­λής, ο η­πει­ρω­τι­κός χώ­ρος κα­τά τό­πους φλέ­γε­ται ή βρί­σκε­ται υ­πό α­νά­φλε­ξη. Πα­ρό­λα αυ­τά, δεν δι­στά­ζει. Σχε­διά­ζει και α­πο­τολ­μά έ­ξο­δο α­πό την Αθή­να και πέ­ρα­σμα σε πε­ριο­χή των α­νταρ­τών. Ξε­φεύ­γει α­πό το αυ­στη­ρό πρό­γραμ­μα της θε­α­τρι­κής ο­μά­δας και μα­ζί με τρεις φί­λους κα­τα­φέρ­νει, την ε­πο­μέ­νη των πρώ­των πα­ρα­στά­σεων στην Αθή­να, να φτά­σει στους Δελ­φούς, ε­νώ στις πλα­γιές του Παρ­νασ­σού α­νταλ­λάσ­σο­νταν εμ­φύ­λια πυ­ρά. “Θυ­μά­μαι - θα ση­μειώ­σει ο ί­διος αρ­γό­τε­ρα - ό­τι συ­νει­δη­το­ποίη­σα πό­σο αλ­λό­κο­το ή­ταν αυ­τό το τα­ξί­δι στην Ελλά­δα. Εί­χα έρ­θει ε­δώ, σπρωγ­μέ­νος α­πό τα φα­ντά­σμα­τα και τις ο­πτα­σίες του πα­ρελ­θό­ντος, για να πα­ρα­στή­σω μπρο­στά στους ση­με­ρι­νούς Έλλη­νες τα δρά­μα­τα και τις φρί­κες του Τρωϊκού Πο­λέ­μου, ε­νώ στους ί­διους αυ­τούς τό­πους διε­ξα­γό­ταν έ­νας άλ­λος πό­λε­μος. ”
Ένα χρό­νο με­τά τη λή­ξη του Εμφυ­λίου, δη­λα­δή Αύ­γου­στο του 1950, ε­πι­στρέ­φει. Μά­λι­στα, ε­κεί­νη την πρώ­τη πε­ρίο­δο, με­τα­ξύ του 1950 και του 1953, που χρο­νο­λο­γού­νται τα πρώ­τα του, μα­κράς πα­ρα­μο­νής, τα­ξί­δια στην Ελλά­δα, ε­πι­σκέ­πτε­ται τα­κτι­κά και δια­μέ­νει σε μο­να­στή­ρια του Αγίου Όρους. “Να πας στον Άθω ση­μαί­νει να κά­μεις έ­να πνευ­μα­τι­κό τα­ξί­δι, ν' α­πο­συρ­θείς α­πό τον κό­σμο, να γί­νεις αό­ρα­τος για κά­ποιο διά­στη­μα, θά 'λε­γα ν' α­πο­γυ­μνω­θείς”, ση­μειώ­νει στο τα­ξι­διω­τι­κό του Ημε­ρο­λό­γιο.
Αντί, λοι­πόν, για τον αρ­χαίο ελ­λη­νι­κό κό­σμο, με τον ο­ποίο εί­χε σμι­λευ­τεί στη Σορ­βό­νη, τον γοή­τευε πε­ρισ­σό­τε­ρο, του­λά­χι­στον την πρώ­τη πε­ρίο­δο, ο έ­τε­ρος πό­λος του ελ­λη­νι­κού κό­σμου, αυ­τός της ορ­θό­δο­ξης α­σκη­τι­κής πα­ρά­δο­σης. Καρ­πός αυ­τών των ε­πι­σκέ­ψεων εί­ναι το βι­βλίο-λεύ­κω­μα «Όρος Άθως, το Άγιον Όρος» (1954) και μια ε­κλε­κτή σει­ρά ασ­πρό­μαυ­ρων φω­το­γρα­φιών. Σ' αυ­τά έρ­χο­νται να προ­στε­θούν και τα πρώ­τα ε­κτε­νή κε­φά­λαια α­πό «Το ελ­λη­νι­κό κα­λο­καί­ρι» (1976), το πιο γνω­στό α­πό τα βι­βλία του, ό­που κα­τα­θέ­τει την ό­λη τα­ξι­διω­τι­κή του ε­μπει­ρία με­τα­ξύ του 1947 και του 1966. Προέ­κυ­ψε, μά­λι­στα, με­τά την α­πα­γό­ρευ­ση ει­σό­δου του στην Ελλά­δα α­πό το α­πρι­λια­νό κα­θε­στώς. Όταν ξα­να­γύ­ρι­σε, το 1976, η με­τα­δι­κτα­το­ρι­κή Ελλά­δα ή­ταν άλ­λης μορ­φής. Εί­χε υ­πο­στεί ου­σια­στι­κές αλ­λα­γές ή το­μές, κα­τά τους τε­χνο­κρά­τες, οι ο­ποίες προ­χω­ρού­σαν με γορ­γούς ρυθ­μούς. Συ­νέ­χι­σε, βε­βαίως, να τα­ξι­δεύει στον ελ­λη­νι­κό χώ­ρο, αλ­λά, α­ντί φτώ­χεια και με­τα­νά­στευ­ση, συ­να­ντού­σε ορ­γα­νω­μέ­νο του­ρι­σμό, α­τμο­σφαι­ρι­κή ρύ­παν­ση και γε­νι­κώς μια χω­ρά που α­κο­λου­θού­σε, μάλ­λον ά­κρι­τα, τις υ­πο­δεί­ξεις των Βρυ­ξελ­λών. Εν ο­λί­γοις, τα­ξί­δευε σε έ­ναν τό­πο ρι­ζι­κά δια­φο­ρε­τι­κό.
Αναμ­φί­βο­λα «Το ελ­λη­νι­κό κα­λο­καί­ρι» α­πο­τε­λεί τη συγ­γρα­φι­κή κο­ρύ­φω­ση του Λα­κα­ριέ­ρ, του­λά­χι­στον σε ό,τι α­φο­ρά την Ελλά­δα. Τα υ­πό­λοι­πα έρ­γα του, πά­λι σε ό,τι α­φο­ρά την Ελλά­δα, έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι στέ­κουν και λει­τουρ­γούν γύ­ρω του ως πα­ρα­φυά­δες.
Ποια, ό­μως, η σχέ­ση του εν λό­γω βι­βλίου με το «Οδοι­πο­ρι­κό α­πό το Πα­ρί­σι στα Ιε­ρο­σό­λυ­μα» του Σα­τω­μπριά­ν; Για ποι­κί­λους λό­γους δεν ε­πι­δέ­χο­νται λο­γο­τε­χνι­κή ή άλ­λη σύ­γκρι­ση με­τα­ξύ τους. Πέ­ρα α­πό το βα­θύ χρο­νι­κό χά­σμα, ο έ­νας τα­ξί­δε­ψε κα­τ' ε­πι­λο­γήν, ε­νώ ο άλ­λος βρέ­θη­κε κα­τά συν­δρο­μή των πε­ρι­στά­σεων. Επι­πλέ­ον, ο Σα­τω­μπριάν κα­τα­γρά­φε­ται τα­ξι­κά ως βέ­ρος α­ρι­στο­κρά­της, ε­νώ ο Λα­κα­ριέρ ως γό­νος α­στι­κής οι­κο­γέ­νειας. Έτσι, μό­νο συγ­γε­νές στοι­χείο με­τα­ξύ τους μέ­νει ο α­κα­τα­νί­κη­τος εν­θου­σια­σμός για τον ελ­λη­νι­κό κό­σμο, αλ­λά σε ε­ντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κές ε­πο­χές. Ωστό­σο, η ταυ­τό­χρο­νη α­νά­γνω­ση πα­ρου­σιά­ζει ε­ξαι­ρε­τι­κό εν­δια­φέ­ρον. Ο μεν έ­νας ως προς τις συν­θή­κες πριν την Επα­νά­στα­ση, ο δε άλ­λος ως προς τις συν­θή­κες πριν η Ελλά­δα μπει σε πο­ρεία κα­θο­λι­κού εκ­συγ­χρο­νι­σμού και α­στό­χα­στα θυ­σιά­σει ή, στην κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, με­τα­τρέ­ψει σε μου­σεια­κό εί­δος κά­θε στοι­χείο αυ­θε­ντι­κό­τη­τας.
Ο Σα­τω­μπριάν συ­νά­ντη­σε αν­θρώ­πους, νοο­τρο­πίες και α­ντι­κεί­με­να του προ­ε­πα­να­στα­τι­κού κό­σμου, που χά­νο­νται στο βά­θος του χρό­νου και ό­ταν, προ­σφέ­ρο­ντάς του μαύ­ρο ψω­μί, ε­κεί­νος α­να­φω­νεί «Χαί­ρε, Δή­μη­τερ!», τους εκ­σφεν­δο­νί­ζει σε αέ­ναα βά­θη. Πα­ρα­βλέ­πο­ντας τον ρο­μα­ντι­κής πνοής ο­πτα­σια­σμό, μή­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, μαύ­ρο ψω­μί πρό­σφε­ραν και στον Λακα­ριέ­ρ; Εάν θε­τι­κή η α­πά­ντη­ση, τό­τε η α­πό­στα­ση των πραγ­μά­των, που τον χω­ρί­ζει α­πό τον Σα­τω­μπριάν, φα­ντά­ζει μι­κρό­τε­ρη α­πό αυ­τήν που χω­ρί­ζει ε­μάς α­πό ε­κεί­νον. Φα­ντά­ζει, ό­μως, μό­νο φαι­νο­με­νι­κά, ε­πει­δή βρι­σκό­μα­στε μα­κράν της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, ή μή­πως υ­πο­δη­λώ­νει και κά­τι βά­σι­μο; Εί­ναι πα­ρα­κιν­δυ­νευ­μέ­νο να συ­νά­γει κα­νείς συ­μπε­ρά­σμα­τα γε­νι­κής ι­σχύος α­πό έ­να πα­ρά­δειγ­μα. Ενδέ­χε­ται, ό­μως, μα­ζί με άλ­λες πα­ρα­μέ­τρους να α­πο­σα­φη­νί­ζει, με­τα­ξύ των άλ­λων, και τα αί­τια που ε­πέ­φε­ραν ου­σιώ­δη με­τα­σχη­μα­τι­σμό στο πνεύ­μα του φι­λελ­λη­νι­σμού. Πά­ντως, ο “ελ­λη­νι­κός αν­θρω­πι­σμός”, ό­πως τον ο­νο­μά­ζει κά­που ο Λα­κα­ριέ­ρ, ε­τε­λεύ­τη­σε. Μα­ζί ε­τε­λεύ­τη­σε και ό,τι συ­νό­ψι­ζε η έν­νοια πε­ριη­γη­τής. Ευ­τυ­χώς μας μεί­ναν τα βι­βλία, ε­νώ η ί­δια η έν­νοια με­τε­ξε­λίχ­θει στον κερ­δο­φό­ρο σή­με­ρα α­γε­λαίο του­ρι­σμό.
Πέ­τρος Κα­λα­βρός

Λεζάντα 1ης φωτογραφίας: Ο πολιτικός και συγγραφικός βίος του Ρενέ ντε Σατωμπριάν (1768-1848) τοποθετείται στα ναπολεόντεια χρόνια. Θεωρείται, μεταξύ των άλλων, και πρόδρομος του κινήματος του Ρομαντισμού. Ταξίδεψε στην Ελλάδα το 1806. Οι εντυπώσεις που απεκόμισε, συμπεριλαμβάνονται στο βιβλίο του «Οδοιπορικό από το Παρίσι στα Ιεροσόλυμα» (1811). Στάθηκε, επίσης, από τους κύριους συντελεστές της πρώτης φιλελληνικής κίνησης στη Γαλλία.

Λεζάντα 2ης φωτογραφίας: Ο Ζακ Λακαριέρ στους Δελφούς το 1947. Είναι καθισμένος στην άκρη του θόλου του ναού της Αθηνάς Προναίας. “Η ημέρα εκείνη του Σεπτεμβρίου του 1947 – σημειώνει αργότερα – που μαζί με τρεις φίλους καταφέραμε να φτάσουμε στους Δελφούς, παρά τον εμφύλιο πόλεμο, και να επισκεφθούμε τον πανέρημο χώρο, υπήρξε μια από τις ωραιότερες της ζωής μου.”

Λεζάντα 3ης φωτογραφίας: Παθιασμένος ελληνιστής ο Ζακ Λακαριέρ (1925-2005) ανακάλυψε τη σύγχρονη Ελλάδα ως μόνιμος ταξιδευτής, αλλά και ως προσεκτικός παρατηρητής, από το 1947 μέχρι το 1966. Σε αυτήν την πρώτη περίοδο, την πιο γόνιμη σε ταξιδιωτικές αφηγήσεις, κουβαλούσε πάντα μαζί του φωτογραφική μηχανή, μια Leica, και στις περιπλανήσεις του αποτύπωσε εικόνες σπάνιας ευαισθησίας. Αντιπροσωπευτικό δείγμα είναι αυτή η λήψη στην Κω, το 1960, όπου γίνεται “Ξεφόρτωμα καρπουζιών”. Μετά το θάνατό του οργανώθηκε φωτογραφική έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη (3/12/08-11/1/09) με τίτλο «Η Ελλάδα μέσα από το φακό του Ζακ Λακαριέρ». Παρουσιάστηκαν 100 φωτογραφίες, χωρισμένες σε δύο ενότητες: “Δρόμοι του ελληνικού καλοκαιριού” και “Μοναχοί και Ερημίτες του Άθω”.

Δημοσιεύθηκε στις 4 Ιουλίου 2010

Φίλος και οδοιπόρος του ελληνικού χώρου

Ζακ Λα­κα­ριέ­ρ
«Στα ί­χνη του Παυ­σα­νία»
Με­τά­φρα­ση Ει­ρή­νη Α। Ρα­φαή­λ
Εκδό­σεις Χατ­ζη­νι­κο­λή Απρί­λιος 2010

Φι­λέλ­λη­νας δια βίου υ­πήρ­ξε ο Ζακ Λα­κα­ριέρ. “Κι ω­στό­σο δεν μπο­ρώ να δω τον Λα­κα­ριέρ σαν ελ­λη­νι­στή ή φι­λέλ­λη­να - βρί­σκω τη λέ­ξη αυ­τή ε­κα­τέ­ρω­θεν προ­σβλη­τι­κή - ή με­τα­φρα­στή ή συγ­γρα­φέα. Εί­ναι κι ό­λ' αυ­τά. Και ελ­λη­νι­στής και φί­λος της σύγ­χρο­νης Ελλά­δας, και κα­λός με­τα­φρα­στής, και εν­δια­φέ­ρων συγ­γρα­φέ­ας. Αλλ' ε­γώ τον βλέ­πω πά­νω α­π' ό­λα σαν έ­ναν ο­δοι­πό­ρο κα­λό­γε­ρο... Τον βλέ­πω σαν έ­να α­σκη­τή που διά­λε­ξε την Ελλά­δα σα χώ­ρο ν' α­σκή­σει το πνεύ­μα του...” Αυ­τά κα­τα­θέ­τει ο Κώ­στας Τα­χτσής, δύο χρό­νια μι­κρό­τε­ρος του Λα­κα­ριέ­ρ, που τον γνώ­ρι­ζε κα­λά ως φί­λο και με­τα­φρα­στή στο «Τρί­το στε­φά­νι», που εκ­δό­θη­κε στα γαλ­λι­κά το 1967. Η δια­τύ­πω­ση του Τα­χτσή α­πο­πνέει μια δό­ση ρο­μα­ντι­σμού, ω­στό­σο, α­πο­τε­λεί γε­γο­νός ό­τι ο Λα­κα­ριέρ συ­νέ­δε­σε παι­διό­θεν τη ζωή του με την Ελλά­δα.
Γεν­νη­θείς στις 2 Δε­κεμ­βρίου 1925, την πρώ­τη ε­πι­λο­γή την έ­κα­νε το 1937, κα­τά την εγ­γρα­φή του στο Λύ­κειο. Ο πα­τέ­ρας του διηύ­θυ­νε ε­πι­χεί­ρη­ση εκ­με­τάλ­λευ­σης γαιαν­θρά­κων στην Ορλεά­νη, ο­πό­τε ή­θε­λε για τον γιο του, που θα τον δια­δε­χό­ταν, κα­τάρ­τι­ση θε­τι­κής κα­τεύ­θυν­σης. Μια κρί­ση υ­στε­ρίας του έ­φη­βου, που ε­πέ­βα­λε την ε­πέμ­βα­ση για­τρού, α­πέ­τρε­ψε αυ­τήν την προο­πτι­κή. Στο Λύ­κειο γρά­φτη­κε στο τμή­μα κλα­σι­κών σπου­δών. Τό­τε, ξύ­πνη­σε ο ποιη­τής μέ­σα του, που πή­ρε έ­μπνευ­ση α­πό την ελ­λη­νι­κή μυ­θο­λο­γία. Το 1943, βρέ­θη­κε στο Πα­ρί­σι, σπου­δα­στής κλα­σι­κής φι­λο­λο­γίας στη Σορ­βόν­νη. Εκεί, γνώ­ρι­σε την Ομά­δα Αρχαίου Θεά­τρου της Σορ­βόν­νης και ε­ντάχ­θη­κε, αυ­θω­ρεί και πα­ρα­χρή­μα, στο δυ­να­μι­κό της. Τον ε­πό­με­νο χρό­νο, σε πα­ρά­στα­ση της «Αντι­γό­νης», που α­νέ­βη­κε στο προ­αύ­λιο του Πα­νε­πι­στη­μίου της Σορ­βόν­νης, έ­παι­ξε την Ισμή­νη. Με την Ομά­δα έ­κα­νε το πρώ­το τα­ξί­δι του στην Ελλά­δα.
Μια πε­ριο­δεία εν και­ρώ Εμφυ­λίου, φθι­νό­πω­ρο του 1947. Ανέ­βα­σαν «Αγα­μέ­μνο­να» και «Πέρ­σες» του Αι­σχύ­λου. “12 Σε­πτέμ­βρη 1947. Χτες στου Ηρώ­δη. Αγα­μέ­μνων α­πό τον Όμι­λο φοι­τη­τών της Σορ­βόν­νης. Συ­γκι­νεί αυ­τή η πα­ρά­στα­ση και κά­νει να σκέ­φτε­σαι. 17 Σε­πτέμ­βρη. Χτες, ξα­νά για Αι­σχύ­λο στου Ηρώ­δη. Πή­ρα­με φτη­νά ει­σι­τή­ρια κι α­νε­βή­κα­με ψη­λά. Τη χά­ρη­κα την πα­ρά­στα­ση κα­θι­σμέ­νος στο χώ­μα”, ση­μειώ­νει ο Γιώρ­γος Σε­φέ­ρης στις «Μέ­ρες». Σε ε­κεί­νο το τα­ξί­δι, ο Λα­κα­ριέρ ε­πι­σκέ­φτη­κε και τους Δελ­φούς. Το δεύ­τε­ρο τα­ξί­δι έ­γι­νε το 1950. Ιού­λιο ε­κεί­νου του έ­τους εί­χε ξε­κι­νή­σει με τα πό­δια α­πό την Πορτ ντ' Ιτα­λί στο Πα­ρί­σι για την Ινδία. Συ­νά­ντη­σε, ό­μως, στο δρό­μο του την Ελλά­δα, που, σαν άλ­λη Κίρ­κη, τον μά­γε­ψε. Έφτα­σε τέ­λη Αυ­γού­στου στο Πρί­ντε­ζι και α­πό ε­κεί με καΐκι πέ­ρα­σε στην Κέρ­κυ­ρα, ό­που έ­τυ­χε βα­σι­λι­κής υ­πο­δο­χής α­πό τον δή­μαρ­χο. Λέ­γε­ται ό­τι ή­ταν ο πρώ­τος ξέ­νος, που πά­τα­γε το πό­δι του στο νη­σί με­τά τον Πό­λε­μο. Τρεις μή­νες έ­μει­νε στην Κέρ­κυ­ρα. Την ί­δια χρο­νιά πή­γε στην Κρή­τη, και ε­κεί ή­ταν ο πρώ­τος ξέ­νος, που υ­πο­δέ­χο­νταν. Ο τε­λι­κός, ό­μως, πό­λος έλ­ξης ε­κεί­νου του τα­ξι­διού και άλ­λων που α­κο­λού­θη­σαν ή­ταν το Άγιον Όρος. Εκεί άρ­χι­σε να κρα­τά τα­ξι­διω­τι­κό η­με­ρο­λό­γιο.
Το η­με­ρο­λό­γιο του 1953 α­πό την α­θω­νι­κή πο­λι­τεία έ­δω­σε, ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­νο με φω­το­γρα­φίες, το πρώ­το του βι­βλίο, το 1954. Το 1957, με­τέ­φρα­σε τις τέσ­σε­ρις πρώ­τες «Ιστο­ρίες» του Ηρο­δό­του. Το 1960, α­κο­λού­θη­σε έ­να “δο­κί­μιο δρα­μα­τουρ­γίας” για τον Σο­φο­κλή. Αργό­τε­ρα, με­τέ­φρα­σε την «Φυλ­λά­δα του Με­γα­λέ­ξαν­δρου» και τους μύ­θους του Αι­σώ­που. Για έ­να διά­στη­μα, πά­ντως, υ­πε­ρί­σχυ­σε ο μυ­στι­κός, που σα­γη­νεύ­τη­κε α­πό τους α­σκη­τές της α­φρι­κα­νι­κής ε­ρή­μου. Τα­ξί­δε­ψε στην Αί­γυ­πτο και την Εγγύς Ανα­το­λή. Το ε­πό­με­νο βι­βλίο του, το 1961, ή­ταν «Οι Ένθε­οι», με υ­πό­τιτ­λο “δο­κί­μιο πε­ρί του Χρι­στια­νι­σμού της Ανα­το­λής”. Πο­λύ αρ­γό­τε­ρα, το 1973, ε­ξέ­δω­σε τους «Γνω­στι­κούς». Επα­νέ­καμ­ψε, ό­μως, και στην Ελλά­δα, με μα­κριές πα­ρα­μο­νές στην Πά­τμο και την Ύδρα. Το τε­λευ­ταίο τα­ξί­δι ε­κεί­νης της πρώ­της πε­ριό­δου ή­ταν το φθι­νό­πω­ρο του 1966. Σε ό­λα αυ­τά τα τα­ξί­δια, α­πό νη­σί σε νη­σί, πά­ντο­τε κα­τά­στρω­μα, αλ­λά και στην η­πει­ρω­τι­κή Ελλά­δα, κρα­τού­σε η­με­ρο­λό­γιο. Τον Απρί­λιο του 1967, ε­τοι­μα­ζό­ταν να τα­ξι­δέ­ψει στην Πά­τμο. Λό­γω Δι­κτα­το­ρίας, ό­μως, έ­μει­νε στη Γαλ­λία και α­να­κα­λώ­ντας τις α­να­μνή­σεις του α­πό την Ελλά­δα, έ­γρα­ψε «Το ελ­λη­νι­κό κα­λο­καί­ρι», που εκ­δό­θη­κε το 1976. Τό­τε, ξα­να­τα­ξί­δε­ψε στην Ελλά­δα.
Ωστό­σο, πριν «Το ελ­λη­νι­κό κα­λο­καί­ρι», το 1967, ε­ξέ­δω­σε το «Πε­ρί­πα­τοι στην αρ­χαία Ελλά­δα». Επρό­κει­το για με­τά­φρα­ση της «Πε­ριη­γή­σεως» του Παυ­σα­νία, που πε­ριεί­χε τα κεί­με­να τα σχε­τι­κά με την Ακρό­πο­λη των Αθη­νών, την Αττι­κή, την Αργο­λί­δα, την Αρκα­δία, την Ολυ­μπία, τη Βοιω­τία και τη Φω­κί­δα. Τα λό­για του Παυ­σα­νία συ­νο­δεύο­νταν με δι­κά του σχό­λια γι' αυ­τούς τους τό­πους, ό­πως ο ί­διος τους γνώ­ρι­σε στις πε­ριη­γή­σεις του. Το βι­βλίο ε­πα­νεκ­δό­θη­κε το 1978 και πά­λι, το 1990, στους «Μπλε Οδη­γούς» των εκ­δό­σεων Χα­σέτ. Πα­ρα­δό­ξως, ό­μως, δεν εί­χε με­τα­φρα­στεί στα ελ­λη­νι­κά, πα­ρό­λο που οι εκ­δό­σεις Χατ­ζη­νι­κο­λή άρ­χι­σαν να με­τα­φρά­ζουν συ­στη­μα­τι­κά τον Λα­κα­ριέρ α­πό το 1975, με πρώ­το βι­βλίο το «Οι Γνω­στι­κοί» και δεύ­τε­ρο, το 1980, «Το ελ­λη­νι­κό κα­λο­καί­ρι», που στά­θη­κε και το πιό διά­ση­μο βι­βλίο του Λα­κα­ριέρ. Συ­χνά πα­ραλ­λη­λί­ζε­ται με τον «Κο­λοσ­σό του Μα­ρου­σιού» του Χέν­ρυ Μίλ­λερ. Τε­λι­κά, και οι δύο ο­φεί­λουν μέ­ρος της δια­ση­μό­τη­τάς τους, ι­διαί­τε­ρα τα πρώ­τα χρό­νια της συγ­γρα­φι­κής τους πο­ρείας, στα δυο ελ­λη­νι­κά βι­βλία που έ­γρα­ψαν. Θεω­ρού­νται και οι δύο φι­λέλ­λη­νες. Θα συμ­φω­νού­σα­με, ω­στό­σο, με τον Τα­χτσή, ό­τι ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός α­δι­κεί τον Λα­κα­ριέ­ρ, που σχε­δόν υιο­θέ­τη­σε την Ελλά­δα σαν μια δεύ­τε­ρη πα­τρί­δα. Κα­τά την ε­πτα­ε­τή Δι­κτα­το­ρία, συμ­με­τεί­χε στις α­ντι­στα­σια­κές εκ­δη­λώ­σεις των αυ­το­ε­ξό­ρι­στων Ελλή­νων στο Πα­ρί­σι. Ενώ, ή­δη α­πό το 1957, εί­χε αρ­χί­σει να με­τα­φρά­ζει ποιή­μα­τα και πε­ζά ελ­λή­νων συγ­γρα­φέων, ταυ­τό­χρο­να με τους αρ­χαίους τρα­γι­κούς. Στην Ελλά­δα, συ­γκε­κρι­μέ­να, στο Φε­στι­βάλ του Δή­μου Εξωμ­βούρ­γου της Τή­νου, ή­ταν η τε­λευ­ταία εκ­δή­λω­ση, στην ο­ποία μί­λη­σε. Ήταν Κυ­ρια­κή 4 Σε­πτεμ­βρίου 2005. Πέ­θα­νε λί­γες η­μέ­ρες αρ­γό­τε­ρα, στις 17 Σε­πτεμ­βρίου, στο Πα­ρί­σι. Ο θά­να­τός του θυ­μί­ζει ε­κεί­νον του Γιώρ­γου Ιωάν­νου. Με­τεγ­χει­ρη­τι­κές ε­πι­πλο­κές, ύ­στε­ρα α­πό μια α­πλή ε­πέμ­βα­ση στο γό­να­το. Σύμ­φω­να με την τε­λευ­ταία του ε­πι­θυ­μία, η τέ­φρα του σκορ­πί­στη­κε στο Αι­γαίο, κά­που με­τα­ξύ Ύδρας και Σπε­τσών.
Με με­γά­λη κα­θυ­στέ­ρη­ση, ε­φέ­τος τον Απρί­λιο, κα­θώς συ­μπλη­ρώ­νο­νται πέ­ντε χρό­νια α­πό το θά­να­τό του, εκ­δό­θη­κε το «Πε­ρί­πα­τοι στην αρ­χαία Ελλά­δα», με αυ­τόν, τον γαλ­λι­κό τίτ­λο, ως υ­πό­τιτ­λο. Προ­τάσ­σε­ται χάρ­της και ο πρό­λο­γος της δεύ­τε­ρης έκ­δο­σης, με η­με­ρο­μη­νία, Ια­νουά­ριος 1978. Σε αυ­τόν, ο Λα­κα­ριέρ θυ­μί­ζει ό­τι ο Παυ­σα­νίας έ­ζη­σε το δεύ­τε­ρο μι­σό του 2ου αιώ­να μ. Χ., ά­ρα πε­ρι­γρά­φει μια Ελλά­δα, που, πά­νω α­πό τρεις αιώ­νες, βρί­σκε­ται υ­πό την ρω­μαϊκή κα­το­χή. Σώ­ζο­νται ί­χνη μα­χών και λε­η­λα­τη­μέ­να ιε­ρά. “Μια χώ­ρα πλη­γω­μέ­νη αλ­λά ζω­ντα­νή, μια χώ­ρα κα­τά τό­πους ξα­να­κτι­σμέ­νη, που, στα χρό­νια του Παυ­σα­νία, δια­νύει τον τε­λευ­ταίο αιώ­να της δό­ξας της”. Ο Λα­κα­ριέ­ρ, α­πό τα δέ­κα βι­βλία του Παυ­σα­νία, ε­πι­λέ­γει εν­δια­φέ­ρου­σες πε­ρι­γρα­φές για τα πιο δη­μο­φι­λή α­ξιο­θέ­α­τα. Πε­ζός τα­ξί­δευε ο Παυ­σα­νίας, πε­ζός α­κο­λού­θη­σε τα ί­χνη του και ε­κεί­νος, το 1966. Με τις ση­μειώ­σεις του στή­νει διά­λο­γο με τον αρ­χαίο συγ­γρα­φέα.
Η σύ­ζευ­ξη Παυ­σα­νία-Λα­κα­ριέρ δί­νει έ­να εν­δια­φέ­ρον τα­ξι­διω­τι­κό. Θα μπο­ρού­σε να χρη­σι­μεύ­σει ως ο­δη­γός σε μελ­λο­ντι­κούς τα­ξι­διώ­τες, που θα θε­λή­σουν να α­κο­λου­θή­σουν τα βή­μα­τά τους. Βε­βαίως, αυ­τό το εί­δος του έλ­λη­να τα­ξι­διώ­τη έ­χει προ πολ­λού ε­κλεί­ψει ή έ­στω, σπα­νί­ζει. Ακό­μη και στο πρώ­το κε­φά­λαιο, ο ση­με­ρι­νός Αθη­ναίος θα δυ­σκο­λευ­τεί να τον α­κο­λου­θή­σει. Ο Λα­κα­ριέρ διά­λε­ξε να ξε­κι­νή­σει α­πό την κο­ρυ­φή του Υμητ­τού και με­τά, να ε­πι­σκε­φθεί τη συ­νοι­κία της Πλά­κας και την Ακρό­πο­λη. Στις ε­πό­με­νες σε­λί­δες, δί­νει μια θαυ­μά­σια πε­ρι­γρα­φή των τριών βου­νών, που δε­σπό­ζουν στο α­θη­ναϊκό λε­κα­νο­πέ­διο: ο γυ­μνός Υμητ­τός, η ο­γκώ­δης Πάρ­νη­θα και η ε­πι­βλη­τι­κή Πε­ντέ­λη. Ενώ, πα­ρα­κι­νεί για μια ε­πί­σκε­ψη στα “μι­κρά ιε­ρά” της Αττι­κής: Ρα­μνού­ντα, Αμφια­ρά­ειο, Βραυ­ρώ­να.
Ο Λα­κα­ριέρ έ­τρε­φε ι­διαί­τε­ρη α­δυ­να­μία στους μύ­θους, ό­πως ε­κεί­νον για την Άρτε­μη την Κον­δυ­λεά­τι­δα, που α­πο­κα­λεί­ται και α­παγ­χο­νι­σμέ­νη ή τον άλ­λο μύ­θο για την Σί­βυλ­λα. Λέ­γε­ται ό­τι η Σί­βυλ­λα ή­ταν μια ό­μορ­φη γυ­ναί­κα, που ζού­σε στην Ερυ­θραία της Λυ­δίας. Ζή­τη­σε α­πό τον Απόλ­λω­να να ζή­σει αιώ­νια, λη­σμό­νη­σε ό­μως να ε­κλι­πα­ρή­σει και για αιώ­νια νεό­τη­τα. Οπό­τε άρ­χι­σε να γερ­νά και να ζα­ρώ­νει, κα­τα­λή­γο­ντας στο μέ­γε­θος ε­νός τζίτ­ζι­κα. Τε­λι­κά, η ποι­κι­λία των ι­στο­ριών και ο τρό­πος, που τις γε­φυ­ρώ­νει ο Λα­κα­ριέ­ρ, προ­σφέ­ρο­νται και για κα­θι­στι­κή α­νά­γνω­ση. Κυ­ρίως, για ε­πι­λε­κτι­κή α­νά­γνω­ση, στην ο­ποία σή­με­ρα έ­χου­με με­γά­λη α­δυ­να­μία. Ο Ρου­με­λιώ­της μπο­ρεί να πά­ρει το δρό­μο για τους Δελ­φούς και ο Πε­λο­πον­νή­σιος τους δρό­μους της Αρκα­δίας. Αυ­τοί οι τε­λευ­ταίοι, το πι­θα­νό­τε­ρο, δεν θα εν­θου­σια­στούν, δια­βά­ζο­ντας ό­τι οι μα­κρι­νοί πρό­γο­νοί τους τρέ­φο­νταν με βε­λα­νί­δια. Ακό­μη λι­γό­τε­ρο θα χα­ρούν, μα­θαί­νο­ντας ό­τι στα πά­τρια ε­δά­φη τους έ­λα­χε το προ­νό­μιο να γεν­νη­θεί ο πρώ­τος “κα­κός” της αν­θρώ­πι­νης ι­στο­ρίας. Ακρι­βέ­στε­ρα, ο πρώ­τος α­πα­τεώ­νας, ο­νό­μα­τι Λυ­κάων. “Η γε­νε­α­λο­γία των πρώ­των βα­σι­λέων της Αρκα­δίας εί­ναι μια ά­γρια ι­στο­ρία, με πρω­τα­γω­νι­στές αρ­κού­δες και λύ­κους”, συ­νο­ψί­ζει ο συγ­γρα­φέ­ας.
Δια­βά­ζο­ντας τις πε­ρι­γρα­φές του Λα­κα­ριέρ για την Ελλά­δα του 1966 και τα σχό­λιά του για τις το­πο­θε­σίες, που του φαί­νο­νται σχε­δόν σαν α­ναλ­λοίω­τες α­πό τον και­ρό του Παυ­σα­νία, αλ­λά και για τα μέ­ρη, που κρί­νει ό­τι η α­νά­πτυ­ξη πα­ρα­μόρ­φω­σε, συ­νει­δη­το­ποιού­με τον α­φα­νι­σμό, που συ­ντε­λέ­στη­κε κα­τά την εν­διά­με­ση 45ε­τία. Το σή­με­ρα του Λα­κα­ριέρ μας φαί­νε­ται πο­λύ πιο μα­κρι­νό, α­πό ό­σο το σή­με­ρα του Παυ­σα­νία σε ε­κεί­νον. Το μό­νο, που μέ­νει, εί­ναι η α­νά­γνω­ση. Ως προς αυ­τό το ση­μείο, ο διά­πλους των κει­μέ­νων του Παυ­σα­νία μέ­σω της γαλ­λι­κής με­τά­φρα­σης του Λα­κα­ριέρ δεί­χνει ως μια τε­λείως πε­ριτ­τή τα­λαι­πω­ρία. Με αυ­τό το βι­βλίο, θα πρέ­πει να ο­λο­κλη­ρώ­νε­ται το έρ­γο του Ζακ Λα­κα­ριέρ στα ελ­λη­νι­κά.
Εάν θεω­ρή­σου­με τον Που­κε­βίλ ως τον πρώ­το γάλ­λο φι­λέλ­λη­να, ο ο­ποίος βρέ­θη­κε στην Ελλά­δα προς τα τέ­λη του 18ου αι., αρ­χι­κά σε συν­θή­κες αιχ­μα­λω­σίας και εν συ­νε­χεία ως Πρό­ξε­νος, τό­τε με τον Ζακ Λα­κα­ριέρ φαί­νε­ται να κλεί­νει ο­ρι­στι­κά ο κύ­κλος του γαλ­λι­κού φι­λελ­λη­νι­σμού, της συ­γκε­κρι­μέ­νης του­λά­χι­στον νοο­τρο­πίας. Εκτός αυ­τών των δύο, που ο­ρί­ζουν το ά­νοιγ­μα και το κλεί­σι­μο του κύ­κλου, και ό­σοι άλ­λοι Γάλ­λοι γνώ­ρι­σαν εν­διά­με­σα την Ελλά­δα τους κα­τεί­χε το ί­διο πε­ρί­που πά­θος. Πε­ριό­δευαν τον ελ­λα­δι­κό χώ­ρο, ό­χι ως α­νυ­πο­ψία­στοι τα­ξι­διώ­τες, αλ­λά ως πε­ριη­γη­τές, μια ά­γνω­στη και πα­ρω­χη­μέ­νη σή­με­ρα α­ντί­λη­ψη πε­ρί τα­ξι­διού. Προϋπό­θε­ση αυ­τής της α­ντί­λη­ψης ή­ταν η ε­ξοι­κείω­ση με το ελ­λη­νι­κό πα­ρελ­θόν, κά­πο­τε στα ό­ρια της ταύ­τι­σης. Τους σα­γή­νευε και υ­πε­ρί­σχυε πά­ντα ο αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κός κό­σμος, ο ο­ποίος α­πο­τε­λού­σε στα­θε­ρό πε­δίο α­να­φο­ράς, χω­ρίς, βε­βαίως, να πα­ρα­βλέ­πουν ως α­νά­ξια προ­σο­χής τη νέα Ελλά­δα. Ένδει­ξη, αν ό­χι α­πό­δει­ξη, το ό­τι οι πε­ρισ­σό­τε­ροι έ­φτα­σαν να γνω­ρί­ζουν νέα ελ­λη­νι­κά. Πέ­ραν αυ­τού, λει­τουρ­γού­σαν κα­τά κα­νό­να και ως ά­τυ­ποι πρε­σβευ­τές του νέ­ου ελ­λη­νι­σμού, ι­δίως στους το­μείς του πο­λι­τι­σμού. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα ο Λα­κα­ριέ­ρ, ο ο­ποίος, ε­κτός α­πό τον αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κό κό­σμο, α­να­κα­λύ­πτει πε­ριο­δεύο­ντας και τον σύγ­χρο­νο, ε­νώ ταυ­τό­χρο­να συμ­βάλ­λει με­τα­φρά­ζο­ντας στα γαλ­λι­κά αρ­κε­τούς νε­οέλ­λη­νες συγ­γρα­φείς. Λί­γο πο­λύ δεν κά­νει άλ­λο α­πό το να α­κο­λου­θεί τα ί­χνη ε­νός προ­γε­νέ­στε­ρου, του Οκτά­βιου Μερ­λιέ. Ως θέ­μα μας κε­ντρί­ζει. Θα ε­πα­νέλ­θου­με την ε­πό­με­νη Κυ­ρια­κή.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στις 27 Ιουνίου 2010