Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010

Πρακτικά βραβεύσεων

Κυ­ρια­κή Πε­τρά­κου
Διο­νύ­σης Ν। Μου­σμού­της
«Ο Στα­θά­τειος Δρα­μα­τι­κός Δια­γω­νι­σμός
της Εται­ρείας Ελλή­νων
Θε­α­τρι­κών Συγ­γρα­φέων»
Εκδό­σεις ERGO

Από τους πα­λαιό­τε­ρους λο­γο­τε­χνι­κούς δια­γω­νι­σμούς έ­χουν μεί­νει τα πρα­κτι­κά τους. Αυ­τά πα­ρέ­χουν πλη­ρο­φο­ρίες για τα έρ­γα και τους συγ­γρα­φείς, ω­στό­σο, δεν σώ­ζουν τα κεί­με­να ού­τε τα α­να­λυ­τι­κά στοι­χεία των συγ­γρα­φέων. Πε­ρι­σώ­ζουν, ό­μως, πέ­ρα α­πό τα ο­νό­μα­τα των κρι­τών, τα ε­πι­χει­ρή­μα­τα που α­να­πτύσ­σο­νταν και δια­τυ­πώ­νο­νταν στις εκ­θέ­σεις των κρι­τι­κών ε­πι­τρο­πών. Όπως πα­ρα­τη­ρούν στον πρό­λο­γο οι συγ­γρα­φείς του βι­βλίου, τα πρα­κτι­κά των λο­γο­τε­χνι­κών δια­γω­νι­σμών πα­ρου­σιά­ζουν, κυ­ρίως, τις τε­λι­κές κρί­σεις, οι ο­ποίες, συ­χνά, ξε­περ­νούν τα ό­ρια μιας α­πλής διεκ­πε­ραίω­σης. Φτά­νουν, κα­μιά φο­ρά, να συ­νι­στούν μι­κρά δο­κί­μια. Μπο­ρεί πολ­λά α­πό τα έρ­γα να λη­σμο­νή­θη­καν, κά­ποιοι α­πό τους συγ­γρα­φείς τους να πε­ριέ­πε­σαν σε α­φά­νεια, ω­στό­σο, α­πό τις κρί­σεις, γί­νο­νται α­ντι­λη­πτές οι ι­σχύου­σες τό­τε α­ξίες, οι νοο­τρο­πίες και τα ή­θη που ε­πι­κρα­τού­σαν. Οι πα­λαιό­τε­ροι έ­δι­ναν ι­διαί­τε­ρη ση­μα­σία στα πρα­κτι­κά των δια­γω­νι­σμών, κα­θώς πί­στευαν ό­τι α­πο­τε­λούν ση­μα­ντι­κά και α­να­ντι­κα­τά­στα­τα τεκ­μή­ρια για τη συγ­γρα­φή της Ιστο­ρίας των Νε­ο­ελ­λη­νι­κών Γραμ­μά­των.
Σή­με­ρα, α­πό τους λο­γο­τε­χνι­κούς δια­γω­νι­σμούς μέ­νουν, προ­σώ­ρας του­λά­χι­στον, τα έρ­γα και κυ­ρίως, οι συγ­γρα­φείς. Αντι­θέ­τως, τα ο­νό­μα­τα των κρι­τών με­τά βίας που α­να­φέ­ρο­νται. Στη δη­μο­σιο­γρα­φι­κή, μά­λι­στα, δη­μο­σίευ­ση των βρα­βεύ­σεων, τε­λευ­ταία, ό­λο και συ­χνό­τε­ρα, πα­ρα­λεί­πο­νται, δη­μιουρ­γώ­ντας, ε­νίο­τε, την ε­ντύ­πω­ση ό­τι α­πο­σιω­πώ­νται. Όσο για τα πρα­κτι­κά, στα μεν ι­διω­τι­κά βρα­βεία δεν προ­βλέ­πο­νται, στα δε κρα­τι­κά, που η ύ­παρ­ξή τους ε­πι­βάλ­λε­ται α­πό τον ί­διο τον θε­σμό, δεν κρα­τού­νται στη διάρ­κεια των συ­νε­δριά­σεων αλ­λά εκ των υ­στέ­ρων και με­τά τις σχε­τι­κές δια­βου­λεύ­σεις. Διε­ξο­δι­κές, πά­ντως, εκ­θέ­σεις για το σκε­πτι­κό βρά­βευ­σης και α­πόρ­ρι­ψης των έρ­γων δεν ζη­τού­νται α­πό τους κρι­τές. Κα­τά τα άλ­λα, οι νεό­τε­ροι γραμ­μα­το­λό­γοι δια­τεί­νο­νται ό­τι η συγ­γρα­φή της Ιστο­ρίας των Νε­ο­ελ­λη­νι­κών Γραμ­μά­των δεν εί­ναι έρ­γο ε­νός αν­θρώ­που. Δεν διευ­κρι­νί­ζουν, ω­στό­σο, συ­να­σπι­ζό­με­νοι σε ο­μά­δα, που θα στη­ρι­χτούν, πέ­ραν των ποι­κί­λων θεω­ριών, με τις ο­ποίες, ά­νευ τεκ­μη­ρίων, μό­νο χάρ­τι­νοι πύρ­γοι υ­ψώ­νο­νται.
Ο Στα­θά­τειος Δια­γω­νι­σμός, πα­ρό­λο που διε­νερ­γή­θη­κε ά­πα­ξ, α­πο­τε­λεί μια εν­δια­φέ­ρου­σα πε­ρί­πτω­ση, η ο­ποία προ­σφέ­ρε­ται και για πα­ραλ­λη­λι­σμούς με τους τρέ­χο­ντες λο­γο­τε­χνι­κούς δια­γω­νι­σμούς. Την πρω­το­βου­λία του δια­γω­νι­σμού εί­χε ο Αντώ­νης Στα­θά­τος. Με ε­πι­στο­λή του προς τον πρό­ε­δρο της Εται­ρείας Ελλή­νων Θε­α­τρι­κών Συγ­γρα­φέων Μιλ­τιά­δη Λι­δω­ρί­κη, στις 3 Ιου­νίου 1930, προ­τεί­νει την ί­δρυ­ση δρα­μα­τι­κού δια­γω­νι­σμού α­νά διε­τία, τον ο­ποίο και δε­σμεύε­ται να χρη­μα­το­δο­τή­σει. Όπως φαί­νε­ται α­πό την ε­πι­στο­λή του, πα­ρα­κι­νή­θη­κε α­πό τον ί­διο τον Λι­δω­ρί­κη, ο ο­ποίος, σε συ­νο­μι­λίες τους, εί­χε εκ­φρά­σει την ε­πι­θυ­μία να ε­νι­σχυ­θεί η ελ­λη­νι­κή θε­α­τρι­κή πα­ρα­γω­γή και να δο­θεί α­φορ­μή συγ­γρα­φής νέων θε­α­τρι­κών έρ­γων. Επί­σης, φαί­νε­ται ό­τι εί­χαν συμ­φω­νή­σει, ο δια­γω­νι­σμός να τε­θεί υ­πό την προ­στα­σία της Εται­ρείας και η κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή να εί­ναι τρι­με­λής. Ο Λι­δω­ρί­κης εί­χε ε­πί­σης α­πο­δεχ­θεί να εί­ναι ο ει­ση­γη­τής της πρώ­της κρί­σεως και ε­κεί­νος, που θα ε­πέ­λε­γε τα άλ­λα δυο μέ­λη. Την ε­πο­μέ­νη, η Εται­ρεία, με ε­πι­στο­λή της, έ­σπευ­σε να α­πο­δεχ­θεί την προ­σφο­ρά. Ανα­κή­ρυ­ξε, μά­λι­στα, ε­πί­τι­μο μέ­λος της τον χο­ρη­γό. Εκ μέ­ρους του διοι­κη­τι­κού συμ­βου­λίου της Εται­ρείας υ­πο­γρά­φουν την ε­πι­στο­λή ο πρό­ε­δρος και δυο μέ­λη, ο Νι­κό­λα­ος Λά­σκα­ρης και ο πο­λύ νεό­τε­ρός τους, Κω­στής Βελ­μύ­ρας. Όπως φαί­νε­ται, και τό­τε, ό­πως και τώ­ρα, οι χο­ρη­γοί ή­ταν δυ­σεύ­ρε­τοι και η ε­ξα­σφά­λι­σή τους ε­ξαρ­τιό­ταν α­πό την δι­πλω­μα­τία του διευ­θύ­νο­ντος. Τε­λι­κά, ο­ρί­στη­καν τρία βρα­βεία, 20.000 δρχ. το πρώ­το και α­πό 6.000 δρχ. τα δυο δεύ­τε­ρα, ε­νώ προ­βλέ­πο­νταν και α­μοι­βές των με­λών της ε­πι­τρο­πής.
Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, οι συγ­γρα­φείς του τό­μου α­δι­κούν τον Αντώ­νη Στα­θά­το. Ανα­φέ­ρουν ό­τι ή­ταν σύ­ζυ­γος της συλ­λέκ­τριας Ελέ­νης Στα­θά­του, ό­τι ή­ταν προ­σκεί­με­νος στην Αυ­λή του βα­σι­λιά Γεωρ­γίου Β΄ και τέ­λος, ό­τι δεν εί­ναι γνω­στός για κά­ποιο προ­σω­πι­κό του ε­πί­τευγ­μα πλην του Στα­θά­τειου Δια­γω­νι­σμού. Προ­σθέ­τουν, βε­βαίως, ό­τι συ­νέ­βα­λε στην ί­δρυ­ση της ΕΛ­ΠΑ, συ­νο­δεύο­ντας το αρ­κτι­κό­λε­ξο με έ­να ε­ρω­τη­μα­τι­κό. Ωστό­σο, η Ελλη­νι­κή Λέ­σχη Πε­ριή­γη­σης και Αυ­το­κι­νή­του, που ί­δρυ­σαν, τον Οκτώ­βριο του 1924, ο κα­θη­γη­τής Ια­τρι­κής Βλα­δί­μη­ρος Μπέν­σης και ο Αντώ­νης Στα­θά­τος, μα­ζί με μια δρά­κα φί­λων του αυ­το­κι­νή­του και των τε­χνο­λο­γι­κών ε­ξε­λί­ξεων ε­κεί­νης της μα­κρι­νής ε­πο­χής, συ­νι­στά αρ­κού­ντως ση­μα­ντι­κό ε­πί­τευγ­μα. Το 1926, ο Στα­θά­τος α­νέ­λα­βε την προ­ε­δρία της Λέ­σχης, την ο­ποία και δια­τή­ρη­σε μέ­χρι το θά­να­τό του, το 1955. Τό­τε, το αυ­το­κί­νη­το ή­ταν το σπορ των τζέν­τλε­μαν και οι κύ­ριοι της υ­ψη­λής κοι­νω­νίας έ­τρε­χαν στους α­γώ­νες αυ­το­κι­νή­του με το ό­νο­μά τους και ό­χι κα­λυ­πτό­με­νοι πί­σω α­πό ψευ­δώ­νυ­μα, ό­πως ε­πι­κρά­τη­σε να γί­νε­ται στα με­τα­πο­λε­μι­κά χρό­νια. Πι­θα­νώς ο Στα­θά­τος να ή­ταν συ­νο­μή­λι­κος του ε­ξη­ντά­χρο­νου τό­τε Λι­δω­ρί­κη, ο ο­ποίος α­νή­κε στην ί­δια κοι­νω­νι­κή τά­ξη και δεν α­πο­κλείε­ται να ή­ταν μέ­λος της Λέ­σχης.
Σύμ­φω­να με την προ­κή­ρυ­ξη του δια­γω­νι­σμού, που δη­μο­σιεύ­τη­κε στον Τύ­πο την ε­πο­μέ­νη, δη­λα­δή στις 5 Ιου­νίου 1930, ο δια­γω­νι­σμός ή­ταν α­νοι­κτός σε ό­λους και τα υ­πο­βαλ­λό­με­να έρ­γα ο­ρί­ζο­νταν να εί­ναι του­λά­χι­στον τρί­πρα­κτα δρά­μα­τα ή κω­μω­δίες, χω­ρίς πε­ριο­ρι­σμό στη γλώσ­σα. Αντί του ο­νό­μα­τος του συγ­γρα­φέα, στο ε­ξώ­φυλ­λο, δί­πλα στον τίτ­λο, θα έ­πρε­πε να α­να­γρά­φε­ται έ­να ρη­τό και να πα­ρα­δί­δε­ται μα­ζί με έ­ναν δεύ­τε­ρο κλει­στό φά­κε­λο, ο ο­ποίος να α­να­γρά­φει α­πέ­ξω το ί­διο ρη­τό. Με την α­πο­σφρά­γι­ση αυ­τού του δεύ­τε­ρου φα­κέ­λου θα α­πο­κα­λυ­πτό­ταν το ό­νο­μα του συγ­γρα­φέα. Δυ­στυ­χώς, ό­μως, για την Ιστο­ρία της λο­γο­τε­χνίας, μό­νο οι φά­κε­λοι των τριών βρα­βευ­μέ­νων έρ­γων προ­βλε­πό­ταν να α­νοί­γο­νται. Δεν διευ­κρι­νί­ζε­ται α­πό τους με­λε­τη­τές η τύ­χη αυ­τών των σφρα­γι­σμέ­νων φα­κέ­λων. Συ­νο­λι­κά υ­πο­βλή­θη­καν 90 έρ­γα, α­πό τα ο­ποία, πέ­ντε α­πο­κλεί­στη­καν, δώ­δε­κα κρί­θη­καν ά­ξια προ­σο­χής, εί­κο­σι συ­ζη­τή­θη­καν ε­κτε­νέ­στε­ρα ως έ­χο­ντα ση­μα­ντι­κές α­ρε­τές, ε­νώ δέ­κα πέ­ντε ή­ταν “τα δια­φι­λο­νει­κή­σα­ντα τα βρα­βεία”. Με ση­με­ρι­νούς ό­ρους, αυ­τά α­πο­τε­λού­σαν την “short list”, που η α­να­κοί­νω­σή της στην αλ­λο­δα­πή προ­η­γεί­ται των βρα­βεύ­σεων. Στα ελ­λη­νι­κά α­πο­δό­θη­κε ως “βρα­χύς κα­τά­λο­γος” και α­σμέ­νως υιο­θε­τή­θη­κε, αρ­χι­κά α­πό τα ι­διω­τι­κά βρα­βεία και με­τά α­πό τα κρα­τι­κά. Στό­χος αυ­τής της εν­διά­με­σης πρό­κρι­σης εί­ναι η προώ­θη­ση ε­νός με­γα­λύ­τε­ρου α­ριθ­μού έρ­γων. Αγνοώ­ντας ή πα­ρα­βλέ­πο­ντας αυ­τό το σκε­πτι­κό, στα κρα­τι­κά βρα­βεία ε­φαρ­μό­στη­κε μεν ο “βρα­χύς κα­τά­λο­γος” αλ­λά α­να­κοι­νώ­νε­ται ταυ­τό­χρο­να με τις βρα­βεύ­σεις, α­ναι­ρώ­ντας την ό­ποια σκο­πι­μό­τη­τά του.
Στον Στα­θά­τειο Δια­γω­νι­σμό δεν εί­ναι γνω­στά τα ο­νό­μα­τα των συμ­με­τε­χό­ντων συγ­γρα­φέων, ε­κτός α­πό ε­κεί­να των τριών βρα­βευ­μέ­νων και α­πό τους α­πορ­ρι­φθέ­ντες, ε­κεί­νων που δια­μαρ­τυ­ρή­θη­καν, κα­θώς και δυο-τριών, που το υ­πο­βαλ­λό­με­νο έρ­γο τους παί­χτη­κε. Ωστό­σο, δια­σώ­θη­καν ό­χι μό­νο οι τε­λι­κές κρί­σεις αλ­λά και οι αρ­χι­κές και κά­ποιες συ­μπλη­ρω­μα­τι­κές, α­πο­κα­λύ­πτο­ντας κρι­τή­ρια και η­θι­κούς πε­ριο­ρι­σμούς. Οι κρι­τές δί­νουν πε­ρι­γρα­φή της υ­πό­θε­σης, το χρο­νι­κό της στίγ­μα, δη­λα­δή αν πρό­κει­ται για ι­στο­ρι­κό ή σύγ­χρο­νο έρ­γο, ε­πί­σης, προσ­διο­ρί­ζουν τη γλώσ­σα που εί­ναι γραμ­μέ­νο, την πη­γή έ­μπνευ­σης, αν α­κο­λου­θεί την λό­για ή την λαϊκή πα­ρά­δο­ση ή αν έ­χει ξέ­νες ε­πι­δρά­σεις, και τέ­λος, κα­τά πό­σο μπο­ρεί να παι­χτεί, με βά­ση την τολ­μη­ρό­τη­τά του.
Ενδια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζουν δύο έρ­γα, που πα­ρα­με­ρί­στη­καν ως τολ­μη­ρά. Το έ­να εί­ναι «Οι Λυ­τρω­μοί», που πα­ρα­μέ­νει α­γνώ­στου συγ­γρα­φέα. Η Επι­τρο­πή α­να­γνω­ρί­ζει την μορ­φι­κή πρω­το­τυ­πία του, κρί­νει ό­τι εί­ναι εκ των α­ρί­στων, αλ­λά θεω­ρεί ό­τι, σε ο­ρι­σμέ­να ση­μεία, εί­ναι τό­σο τολ­μη­ρό, που εί­ναι α­δύ­να­το να παιχ­θεί, χω­ρίς να ε­ξε­γερ­θεί το κοι­νό. Το άλ­λο έρ­γο εί­ναι το «Ενώ το πλοίο τα­ξι­δεύει» της Γα­λά­τειας Κα­ζα­ντζά­κη, που προ­κά­λε­σε τον με­γα­λύ­τε­ρο θό­ρυ­βο και τε­λι­κά, α­νέ­βη­κε στο Εθνι­κό Θέ­α­τρο α­ντί του βρα­βευ­μέ­νου.
Εκτός, ό­μως, α­πό τις κρί­σεις, ως συ­νο­δευ­τι­κό τεκ­μή­ριο, υ­πάρ­χουν οι ε­πι­στο­λές, που α­ντάλ­λα­ξαν τα μέ­λη της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής. Σή­με­ρα, ό­χι μό­νο δεν έ­χου­με πρα­κτι­κά και κρί­σεις, αλ­λά ού­τε καν αλ­λη­λο­γρα­φία. Οι συ­ζη­τή­σεις γί­νο­νται κε­κλει­σμέ­νων των θυ­ρών, με τις διαρ­ρέ­ου­σες φή­μες να τρο­φο­δο­τούν τον Τύ­πο. Αν πρό­κει­ται για τα ι­διω­τι­κά βρα­βεία και για κρι­τές, που δια­τη­ρούν κοι­νω­νι­κές σχέ­σεις, οι συ­ζη­τή­σεις γί­νο­νται εν κρυ­πτώ, που ση­μαί­νει κυ­ρίως τη­λε­φω­νι­κώς, για­τί, θεω­ρη­τι­κά, α­πα­γο­ρεύο­νται οι συ­νεν­νοή­σεις. Φη­μο­λο­γεί­ται, ω­στό­σο, ό­τι κά­ποιες τε­λι­κές ζυ­μώ­σεις λαμ­βά­νουν χώ­ρα σε τα­βέρ­νες, ό­που με­ζέ­δες με­τά ο­λί­γου οί­νου βο­η­θούν την λή­ψη δύ­σκο­λων α­πο­φά­σεων.
Στον Στα­θά­τειο Δια­γω­νι­σμό, α­πό ό­σα ο­νό­μα­τα έ­γι­ναν γνω­στά, οι συμ­με­τα­σχό­ντες ή­ταν πά­νω α­πό σα­ρά­ντα ε­τών, με ε­ξαί­ρε­ση τον υιό Λι­δω­ρί­κη, τον Αλέ­κο, τό­τε 22 ε­τών, που πι­θα­νο­λο­γεί­ται ως συγ­γρα­φέ­ας ε­νός α­πό τα α­πορ­ρι­φθέ­ντα ως έρ­γο “νε­α­νι­κό και παι­διά­τι­κο”, και τον βρα­βευ­θέ­ντα με έ­να α­πό τα δύο δεύ­τε­ρα βρα­βεία, Δη­μή­τρη Ιωαν­νό­που­λο, τό­τε 26 ε­τών. Ο βρα­βευ­θείς Άγγε­λος Ση­μη­ριώ­της ή­ταν ή­δη ε­ξη­ντά­ρης και ο ε­πι­κρα­τέ­στε­ρος ε­πι­λα­χών Θεό­δω­ρος Συ­να­δι­νός, 52. Στα 56, ο Ηλίας Βου­τιε­ρί­δης, που συμ­με­τεί­χε με δυο έρ­γα, κα­θώς κά­τι τέ­τοιο δεν α­πα­γο­ρευό­ταν, ό­που αμ­φό­τε­ρα πε­ριε­λή­φθη­σαν στον “βρα­χύ κα­τά­λο­γο”. Λί­γο νεό­τε­ροι οι δυο που δια­μαρ­τυ­ρή­θη­καν με τον πα­ρα­γκω­νι­σμό τους, 43 ο Φώ­τος Γιο­φύλ­λης, και 49 η Γα­λά­τεια Κα­ζα­ντζά­κη. Τό­τε, α­κό­μη, ε­πι­κρα­τού­σε η γε­ρο­ντο­κρα­τία. Σή­με­ρα, πα­ρου­σιά­ζε­ται η α­ντί­θε­τη τά­ση. Και στις δύο πε­ρι­πτώ­σεις, το ζή­τη­μα εί­ναι ό­τι η μια ο­μά­δα προω­θεί­ται δια του α­πο­κλει­σμού της άλ­λης. Με βά­ση, πά­ντως, τις η­λι­κίες, γεν­νά­ται το ε­ρώ­τη­μα, πώς και έ­δει­ρε ο Ση­μη­ριώ­της τον Γιο­φύλ­λη, ό­ταν ε­κεί­νος δυ­σφή­μη­σε τη βρά­βευ­σή του με δη­μο­σίευ­μα σε ε­φη­με­ρί­δα. Αγνοού­με, ό­μως, τη σω­μα­τι­κή διά­πλα­ση των δυο αν­δρών. Σή­με­ρα, οι ξυ­λο­δαρ­μοί ευ­τυ­χώς α­πο­φεύ­γο­νται.
Άξιο πα­ρα­τή­ρη­σης, ό­μως, εί­ναι ό­τι, ε­νώ τις κα­λές συ­νή­θεις των πα­λαιό­τε­ρων, ό­πως τα πρα­κτι­κά, δεν τις υιο­θε­τού­με, α­σπα­ζό­μα­στε τις κα­τα­δι­κα­στέες. Έχου­με και λέ­με. Πα­ρά τους σφρα­γι­σμέ­νους φα­κέ­λους με τα ο­νό­μα­τα των συγ­γρα­φέων, οι κρι­τές κα­τη­γο­ρή­θη­καν ό­τι στις α­πο­φά­σεις τους ε­πη­ρεά­στη­καν α­πό φι­λίες και ι­διο­τέ­λειες, και ε­πι­προ­σθέ­τως, ό­τι έ­γι­ναν συ­νεν­νοή­σεις και πα­ζα­ρέ­μα­τα. Σή­με­ρα, α­ντί­στοι­χα, σφρα­γί­ζουν φα­κέ­λους, μέ­χρι και σε συμ­βο­λαιο­γρά­φους κα­τα­φεύ­γουν, πα­ρό­μοιες, ό­μως, κα­τη­γο­ρίες δεν τις γλι­τώ­νουν. Κα­τά πό­σο, τό­τε και τώ­ρα, α­λη­θεύουν, μέ­νει α­να­πό­δει­κτο. Τό­τε, τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα διέρ­ρευ­σαν στον Τύ­πο μια μέ­ρα πριν την ε­πί­ση­μη α­να­κοί­νω­σή τους. Πι­θα­νώς, υ­πήρ­χαν και τό­τε δαι­μό­νιοι δη­μο­σιο­γρά­φοι. Την 8η Μαρ­τίου 1931 έ­γι­νε η πα­ρου­σία­ση των α­πο­τε­λε­σμά­των στο θέ­α­τρο Κε­ντρι­κόν, με α­στυ­νο­μι­κή προ­στα­σία, ι­διαί­τε­ρα για έ­ναν των κρι­τών, τον Ξε­νό­που­λο. Όπως γί­νε­ται και σή­με­ρα, πί­στευαν ό­τι τα βρα­βεία έ­νας τα έ­δι­νε.
Εδώ, ό­μως, ση­μειώ­νε­ται δια­φο­ρο­ποίη­ση του τό­τε με το τώ­ρα. Ο Ξε­νό­που­λος διά­βα­ζε ό­λα τα έρ­γα. Το ι­σχυ­ρί­ζε­ται στις ε­πι­στο­λές του προς Λι­δω­ρί­κη, αλ­λά το α­πο­δει­κνύει και με τις διε­ξο­δι­κές κρί­σεις του. Οι άλ­λοι δυο κρι­τές ή­ταν ο Λι­δω­ρί­κης και ο Τί­μος Μω­ραϊτί­νης, που τού βγή­κε το ό­νο­μα, ό­πως γί­νε­ται και σή­με­ρα για ο­ρι­σμέ­νους, ό­τι τα ξε­πέ­τα­γε. Όπως και να έ­χει, η ε­πι­μο­νή του Ξε­νό­που­λου στη βρά­βευ­ση του Ση­μη­ριώ­τη έ­να­ντι του Συ­να­δι­νού, η α­πόρ­ρι­ψη του έρ­γου του Γιο­φύλ­λη στην κα­τη­γο­ρία των ά­ξιων προ­σο­χής και η μη βρά­βευ­ση του έρ­γου της Κα­ζα­ντζά­κη, καί­τοι κρί­θη­κε ως α­νώ­τε­ρο ό­λων, με το δι­καιο­λο­γη­τι­κό ό­τι εί­ναι α­κα­τάλ­λη­λο για ελ­λη­νι­κή σκη­νή ως έρ­γο της α­βάν γκαρ­ντ, δυ­σφή­μι­σαν τον Στα­θά­τειο Δια­γω­νι­σμό. Σε α­ντί­θε­ση, ό­μως, με σή­με­ρα, που έ­νας δια­γω­νι­σμός μπο­ρεί μεν να μην χαί­ρει ου­δε­μίας υ­πό­λη­ψης αλ­λά να μα­κρο­η­με­ρεύει, και δη χω­ρίς την πα­ρα­μι­κρή βελ­τίω­ση, ο Στα­θά­τειος δεν ε­πα­να­λή­φθη­κε.
Βρα­χύ­βιοι δια­γω­νι­σμοί ό­πως ο Στα­θά­τειος, γί­νο­νται και σή­με­ρα, α­φή­νο­ντας με­τά βίας κά­ποιο ι­σχνό ί­χνος τον Τύ­πο. Ενώ, για τον Στα­θά­τειο έ­χου­με έ­να βι­βλίο, το ο­ποίο, με κα­λύ­τε­ρη δο­μή (χω­ρι­σμό σε κε­φά­λαια, δη­μιουρ­γία ε­πι­μέ­ρους ε­νο­τή­των) και εν­δε­λε­χέ­στε­ρη έ­ρευ­να σχε­τι­κά με τα μνη­μο­νευό­με­να έρ­γα, θα μπο­ρού­σε να α­πο­τε­λεί ση­μα­ντι­κή συμ­βο­λή. Επι­προ­σθέ­τως, υ­πάρ­χουν δη­μο­σιευ­μέ­νες στα «Επτα­νη­σια­κά Φύλ­λα» οι ε­πι­στο­λές Ξε­νό­που­λου προς Λι­δω­ρί­κη. Σε αυ­τά τα τεκ­μή­ρια, θα πρέ­πει να συ­νυ­πο­λο­γι­στεί η ε­κτε­νής πα­ρου­σία­ση του βρα­βευ­μέ­νου θε­α­τρι­κού του Ση­μη­ριώ­τη, «Ο Αντι­φω­νη­τής μί­λη­σε...», στο δί­το­μο έρ­γο, «Τα ποιή­μα­τα 1893-1943», που ε­τοί­μα­σαν και ε­ξέ­δω­σαν, προ δε­κα­πε­ντα­ε­τίας, η Έλσα Λια­ρο­πού­λου και ο Γιάν­νης Πα­τί­λης. Κα­θώς ε­φέ­τος συ­μπλη­ρώ­νο­νται 140 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­ση του Ση­μη­ριώ­τη, α­ξί­ζει να ξα­να­δια­βά­σου­με την ποίη­σή του. Επί­σης, με βά­ση την πρό­σφα­τη με­λέ­τη του Λέ­ο­ντα Ναρ για τον Γιω­σέφ Ελι­γιά, τεκ­μαί­ρε­ται ό­τι η συ­νο­μι­λία Ελι­γιά- Ξε­νό­που­λου, σχε­τι­κά με έ­να υ­πο­ψή­φιο έρ­γο ε­βραϊκής υ­πό­θε­σης, την ο­ποία α­να­φέ­ρει ο Ξε­νό­που­λος σε ε­πι­στο­λή του προς τον Λι­δω­ρί­κη, θα πρέ­πει να έ­γι­νε πριν την α­να­χώ­ρη­ση του Ελι­γιά για το Κιλ­κίς, Σε­πτέμ­βριο 1930, ό­που α­νέ­λα­βε χρέη κα­θη­γη­τή γαλ­λι­κών. Το α­να­φέ­ρου­με, για­τί δεί­χνει το πό­σο νω­ρίς ο Ξε­νό­που­λος άρ­χι­σε ό­χι μό­νο να δια­βά­ζει τα υ­πο­ψή­φια έρ­γα αλ­λά και να τα με­λε­τά­ει λε­πτο­με­ρώς. Άρα­γε, υ­πήρ­ξε κρι­τής κά­ποιας κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής, τα τε­λευ­ταία, ας πού­με, τριά­ντα χρό­νια, που να έ­δω­σε α­ντί­στοι­χη βα­ρύ­τη­τα στο έρ­γο της ε­πι­λο­γής και βρά­βευ­σης; Για­τί να μην υ­πάρ­ξει σε κά­ποιο α­πό τα ι­διω­τι­κά βρα­βεία ή και στα κρα­τι­κά μια ε­πι­τρο­πή, ό­που τα μέ­λη της να δια­βά­ζουν ό­λα τα υ­πο­ψή­φια βι­βλία και να συ­ντάσ­σουν έκ­θε­ση για κα­θέ­να α­πό αυ­τά;
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στις 13 Ιουνίου 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια: