Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2010

Μια υποδειγματική μονογραφία

Μα­ρί-Πωλ Μασ­σό­ν-Βεν­κού­ρ
«Ο Παύ­λος Καλ­λι­γάς
(1814-1896) και η ί­δρυ­ση
του ελ­λη­νι­κού κρά­τους»
Με­τά­φρα­ση: Άρης Αλε­ξά­κης,
Αγγ. Πα­πα­δο­πού­λου,

Κ. Τσι­νά­ρης
Εκδό­σεις Μ.Ι.Ε.Τ.

Αθή­να, 2009

Στη σει­ρά «Νε­ο­ελ­λη­νι­κή Προ­σω­πο­γρα­φία» του ΜΙΕ­Τ, τον Δε­κέμ­βριο του 2009, προ­στέ­θη­κε ο 16ος τό­μος για τον Παύ­λο Καλ­λι­γά, 23 χρό­νια με­τά τον 6ο τό­μο για τον Κων­στα­ντί­νο Πα­παρ­ρη­γό­που­λο. Δυο κο­ρυ­φαίες προ­σω­πι­κό­τη­τες του 19ου αιώ­να, που γεν­νή­θη­καν, α­ντι­στοί­χως, στην Σμύρ­νη και την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, στο μέ­σο της δεύ­τε­ρης δε­κα­ε­τίας, σε α­πό­στα­ση ο­λί­γων μη­νών, και α­πε­βίω­σαν ε­ντός της τε­λευ­ταίας δε­κα­ε­τίας. Την βιο­γρα­φία του Πα­παρ­ρη­γό­που­λου την συ­ντάσ­σει ο Κ. Θ. Δη­μα­ράς, που στά­θη­κε ο ε­μπνευ­στής και αυ­τής του Καλ­λι­γά. Το 1986, ο Δη­μα­ράς, στον πρό­λο­γό του, δια­πι­στώ­νει ό­τι μας λεί­πουν ο­λό­τε­λα οι βιο­γρα­φίες. Κι αυ­τό, για­τί το εί­δος έ­χει πε­ρι­πέ­σει σε α­νυ­πο­λη­ψία στην “φω­τι­σμέ­νη Ευ­ρώ­πη”, που ζη­τά στον συλ­λο­γι­κό πα­ρά­γο­ντα και ό­χι πλέ­ον στον α­το­μι­κό, ό­πως πα­λαιό­τε­ρα, τον κι­νη­τή­ριο μο­χλό της Ιστο­ρίας. Θυ­μί­ζει, ω­στό­σο, ό­τι η Δύ­ση, ε­πί αιώ­νες καλ­λιέρ­γη­σε γό­νι­μα τη βιο­γρα­φία, ώ­στε να δια­θέ­τει πλού­σιο α­πό­θε­μα πλη­ρο­φο­ριών για τα ά­το­μα, ως α­πα­ραί­τη­τη υ­πο­δο­μή για την νέα ι­στο­ρι­κή θεώ­ρη­ση. Ας γνω­ρί­σου­με τα ά­το­μα, πα­ρο­τρύ­νει, και μα­κά­ρι κα­τό­πιν να τα ξε­πε­ρά­σου­με.
Ένα τέ­ταρ­το του αιώ­να αρ­γό­τε­ρα, το εί­δος της βιο­γρα­φίας πρω­τεύει σε με­τα­φρά­σεις λό­γω του με­γά­λου α­να­γνω­στι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος που προ­κα­λεί, κα­τ’ α­ντα­νά­κλα­ση του α­ντί­στοι­χου εν­δια­φέ­ρο­ντος στην Δύ­ση. Βιο­γρα­φίες, ό­μως, προ­σώ­πων του ελ­λη­νι­κού κό­σμου ε­ξα­κο­λου­θούν να σπα­νί­ζουν. Βε­βαίως, η κα­τά­στα­ση εί­ναι λί­γο κα­λύ­τε­ρη, α­πό ε­κεί­νη που πε­ρι­γρά­φει ο Δη­μα­ράς, κι αυ­τό, εν μέ­ρει, ο­φεί­λε­ται και στις δι­κές του πα­ρο­τρύν­σεις. Η μο­νο­γρα­φία για τον Παύ­λο Καλ­λι­γά ξε­κί­νη­σε με προ­τρο­πή του, το 1978, και α­πο­τέ­λε­σε το δι­δα­κτο­ρι­κό της ελ­λη­νί­στριας Μα­ρί-Πωλ Μασ­σόν, το ο­ποίο ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε εν­νέα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα και με­τά άλ­λα δέ­κα χρό­νια, το 1997, εκ­δό­θη­κε στη Γαλ­λία. Η με­τά­φρα­ση στα ελ­λη­νι­κά ξε­κί­νη­σε το 1994 και η έκ­δο­ση σχε­δια­ζό­ταν για την ε­πέ­τειο των 100 χρό­νων α­πό το θά­να­το του Καλ­λι­γά, στις 16 Σε­πτεμ­βρίου 1896. Τε­λι­κά, η σκυ­τά­λη του με­τα­φρα­στι­κού α­γώ­να πέ­ρα­σε α­πό τρία χέ­ρια. Με­σο­λά­βη­σαν οι θά­να­τοι των δυο με­τα­φρα­στών, πριν ο­λο­κλη­ρω­θεί, με κα­θο­ρι­στι­κή τη συμ­βο­λή του τε­λευ­ταίου με­τα­φρα­στή, Άρη Αλε­ξά­κη, που πέ­θα­νε το 2008, χω­ρίς να δει εκ­δο­μέ­νο το έρ­γο. Πά­ντως, προ­σφέ­ρε­ται για με­λέ­τη α­πό ι­στο­ρι­κούς και φι­λο­λό­γους μέ­χρι τον ε­ορ­τα­σμό της ε­πε­τείου των 200 χρό­νων α­πό τη γέν­νη­ση του Καλ­λι­γά, στις 20 Σε­πτεμ­βρίου 1814.
Ο Δη­μα­ράς διευ­κρι­νί­ζει ό­τι η μο­νο­γρα­φία για τον Πα­παρ­ρη­γό­που­λο δεν α­πευ­θύ­νε­ται σε ό­σους α­γνοούν ή γνω­ρί­ζουν α­νε­παρ­κώς το πρό­σω­πο, αλ­λά σε ε­κεί­νους που το γνω­ρί­ζουν ή­δη και ε­πι­θυ­μούν να ε­ντρυ­φή­σουν πε­ραι­τέ­ρω, συ­νο­μι­λώ­ντας μα­ζί του. Αντι­θέ­τως, η μο­νο­γρα­φία Καλ­λι­γά, υ­περ­βαί­νου­σα κα­τά 300 σε­λί­δες ε­κεί­νη του Δη­μα­ρά, εί­ναι ε­ξαν­τλη­τι­κή σε πλη­ρο­φο­ρίες γύ­ρω α­πό το ε­κά­στο­τε ι­στο­ρι­κό πλαί­σιο και τα ε­μπλε­κό­με­να πρό­σω­πα, κα­λύ­πτο­ντας τις α­νά­γκες ε­νός ευ­ρύ­τε­ρου α­να­γνω­στι­κού κοι­νού. Αυ­τό, πι­θα­νώς, ο­φεί­λε­ται στην η­λι­κία, που εί­χαν οι βιο­γρά­φοι κα­τά τη συγ­γρα­φή, και κυ­ρίως στους στό­χους τους. Άλλες οι στο­χεύ­σεις μιας δια­τρι­βής κι άλ­λες μιας με­λέ­της, που γί­νε­ται σε η­λι­κία “ώ­ρι­μου γή­ρα­τος”. Όπως και να έ­χει, η μο­νο­γρα­φία της Μασ­σόν εί­ναι συ­στη­μα­τι­κή ως προς την ε­ρευ­νη­τι­κή υ­πο­δο­μή και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση, ως προς την πα­ρου­σία­ση. Χω­ρί­ζε­ται σε τέσ­σε­ρα μέ­ρη, με­τά προ­λό­γου και ε­πι­λό­γου. Το πρώ­το κα­λύ­πτει τα παι­δι­κά χρό­νια του Καλ­λι­γά και ε­κεί­να των σπου­δών του. Το δεύ­τε­ρο πα­ρα­κο­λου­θεί τη στα­διο­δρο­μία του α­πό 23 ε­τών, που ε­γκα­θί­στα­ται στην Αθή­να, μέ­χρι τα 40. Πα­ρεμ­βάλ­λε­ται έ­να τρί­το μέ­ρος, συ­ντο­μό­τε­ρο των άλ­λων, που κα­λύ­πτει μό­λις μια διε­τία, πο­λύ ση­μα­ντι­κή, ό­μως, α­φού α­να­φέ­ρε­ται στη συγ­γρα­φή του μο­να­δι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Καλ­λι­γά, του «Θά­νου Βλέ­κα». Τέ­λος, το τέ­ταρ­το μέ­ρος κα­λύ­πτει τα ε­πό­με­να 40 χρό­νια του βίου του, τιτ­λο­φο­ρού­με­νο «Η κα­τα­ξίω­ση». Του κυ­ρίως σώ­μα­τος της με­λέ­της προ­τάσ­σε­ται α­να­λυ­τι­κό χρο­νο­λό­γιο και έ­πε­ται ερ­γο­γρα­φία Καλ­λι­γά και γε­νι­κό­τε­ρη βι­βλιο­γρα­φία.
Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των νε­α­νι­κών χρό­νων του Καλ­λι­γά εί­ναι οι συ­νε­χείς με­τα­το­πί­σεις. Ο πα­τέ­ρας του κα­τα­γό­ταν α­πό τα Καλ­λι­γά­τα Κε­φα­λο­νιάς και ο­νο­μα­ζό­ταν Πα­να­γής Άννι­νος ή Πα­να­γής Καλ­λι­γάς-Άννι­νος. Πι­θα­νο­λο­γεί­ται ό­τι η ε­μπλο­κή της οι­κο­γέ­νειάς του στους ξε­ση­κω­μούς των Λη­ξου­ριω­τών ε­να­ντίον των ξέ­νων αρ­χών, Γάλ­λων και με­τά Ρώ­σων, συ­νέ­βα­λε στη φυ­γή του α­πό το νη­σί και την αλ­λα­γή του ε­πι­θέ­του του. Όπως και να έ­χει, το 1810, ή­ταν 36 ε­τών και εί­χε ε­γκα­τα­στα­θεί στη Σμύρ­νη. Τό­τε, αρ­ρα­βω­νιά­στη­κε την δε­κα­τε­τρά­χρο­νη Σο­φία Μαυ­ρο­γορ­δά­του, που, πέ­ραν του νε­α­ρού της η­λι­κίας της, ή­ταν και μια πο­λύ­φερ­νη νύ­φη. Απέ­κτη­σαν δυο παι­διά, την Μα­ρία και τον Παύ­λο, και μια διώ­ρο­φη πο­λυ­τε­λή κα­τοι­κία στον πα­ρα­κεί­με­νο ε­ξο­χι­κό συ­νοι­κι­σμό του Μπουρ­νό­βα. Φαί­νε­ται, ό­μως, ό­τι ο Πα­να­γής Καλ­λι­γάς χρειά­στη­κε, για δεύ­τε­ρη φο­ρά, να ε­γκα­τα­λεί­ψει το σπί­τι του και τη Σμύρ­νη, πι­θα­νο­λο­γεί­ται λό­γω α­νά­μι­ξής του σε ε­νέρ­γειες ε­να­ντίον των Οθω­μα­νι­κών Αρχών. Αυ­τή τη φο­ρά, ε­γκα­τα­στά­θη­κε στην Τερ­γέ­στη, ό­που και πέ­θα­νε, στις 18 Ια­νουα­ρίου 1832.
Από την πλευ­ρά του, ο Παύ­λος Καλ­λι­γάς γρά­φτη­κε μεν, μό­λις τε­τρα­ε­τής, στην Ευαγ­γε­λι­κή Σχο­λή Σμύρ­νης, αλ­λά έ­μελ­λε να σπου­δά­σει στη Δύ­ση και να θεω­ρεί ε­αυ­τόν Έλλη­να της Τερ­γέ­στης. Ανθη­ρή η ε­κεί ελ­λη­νι­κή κοι­νό­τη­τα, διέ­θε­τε και ελ­λη­νι­κό σχο­λείο. Ωστό­σο, ο Πα­να­γής Καλ­λι­γάς προ­τί­μη­σε να στεί­λει τον γιο του στο Φλαγ­γι­νια­νό Γυ­μνά­σιο της Βε­νε­τίας. Ση­μα­ντι­κό εκ­παι­δευ­τή­ριο α­πό την ί­δρυ­σή του τον 17ο αιώ­να, εί­χε κλεί­σει το 1797 με την κα­τά­λυ­ση της Βε­νε­τι­κής Δη­μο­κρα­τίας α­πό τους Γάλ­λους και μό­λις το 1823, ε­πα­να­λει­τούρ­γη­σε και πά­λι ως έ­να ελ­λη­νι­κό σχο­λείο. Ο Παύ­λος έ­μει­νε μό­νο δυο χρό­νια στη Βε­νε­τία, με­τά ε­στά­λη στο Κο­λέ­γιο Έγερ της Γε­νεύης, ε­γκα­τα­λεί­πο­ντας ο­ρι­στι­κά την ελ­λη­νι­κή εκ­παί­δευ­ση. Όπως φαί­νε­ται, ο Πα­να­γής Καλ­λι­γάς δεν το ε­πέ­λε­ξε για να του προ­σφέ­ρει γαλ­λό­φω­νη και προ­τε­στα­ντι­κή παι­δεία - για έ­μπο­ρο, άλ­λω­στε, τον προό­ρι­ζε - αλ­λά για το κλί­μα της Ελβε­τίας, λό­γω της ευαί­σθη­της κρά­σης του. Με­τά το θά­να­το του πα­τέ­ρα του, ο Παύ­λος στρά­φη­κε στην γερ­μα­νι­κή παι­δεία, α­κο­λου­θώ­ντας τις δι­κές του προ­τι­μή­σεις. Σπού­δα­σε νο­μι­κά, δια­δο­χι­κά, σε Μό­να­χο, Βε­ρο­λί­νο και Χαϊδελ­βέρ­γη. Ρω­μαϊκό Δί­καιο δι­δά­χτη­κε α­πό τον πρω­το­πό­ρο γερ­μα­νό νο­μο­μα­θή Φρή­ντριχ Καρλ φον Σα­βι­νιύ, ι­δρυ­τή της “ι­στο­ρι­κής σχο­λής” του Δι­καίου, που υ­πο­στή­ρι­ζε ό­τι το πνεύ­μα του Δι­καίου πρέ­πει να ερ­μη­νεύε­ται με βά­ση τις ι­στο­ρι­κές πη­γές. Πά­νω σε αυ­τό το θέ­μα πα­ρου­σία­σε το δι­δα­κτο­ρι­κό του στην Χαϊδελ­βέρ­γη, που στά­θη­κε το πρώ­το βή­μα για την πε­ντά­το­μη πραγ­μα­τεία του Ρω­μαϊκού Δι­καίου, την ο­ποία ε­ξέ­δω­σε α­πό το 1848 μέ­χρι το 1866.
Ιδιαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον έ­χει έ­να πα­ρέμ­βλη­το κε­φά­λαιο, στο ο­ποίο πα­ρου­σιά­ζε­ται η δια­σω­θεί­σα βι­βλιο­θή­κη του Καλ­λι­γά. Με σχε­δια­γράμ­μα­τα και στα­τι­στι­κές α­να­λύ­σεις δί­νε­ται μια ευ­κρι­νής ι­δέα για τις α­να­γνώ­σεις του. Η ει­κό­να συ­μπλη­ρώ­νε­ται α­πό έ­να δια­σω­θέν ση­μειω­μα­τά­ριό του. Ακο­λου­θεί πο­σο­τι­κή και θε­μα­τι­κή α­νά­λυ­ση του συ­νο­λι­κού του έρ­γου, που φτά­νει τους 72 τίτ­λους. Όπως φαί­νε­ται, ο με­γα­λύ­τε­ρος α­ριθ­μός των σε­λί­δων εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νες στο Βυ­ζά­ντιο και συ­γκε­κρι­μέ­να, στην ε­φαρ­μο­γή ε­κεί του Ρω­μαϊκού Δι­καίου. Στο χώ­ρο του Βυ­ζα­ντίου και στην αυ­στη­ρή κρι­τι­κή του για τη βυ­ζα­ντι­νή κοι­νω­νία ε­ντο­πί­ζε­ται και η α­ντι­δι­κία του με τον Πα­παρ­ρη­γό­που­λο, που, αρ­χι­κά, εκ­φρά­στη­κε σε ο­ξείς τό­νους α­πό την πλευ­ρά του Καλ­λι­γά. Χά­ρις, ό­μως, στην με­τροέ­πεια του Πα­παρ­ρη­γό­που­λου, οι τό­νοι κα­τέ­βη­καν στο ε­πί­πε­δο μιας θεω­ρη­τι­κής δια­φω­νίας, ό­πως ση­μειώ­νει ο Δη­μα­ράς.
Ως έ­νας έ­μπει­ρος “ξε­νό­φερ­τος” έ­φτα­σε ο Καλ­λι­γάς, το 1837, στο Ναύ­πλιο. Εκεί κα­τοι­κού­σε η α­δελ­φή του, Μα­ρία, σύ­ζυ­γος πλέ­ον του για­τρού Νι­κό­λα­ου Κω­στή, και η μη­τέ­ρα του. Λί­γο αρ­γό­τε­ρα, ε­γκα­τα­στά­θη­κε στην Αθή­να, ό­που προ­σπά­θη­σε να συν­δυά­σει τη νο­μι­κή με την πα­νε­πι­στη­μια­κή στα­διο­δρο­μία. Και το κα­τόρ­θω­σε. Ήδη, το 1842, διο­ρί­στη­κε πρώ­τος πρό­ε­δρος στον Άρειο Πά­γο και το ε­πό­με­νο έ­τος, κα­θη­γη­τής Ρω­μαϊκού Δι­καίου. Ανε­ξάρ­τη­τα αν, δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, τον α­πέ­λυ­σε ο Κω­λέτ­της, ε­πει­δή αρ­νή­θη­κε να υ­πο­στη­ρί­ξει τον δι­κό του υ­πο­ψή­φιο για την εκ­προ­σώ­πη­ση του πα­νε­πι­στη­μίου στο κοι­νο­βού­λιο. Επα­να­διο­ρί­στη­κε στα κα­το­πι­νά χρό­νια και το 1865, α­να­γο­ρεύ­θη­κε τα­κτι­κός κα­θη­γη­τής. Συ­νο­λι­κά, χρη­μά­τι­σε κα­θη­γη­τής του Ρω­μαϊκού Δι­καίου για πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τριά­ντα χρό­νια. Πα­ρό­μοιες βρα­χυ­χρό­νιες θη­τείες, που α­κο­λου­θού­σαν τα πο­λι­τι­κά σκα­μπα­νε­βά­σμα­τα, εί­χε και στα διά­φο­ρα υ­πουρ­γεία: Δι­καιο­σύ­νης, το 1854, Εξω­τε­ρι­κών, το 1863 και πά­λι το ε­πό­με­νο έ­τος, Δι­καιο­σύ­νης και προ­σω­ρι­νά Παι­δείας και Θρη­σκευ­μά­των, το 1865, Οι­κο­νο­μι­κών, το 1882.
Τις φι­λε­λεύ­θε­ρες α­πό­ψεις του τις δη­μο­σιο­ποιεί, ή­δη, με το πρώ­το του σύγ­γραμ­μα, που α­φο­ρά τον Τύ­πο. Σε αυ­τό, ξε­κι­νά, θέ­το­ντας το ε­ρώ­τη­μα: «Εί­ναι ε­πω­φε­λής εις την κοι­νω­νίαν η ε­λευ­θε­ρο­τυ­πία, ή εί­ναι ε­πι­ζή­μιος;» Στη συ­νέ­χεια, δια­τυ­πώ­νει την ά­πο­ψη ό­τι για την α­νά­πτυ­ξη πο­λι­τι­κού βίου, πρέ­πει να δια­μορ­φω­θεί μια κοι­νή γνώ­μη, ι­κα­νή να ξε­φύ­γει α­πό το ε­πί­πε­δο των προ­σω­πι­κών δια­φο­ρών. Τα ε­πό­με­να συγ­γράμ­μα­τά του α­φο­ρούν τη σύ­ντα­ξη α­στι­κού κώ­δι­κα. Χά­ρις σε αυ­τά διο­ρί­στη­κε στην αρ­μό­δια ε­πι­τρο­πή για τη σύ­ντα­ξή του. Ενώ, κα­θο­ρι­στι­κή στά­θη­κε και η συμ­με­το­χή του στη σύ­ντα­ξη του Συ­ντάγ­μα­τος, που εκ­χω­ρή­θη­κε με­τά το Κί­νη­μα της 3ης Σε­πτεμ­βρίου 1843. Πρό­τυ­πο δη­μό­σιου άν­δρα ο Καλ­λι­γάς, διέ­πρε­ψε με τις α­γο­ρεύ­σεις του, τό­σο στο Κοι­νο­βού­λιο και τα Δι­κα­στή­ρια ό­σο και στις πα­νε­πι­στη­μια­κές πα­ρα­δό­σεις, που χα­ρα­κτη­ρί­στη­καν “ε­πι­στη­μο­νι­κά συλ­λα­λη­τή­ρια” χά­ρις στο πλή­θος ε­πι­στη­μό­νων που προ­σήρ­χε­το, πέ­ραν των φοι­τη­τών.
Το 1844, ο Καλ­λι­γάς έ­κα­νε έ­να μα­κρύ τα­ξί­δι στην Ανα­το­λή, Σύ­ρο – Σμύρ­νη – Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, α­πό το ο­ποίο προέ­κυ­ψε έ­να τα­ξι­διω­τι­κό, με τη μορ­φή 14 ε­πι­στο­λών. Και λί­γα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, έ­να δεύ­τε­ρο τα­ξί­δι στην Τερ­γέ­στη, γύ­ρω στο 1849, α­πό το ο­ποίο προέ­κυ­ψε έ­να δεύ­τε­ρο τα­ξι­διω­τι­κό, αλ­λά και έ­νας αρ­ρα­βώ­νας. Όσο α­φο­ρά τον οι­κο­γε­νεια­κό του βίο, α­κο­λού­θη­σε το πα­ρά­δειγ­μα του πα­τέ­ρα του. Στα 35 του αρ­ρα­βω­νιά­στη­κε την 18χρο­νη Μα­ρία Μα­νού­ση, κό­ρη πλού­σιας οι­κο­γέ­νειας της Τερ­γέ­στης, την ο­ποία και πα­ντρεύ­τη­κε δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα. Τό­τε, ξε­κί­νη­σε και αυ­τός να χτί­ζει οι­κία νε­ο­κλα­σι­κού ρυθ­μού στην ο­δό Στα­δίου, α­πέ­να­ντι α­πό τα τό­τε βα­σι­λι­κά ιπ­πο­στά­σια. Σή­με­ρα, στο χώ­ρο των βα­σι­λι­κών ιπ­πο­στα­σίων υ­ψώ­νε­ται το μέ­γα­ρο του Με­το­χι­κού Τα­μείου Στρα­τού και α­πό την οι­κία Καλ­λι­γά α­πέ­μει­νε, εις α­νά­μνη­ση, η ο­μώ­νυ­μη Στοά.
Με μια μι­κρή πα­ρέν­θε­ση για τη συγ­γρα­φή του «Θά­νου Βλέ­κα», ο Καλ­λι­γάς πα­ρέ­μει­νε δια βίου α­φο­σιω­μέ­νος στα νο­μι­κά και την πο­λι­τι­κή. Με­τά το 1856, ω­στό­σο, τα εν­δια­φέ­ρο­ντά του ε­πι­κε­ντρώ­θη­καν στην οι­κο­νο­μία και την ι­στο­ριο­γρα­φία. Πί­στευε ό­τι “ως τέ­χνη η ι­στο­ριο­γρα­φία δεν εί­ναι του τυ­χό­ντος”. Γι’ αυ­τό και το 1858, υ­πο­στή­ρι­ζε ό­τι πρέ­πει να γρα­φεί η ι­στο­ρία της Ελλη­νι­κής Επα­νά­στα­σης, πα­ρό­λο που υ­πήρ­χαν οι Ιστο­ρίες του Σπυ­ρί­δω­νος Τρι­κού­πη και του σκώ­του φι­λέλ­λη­να Τό­μας Γκόρ­ντον, κα­θώς και η πρώ­τη μορ­φή της Ιστο­ρίας του Πα­παρ­ρη­γό­που­λου. Εκφρά­ζει μια ου­μα­νι­στι­κή ά­πο­ψη πε­ρί ι­στο­ριο­γρα­φίας, α­ντα­να­κλώ­ντας τις α­πό­ψεις των δια­φω­τι­στών. Αυ­τές τις α­πό­ψεις υ­πε­ρα­σπί­στη­κε και στον πο­λι­τι­κό στί­βο, αρ­χής γε­νο­μέ­νης α­πό την Συ­ντα­κτι­κή Εθνο­συ­νέ­λευ­ση του 1862, στην ο­ποία συμ­με­τεί­χε ε­πί μια διε­τία. Την ε­πό­με­νη χρο­νιά, ως υ­πουρ­γός Εξω­τε­ρι­κών, εί­χε τη χα­ρά να α­να­κοι­νώ­σει την έ­νω­ση των πά­τριων ε­δα­φών, του­τέ­στιν της Επτα­νή­σου, με την Ελλά­δα.
Την ε­να­σχό­λη­σή του με τα οι­κο­νο­μι­κά θέ­μα­τα δεί­χνει και ο ρό­λος που δια­δρα­μά­τι­σε στην Εθνι­κή Τρά­πε­ζα αλ­λά και σε άλ­λα τρα­πε­ζο-οι­κο­νο­μι­κά ι­δρύ­μα­τα. Από το 1841 ή­ταν σύμ­βου­λος της Εθνι­κής Τρά­πε­ζας, νο­μι­κός σύμ­βου­λος το 1860, και το 1885, ό­ντας έ­νας α­πό τους με­γά­λους με­τό­χους της, α­νέ­λα­βε υ­πο­διοι­κη­τής και το 1890 διοι­κη­τής. Του α­πέ­δω­σαν, μά­λι­στα, την προ­σω­νυ­μία “κέρ­βε­ρος του δη­μο­σίου χρή­μα­τος”.
Εφ’ ό­ρου ζωής ο Καλ­λι­γάς στά­θη­κε έ­νας α­κά­μα­τος συγ­γρα­φέ­ας. Ωστό­σο, η Μασ­σόν ε­κτι­μά­ει ό­τι, α­πό τα γρα­πτά του, α­ντέ­χουν σή­με­ρα μό­νο το «Σύ­στη­μα Ρω­μαϊκού Δι­καίου» και το μυ­θι­στό­ρη­μά του. Ενώ, συ­νο­ψί­ζει τη δια­τρι­βή της με τον ε­πι­γραμ­μα­τι­κό χα­ρα­κτη­ρι­σμό: “ο Καλ­λι­γάς ή­ταν έ­νας φι­λε­λεύ­θε­ρος νο­μο­μα­θής”. Έργο αυ­τού του φι­λε­λεύ­θε­ρου νο­μο­μα­θούς έ­μελ­λε να εί­ναι “το πρώ­το μας κοι­νω­νι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα”, κα­τά την α­πό­φαν­ση Δη­μα­ρά, η ο­ποία, σε α­ντί­θε­ση με άλ­λες κρί­σεις του, έ­γι­νε γε­νι­κό­τε­ρα α­πο­δε­κτή. Το «Θά­νος Βλέ­κας» δη­μο­σιεύ­θη­κε σε συ­νέ­χειες στο πε­ριο­δι­κό «Παν­δώ­ρα» α­πό τις 15 Οκτω­βρίου 1855 έως τις 15 Φε­βρουα­ρίου 1856. Ο Καλ­λι­γάς δεν εμ­φα­νί­στη­κε ως συγ­γρα­φέ­ας του, αλ­λά, με ε­πι­στο­λή του προς τον εκ­δό­τη του πε­ριο­δι­κού Νι­κό­λαο Δρα­γού­μη, που δη­μο­σιεύ­τη­κε ως πρό­λο­γος, το πα­ρου­σία­σε ως έρ­γο ε­νός α­πο­θα­νό­ντος α­πό την σο­βού­σα τό­τε ε­πι­δη­μία χο­λέ­ρας, τον ο­ποίο και δεν κα­το­νο­μά­ζει.
Ει­ση­γη­τής, λοι­πόν, στα κα­θ’ η­μάς, του κοι­νω­νι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος δεν υ­πήρ­ξε έ­νας Μπαλ­ζάκ ή έ­νας Ντί­κε­νς, αλ­λά έ­νας νο­μο­μα­θής, που θεω­ρού­σε το εν λό­γω έρ­γο του α­σή­μα­ντο “νε­α­νίευ­μα”. Επι­προ­σθέ­τως, ή­ταν έ­νας νο­μο­μα­θής, που η βι­βλιο­θή­κη του δεί­χνει ό­τι δεν διά­βα­ζε ι­διαί­τε­ρα λο­γο­τε­χνία. Η Μασ­σόν πα­ρου­σιά­ζει πρι­σμα­τι­κά το μυ­θι­στό­ρη­μα και θέ­τει το εν­δια­φέ­ρον ε­ρώ­τη­μα, κα­τά πό­σο ο «Θά­νος Βλέ­κας» ε­πη­ρέ­α­σε τον Εντμόν Αμπού κα­τά τη συγ­γρα­φή του μυ­θι­στο­ρή­μα­τός του, «Ο βα­σι­λεύς των ο­ρέων», που εκ­δό­θη­κε στο Πα­ρί­σι, τον Οκτώ­βριο του 1856. Όπως και να έ­χει, ο «Θά­νος Βλέ­κας» και γε­νι­κό­τε­ρα το μυ­θι­στό­ρη­μα της πρώ­της πε­ντη­κο­ντα­ε­τίας του ελ­λη­νι­κού κρά­τους πα­ρα­μέ­νει έ­να α­νοι­κτό θέ­μα. Στη βι­βλιο­γρα­φία , η Μασ­σόν δί­νει κα­τά­λο­γο των αυ­το­τε­λών εκ­δό­σεων του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Το “νε­α­νίευ­μα” του, με τη μορ­φή βι­βλίου, ο Καλ­λι­γάς το πή­ρε στα χέ­ρια του το 1887. Να θυ­μί­σου­με πως α­πο­τέ­λε­σε τον πρώ­το τό­μο στη σει­ρά «Η πε­ζο­γρα­φι­κή μας πα­ρά­δο­ση» του Μα­νό­λη Ανα­γνω­στά­κη, α­ντα­να­κλώ­ντας την πα­λαιό­τε­ρη ά­πο­ψη ό­τι με αυ­τό ξε­κι­νά η πε­ζο­γρα­φι­κή μας πα­ρά­δο­ση.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δεν υπάρχουν σχόλια: