Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2010

Τρεις βυζαντινοί χρονικογράφοι

Ιωάν­νης Κα­μι­νιά­της
Ευ­στά­θιος Θεσ­σα­λο­νί­κης
Ιωάν­νης Ανα­γνώ­στης
«Χρο­νι­κά των Αλώ­σεων
της Θεσ­σα­λο­νί­κης»
Με­τά­φρα­ση: Χά­ρης Μέσ­σης
Ει­σα­γω­γή-σχό­λια:
Paolo Odorico
Εκδό­σεις Άγρα Μάρ­τιος 2010

Δυο εί­ναι οι Αλώ­σεις της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης και α­πό αυ­τές έ­μει­ναν γνω­στά ο­ρι­σμέ­να χρο­νι­κά, που κα­τέ­γρα­ψαν ό­σα συ­νέ­βη­σαν στη διάρ­κειά τους. Για την πρώ­τη Άλω­ση, ε­κεί­νη του 1204, ό­ταν οι ιπ­πό­τες - μάλ­λον συρ­φε­τός Ευ­ρω­παίων κα­τ' ευ­φη­μι­σμόν ιπ­πό­τες - της Τέ­ταρ­της Σταυ­ρο­φο­ρίας πα­ρε­ξέ­κλι­ναν της πο­ρείας τους προς τους Άγιους Τό­πους και μπού­κα­ραν στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, υ­πάρ­χει το χρο­νι­κό του φρά­γκου ιπ­πό­τη Γο­δε­φρεί­δου Βιλ­λαρ­δουί­νου και η λε­πτο­με­ρής “χρο­νι­κή διή­γη­σις” του Νι­κή­τα Χω­νιά­τη. Για τη δεύ­τε­ρη και ο­ρι­στι­κή, ε­κεί­νη του 1453, υ­πάρ­χουν πολ­λά χρο­νι­κά και συγ­γρα­φές. Τέσ­σε­ρις, ό­μως, ι­στο­ρι­κοί θεω­ρού­νται ως οι ση­μα­ντι­κό­τε­ροι: Ο Γεώρ­γιος Σφρα­ντ­ζής με το “μι­κρό” και “με­γά­λο” χρο­νι­κό του, ο Λαό­νι­κος Χαλ­κο­κον­δύ­λης, ο Δού­κας και ο Ίμβριος Μι­χαήλ Κρι­τό­βου­λος.
Τρεις, α­ντι­στοί­χως, εί­ναι οι Αλώ­σεις της Θεσ­σα­λο­νί­κης και λι­γό­τε­ρο γνω­στά τα σχε­τι­κά χρο­νι­κά. Ανα­με­νό­με­νο, α­φού η Θεσ­σα­λο­νί­κη στη Βυ­ζα­ντι­νή Αυ­το­κρα­το­ρία εί­χε πά­ντο­τε το ρό­λο το δεύ­τε­ρο. Η πρώ­τη Άλω­ση της Θεσ­σα­λο­νί­κης έ­γι­νε το 904 α­πό τους Σα­ρα­κη­νούς, που έ­φτα­σαν μέ­χρι τα Δαρ­δα­νέ­λια, α­πεί­λη­σαν την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, αλ­λά τε­λι­κά πο­λιόρ­κη­σαν και κα­τέ­λα­βαν τη Θεσ­σα­λο­νί­κη. Φο­βε­ροί πει­ρα­τές οι Σα­ρα­κη­νοί, ερ­χό­με­νοι α­πό τη Βο­ρειο­δυ­τι­κή Αρα­βία, εί­χαν ως έ­δρα τους την Κρή­τη, ό­που και σώ­ζε­ται μέ­χρι σή­με­ρα ο μύ­θος τους σαν ό­ντα δαι­μο­νι­κά. Στην εν λό­γω πο­λιορ­κία αρ­χη­γός ή­ταν ο δια­βό­η­τος πει­ρα­τής Λέων ο Τρι­πο­λί­της, ό­πως α­πο­κα­λεί­το, λό­γω της κα­τα­γω­γής του α­πό την Τρί­πο­λη της Φοι­νί­κης, ο ο­ποίος αιχ­μα­λω­τί­στη­κε και ε­ξισ­λα­μί­στη­κε α­πό τους Άρα­βες. Ο βυ­ζα­ντι­νός στό­λος εί­χε πο­λύ υ­πο­φέ­ρει α­πό τη ναυ­τι­κή και πο­λε­μι­κή δε­ξιό­τη­τά του.
Η δεύ­τε­ρη Άλω­ση της Θεσ­σα­λο­νί­κης έ­γι­νε το 1185 α­πό τους Νορ­μαν­δούς. Ωστό­σο, λί­γο αρ­γό­τε­ρα, με την πρώ­τη Άλω­ση της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, υ­πέ­στη κι αυ­τή τις συ­νέ­πειες και βρέ­θη­κε πρω­τεύου­σα λα­τι­νι­κού βα­σι­λείου. Τό­τε οι Σταυ­ρο­φό­ροι, κα­τά το μοί­ρα­σμα των ι­μα­τίων, την πα­ρα­χώ­ρη­σαν στον Βο­νι­φά­τιο τον Μομ­φερ­ρα­τι­κό. Μέ­χρι την Άλω­ση του 1430 α­πό τους Οθω­μα­νούς, άλ­λα­ξε χέ­ρια, περ­νώ­ντας α­πό τους Βυ­ζα­ντι­νούς στους Βε­νε­τούς και τού­μπα­λιν. Το 1387 την κα­τέ­λα­βαν για έ­να μι­κρό διά­στη­μα οι Οθω­μα­νοί. Πά­ντως, η Άλω­ση του 1430 στά­θη­κε η ο­ρι­στι­κή, η ο­ποία κρά­τη­σε μέ­χρι τον Οκτώ­βρη του 1912.
Στον πρό­σφα­το τό­μο, ο ο­ποίος α­φο­ρά και τις τρεις Αλώ­σεις της Θεσ­σα­λο­νί­κης, ε­πι­λέχ­θη­καν τρία χρο­νι­κά: του Ιωάν­νη Κα­μι­νιά­τη, του μη­τρο­πο­λί­τη Ευ­στα­θίου και του Ιωάν­νη Ανα­γνώ­στη. Με­μο­νω­μέ­νες εκ­δό­σεις αυ­τών των χρο­νι­κών έ­χουν κυ­κλο­φο­ρή­σει κα­τά το πα­ρελ­θόν. Με­τα­ξύ αυ­τών, ε­κεί­νες του Γ. Τσά­ρα, οι ο­ποίες και α­να­φέ­ρο­νται στη βι­βλιο­γρα­φία του τό­μου. Θα έ­πρε­πε, ω­στό­σο, να διευ­κρι­νί­ζε­ται, αν πρό­κει­ται για τον Γιάν­νη ή τον Γιώρ­γο Τσά­ρα και α­κό­μη, αν πρό­κει­ται για πρώ­τες εκ­δό­σεις ή ε­πα­νεκ­δό­σεις. Πά­ντως, ο Γιάν­νης Τσά­ρας ε­ξέ­δω­σε το χρο­νι­κό της τρί­της ά­λω­σης το 1958. Πα­ρα­δό­ξως, στην πα­ρού­σα έκ­δο­ση, τα χρο­νι­κά με­τα­γρά­φο­νται α­πό τη λα­τι­νι­κή με­τά­φρα­ση. Πρό­κει­ται για έρ­γο δύο βυ­ζα­ντι­νο­λό­γων του Κέ­ντρου Βυ­ζα­ντι­νών, Νε­ο­ελ­λη­νι­κών και Νο­τιο­ευ­ρω­παϊκών Σπου­δών της Ανω­τά­της Σχο­λής Κοι­νω­νι­κών Επι­στη­μών στο Πα­ρί­σι, ό­που ο Πά­ο­λο Οντε­ρί­κο, που εί­ναι και ο διευ­θυ­ντής του Κέ­ντρου, α­νέ­λα­βε την ει­σα­γω­γή και τα σχό­λια, ε­νώ ο Χά­ρης Μέσ­σης, τη με­τά­φρα­ση. Κα­τα­το­πι­στι­κή η ει­σα­γω­γή, εί­ναι γραμ­μέ­νη με το νέο πνεύ­μα των ι­στο­ρι­κών. Υπο­γραμ­μί­ζε­ται ό­τι η Ιστο­ρία εί­ναι κι αυ­τή μια α­φή­γη­ση, η ο­ποία “κα­τα­σκευά­ζει” μια ει­κό­να των συμ­βά­ντων κα­τά τα δο­κού­ντα του συγ­γρα­φέα. Η ει­σα­γω­γή κα­τα­λή­γει με τη χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή φρά­ση: “Με­γά­λοι τε­χνί­τες των χάρ­τι­νων ο­νεί­ρων, οι Βυ­ζα­ντι­νοί μπό­ρε­σαν να μας ξε­γε­λούν για πά­ντα”.
Δεν γνω­ρί­ζου­με αν τα συ­γκε­κρι­μέ­να χρο­νι­κά για τις τρεις Αλώ­σεις εί­ναι τα ση­μα­ντι­κό­τε­ρα ή τα θεω­ρού­με­να ως πλη­ρέ­στε­ρα. Πά­ντως, για τη δεύ­τε­ρη Άλω­ση υ­πάρ­χει και η “χρο­νι­κή διή­γη­ση” του Χω­νιά­τη, που κα­λύ­πτει το σύ­νο­λο της δρά­σης των ιπ­πο­τών της Τέ­ταρ­της Σταυ­ρο­φο­ρίας. Ενώ, στην τε­λευ­ταία Άλω­ση α­να­φέ­ρο­νται και οι ι­στο­ρι­κοί της Άλω­σης της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, οι ο­ποίοι, ό­μως, δεν υ­πήρ­ξαν αυ­τό­πτες μάρ­τυ­ρες. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό και των τριών χρο­νι­κών, που συ­γκε­ντρώ­θη­καν στον τό­μο, εί­ναι ό­τι οι συγ­γρα­φείς τους υ­πήρ­ξαν αυ­τό­πτες μάρ­τυ­ρες. Επί­σης, και οι τρεις α­νή­κουν στον κλή­ρο και πα­ρου­σιά­ζουν την κα­τα­στρο­φή της πό­λης ως θεία τι­μω­ρία, που ά­ξι­ζε σε έ­ναν α­μαρ­τω­λό λαό.
Ελά­χι­στα πράγ­μα­τα εί­ναι γνω­στά για τον πρώ­το χρο­νι­κο­γρά­φο του τό­μου, τον Ιωάν­νη Κα­μι­νιά­τη ή Κα­με­νιά­τη, ό­πως α­πο­δί­δε­ται συ­νή­θως. Τα πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό αυ­τά τεκ­μαί­ρο­νται α­πό το κεί­με­νό του. Γεν­νη­θείς, το πι­θα­νό­τε­ρο, στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, πε­ρί το 875, ή­ταν πα­ντρε­μέ­νος και εί­χε τρία παι­διά. Ανή­κε στον κα­τώ­τε­ρο κλή­ρο, κα­τέ­χο­ντας το α­ξίω­μα του κου­βου­κλεί­σιου, δη­λα­δή του φέ­ρο­ντος την ποι­μα­ντο­ρι­κή ρά­βδο του ε­πι­σκό­που. Στη συγ­γρα­φή του έρ­γου τον πα­ρα­κί­νη­σε κά­ποιος Γρη­γό­ριος α­πό την Καπ­πα­δο­κία, τον ο­ποίο γνώ­ρι­σε κα­τά την αιχ­μα­λω­σία του στην Τρί­πο­λη του Λι­βά­νου. Το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος των αιχ­μα­λώ­των εί­χε με­τα­φερ­θεί στην Κρή­τη, ω­στό­σο η οι­κο­γέ­νεια του Κα­μι­νιά­τη βρέ­θη­κε στην Τρί­πο­λη, α­πό ό­που, πι­θα­νώς, με­τα­φέρ­θη­καν στην Ταρ­σό για την α­νταλ­λα­γή αιχ­μα­λώ­των.
Στο χρο­νι­κό του, α­να­φέ­ρει ό­σα ο ί­διος έ­ζη­σε. Πε­ρι­γρά­φει λε­πτο­με­ρώς την πό­λη, τα πε­ρί­χω­ρα και τα α­μυ­ντι­κά έρ­γα, που πραγ­μα­το­ποίη­σαν τρεις δια­δο­χι­κοί στρα­τη­γοί, το­νί­ζο­ντας ό­τι αυ­τά, συ­χνά α­πό ο­λι­γω­ρία, έ­μει­ναν α­νο­λο­κλή­ρω­τα. Πα­ρα­στα­τι­κά α­φη­γεί­ται τα τε­χνά­σμα­τα των πει­ρα­τών, οι ο­ποίοι, με τη δο­λιό­τη­τά τους, κα­τόρ­θω­σαν, μέ­σα σε τρεις η­μέ­ρες, να κα­τα­λά­βουν την πό­λη. Με­γα­λύ­τε­ρη έ­κτα­ση δί­νει στα δει­νά της οι­κο­γέ­νειάς του και στην τα­λαι­πω­ρία των αιχ­μα­λώ­των κα­τά τη με­τα­φο­ρά τους στην Κρή­τη. Στο ει­σα­γω­γι­κό μέ­ρος, το­νί­ζει την πα­λαιό­τε­ρη ευη­με­ρία της Θεσ­σα­λο­νί­κης, κυ­ρίως, την αλ­λο­τι­νή θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα των κα­τοί­κων της. Το «Εις την ά­λω­σιν της Θεσ­σα­λο­νί­κης», ό­πως εί­ναι ο τίτ­λος του χρο­νι­κού του, δεν α­να­φέ­ρε­ται α­πό τους βυ­ζα­ντι­νούς συγ­γρα­φείς. Αυ­τό ο­δή­γη­σε στην υ­πό­θε­ση ό­τι θα μπο­ρού­σε να πρό­κει­ται για ψευ­δο­χρο­νι­κό, γραμ­μέ­νο με­τά την Άλω­ση της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης.
Ο γνω­στό­τε­ρος α­πό τους τρεις χρο­νι­κο­γρά­φους και ο πλέ­ον καλ­λιερ­γη­μέ­νος εί­ναι ο Ευ­στά­θιος ο Κα­τά­φλω­ρος, ό­πως κα­τα­γρά­φε­ται - λαν­θα­σμέ­να κα­τά τους νεό­τε­ρους με­λε­τη­τές - στις ε­γκυ­κλο­παί­δειες. Πα­ρά τη ζω­ντά­νια της α­φή­γη­σής του, δεν ή­ταν τρια­ντά­χρο­νος ό­πως ο Κα­μι­νιά­της, ό­ταν έ­γρα­φε το χρο­νι­κό του, αλ­λά πλη­σία­ζε ή και εί­χε υ­περ­βεί τα ο­γδό­ντα. Γεν­νη­θείς στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, η χρο­νο­λο­γία γέν­νη­σής του το­πο­θε­τεί­ται με­τα­ξύ 1106 και 1114. Φι­λό­λο­γος και ε­πι­φα­νής θε­ο­λό­γος, συ­νέ­βα­λε κα­θο­ρι­στι­κά στην α­να­γέν­νη­ση των κλα­σι­κών γραμ­μά­των, με ση­μα­ντι­κό­τε­ρο έρ­γο του το «Πα­ρεκ­βο­λαί εις την Ομή­ρου Οδύσ­σειαν και Ιλιά­δα». Έγι­νε αρ­χιε­πί­σκο­πος στα ε­ξή­ντα του και α­νέ­λα­βε την μη­τρό­πο­λη Θεσ­σα­λο­νί­κης το 1175. Εκτός α­πό αυ­τήν κα­θ' ε­αυ­τήν την πε­ρι­γρα­φή της πο­λιορ­κίας, α­να­φέ­ρε­ται εν ε­κτά­σει στην α­νι­κα­νό­τη­τα του στρα­τη­γού Δα­βίδ Κο­μνη­νού, κα­θώς και στον μελ­λο­ντι­κό αυ­το­κρά­το­ρα Ανδρό­νι­κο Κο­μνη­νό. Δι­καιο­λο­γη­μέ­να, α­φού οι βιαιο­πρα­γίες ε­να­ντίον της λα­τι­νι­κής κοι­νό­τη­τας της Θεσ­σα­λο­νί­κης, που έ­γι­ναν με την ά­φι­ξη του Ανδρό­νι­κου, με­τά το θά­να­το του Μα­νουήλ Α', πι­στεύε­ται ό­τι προ­κά­λε­σαν ή έ­δω­σαν την α­φορ­μή στους Νορ­μαν­δούς για την ε­πί­θε­ση.
Με τον τρό­πο του Ηρό­δο­του α­φη­γεί­ται ο Ευ­στά­θιος, σε έ­κτα­ση και α­να­λυ­τι­κά, τα αν­δρα­γα­θή­μα­τα των πο­λιορ­κη­μέ­νων, ποι­κίλ­λο­ντας τη διή­γη­σή του με ο­μη­ρι­κές εκ­φρά­σεις αλ­λά και χω­ρία α­πό τους τρα­γι­κούς συγ­γρα­φείς, μα­ζί με πε­ρι­κο­πές α­πό τη Βί­βλο και τους Πα­τέ­ρες της Εκκλη­σίας. Με­τά την πτώ­ση της πό­λης, διεκ­τρα­γω­δεί τη βα­ναυ­σό­τη­τα των Νορ­μαν­δών, κυ­ρίως τη βαρ­βα­ρό­τη­τα, που ε­πέ­δει­ξαν, κα­τα­στρέ­φο­ντας να­ούς και τραυ­μα­τί­ζο­ντας ιε­ρείς. Από τις ει­κό­νες α­φαι­ρού­σαν τον πο­λύ­τι­μο διά­κο­σμο ή και τη χρυ­σο­ποί­κιλ­τη ε­πέν­δυ­ση. Ού­τε τον τά­φο του Αγίου Δη­μη­τρίου του Μυ­ρο­βλύ­τη δεν σε­βά­στη­καν. Στο έρ­γο τους οι Λα­τί­νοι βρή­καν βο­η­θούς τους Αρμε­νίους. Ο Ευ­στά­θιος α­φιε­ρώ­νει έ­να με­γά­λο μέ­ρος του κει­μέ­νου του στους “α­πο­λί­τι­στους” κα­τα­κτη­τές και τα α­νο­σιουρ­γή­μα­τά τους. Ωστό­σο, ως βα­σι­κή αι­τία της Άλω­σης προ­βάλ­λει την ε­λευ­θε­ριό­τη­τα, που εί­χε ε­πι­κρα­τή­σει στη Θεσ­σα­λο­νί­κη. Μά­λι­στα, προς πα­ρα­στα­τι­κό­τε­ρη α­πό­δο­ση των συν­θη­κών ε­λευ­θε­ριό­τη­τας, κα­τα­φεύ­γει στο ε­πι­γραμ­μα­τι­κό μιας α­πό τό­τε γνω­στής κερ­κυ­ραϊκής πα­ροι­μίας, “ό­ποιος θέ­λει, μπο­ρεί ν' α­πο­πα­τεί ό­που θέ­λει”.
Εντε­λώς ά­γνω­στος πα­ρα­μέ­νει ο τρί­τος χρο­νι­κο­γρά­φος Ιωάν­νης Ανα­γνώ­στης, τον ο­ποίο ου­δείς βυ­ζα­ντι­νός ή με­τα­γε­νέ­στε­ρος α­να­φέ­ρει. Ού­τε, ό­μως, και ο ί­διος, στο κεί­με­νό του, δί­νει πλη­ρο­φο­ρίες για το ά­το­μό του. Πά­ντως, το πι­θα­νό­τε­ρο, α­νή­κε στον κα­τώ­τε­ρο κλή­ρο. Ο πλή­ρης τίτ­λος του χρο­νι­κού του εί­ναι «Διή­γη­σις πε­ρί της τε­λευ­ταίας α­λώ­σεως της Θεσ­σα­λο­νί­κης συ­ντε­θεί­σα προς τι­να των α­ξιο­λό­γων πολ­λά­κις αι­τή­σα­ντα πε­ρί ταύ­της εν ε­πι­τό­μω». Όπου το “τε­λευ­ταίας α­λώ­σεως” υ­πο­νο­εί το ο­ρι­στι­κής. Το χρο­νι­κό χω­ρί­ζε­ται σε 22 κε­φά­λαια. Από αυ­τά, τα 16 πρώ­τα, που α­νι­στο­ρούν ό­σα συ­νέ­βη­σαν στις τέσ­σε­ρις η­μέ­ρες της πο­λιορ­κίας, κα­τα­λή­γο­ντας με την εί­σο­δο των Οθω­μα­νών Τούρ­κων στην πό­λη, α­πο­δί­δο­νται στον Ιωάν­νη Ανα­γνώ­στη, που υ­πήρ­ξε αυ­τό­πτης μάρ­τυ­ρας. Τα ε­πό­με­να, που α­να­φέ­ρο­νται στα πά­θη των κα­τοί­κων αλ­λά και τις κα­τα­στρο­φές των εκ­κλη­σιών, μα­ζί με τον ε­πί­λο­γο, α­πο­δί­δο­νται, α­πό τον βυ­ζα­ντι­νο­λό­γο Γιάν­νη Τσά­ρα, σε άλ­λο συ­ντά­κτη. Από το γε­γο­νός ό­τι πα­ρα­θέ­τει πε­ρι­κο­πές της Βί­βλου και ο­μη­ρι­κές ρή­σεις, υ­πο­θέ­τει ό­τι πρό­κει­ται για κά­ποιο μορ­φω­μέ­νο μο­να­χό. Πά­ντως, τό­σο ο Ανα­γνώ­στης ό­σο και ο συ­νε­χι­στής του, ε­πη­ρεά­ζο­νται α­πό τον τρό­πο γρα­φής του χρο­νι­κού του Κα­μι­νιά­τη. Σύμ­φω­να με τον Κρού­μπα­χε­ρ, αυ­τός ο δεύ­τε­ρος συγ­γρα­φέ­ας ε­πι­με­λή­θη­κε ο­λό­κλη­ρο το χρο­νι­κό, προσ­δί­δο­ντάς του έ­ναν “κλαυθ­μη­ρό τό­νο ιε­ρο­κή­ρυ­κος”. Το πι­θα­νό­τε­ρο, αυ­τός συ­νέ­γρα­ψε και τη “μο­νω­δία”, με την ο­ποία κλεί­νει το χρο­νι­κό.
Σε ό­λες τις εκ­δό­σεις πα­λαιών κει­μέ­νων, εν­δεί­κνυ­ται να προ­τάσ­σο­νται τα κεί­με­να και να έ­πε­ται ο σχο­λια­σμός, ώ­στε ο α­να­γνώ­στης να τα δια­βά­ζει α­προ­κα­τά­λη­πτος και να σχη­μα­τί­ζει ι­δίαν ά­πο­ψη. Ει­δάλ­λως, χει­ρα­γω­γεί­ται α­πό τον ι­στο­ρι­κό, που συ­ντάσ­σει την ει­σα­γω­γή. Ιδίως, ό­ταν ε­κεί­νος δεν πα­ρου­σιά­ζει την ά­πο­ψή του ως υ­πό­θε­ση ερ­γα­σίας, αλ­λά την προ­βάλ­λει ως την α­πό­λυ­τη α­λή­θεια. «Ό,τι λεί­πει α­πό αυ­τές τις “ι­στο­ρίες” των α­λώ­σεων της Θεσ­σα­λο­νί­κης εί­ναι α­κρι­βώς η ι­στο­ρία», συ­νο­ψί­ζει, στην ει­σα­γω­γή του, ο Οντο­ρί­κο. Στη συ­νέ­χεια, πα­ρο­μοιά­ζει τους χρο­νι­κο­γρά­φους με τους δη­μο­σιο­γρά­φους και τους πο­λι­τι­κούς σχο­λια­στές του σή­με­ρα, για να κα­τα­λή­ξει, ε­φευ­ρί­σκο­ντας μια νέα κα­τη­γο­ρία, αυ­τή του “δη­μιουρ­γού” ή “κα­τα­σκευα­στή” ι­στο­ρίας. Το­νί­ζει, πά­ντως, πως δεν αμ­φι­σβη­τού­νται τα γε­γο­νό­τα ού­τε η α­ξία των χρο­νι­κών ως πη­γή, αλ­λά ο τρό­πος γρα­φής τους. Με άλ­λα λό­για, η ι­στο­ρία εί­ναι κα­τ' αρ­χάς ζή­τη­μα ύ­φους και με­τά ζή­τη­μα α­με­ρο­λη­ψίας στην α­πό­δο­ση των γε­γο­νό­των. Κα­τα­λή­γου­με, δη­λα­δή, σε με­τα­τό­πι­ση της ι­στο­ρίας προς την πε­ριο­χή της λο­γο­τε­χνίας. Με τη σει­ρά του, ό­μως, και ο ση­με­ρι­νός ι­στο­ρι­κός, που φαί­νε­ται, σε α­ντί­θε­ση με τους πα­λαιό­τε­ρους, να στο­χεύει στην αιω­νιό­τη­τα και να ο­μνύει στο ό­νο­μα της ι­στο­ρίας, δεν θα πρέ­πει να λη­σμο­νεί, του­λά­χι­στον σύμ­φω­να με το μο­ντέ­λο που ο ί­διος υ­πε­ρα­σπί­ζε­ται, ό­τι κι αυ­τός δεν εί­ναι πα­ρά έ­νας α­φη­γη­τής, δη­λα­δή “κα­τα­σκευα­στής” της ι­στο­ρίας. Οπό­τε, το δι­κό του κεί­με­νο, ως με­τα­γε­νέ­στε­ρο, προ­τι­μό­τε­ρο θα ή­ταν να δη­μο­σιεύε­ται στη θέ­ση των ε­πι­λε­γό­με­νων.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δεν υπάρχουν σχόλια: