Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010

Παπαδιαμαντολογία γύρω από μια μετάφραση

Στην πε­ρί­πτω­ση του Πα­πα­δια­μά­ντη, ως πρό­σω­πο κυ­ρίως αλ­λά και ως έρ­γο, υ­πήρ­χε α­νέ­κα­θεν μια τά­ση μυ­θο­ποίη­σης. Οι πα­λαιό­τε­ροι α­ρέ­σκο­νταν να τον πα­ρου­σιά­ζουν λί­γο πο­λύ ως κο­σμο­κα­λό­γε­ρο. Ακό­μη, μέ­χρι σή­με­ρα, στο α­να­και­νι­σμέ­νο εκ βά­θρων, σε μνή­μη του, εκ­κλη­σύ­δριον του Αγίου Ελισ­σαίου, η πρό­χει­ρη τα­μπέ­λα της ει­σό­δου τον μνη­μο­νεύει ως τον ά­γιο των ελ­λη­νι­κών γραμ­μά­των. Αλλά και οι ση­με­ρι­νοί θε­ρά­πο­ντες και θια­σώ­τες του έ­να μύ­θο καλ­λιερ­γούν, αυ­τόν του ελ­λεί­πο­ντος στα νε­ο­ελ­λη­νι­κά γράμ­μα­τα κλα­σι­κού. Το πιο α­νη­συ­χη­τι­κό εί­ναι ό­τι το ε­πι­χει­ρούν στη­ρι­ζό­με­νοι σε θεω­ρίες και ό­χι σε πραγ­μα­το­λο­γι­κά δε­δο­μέ­να. Ένα κα­λό πα­ρά­δειγ­μα αυ­τής της τά­σης έ­δω­σε η πρό­σφα­τη έκ­δο­ση μιας με­τά­φρα­σής του. Εί­ναι η δω­δέ­κα­τη ε­ντός μιας ει­κο­σα­ε­τίας, που παίρ­νει τη μορ­φή βι­βλίου. Πρό­κει­ται για το μυ­θι­στό­ρη­μα του Χέρ­μπερτ Τζωρτζ Γουέ­λς, «Ο αό­ρα­τος άν­θρω­πος», που με­τα­φρά­στη­κε για πρώ­τη φο­ρά στα ελ­λη­νι­κά μέ­σω της γαλ­λι­κής με­τά­φρα­σης, με τον τίτ­λο «Ο Αό­ρα­τος», και δη­μο­σιεύ­τη­κε στην ε­φη­με­ρί­δα, «Το Άστυ», σε συ­νέ­χειες, α­πό τις 14 Ιου­λίου μέ­χρι τις 25 Αυ­γού­στου 1901. Η με­τά­φρα­ση δη­μο­σιεύ­θη­κε α­νω­νύ­μως και τεκ­μη­ριώ­θη­κε ως με­τά­φρα­ση του Πα­πα­δια­μά­ντη προ τε­τρα­ε­τίας, ά­νοι­ξη 2006, α­πό τους φι­λο­λο­γι­κούς ε­πι­με­λη­τές της έκ­δο­σης. (Ε. Γ. Ουέλ­λς «Ο Αό­ρα­τος», με­τά­φρα­ση Αλέ­ξαν­δρος Πα­πα­δια­μά­ντης, φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια Ν. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος- Λα­μπρι­νή Τρια­ντα­φυλ­λο­πού­λου, ε­πί­με­τρο Πέ­γκυ Καρ­πού­ζου, σχέ­δια Εύη Τσα­κνιά, εκ­δό­σεις Κί­χλη, Δε­κέμ­βριος 2009)
Ο Πα­πα­δια­μά­ντης ε­ξοι­κο­νο­μού­σε τα προς το ζήν με­τα­φρά­ζο­ντας για τις ε­φη­με­ρί­δες πά­σης φύ­σεως κεί­με­να, με­τα­ξύ αυ­τών και μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Το α­ξιο­ση­μείω­το εί­ναι ό­τι οι με­τα­φρά­σεις του, του­λά­χι­στον ό­σες γνω­ρί­ζου­με, ευ­τυ­χούν και αυ­τό συμ­βαί­νει α­νε­ξάρ­τη­τα του βαθ­μού συγ­γέ­νειας με το βίο και το έρ­γο του με­τα­φρα­ζό­με­νου συγ­γρα­φέα. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Γουέ­λς κα­τορ­θώ­νει και προσ­δί­δει λο­γο­τε­χνι­κό ύ­φος σε έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα ε­πι­στη­μο­νι­κής φα­ντα­σίας, ε­πι­δει­κνύο­ντας ε­πί­νοια κα­τά την α­πό­δο­ση των ε­πι­στη­μο­νι­κών ό­ρων και πε­ρι­γρα­φών. Κα­τά τα άλ­λα, ού­τε ο βίος ού­τε το έρ­γο του συγ­γε­νεύουν με ε­κεί­να του Γουέ­λς, ό­πως πα­σχί­ζουν να δεί­ξουν τα συ­νο­δευ­τι­κά κεί­με­να και στη συ­νέ­χεια, ο Τύ­πος κα­τά την πα­ρου­σία­ση της έκ­δο­σης. Ας ό­ψο­νται ο μύ­θος του Πα­πα­δια­μά­ντη και οι ει­σα­γό­με­νες θεω­ρίες.
Κα­τ' αρ­χάς, γί­νε­ται α­να­φο­ρά στον κοι­νό στε­ρη­μέ­νο βίο Πα­πα­δια­μά­ντη και Γουέ­λς. Όσο α­φο­ρά τον Πα­πα­δια­μά­ντη, πα­λαιό­τε­ροι και σύγ­χρο­νοι δια­τη­ρούν στο μύ­θο του το στοι­χείο του στε­ρη­μέ­νου. Το­νί­ζουν ό­σα γνω­ρί­σμα­τα τον φέρ­νουν να μοιά­ζει με έ­ναν ση­με­ρι­νό πα­ρία. “Κα­κο­ντυ­μέ­νος... με ξε­φτι­σμέ­νες πά­ντα τις ά­κρες των μα­νι­κιών του... μπο­ρού­σαν να τον πά­ρουν και για υ­πη­ρέ­τη του γρα­φείου”. Βε­βαίως, υ­πάρ­χουν και ο­ρι­σμέ­νοι, που ε­ξω­ραΐζουν την οι­κο­νο­μι­κή του στε­νό­τη­τα. Αυ­τοί τον θέ­λουν ε­παγ­γελ­μα­τία με­τα­φρα­στή “με κα­λές α­μοι­βές στον α­θη­ναϊκό Τύ­πο”, που “α­πέ­φευ­γε να υ­πο­γρά­ψει τη δου­λειά του”. Κά­τι, δη­λα­δή, σαν μπλα­ζέ δια­νοού­με­νος. Υπε­ρι­σχύει, πά­ντως, η γνώ­μη ό­τι εί­χε, α­πό κά­θε ά­πο­ψη, στε­ρη­μέ­νο βίο. Όσο α­φο­ρά τον Γουέ­λς, τώ­ρα, στα ε­φη­βι­κά του χρό­νια, η οι­κο­γέ­νειά του γνώ­ρι­σε οι­κο­νο­μι­κές δυ­σχέ­ρειες. Ωστό­σο, ό­ταν άρ­χι­σε να πα­ρα­δί­δει μα­θή­μα­τα, ό­ντας α­πό­φοι­τος βιο­λο­γίας του Πα­νε­πι­στη­μίου του Λον­δί­νου, θα ορ­θο­πο­δού­σε, αν δεν εί­χε τό­σο ά­τα­κτη ε­ρω­τι­κή ζωή. Έναν πρώ­το γά­μο με δεύ­τε­ρη ε­ξα­δέλ­φη του, μια συμ­βίω­ση με μα­θή­τριά του κυ­νη­γη­μέ­νος α­πό την σύ­ζυ­γο, τε­λι­κά έ­ναν δεύ­τε­ρο γά­μο με την μα­θή­τρια και έ­ναν πρώ­το γιο, που γεν­νή­θη­κε το 1901, ό­ταν ο Πα­πα­δια­μά­ντης με­τέ­φρα­ζε το μυ­θι­στό­ρη­μά του. Τρια­ντα­πε­ντά­ρης, τό­τε, ο Γουέ­λς, ή­ταν έ­νας μπε­στ-σε­λε­ρί­στας, που ε­πι­ζη­τού­σε ε­φή­με­ρες πε­ρι­πέ­τειες. Η ε­πι­τυ­χία εί­χε έρ­θει νω­ρίς, α­πό το πρώ­το του βι­βλίο ε­πι­στη­μο­νι­κής φα­ντα­σίας, το 1895. Τα τέσ­σε­ρα πρώ­τα, που ε­ξέ­δω­σε ε­ντός μιας τε­τρα­ε­τίας, 1895-1898, στά­θη­καν και τα δη­μο­φι­λέ­στε­ρα. Ωστό­σο, στα κα­θ’ η­μάς, κρι­τι­κός ε­φη­με­ρί­δας με με­γά­λο κύ­ρος και κυ­κλο­φο­ρία, σχο­λιά­ζει: “Μοιά­ζει να α­πο­τε­λεί ευ­τύ­χη­μα η πνευ­μα­τι­κή συ­νά­ντη­ση των δυο συγ­γρα­φέων, σε μια ε­πο­χή που ή­ταν και οι δυο φτω­χοί και ά­ση­μοι...”
Ο σύγ­χρο­νος μύ­θος του Πα­πα­δια­μά­ντη τον α­πο­κα­θαί­ρει α­πό τις θρη­σκευ­τι­κές του συ­νή­θειες, ό­πως συ­χνούς εκ­κλη­σια­σμούς, ψαλ­τι­κή και παν­νυ­χί­δες, ως α­σύμ­βα­τες με μια ευ­ρω­παϊκή ταυ­τό­τη­τα. Ωστό­σο, εκ­δό­τες και Τύ­πος, ι­δίως αυ­τός ο δεύ­τε­ρος, τον θυ­μού­νται α­νελ­λι­πώς κά­θε Χρι­στού­γεν­να και Πά­σχα. Ενδει­κτι­κά, πα­ρα­μο­νές Χρι­στου­γέν­νων κυ­κλο­φό­ρη­σε η πρό­σφα­τη με­τά­φρα­ση. Την Κυ­ρια­κή του Πά­σχα θυ­μά­ται να τον μνη­μο­νεύ­σει συ­ντά­κτης έ­τε­ρης με­γά­λης ε­φη­με­ρί­δας, σχο­λιά­ζο­ντας: “Μέ­ρα που εί­ναι ας μνη­μο­νεύ­σου­με Αλέ­ξαν­δρο Πα­πα­δια­μά­ντη μιας κι έ­χου­με πιά­σει στο χέ­ρι κα­τ' αυ­τάς πρό­σφα­τα εκ­δο­θέν κεί­με­νό του...”
Πέ­ραν, ό­μως, της ό­ποιας συγ­γέ­νειας στα του βίου των δυο συγ­γρα­φέων, ε­ντο­πί­ζουν και “ε­κλε­κτι­κές συγ­γέ­νειες” με­τα­ξύ του ή­ρωα του συ­γκε­κρι­μέ­νου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Γουέ­λς και της Φρα­γκο­γιαν­νούς. Θεω­ρούν ό­τι και οι δύο συ­νι­στούν τρα­γι­κά πρό­σω­πα, α­φού αμ­φο­τέ­ρων “ ψη­λώ­νει ο νους”. Ωστό­σο, ο ή­ρωας του Γουέ­λς, ού­τε με τον ε­αυ­τό του συ­γκρούε­ται ού­τε με το πε­πρω­μέ­νο του και μάλ­λον “ο νους του δεν ψη­λώ­νει”. Ένας πεί­σμων ε­πι­στή­μο­νας εί­ναι, στα ό­ρια της εμ­μο­νής, που βρί­σκει κα­κό τέ­λος. Αυ­τή η ά­πο­ψη ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης πρέ­πει να α­να­γνώ­ρι­σε κά­τι δι­κό του, με κά­τι να “συ­ντο­νί­στη­κε”, για να δώ­σει μια με­τά­φρα­ση, την ο­ποία εί­θι­σται να στο­λί­ζουν με κο­σμη­τι­κά ε­πί­θε­τα, συ­χνά πο­μπώ­δη και α­σα­φή, εί­ναι ά­κρως ε­πι­σφα­λής. Και θα φα­νεί αυ­τό σύ­ντο­μα. Εντός του έ­τους ελ­πί­ζου­με ό­λοι να πραγ­μα­το­ποιη­θεί η υ­πο­σχε­μέ­νη έκ­δο­ση της με­τά­φρα­σης α­πό τον Πα­πα­δια­μά­ντη του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Μπραμ Στόου­κερ «Ο Δρά­κου­λας». Οπό­τε θα πα­ρου­σια­στεί το δί­λημ­μα των συγ­γε­νειών, που θα πρέ­πει να ε­πι­νο­η­θούν, ει­δάλ­λως πως θα δι­καιο­λο­γη­θεί η κα­λή με­τά­φρα­ση.
Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, ο σύγ­χρο­νος μύ­θος του Πα­πα­δια­μά­ντη τον θέ­λει ε­ναρ­μο­νι­σμέ­νο με τον ευ­ρω­παϊκό λο­γο­τε­χνι­κό κα­νό­να. Προς τού­το, οι θεω­ρη­τι­κοί α­να­κα­λύ­πτουν ό­τι τα ε­κλε­κτό­τε­ρα των διη­γη­μά­των του εί­ναι κρυ­φο­μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Πά­ντως, συμ­φω­νούν με τους πα­λαιό­τε­ρους ό­τι ομ­φα­λός του έρ­γου του πα­ρα­μέ­νει το “κοι­νω­νι­κόν μυ­θι­στό­ρη­μα” «Η Φό­νισ­σα». Δια­φω­νούν, ω­στό­σο, ως προς το κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, που δί­νει στο εν λό­γω μυ­θι­στό­ρη­μα αυ­τήν την δε­σπό­ζου­σα θέ­ση στο πα­πα­δια­μά­ντειο σύ­μπαν. Κα­τ' αυ­τούς πρό­κει­ται για το πε­ρι­βό­η­το θέ­μα του “Άλλου”. Εξ ου και η συγ­γέ­νεια με τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα του Γουέ­λς. Ακρι­βώς, για να συ­ζη­τη­θεί εν ε­κτά­σει το θέ­μα της ε­τε­ρό­τη­τας, δη­μο­σιεύε­ται στο ε­πί­με­τρο της πρό­σφα­της με­τά­φρα­σης κεί­με­νο της Πέ­γκυς Καρ­πού­ζου, στην ο­ποία ο­φεί­λου­με τη με­τά­φρα­ση με­τά ει­σα­γω­γής της με­λέ­της του Τέρ­ρυ Ήγκλε­τον «Με­τά τη θεω­ρία». Ενώ, α­που­σιά­ζει η συ­νή­θης πα­ρου­σία­ση συγ­γρα­φέα και έρ­γου. Πι­θα­νώς κρί­θη­κε ως τε­τριμ­μέ­νο συ­μπλή­ρω­μα. Πά­ντως, το κε­νό δεν κα­λύ­πτε­ται α­πό το α­να­δη­μο­σιευό­με­νο άρ­θρο του Νι­κό­λα­ου Επι­σκο­πό­που­λου, με το ο­ποίο α­να­κοί­νω­νε στους α­να­γνώ­στες της ε­φη­με­ρί­δας «Το Άστυ» τη δη­μο­σίευ­ση των “ε­πι­φυλ­λί­δω­ν” του «Αό­ρα­του». Δε­δο­μέ­νου ό­τι πρό­κει­ται για έ­να γε­νι­κό­λο­γο κεί­με­νο, ό­πως, άλ­λω­στε, συ­νη­θι­ζό­ταν σε πα­ρό­μοιες δια­φη­μι­στι­κού τύ­που κα­τα­χω­ρή­σεις.
Κα­τά την Καρ­πού­ζου, ο Γουέ­λς εί­ναι ση­μα­ντι­κός στη δια­μόρ­φω­ση του εί­δους της ε­πι­στη­μο­νι­κής φα­ντα­σίας, υ­πε­ρέ­χο­ντας κι αυ­τού του Ιου­λίου Βερν, για­τί θέ­τει στο ε­πί­κε­ντρο των έρ­γων του το θέ­μα της δια­φο­ρε­τι­κό­τη­τας. Θέ­μα βα­σι­κό κα­τ' αυ­τήν, για τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα αυ­τού του εί­δους. Για­τί ό­χι; Αν λεί­πει το στοι­χείο του α­νοί­κειου και του ξέ­νου α­πό μια ου­το­πία, τι σόι ου­το­πία θα εί­ναι; Εκεί­νο, ό­μως, που πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον, δεν εί­ναι οι γε­νι­κής ι­σχύος θεω­ρίες, που ε­πι­κα­λεί­ται, αλ­λά τα συ­γκε­κρι­μέ­να πα­ρα­θέ­μα­τα α­πό το συ­γκε­κρι­μέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα του Γουέ­λς, τον «Αό­ρα­το», με τα ο­ποία τεκ­μη­ριώ­νει την ύ­παρ­ξη αυ­τού του “Άλλου”. Κα­τ' αρ­χάς, με βά­ση τη ση­μα­σία του ο­νό­μα­τος, που δί­νει ο Γουέ­λς στον ή­ρωά του, συ­μπε­ραί­νει ό­τι θέ­λει να τον πα­ρου­σιά­σει ως ε­ξαι­ρε­τι­κό άν­δρα. Το ό­νο­μα εί­ναι Γκρί­φφιν και δεν μπο­ρεί να α­πο­κλει­σθεί η εκ­δο­χή της τυ­χαίας ε­πι­λο­γής, κα­θώς πρό­κει­ται για έ­να συ­χνά α­πα­ντώ­με­νο ό­νο­μα στη μυ­θι­στο­ριο­γρα­φία του δεύ­τε­ρου μι­σού του 19ου αιώ­να. Κα­τά τα άλ­λα, Γκρί­φφιν ση­μαί­νει γρύ­πας, δη­λα­δή έ­να μυ­θι­κό μει­ξο­γε­νές ον, σύ­ζευ­ξη α­ε­τού και λέ­ο­ντος. Προ­φα­νώς και πρό­κει­ται για δυο ευ­γε­νείς εκ­προ­σώ­πους του ζωι­κού βα­σι­λείου. Δεν θα πρέ­πει, ω­στό­σο, να λη­σμο­νού­με ό­τι, α­πό την ύ­στε­ρη αρ­χαιό­τη­τα και ε­δώ­θε, ο γρύ­πας ταυ­τί­στη­κε σε με­γά­λο βαθ­μό με τις μυ­στη­ρια­κές τε­λε­τουρ­γίες. Οπό­τε, αν πα­ρα­δε­χτού­με ό­τι ο Γουέ­λς ή­θε­λε, πράγ­μα­τι, κά­τι να ση­μα­το­δο­τή­σει, αυ­τό θα μπο­ρού­σε να εί­ναι το α­πό­κρυ­φο στοι­χείο, που εί­χαν οι ε­πι­στη­μο­νι­κοί πει­ρα­μα­τι­σμοί σε ε­κεί­να τα χρό­νια. Ο Γκρί­φφιν εί­ναι έ­νας φυ­σι­κός, που ε­πι­χει­ρεί έ­να ρη­ξι­κέ­λευ­θο πεί­ρα­μα.
Στη συ­νέ­χεια, για να φα­νεί η ε­τε­ρό­τη­τα του Γκρί­φφιν, φέρ­νει ως πα­ρά­δειγ­μα δυο πα­ρα­θέ­μα­τα, στη­ρι­ζό­με­νη στην ελ­λη­νι­κή με­τά­φρα­ση, που έ­γι­νε εκ του γαλ­λι­κού. Οι προ­θέ­σεις, ό­μως, του συγ­γρα­φέα τεκ­μαί­ρο­νται α­πό το δι­κό του κεί­με­νο και μό­νο. Από το πρώ­το πα­ρά­θε­μα ε­ξά­γει το συ­μπέ­ρα­σμα: “Ο Γκρί­φφιν, α­πο­φα­σι­σμέ­νος να ξε­πε­ρά­σει κά­θε ό­ριο, α­να­φέ­ρε­ται υ­πο­τι­μη­τι­κά στο δά­σκα­λό του που έ­θε­τε πε­ριο­ρι­σμούς στον ε­πι­στη­μο­νι­κό πει­ρα­μα­τι­σμό και δια­χω­ρί­ζει τη θέ­ση του α­πό αυ­τό­ν”. Το πα­ρά­θε­μα, ό­μως, σε μια κα­τά λέ­ξη με­τά­φρα­ση του αγ­γλι­κού πρω­τό­τυ­που εί­ναι: “Ο κα­θη­γη­τής μου Όλι­βερ ή­ταν έ­νας α­συ­νεί­δη­τος ε­πι­στή­μο­νας με α­να­κλα­στι­κά δη­μο­σιο­γρά­φου, έ­νας κλέ­φτης ι­δεών, που συ­νε­χώς κα­τα­σκό­πευε”. Εδώ, ο Γουέ­λς, πι­θα­νώς ο ί­διος πα­θών, κα­ταγ­γέλ­λει την πά­για τα­κτι­κή των κα­θη­γη­τών να εκ­με­ταλ­λεύο­νται τις ι­δέες των μα­θη­τών τους. Από το δεύ­τε­ρο πα­ρά­θε­μα συ­νά­γει: “Ο Γκρί­φφιν, πι­στεύο­ντας στη δια­νο­η­τι­κή α­νω­τε­ρό­τη­τά του α­πέ­να­ντι στους συ­ναν­θρώ­πους του, τους θεω­ρεί ε­μπό­διο στα σχέ­διά του”. Το πα­ρά­θε­μα, ό­μως, και πά­λι, σε κα­τά λέ­ξη με­τά­φρα­ση εί­ναι: “Κά­θε πι­θα­νού εί­δους α­νό­η­τη ύ­παρ­ξη, που πλά­στη­κε πο­τέ, βρέ­θη­κε στο δρό­μο μου”. Εδώ, θα μπο­ρού­σε να πρό­κει­ται για φρα­στι­κή υ­περ­βο­λή, κα­θώς ο Γκρί­φφιν διεκ­τρα­γω­δεί το μέ­γε­θος της κα­κο­τυ­χίας του.
Εκτός, ό­μως, α­πό τη θεω­ρία της ε­τε­ρό­τη­τας και το ε­ρώ­τη­μα, κα­τά πό­σο η ε­φαρ­μο­γή της στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Γού­λες τεκ­μη­ριώ­νε­ται, η με­λε­τή­τρια φαί­νε­ται να έ­χει μάλ­λον λί­γο θο­λή ει­κό­να για το σύ­νο­λο του έρ­γου. Ο τρό­πος που α­να­φέ­ρε­ται στο πεί­ρα­μα του Γκρί­φφιν δεί­χνει σαν να μην α­ντι­λαμ­βά­νε­ται ό­τι ο Γουέ­λς έ­γρα­ψε την ι­στο­ρία του, με α­φορ­μή την α­να­κά­λυ­ψη των α­κτί­νων Ραί­ντ­γκεν και την με­γά­λη α­πή­χη­ση, που αυ­τή εί­χε. Μό­νο έ­τσι ε­ξη­γεί­ται η πα­ρα­τή­ρη­σή της: “Στο έρ­γο του α­ντα­να­κλώ­νται οι ε­φιάλ­τες που προ­κά­λε­σε στη βι­κτω­ρια­νή φα­ντα­σία η ε­φεύ­ρε­ση του Rontgen”.
Ας θυ­μη­θού­με, ό­μως, με­ρι­κές η­με­ρο­μη­νίες. Ο γερ­μα­νός φυ­σι­κός Βίλ­χελμ Κόν­ρα­ντ Ραί­ντγκεν πρω­το­δη­μο­σιεύει τα πει­ρα­μα­τι­κά του ευ­ρή­μα­τα στις 28 Δε­κεμ­βρίου 1895. Απο­κα­λεί τις νέες α­κτί­νες, α­κτί­νες Χ. Η ε­πι­στη­μο­νι­κή κοι­νό­τη­τα α­ντι­λαμ­βά­νε­ται τη με­γά­λη ση­μα­σία της α­να­κά­λυ­ψης για την ια­τρι­κή και την με­ταλ­λουρ­γία. Ο Ραί­ντγκεν αρ­νεί­ται να κα­το­χυ­ρώ­σει την ευ­ρε­σι­τε­χνία, ώ­στε η α­να­κά­λυ­ψή του να μεί­νει στη διά­θε­ση της αν­θρω­πό­τη­τας. Θεω­ρεί­ται ευερ­γέ­της και σπεύ­δουν να βα­φτί­σουν τις α­κτί­νες με το ό­νο­μά του. Όλα αυ­τά συμ­βαί­νουν στη διάρ­κεια του 1896. Άνοι­ξη 1896, ο Γουέ­λς αρ­χί­ζει να γρά­φει την ι­στο­ρία του. Αρχι­κά σχε­δία­ζε να γρά­ψει μια σύ­ντο­μη ι­στο­ρία για πε­ριο­δι­κό. Στην πο­ρεία άλ­λα­ξε γνώ­μη και την με­γά­λω­σε. Απρί­λιο 1897, μια πρώ­τη εκ­δο­χή ή­ταν έ­τοι­μη προς δη­μο­σίευ­ση σε συ­νέ­χειες στο πε­ριο­δι­κό «Pearson's Weakly». Ο Γουέ­λς, με φα­ντα­σία α­ντί­στοι­χη ε­κεί­νης του Ιου­λίου Βερν, αλ­λά με λι­γό­τε­ρη δου­λειά, εκ της πε­ριου­σίας, έ­στη­νε την πλο­κή των μυ­θι­στο­ρη­μά­των του. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, εί­χε την ι­δέα να συν­δυά­σει τις α­κτί­νες Ραί­ντγκεν, που ή­ταν το πρώ­το θέ­μα της ε­πι­και­ρό­τη­τας, με το μύ­θο του αό­ρα­του, που πά­ντο­τε γοή­τευε. Ο ή­ρωάς του συ­γκρί­νει την α­κτι­νο­βο­λία, που χρη­σι­μο­ποιεί για να γί­νει αό­ρα­τος, με ε­κεί­νη του Ραί­ντγκεν, α­να­κα­τεύο­ντας στις ε­ξη­γή­σεις του τον αι­θέ­ρα. Τό­τε, α­κό­μη, πί­στευαν στην ύ­παρ­ξή του και ο ί­διος ο Ραί­ντ­γκεν θεω­ρού­σε ό­τι η α­κτι­νο­βο­λία του, ό­πως και το φως, δια­δί­δε­ται μέ­σω του αι­θέ­ρα. Πά­ντως, στο μυ­θι­στό­ρη­μα, το ε­πι­στη­μο­νι­κό μέ­ρος έ­χει μι­κρή έ­κτα­ση, κά­τι λι­γό­τε­ρο α­πό δύο κε­φά­λαια ε­πί συ­νό­λου 28. Η ι­στο­ρία ε­κτυ­λίσ­σε­ται με κω­μι­κές σκη­νές που ε­ναλ­λάσ­σο­νται με άλ­λες κα­τα­δίω­ξης και τρό­μου. Όσο για το η­θι­κό μο­τί­βο, εί­ναι το ί­διο σε ό­λα τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ε­πι­στη­μο­νι­κής φα­ντα­σίας του Γουέ­λς. Σχε­τί­ζε­ται και α­φο­ρά την ευ­θύ­νη του ε­πι­στή­μο­να στην α­να­μέ­τρη­σή της με τις εμ­μο­νές της ι­διο­φυίας.
Μα­κρο­λο­γή­σα­με γύ­ρω α­πό τα συ­νο­δευ­τι­κά κεί­με­να, για­τί αυ­τά εί­ναι ε­κεί­να που πρώ­τα και κυ­ρίως δια­βά­ζο­νται. Κι αυ­τό το α­πο­δει­κνύει η α­να­πα­ρα­γω­γή τους α­πό τον Τύ­πο, που λει­τουρ­γεί ε­λα­φρώς πα­ρα­μορ­φω­τι­κά και αρ­κού­ντως με­γε­θυ­ντι­κά. Απο­τολ­μώ­ντας μια πα­ρο­μοίω­ση, θα λέ­γα­με πως λει­τουρ­γούν, ως προς το κυ­ρίως σώ­μα, ό­πως τα αό­ρα­τα υ­λι­κά, τα με­τα-υ­λι­κά, που η τε­χνο­λο­γία έ­χει ξε­κι­νή­σει να κα­τα­σκευά­ζει. Εκεί­να εκ­τρέ­πουν το φως, τα συ­νο­δευ­τι­κά κεί­με­να την προ­σο­χή του α­να­γνώ­στη.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στις 20 Ιουνίου 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια: