Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010

Μελανές σελίδες της Δύσης

Γκερ­ντ Σβέρ­χο­φ
«Η Ιε­ρά Εξέ­τα­ση»
Με­τά­φρα­ση Ηλίας Τσι­ρι­γκά­κης
Εκδό­σεις Βι­βλιο­πω­λείον
της Εστίας
Φε­βρουά­ριος 2010

Εί­θι­σται τις εκ­δό­σεις της Εστίας να τις ταυ­τί­ζου­με με τη Σει­ρά Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Λο­γο­τε­χνίας χά­ρις στην πα­ρά­δο­ση, που δη­μιούρ­γη­σε με την σχε­δόν κα­τ' α­πο­κλει­στι­κό­τη­τα έκ­δο­ση των βι­βλίων της γε­νιάς του '30. Πα­ρά­δο­ση, την ο­ποία δια­τη­ρεί σε υ­ψη­λό ε­πί­πε­δο με τη Σει­ρά Σύγ­χρο­νης Ελλη­νι­κής Πε­ζο­γρα­φίας και κα­τά την πρώ­τη δε­κα­ε­τία του τρέ­χο­ντος αιώ­να, ό­ταν ε­ορ­τά­ζο­νται οι ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δες α­πό τη γέν­νη­ση των Τερ­ζά­κη­δων και Θε­ο­το­κά­δων, ό­πως ο­ρι­σμέ­νοι με­τα­μο­ντέρ­νας προο­πτι­κής έ­χουν υ­πο­τι­μη­τι­κά α­πο­κα­λέ­σει τους παπ­πού­δες των ση­με­ρι­νών μυ­θι­στο­ριο­γρά­φων. Στη σύγ­χρο­νη Σει­ρά έ­χουν πα­ρου­σια­στεί πολ­λά υ­πο­σχό­με­νοι πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι, που ή­δη τεί­νουν να κα­τα­λά­βουν κα­λές θέ­σεις στο σχη­μα­τι­ζό­με­νο νεό­τε­ρο δυ­να­μι­κό. Ταυ­τό­χρο­να, με ο­ρι­σμέ­νες ε­πί­λε­κτες “με­τα­γρα­φές”, η Σει­ρά δια­σφά­λι­σε και κά­ποιους ση­μα­ντι­κούς πρε­σβύ­τε­ρους. Έχει, βε­βαίως, κι αυ­τή υ­πο­στεί διαρ­ροή δυ­νά­μεων λό­γω “με­τα­γρα­φώ­ν” σε άλ­λους εκ­δο­τι­κούς οί­κους, που α­να­πλη­ρώ­νουν το έλ­λειμ­μα πα­ρά­δο­σης με ε­κεί­νο του οι­κο­νο­μι­κού σθέ­νους.
Δί­πλα, ω­στό­σο, στις σει­ρές ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, υ­πάρ­χει, ε­κτός πλεί­στων άλ­λων σει­ρών, η συ­στη­μα­τι­κή Σει­ρά Ιστο­ρίας και Πο­λι­τι­κής, που διευ­θύ­νει ο ι­στο­ρι­κός Νί­κος Κα­ρα­πι­δά­κης. Σε αυ­τήν τη σει­ρά εκ­δί­δο­νται ξέ­νες και ελ­λη­νι­κές με­λέ­τες, που κα­λύ­πτουν έ­να ευ­ρύ φά­σμα. Θα πα­ρου­σιά­σου­με δυο πρό­σφα­τους τό­μους της Σει­ράς χω­ρίς να δια­θέ­του­με ι­διαί­τε­ρες γνώ­σεις στο συ­γκε­κρι­μέ­νο θέ­μα πέ­ρα α­πό ε­κεί­νες του μέ­σου α­να­γνώ­στη. Πρό­κει­ται για δυο με­λέ­τες, που α­φο­ρούν σχε­τι­κά με­τα­ξύ τους θέ­μα­τα: τη με­λέ­τη του γερ­μα­νού ι­στο­ρι­κού Γκερ­ντ Σβέρ­χοφ για την Ιε­ρά Εξέ­τα­ση και ε­κεί­νη της Διο­νυ­σίας Για­λα­μά για τις ελ­λη­νί­δες μά­γισ­σες στη Βε­νε­τία, στη διάρ­κεια τριών αιώ­νων, 16ου, 17ου και 18ου.
Η Ιε­ρά Εξέ­τα­ση ή­ταν το δι­κα­στή­ριο της ρω­μαιο­κα­θο­λι­κής εκ­κλη­σίας, που σύ­στη­σε, το 1231, ο πά­πας Γρη­γό­ριος Θ΄ και το ο­ποίο εί­χε, αρ­χι­κά, ως α­πο­στο­λή την κα­τα­πο­λέ­μη­ση των αι­ρέ­σεων και στη συ­νέ­χεια, ό­λων των δρα­στη­ριο­τή­των, που α­πο­δί­δο­νταν σε δια­βο­λι­κή ε­πε­νέρ­γεια, ό­πως η μα­γεία και η αλ­χη­μεία. Η ο­νο­μα­σία του εν λό­γω δι­κα­στη­ρίου δη­λώ­νει, ευ­θύς εξ αρ­χής, την έμ­φα­ση, που δι­νό­ταν στην ε­ξέ­τα­ση μιας κα­ταγ­γε­λίας με μα­κριές α­να­κρί­σεις, κα­τά τις ο­ποίες ε­πι­τρέ­πο­νταν, κα­τό­πιν ε­γκρί­σεως α­πό τον πά­πα Ινο­κέ­ντιο Δ΄, το 1252, και η χρή­ση βα­σα­νι­στη­ρίων. Ο Σβέρ­χο­φ, στην ει­σα­γω­γή της με­λέ­της του, θυ­μί­ζει ό­τι “στην Ιε­ρά Εξέ­τα­ση ε­πιρ­ρί­πτε­ται το με­γα­λύ­τε­ρο με­ρί­διο ευ­θύ­νης για τις με­λα­νές σε­λί­δες στην ι­στο­ρία της Δύ­σης”. Ο ί­διος προ­σπα­θεί να σκια­γρα­φή­σει το ι­στο­ρι­κό της “χω­ρίς ε­μπά­θεια και ζή­λο”, δια­κρί­νο­ντας τη με­σαιω­νι­κή α­πό τη νεό­τε­ρη φά­ση της, αλ­λά και ε­στιά­ζο­ντας στις το­πι­κές δια­φο­ρο­ποιή­σεις.
Σε έ­να πρώ­το κε­φά­λαιο, πα­ρου­σιά­ζει τη πα­πι­κή Ιε­ρά Εξέ­τα­ση κα­τά τον Με­σαίω­να, ό­πως λει­τούρ­γη­σε στην ι­τα­λι­κή χερ­σό­νη­σο και την νό­τια Γαλ­λία. Αι­τία της ί­δρυ­σής της στά­θη­κε η ε­ξά­πλω­ση σε αυ­τές τις πε­ριο­χές των αι­ρέ­σεων των Κα­θα­ρών και των “πτω­χών του Χρι­στού”. Όπως φαί­νε­ται, ε­νο­χλού­σαν, για­τί δια­τη­ρού­σαν ως πρό­τυ­πο το βίο των Απο­στό­λων και πρέ­σβευαν την α­κτη­μο­σύ­νη, ζη­τώ­ντας α­πό τον κλή­ρο να ε­φαρ­μό­ζει α­πα­ρέ­γκλι­τα τις η­θι­κές αρ­χές. Τό­τε, α­κό­μη, η Ιε­ρά Εξέ­τα­ση δεν α­πο­τε­λού­σε θε­σμό. Υπά­κουε, ό­μως, σε μια σει­ρά σα­φώς δια­τυ­πω­μέ­νων κα­νό­νων, πρα­κτι­κών και στό­χων. Προ­βλε­πό­ταν ε­πιει­κής με­τα­χεί­ρι­ση στους ο­μο­λο­γού­ντες, οι ο­ποίοι έ­πρε­πε, ό­χι μό­νο να α­πο­κη­ρύ­ξουν τις αι­ρε­τι­κές τους ι­δέες αλ­λά και να ορ­κι­στούν ό­τι στο μέλ­λον θα κα­τα­δί­δουν τους αι­ρε­τι­κούς. Για ό­σους α­θωώ­νο­νταν, προ­βλέ­πο­νταν ο­ρι­σμέ­νες ε­λάσ­σο­νες τι­μω­ρίες, ό­πως η α­νάρ­τη­ση του σταυ­ρού της με­τά­νοιας και το προ­σκύ­νη­μα σε ιε­ρό τό­πο. Για τους α­με­τα­νό­η­τους, η Ιε­ρά Εξέ­τα­ση, ως εκ­κλη­σια­στι­κό δι­κα­στή­ριο, δεν μπο­ρού­σε να κα­τα­λή­ξει στην θα­να­τι­κή κα­τα­δί­κη. Ως άλ­λος Πό­ντιος Πι­λά­τος, έ­νι­πτε τας χεί­ρας της και τους πα­ρέ­πε­μπε στην κο­σμι­κή ε­ξου­σία. Κά­τι τέ­τοιο, ω­στό­σο, δεν συ­νε­πα­γό­ταν αυ­τό­μα­τα και τον διά της πυ­ράς θά­να­το. Σύμ­φω­να με τα υ­πάρ­χο­ντα τεκ­μή­ρια, η κα­τα­δί­κη στον διά της πυ­ράς θά­να­το α­ντι­στοι­χού­σε στο 1% των πε­ρι­πτώ­σεων. Πά­ντως, οι πρα­κτι­κές της Ιε­ράς Εξέ­τα­σης προέ­βλε­παν βα­σα­νι­σμούς κα­τά τη φυ­λά­κι­ση για την α­πό­σπα­ση ο­μο­λο­γίας, κα­θώς και τη δη­μιουρ­γία πυ­κνού δι­κτύου αρ­χείων και κα­τα­λό­γων.
Σε έ­να δεύ­τε­ρο κε­φά­λαιο, σχο­λιά­ζει την ε­ξά­πλω­ση της Ιε­ράς Εξέ­τα­σης στην Ιβη­ρι­κή Χερ­σό­νη­σο. Οι α­παρ­χές της το­πο­θε­τού­νται στο 1480, ό­ταν πρω­το­λει­τούρ­γη­σε ως κρα­τι­κός θε­σμός των δύο ι­σπα­νι­κών βα­σι­λείων της Κα­στίλ­λης και της Αρα­γω­νίας. Στους νεό­τε­ρους χρό­νους, ο θε­σμός α­πέ­κτη­σε γρα­φειο­κρα­τι­κή και ιε­ραρ­χι­κή δο­μή, ε­νώ ε­πι­κε­ντρώ­θη­κε σε συ­γκε­κρι­μέ­νους στό­χους, με πρώ­το και κυ­ριό­τε­ρο, την φυ­λε­τι­κή κά­θαρ­ση. Έργο ε­πί­μοχ­θο, α­ναμ­φι­βό­λως, δε­δο­μέ­νου ό­τι, στον Με­σαίω­να, συμ­βίω­ναν, σε ε­κεί­νες τις πε­ριο­χές, χρι­στια­νοί, μου­σουλ­μά­νοι και Εβραίοι. Οι διωγ­μοί των τε­λευ­ταίων εί­χαν αρ­χί­σει νω­ρί­τε­ρα: το 1290 ε­κτο­πί­στη­καν α­πό την Αγγλία, το 1306 α­πό τη Γαλ­λία, ε­νώ, πε­ρί τα μέ­σα του 14ου αιώ­να, ο α­ντι­ση­μι­τι­σμός ε­ντά­θη­κε στην Ισπα­νία. Ωστό­σο, η ι­σπα­νι­κή Ιε­ρά Εξέ­τα­ση, στα τρια­κό­σια πε­ρί­που χρό­νια δρά­σης της, στρά­φη­κε και ε­να­ντίον των προ­τε­στα­ντών. Από την Ισπα­νία στην Πορ­το­γα­λία και τού­μπα­λιν, πη­γαι­νοέρ­χο­νταν “ε­βραΐζο­ντες”, δια­νοού­με­νοι και “κον­βέρ­σος”, ζη­τώ­ντας κρη­σφύ­γε­το. Επι­σή­μως, η ι­σπα­νι­κή Ιε­ρά Εξέ­τα­ση δια­λύ­θη­κε στις 15 Ιου­λίου 1834, α­πό την α­ντι­βα­σί­λισ­σα Μα­ρία Χρι­στί­να, εν ο­νό­μα­τι της α­νή­λι­κης Ισα­βέλ­λας Β΄. Σύμ­βο­λά της πα­ρέ­μει­ναν ο σταυ­ρός, το κλα­δί ε­λιάς και το ξί­φος. Στη με­λέ­τη α­να­φέ­ρο­νται οι συ­νη­θέ­στε­ροι τύ­ποι βα­σα­νι­στη­ρίων και πε­ρι­γρά­φο­νται οι δη­μό­σιες δια­δι­κα­σίες, κα­τά τις ο­ποίες α­παγ­γέλ­λο­νταν οι κα­τα­δί­κες, γί­νο­νταν οι θα­να­τώ­σεις στην πυ­ρά και τα auto-da-fe (= όρ­κοι πί­στεως). Αυ­τές οι εκ­δη­λώ­σεις πή­ραν, συν τω χρό­νω, την μορ­φή ε­ντυ­πω­σια­κών τε­λε­τών, με τη συρ­ροή με­γά­λου πλή­θους.
Ενδια­φέ­ρον, ό­μως, πα­ρου­σιά­ζει και η μορ­φή της ρω­μαϊκής Ιε­ράς Εξέ­τα­σης κα­τά τους νεό­τε­ρους χρό­νους. Συ­στά­θη­κε το 1542, α­πό τον πά­πα Παύ­λο Γ΄, για την κα­τα­πο­λέ­μη­ση των αι­ρε­τι­κών. Η ί­δρυ­σή της έ­δει­χνε σαν μια προ­σπά­θεια α­ντί­δρα­σης προς την ι­σπα­νι­κή Ιε­ρά Εξέ­τα­ση, κα­θώς, τό­τε, με­γά­λο μέ­ρος της Ιτα­λίας βρι­σκό­ταν υ­πό ι­σπα­νι­κή κυ­ριαρ­χία. Νου­νε­χείς οι έ­ξι καρ­δι­νά­λιοι, που α­πο­τε­λού­σαν τη Σύ­νο­δο, το πρώ­το διά­ταγ­μα, που ε­ξέ­δω­σαν, α­πα­γό­ρευε σε βι­βλιο­πώ­λες και τυ­πο­γρά­φους την έκ­δο­ση και τη διά­δο­ση αι­ρε­τι­κών κει­μέ­νων. Ταυ­τό­χρο­να, έ­σπευ­σαν να κα­ταρ­τί­σουν κα­τά­λο­γο α­πα­γο­ρευ­μέ­νων βι­βλίων, με πε­ρισ­σό­τε­ρους α­πό χί­λιους τίτ­λους. Αργό­τε­ρα, δη­μιουρ­γή­θη­κε και ι­διαί­τε­ρη πα­πι­κή αρ­χή, ε­πι­φορ­τι­σμέ­νη με τη λο­γο­κρι­σία. Ση­μειω­τέ­ον, οι ι­τα­λοί ιε­ρο­ε­ξε­τα­στές δεν έ­πρε­πε να εί­ναι μό­νο νο­μο­μα­θείς, ό­πως οι Ισπα­νοί ο­μό­λο­γοί τους, αλ­λά και θε­ο­λό­γοι. Πά­ντως, ό­σο υ­πο­χω­ρού­σε η α­πει­λή του προ­τε­στα­ντι­σμού, τό­σο υ­πο­βαθ­μι­ζό­ταν και ο ρό­λος της Ιε­ράς Εξέ­τα­σης. Το 1908, η Ιε­ρά Εξέ­τα­ση με­το­νο­μά­στη­κε σε Ιε­ρά Υπη­ρε­σία και το 1965, σε Επι­τρο­πή για το Δόγ­μα και την Πί­στη.
Σε ι­διαί­τε­ρο κε­φά­λαιο, α­να­φέ­ρει ο Σβέρ­χοφ τις διώ­ξεις μα­γισ­σών α­πό την Ιε­ρά Εξέ­τα­ση. Όπως πα­ρα­τη­ρεί, οι πε­ρισ­σό­τε­ρες δί­κες για μα­γεία, α­πό τον 15ο έως τον 18ο αιώ­να, πραγ­μα­το­ποιή­θη­καν α­πό κο­σμι­κά δι­κα­στή­ρια. Η μα­γεία ε­νέ­πι­πτε στη δι­καιο­δο­σία της Ιε­ράς Εξέ­τα­σης μό­νο ό­ταν α­φο­ρού­σε ο­μά­δες αι­ρε­τι­κών, ό­πως οι Κα­θα­ροί, που υ­πήρ­χε η φή­μη ό­τι ε­πι­δί­δο­νταν σε μα­γι­κές τε­λε­τές. Συ­χνά, ό­μως, πα­ρό­μοιες κα­τη­γο­ρίες προέρ­χο­νταν α­πό το ί­διο το πε­ρι­βάλ­λον των Ιε­ρο­ε­ξε­τα­στών και στό­χευαν στη συ­κο­φά­ντη­ση των κα­τη­γο­ρου­μέ­νων. Η πρώ­τη κα­τα­σκευα­σμέ­νη κα­τη­γο­ρία πα­ρου­σιά­στη­κε το 1440, στο Φρι­μπούρ της Ελβε­τίας, ό­που μια αι­ρε­τι­κή κα­τη­γο­ρή­θη­κε και ε­κτε­λέ­στη­κε ως μά­γισ­σα. Η με­λέ­τη κλεί­νει, πα­ρου­σιά­ζο­ντας το μύ­θο, που δη­μιουρ­γή­θη­κε γύ­ρω α­πό την Ιε­ρά Εξέ­τα­ση. Την ε­πο­χή του Δια­φω­τι­σμού η Ιε­ρά Εξέ­τα­ση α­πο­τε­λού­σε συ­νώ­νυ­μο της θρη­σκευ­τι­κής κα­τα­πίε­σης και με αυ­τή τη μορ­φή τρο­φο­δό­τη­σε την τέ­χνη και την λο­γο­τε­χνία. Θυ­μί­ζει τα χα­ρα­κτι­κά του Γκό­για, αλ­λά και τον Με­γά­λο Ιε­ρο­ε­ξε­τα­στή στους «Αδελ­φούς Κα­ρα­μά­ζωφ» του Ντο­στο­γιέφ­σκι. Πε­ρισ­σό­τε­ρα στοι­χεία για τη σχέ­ση Ιε­ράς Εξέ­τα­σης και μα­γείας δί­νει η με­λέ­τη της Για­λα­μά, στην ο­ποία θα ε­πα­νέλ­θου­με.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

YEUX GLAUQUES

Ο Γκλάντστοουν ήταν σεβαστός ακόμη
όταν ο Τζον Ράσκιν έγραψε
τους Θησαυρούς του βασιλιά· ο Σουίνμπορν
και ο Ροσσέττι καθυβρίζονταν ακόμη.

Ύψωσε τη φωνή του ο βρομερός Μπιουκάναν
όταν το κεφάλι της, που ήταν σαν φαύνου,
κατάντησε παίγνιο
ζωγράφων και μοιχών.

Τα σκίτσα του Μπερν-Τζόουνς
διαφύλαξαν τα μάτια της·
στην Τέητ, ακόμη διδάσκουν
τον Κοφέτουα να ραψωδεί·

αδύνατος σαν το νερό του ρυακιού,
με βλέμμα απλανές.
Το αγγλικό Ρουμπαγιάτ θνησιγενές
εκείνο τον καιρό.

Το αδύνατο, καθαρό βλέμμα, απαράλλακτο
ξεπετάγεται ακόμη σαν του φαύνου μέσα
απ’ το μισορημαγμένο πρόσωπο,
ερευνητική και παθητική. ...
«Άχ, της δύστυχης της Τζέννυ η περίπτωση»...

Αναστατωμένη που ο κόσμος
δεν δείχνει να εκπλήσσεται
με του τελευταίου της ρουφιάνου
τις μοιχείες.

Έζρα Πάουντ «Χιού Σέλγουιν Μώμπερλυ»
Δίγλωσση αναθεωρημένη έκδοση. Εισαγωγή – μετάφραση – σχόλια
Χάρης Βλαβιανός, εκδόσεις Πατάκη, Απρ. 2010
Δημοσιεύθηκε στις 11 Ιουλίου 2010

Δημοσιεύθηκε στις 11 Ιουλίου 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια: