Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010

Διηγήματος τελετουργία

Ηλίας Χ. Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λος

Ο θη­σαυ­ρός των Αη­δο­νιώ­ν

και άλ­λα διη­γή­μα­τα

σχέ­δια: Εύη Τσα­κνιά

εκδ. Γα­βριη­λί­δη, σ. 107, 10,45 ευ­ρώ

Η διη­γη­μα­το­γρα­φία, του­λά­χι­στον στις κο­ρυ­φώ­σεις της, βρί­σκε­ται πιο κο­ντά στην ποίη­ση πα­ρά στο μυ­θι­στό­ρη­μα. Ή, με άλ­λα λό­για, α­να­με­τριέ­ται και ξι­φο­μα­χεί με τους κα­νό­νες της λε­κτι­κής μο­νά­δας πα­ρά με ε­κεί­νους της πα­ρα­γρά­φου ή της σε­λί­δας, με τους ο­ποίους α­να­με­τριέ­ται η με­γά­λη α­φή­γη­ση. Τρέ­φε­ται, δη­λα­δή, και α­πο­κτά υ­πό­στα­ση φρά­ση φρά­ση και ό­χι σε­λί­δα σε­λί­δα. Συ­νε­πώς, έ­νας κα­λός διη­γη­μα­το­γρά­φος πρέ­πει να εί­ναι κα­λός τε­λε­τουρ­γός της γλώσ­σας, ό­πως, α­ντί­στοι­χα, έ­νας κα­λός μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος εν­δεί­κνυ­ται να εί­ναι πρω­τί­στως κα­λός τε­λε­τουρ­γός στο στή­σι­μο χα­ρα­κτή­ρων. Πέ­ραν αυ­τών, έ­να ε­πι­τυ­χές διή­γη­μα δεν συ­ναρ­τά­ται πά­ντα, ού­τε εί­ναι ευ­θέως α­νά­λο­γο, με την α­ξία μιας ευ­ρη­μα­τι­κής ι­δέ­ας. Εκεί­νο που τί­θε­ται υ­πε­ρά­νω ό­λων, εί­ναι το τε­λι­κό α­πο­τέ­λε­σμα, ε­νώ η πε­ρι­λά­λη­τη στις η­μέ­ρες μας ευ­ρη­μα­τι­κή ι­δέα και το κα­τά πό­σο αυ­τή εκ­πλή­ρω­σε ή ό­χι τις συγ­γρα­φι­κές προσ­δο­κίες, ει­σέρ­χε­ται στην κλί­μα­κα της α­ξιο­λό­γη­σης ως βα­σι­κό μεν, αλ­λά ε­πι­μέ­ρους στοι­χείο.

Στα ε­πτά διη­γή­μα­τα και τις πέ­ντε «παι­δα­ριώ­δεις ι­στο­ρίες» της και­νού­ριας, έ­βδο­μης στη σει­ρά, συλ­λο­γής του Η. Χ. Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λου, μό­νο στα συ­ντο­μό­τε­ρα βρί­σκου­με αυ­τό που εί­θι­σται να α­πο­κα­λεί­ται ευ­ρη­μα­τι­κή ι­δέα. Υπάρ­χει, ό­μως, σε ό­λα α­νε­ξαι­ρέ­τως η έκ­πλη­ξη, που α­να­δύε­ται μέ­σα α­πό τον τρό­πο με τον ο­ποίο πα­ρου­σιά­ζο­νται και δέ­νο­νται α­να­με­τα­ξύ τους τα συμ­βά­ντα, δη­μιουρ­γώ­ντας μια, ε­νίο­τε και πε­ρισ­σό­τε­ρες, α­να­τρο­πή. Αυ­τή η α­πρό­σμε­νη, κα­τά κα­νό­να, έκ­βα­ση της μυ­θο­πλα­σίας φαί­νε­ται ά­με­σα συ­σχε­τι­σμέ­νη με τη διά­θε­ση του α­φη­γη­τή. Μά­λι­στα, η έκ­δη­λη ευ­θυ­μία του ή η δια­φαι­νό­με­νη βα­ρυ­θυ­μία του α­πο­βαί­νου­ν το κρι­τή­ριο για το αί­σιο ή μη αί­σιο τέ­λος μιας ι­στο­ρίας, κα­τά πο­λύ α­σφα­λέ­στε­ρο α­πό τον α­νά­λα­φρο ή βα­ρύ τό­νο της ει­σα­γω­γής, η ο­ποία συ­χνά α­πο­δει­κνύε­ται πα­ρα­πλα­νη­τι­κή.

Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα συ­νι­στά το ο­μό­τιτ­λο με τη συλ­λο­γή διή­γη­μα. Συ­νειρ­μι­κά ο τίτ­λος ο­δη­γεί στο κε­λά­η­δη­μα των α­η­δο­νιών. Αυ­τό, του­λά­χι­στον για τον α­νι­στό­ρη­το, που δεν έ­χει α­κου­στά ού­τε το χω­ριό Αη­δό­νια της Κο­ριν­θίας ού­τε και τα κτε­ρί­σμα­τα του πα­ρα­κεί­με­νου μυ­κη­ναϊκού νε­κρο­τα­φείου. Τα τε­λευ­ταία, προϊό­ντα λα­θρα­να­σκα­φής, ε­ντο­πί­στη­καν σε δη­μο­πρα­σία της Νέ­ας Υόρ­κης, σε α­ντί­θε­ση, ό­μως, με άλ­λα σπα­ράγ­μα­τα της αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κής κλη­ρο­νο­μιάς, ε­πα­να­πα­τρί­στη­καν και δη στην κυ­ριο­λε­ξία, α­φού ε­κτί­θε­νται ε­πί τό­που. Το θέ­μα του εν λό­γω διη­γή­μα­τος φαί­νε­ται να εί­ναι μια ε­πί­σκε­ψη του α­φη­γη­τή με­τά της συ­ζύ­γου του στο Αρχαιο­λο­γι­κό Μου­σείο της Νε­μέ­ας για να θαυ­μά­σουν «τον θη­σαυ­ρό των Αη­δο­νιών». Τε­λι­κά, ό­μως, το διή­γη­μα ε­ξαν­τλεί­ται σε δύο κα­θ' ο­δό­ν συ­να­πα­ντή­μα­τα. Οχι μό­νο το ζεύ­γος δεν φτά­νει πο­τέ στο Μου­σείο, αλ­λά ού­τε τα δια­μει­φθέ­ντα στρέ­φο­νται γύ­ρω α­πό το αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κό κλέ­ος, ό­πως θα α­νέ­με­νε έ­νας α­να­γνώ­στης ε­θι­σμέ­νος στη λε­γό­με­νη προοι­κο­νο­μία. Αντ' αυ­τού, πα­ρα­τί­θε­νται δύο πε­ρι­στα­τι­κά που υ­πο­δη­λώ­νουν τη θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα του ελ­λη­νι­κού λα­ού, στη ση­με­ρι­νή εκ­κο­σμι­κευ­μέ­νη μορ­φή της. Ιλα­ρό το πρώ­το πε­ρι­στα­τι­κό, συ­γκι­νη­τι­κό το δεύ­τε­ρο, θα μπο­ρού­σε να α­πο­τε­λεί συ­νέ­χεια στο διή­γη­μα «Ει­κο­νο­στά­σια» της προ­η­γού­με­νης συλ­λο­γής. Εδώ, έ­νας ντα­λι­κιέ­ρης, κα­τά το κα­θη­με­ρι­νό του δρο­μο­λό­γιο, α­νά­βει το κα­ντή­λι σε ει­κο­νο­στά­σι πα­ρά την ε­θνι­κή ο­δό, στη μνή­μη του α­δελ­φού του, που πή­γε α­δι­κο­χα­μέ­νος στο συ­γκε­κρι­μέ­νο ση­μείο. Από την αρ­χή του διη­γή­μα­τος, ή­δη α­πό το α­φιε­ρω­μα­τι­κό μό­το, φαι­νό­ταν η βα­ρύ­θυ­μη διά­θε­ση του α­φη­γη­τή, σε α­ντί­θε­ση με την ει­σα­γω­γή, που εί­ναι χα­ριέ­στα­τη.

Εί­ναι μία α­πό τις χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές ει­σα­γω­γές του Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λου, που ξε­κι­νά με ει­ρω­νι­κό σχο­λια­σμό των δελ­τίω­ν και­ρού της τη­λεό­ρα­σης για να ε­ξε­λιχ­θεί a propos σε μά­θη­μα πα­τρι­δο­γνω­σίας. Ακό­μη δύο α­πό τα πρό­σφα­τα διη­γή­μα­τα δια­θέ­του­ν ει­σα­γω­γές. Στο «Πρω­το­χρο­νιά!», ο α­φη­γη­τής σαρ­κά­ζει τον τρό­πο που οι νε­οέλ­λη­νες α­στοί ε­ορ­τά­ζουν τη συ­γκε­κρι­μέ­νη χρο­νιά­ρα μέ­ρα. Για να δεί­ξει το έ­σχα­το ό­ριο της κα­τά­πτω­σης, που μπο­ρεί να φτά­σουν πε­ρι­δρο­μιά­ζο­ντας στο πρω­το­χρο­νιά­τι­κο τρα­πέ­ζι, πε­ρι­γρά­φει τη σάλ­τσα του κυ­ρίως πιά­του ως «πα­χεία βορ­βο­ρό­χρου». Εναν ε­πι­θε­τι­κό προσ­διο­ρι­σμό που α­να­σύ­ρει α­πό το­ν Πα­πα­δια­μά­ντη και τον χρη­σι­μο­ποιεί με τον ί­διο δό­λιο τρό­πο. Ο Σκια­θί­της τον ε­πι­στρα­τεύει για τη σάλ­τσα γκιου­βε­τσιού στους «Χα­λα­σο­χώ­ρη­δες», υ­παι­νισ­σό­με­νος τον βόρ­βο­ρο στον ο­ποίο εί­χαν πε­ρι­πέ­σει οι αρ­γυ­ρώ­νη­τοι ψη­φο­φό­ροι της ε­πο­χής του. Κα­τά τα άλ­λα, ο α­φη­γη­τής του Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λου συ­νε­χί­ζει με την πε­ρι­γρα­φή ε­δε­σμά­των και στο κυ­ρίως σώ­μα του διη­γή­μα­τος. Μέ­σω της α­η­δια­στι­κής ό­ψης και γεύ­σης του πρω­το­χρο­νιά­τι­κου γεύ­μα­τος, που πα­ρα­τί­θε­ται στη Στρα­τιω­τι­κή Ια­τρι­κή Σχο­λή, Πρω­το­χρο­νιά 1950, α­πο­δί­δει τη γε­νι­κό­τε­ρα τα­λαί­πω­ρη κα­τά­στα­ση ε­κεί­νων των πρω­το­ε­τών, σπρώ­χνο­ντας την πε­ρι­γρα­φή στα ό­ρια του γκρο­τέ­σκο.

Αφή­νο­ντας για λί­γο τον μί­το των διη­γη­μά­των, να ση­μειώ­σου­με πα­ρεν­θε­τι­κά ό­τι τα πα­πα­δια­μά­ντεια ί­χνη, κυ­ρίως τα γλωσ­σι­κά, δια­σπεί­ρο­νται και α­να­χω­νεύο­νται ε­ντός της διή­γη­σης σε μια αρ­ρα­γή α­φη­γη­μα­τι­κή αρ­μο­νία. Πα­ρ' ό­λα αυ­τά, ε­ξα­κο­λου­θούν να δια­τη­ρούν τη ρα­διε­νερ­γό α­κτι­νο­βο­λία τους, του­λά­χι­στον για τους ε­ξοι­κειω­μέ­νους με τη­ν ι­διό­τυ­πη γλώσ­σα του Σκια­θί­τη. Εξ α­φορ­μής αυ­τού, να προ­σθέ­σου­με ό­τι ο Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λος εί­ναι ο τε­λευ­ταίος νό­μι­μος κλη­ρο­νό­μος του. Στους υ­πό­λοι­πους, ό­σοι κα­τά και­ρούς συν­δια­λέ­γο­νται μα­ζί του, λεί­πει η ε­ξ αί­μα­τος συγ­γέ­νεια. Δια­λο­γί­ζο­νται μό­νο με πρό­σω­πα και ι­δέες του Σκια­θί­τη, α­φού πρό­κει­ται για α­πώ­τε­ρης συγ­γέ­νειας α­πο­γό­νους, κά­ποιοι μά­λι­στα ε­ξώ­γα­μοι.

Στο τρί­το διή­γη­μα, με­τά ει­σα­γω­γής, το «Λιού­μπι­τε­λ 2», πε­ρι­γρά­φε­ται κα­τα­λε­πτώς το πα­λαιό μο­ντέ­λο φω­το­γρα­φι­κής μη­χα­νής του τίτ­λου και ο τρό­πος χρή­σης του. Εδώ, η φω­το­γρα­φία ει­σέρ­χε­ται ως βα­σι­κό στοι­χείο στη διη­γη­μα­το­γρα­φία του Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λου. Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, με την προ­νο­μιού­χο θέ­ση που έ­χει πά­ρει η φω­το­γρα­φία ως τέ­χνη, οι πε­ρι­γρα­φές φω­το­γρα­φιών, σκόρ­πιες σε πε­ζά, πλη­θαί­νουν. Το εν λό­γω διή­γη­μα δεί­χνει πως πα­ρό­μοιες α­φη­γη­μα­τι­κές α­πο­δό­σεις μπο­ρεί να α­πο­τε­λέ­σουν μέ­χρι και αυ­τό­νο­μο πε­ζο­γρα­φι­κό εί­δος. Μά­λι­στα, δε­ν πε­ριο­ρί­ζε­ται στην πε­ρι­γρα­φή μιας φω­το­γρα­φίας, αλ­λά σχο­λιά­ζει σει­ρά φω­το­γρα­φιών, σε χρο­νο­λο­γι­κή πα­ρά­τα­ξη, σαν να πρό­κει­ται για φυλ­λο­μέ­τρη­μα λευ­κώ­μα­τος. Αφη­γη­μα­τι­κές ει­κό­νες με­γά­λης διαύ­γειας α­πό την προ­σω­πι­κή μυ­θο­λο­γία του συγ­γρα­φέα, που συ­μπλη­ρώ­νο­νται με ει­ρω­νι­κές και νο­σταλ­γι­κές νύ­ξεις. Χω­ρίς να λεί­πουν οι πα­ρά­πλευ­ρες διη­γή­σεις ε­ξαι­ρε­τι­κών συμ­βά­ντων, ό­πως ε­κεί­νη για το α­πο­λω­λός πρό­βα­το της νή­σου Μα­δου­ρή.

Τη συγ­γρα­φι­κή μυ­θο­λο­γία συ­μπλη­ρώ­νουν δύο α­κό­μη διη­γή­μα­τα, που ε­κτυ­λίσ­σο­νται στο μυ­θι­κό χτή­μα του α­φη­γη­τή. Το πρώ­το της συλ­λο­γής α­να­πτύσ­σε­ται με α­φη­γη­μα­τι­κό ά­ξο­να μια φω­το­γρα­φία και α­να­φέ­ρε­ται υ­παι­νι­κτι­κά στα δει­νά ε­νός νέ­ου κα­τά την τα­ραγ­μέ­νη δε­κα­ε­τία του '40. Μοιά­ζει με την κο­ρυ­φή του πα­γό­βου­νου, ό­που τα σο­βα­ρό­τε­ρα μέ­νουν α­φα­νέ­ρω­τα. Από την άλ­λη, υ­πάρ­χει θαυ­μα­στή α­φη­γη­μα­τι­κή πλη­ρό­τη­τα, ώ­στε να μη δη­μιουρ­γεί­ται η πα­ρα­μι­κρή α­σά­φεια. Το έ­τε­ρο εί­ναι «Η δε­κα­ο­χτού­ρα». Ο Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λος διεκ­δι­κεί τον ε­πί­ζη­λο τίτ­λο του α­μι­γούς διη­γη­μα­το­γρά­φου. Ενας ζη­λό­φθο­νος, ό­μως, μπο­ρεί να α­ντέ­τει­νε πως εξ α­νά­γκης α­πέ­μει­νε διη­γη­μα­το­γρά­φος, ελ­λεί­ψει μυ­θο­πλα­στι­κού υ­λι­κού. Απο­στο­μω­τι­κή α­πά­ντη­ση δί­νει το εν λό­γω διή­γη­μα, που ά­νε­τα θα α­πλω­νό­τα­ν σε νου­βέ­λα, αν ό­χι σε μυ­θι­στό­ρη­μα, με «κα­λούς» και «κα­κούς», ό­πως ε­κεί­νος ο φο­βε­ρός «λεμ­βού­χος», συ­νερ­γά­της των Ιτα­λών και στα ύ­στε­ρα, μέ­γας ευερ­γέ­της του τό­που. Υπάρ­χουν και συ­ντο­μό­τε­ρα διη­γή­μα­τα, ό­που η διά­θε­ση του α­φη­γη­τή ποι­κίλ­λει και η ει­ρω­νεία του κα­λύ­πτει ο­λό­κλη­ρη τη­ν κλί­μα­κα, α­πό υ­πο­δό­ρια έως ε­πι­θε­τι­κή. Ενώ σε κά­ποια λαν­θά­νει μια σχε­δό­ν δια­βρω­τι­κή με­λαγ­χο­λία. Πα­ρά­δειγ­μα, το διή­γη­μα για έ­να η­σιό­δειο ά­ρο­τρο, α­κό­μη εν χρή­σει στην Πά­ρο μέ­χρι και τα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του '70. Εντός μό­λις μιας γε­νιάς, το ά­ρο­τρο έ­γι­νε μου­σεια­κό εί­δος και α­ντι­κα­τα­στά­θη­κε α­πό θε­ρι­ζο­α­λω­νι­στι­κή μη­χα­νή. Διά της πε­ρι­γρα­φής, που ο συγ­γρα­φέ­ας έ­χει α­να­γά­γει α­πό βο­η­θη­τι­κό στοι­χείο της α­φή­γη­σης σε κυ­ρίαρ­χο, το τε­χνο­λο­γι­κό άλ­μα, που οι ντό­πιοι α­πο­λαμ­βά­νουν ως το ά­κρο­ν άω­τον της προό­δου, ση­μαί­νει την ο­ρι­στι­κή α­πώ­λεια ε­νός πα­ρα­δεί­σου.

Ως ε­πί­λο­γος στη συλ­λο­γή το­πο­θε­τού­νται πέ­ντε ι­στο­ρίες με ζώα, ε­ξού και ο τίτ­λος «παι­δα­ριώ­δεις ι­στο­ρίες». Μό­νο που οι συ­γκε­κρι­μέ­νες ι­στο­ρίες μό­νο παι­διά­στι­κες δεν εί­ναι, ού­τε καν φι­λό­ζωες. Ο α­φη­γη­τής ε­ξαν­θρω­πί­ζει τη συ­μπε­ρι­φο­ρά των ζώων, ε­νώ πα­ρου­σιά­ζει α­πο­κτη­νω­μέ­νη τη στά­ση των αν­θρώ­πων. Βε­βαίως, στο κα­τα­λη­κτι­κό λι­λι­πού­τειο διή­γη­μα ο τρά­γος, που πά­ει για σφα­γή, δεν διαι­σθά­νε­ται το ε­πι­κεί­με­νο τέ­λος του. Προ­μη­νύε­ται, ό­μως, α­πό την α­φή­γη­ση, ό­τα­ν χα­ρα­κτη­ρί­ζει το βλέμ­μα του «α­πό­κο­σμο». Η ε­πι­λο­γή της συ­γκε­κρι­μέ­νης λέ­ξης θα μπο­ρού­σε να ε­κλη­φθεί ως μια τε­λευ­ταία φι­γού­ρα του συγ­γρα­φέ­α στον α­γώ­να της ξι­φο­μα­χίας με τη γλώσ­σα.

Μ. Θεοδοσοπούλου, 8/1/2010, από την "Ελευθεροτυπία"

Μνημονική κατάδυση στις Παιδοπόλεις

Γιάν­νης Ατζα­κάς
Θο­λός βυ­θός
εκ­δό­σεις Αγρα, σ. 284, 14,40 ευ­ρώ

Ο Γιάν­νης Ατζα­κάς εμ­φα­νί­στη­κε τον Ιού­νιο του 2007, α­φη­γού­με­νος τα παι­δι­κά του χρό­νια στο χω­ριό Θε­ο­λό­γος της Θά­σου. Ηδη α­πό τό­τε θα πρέ­πει να εί­χε έ­τοι­μο, ή του­λά­χι­στον στα σκα­ριά, το δεύ­τε­ρο βι­βλίο του για τα χρό­νια που έ­ζη­σε στις Παι­δο­πό­λεις, α­φού, τε­λι­κά, τα δύο πε­ζο­γρα­φή­μα­τα συ­νι­στούν μια δι­λο­γία που, το πι­θα­νό­τε­ρο, γρα­φό­ταν α­πό και­ρό. Ο ί­διος πα­ρου­σιά­ζει την αυ­το­βιο­γρά­φη­σή του σαν μια ε­πι­τα­κτι­κή α­νά­γκη, στο πρώ­το βι­βλίο, να α­να­στή­σει τον χα­μέ­νο παι­δι­κό πα­ρά­δει­σο, και στο δεύ­τε­ρο, να συν­δέ­σει τα κομ­μά­τια ε­νός παζ­λ, μή­πως και κα­τα­νοή­σει τις εμ­μο­νές και τις φο­βίες, που κα­θό­ρι­σαν τη με­τέ­πει­τα συ­μπε­ρι­φο­ρά του. Πέ­ραν, ό­μως, των ό­ποιων ε­ξη­γή­σεων, που θα μπο­ρού­σαν να ε­κλη­φθούν και ως κα­τα­σκευές, κα­τάλ­λη­λες για τους στο­χα­στι­κής πνοής προ­λό­γους των βι­βλίων του, τα βιώ­μα­τά του προ­σφέ­ρο­νται για συγ­γρα­φι­κή εκ­με­τάλ­λευ­ση. Απο­τε­λούν, τρό­πο­ν τι­νά, μια ε­λά­χι­στη α­ντα­μοι­βή για την κα­κο­τυ­χία του να συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στα παι­διά του Εμφυ­λίου, και μά­λι­στα σε αυ­τά που με­τα­φέρ­θη­καν μα­κριά α­πό τον γε­νέ­θλιο τό­πο και τις οι­κο­γέ­νειές τους. Αλλοι συγ­γρα­φείς, που δεν έ­τυ­χε να έ­χουν α­νά­λο­γες ε­μπει­ρίες, α­να­ζη­τούν στα ντο­κου­μέ­ντα της ε­πο­χής ε­ξαι­ρε­τι­κά συμ­βά­ντα για να στή­σουν τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά τους. Το ε­πι­βε­βαιώ­νουν δύο σχε­τι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, που εκ­δό­θη­καν πρό­σφα­τα, «Τα δά­κρυα της βα­σί­λισ­σας» του Βα­σί­λη Μπού­του και το «Bella Ciao» του Θα­νά­ση Σκρου­μπέ­λου. Και τα δύο πλέ­κο­νται γύ­ρω α­πό τον βια­σμό τρο­φί­μου παι­δό­πο­λης α­πό νυ­χτο­φύ­λα­κα. Ει­δι­κό­τε­ρα του Σκρου­μπέ­λου δια­δρα­μα­τί­ζε­ται σε μία α­πό τις Παι­δο­πό­λεις ό­που διέ­μει­νε και ο Ατζα­κάς, αυ­τή στη­ν πε­ριο­χή της Κη­φι­σιάς, για την ο­ποία υ­πήρ­ξαν κα­ταγ­γε­λίες για σε­ξουα­λι­κή κα­κο­ποίη­ση, που έ­γι­ναν και πρω­το­σέ­λι­δο σε α­ρι­στε­ρό­στρο­φη ε­φη­με­ρί­δα της ε­πο­χής. Ωστό­σο, στο βι­βλίο του Ατζα­κά ού­τε βια­σμοί δια­πράτ­το­νται ού­τε κα­κο­ποιη­μέ­να πτώ­μα­τα α­πο­κα­λύ­πτο­νται. Μό­νον ως φή­μη α­να­φέ­ρε­ται ό­τι έ­νας νυ­χτο­φύ­λα­κας «έ­κα­νε ά­σχη­μα λό­για» σε έ­να παι­δί.

Τα δύο βι­βλία του Ατζα­κά θα μπο­ρού­σαν να ε­κλη­φθούν ως έ­να ε­νιαίο μυ­θι­στό­ρη­μα διά­πλα­σης, με εμ­φα­νείς ε­πι­δρά­σεις α­πό τη λο­γο­τε­χνι­κή μας πα­ρά­δο­ση. Στο πρώ­το βι­βλίο, πε­ρισ­σό­τε­ρο αι­σθη­τές εί­ναι οι πα­πα­δια­μα­ντι­κές α­πη­χή­σεις, ί­σως και λό­γω θέ­μα­τος, κα­θώς ο α­φη­γη­τής α­να­κα­λεί μνή­μες α­πό το νη­σί και ε­πα­να­φέ­ρει την ντο­πιο­λα­λιά, με κε­ντρι­κό πρό­σω­πο τη για­γιά του. Απο­φα­σι­στι­κή η γρια-Βε­νε­τιά, μέ­χρι αν­δρί­κια φο­ρέ­μα­τα θα έ­βα­ζε, ό­πως η γρια-Σκεύω του Πα­πα­δια­μά­ντη στο «Βαρ­διά­νος στα σπόρ­κα», για να προ­στα­τεύ­σει τον εγ­γο­νό της. Μό­νον που ο Ατζα­κάς δεν α­να­φέ­ρε­ται σε ει­ρη­νι­κούς και­ρούς αλ­λά στην τα­ρα­χώ­δη δε­κα­ε­τία του 1940. Κι αυ­τός, ό­μως, τις πα­νάρ­χαιες τέ­χνες και τε­χνι­κές των χω­ρια­νώ­ν πε­ρι­γρά­φει και μό­νο σε έ­να κε­φά­λαιο μνη­μο­νεύει α­ντάρ­τες, χω­ρο­φύ­λα­κες και ΜΑΥδες. Σε αυ­τό το πρώ­το βι­βλίο υιο­θε­τεί πρω­το­πρό­σω­πη α­φή­γη­ση, που α­κο­λου­θεί χα­λα­ρά τη χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά, δη­μιουρ­γώ­ντας πε­ρισ­σό­τε­ρο τη­ν ε­ντύ­πω­ση συ­νειρ­μι­κής αλ­λη­λου­χίας.

Στο δεύ­τε­ρο βι­βλίο δια­κρί­νο­νται σε­φε­ρι­κοί α­πό­η­χοι, του­λά­χι­στον στα ει­σα­γω­γι­κά κε­φά­λαια, ό­που ο α­φη­γη­τής πε­ρι­πλα­νιέ­ται στο βου­νό τω­ν Κε­νταύ­ρων και α­γνα­ντεύει τη θά­λασ­σα, ζη­τώ­ντας να κρα­τη­θεί α­πό τον τό­πο για την α­να­δρο­μή του στις Παι­δο­πό­λεις. Για­τί αν οι παι­δι­κές α­να­μνή­σεις έρ­χο­νται α­βία­στα, κα­τα­κλύ­ζο­ντάς τον με ευ­φρό­συ­νη διά­θε­ση, οι μνή­μες α­πό τα χρό­νια που α­κο­λού­θη­σαν εί­ναι θο­λές, σαν να αν­θί­στα­νται στην α­νά­κλη­σή τους και να χρειά­ζε­ται η τσι­μπί­δα της ψυ­χα­νά­λυ­σης. Γι' αυ­τό και ο συγ­γρα­φέ­ας κα­τα­φεύ­γει σε μια αυ­το­α­νά­λυ­ση, με τη μορ­φή δια­λό­γου α­νά­με­σα στον ε­νή­λι­κα και στο παι­δί που υ­πήρ­ξε κά­πο­τε. Στο τρί­το πρό­σω­πο εκ­φρά­ζε­ται ο α­φη­γη­τής, πα­ρα­χω­ρώ­ντας το πρώ­το πρό­σω­πο στο παι­δί, ώ­στε να φα­νεί ευ­κρι­νέ­στε­ρα το ρήγ­μα που τον χω­ρί­ζει α­πό τον πα­ρελ­θό­ντα ε­αυ­τό του.

Ο Ατζα­κάς πε­τυ­χαί­νει τη δύ­σκο­λη α­να­σύ­στα­ση ε­νός παι­δι­κού λό­γου, α­νό­θευ­του α­πό με­τα­γε­νέ­στε­ρες ε­κλο­γι­κεύ­σεις. Μέ­σα α­πό τις πε­ρι­γρα­φές για ό­σα έ­βλε­πε και ά­κου­γε το παι­δί προ­βάλ­λει μια δια­φο­ρε­τι­κή α­πό τη­ν τρέ­χου­σα σή­με­ρα ει­κό­να για τις Παι­δο­πό­λεις και τους ε­πι­τη­ρη­τές τους. Υπήρ­χε μεν στρα­τιω­τι­κή πει­θαρ­χία, ό­πως, ε­ντέ­λει, εί­θι­σται σε πα­ντός εί­δους ι­δρύ­μα­τα μέ­χρι και σή­με­ρα, αλ­λά και η θαλ­πω­ρή της με­γά­λης οι­κο­γέ­νειας, ώ­στε, συν τω χρό­νω, να μη λεί­πει του παι­διού η για­γιά του, κα­τα­λή­γο­ντας μέ­χρι και να ντρέ­πε­ται γι' αυ­τήν. Επί­σης, υ­πήρ­χαν σκλη­ρές ο­μα­δάρ­χισ­σες, που έ­φτα­ναν σε σα­δι­στι­κές συ­μπε­ρι­φο­ρές, υ­πε­ρί­σχυαν, ό­μως, οι νέες και ό­μορ­φες, με μη­τρι­κά για τους τρο­φί­μους αι­σθή­μα­τα. Όσο για τη λε­γό­με­νη πλύ­ση ε­γκε­φά­λου των παι­διών, αυ­τή γι­νό­ταν υ­πό­γεια και με­θο­δι­κά. Μέ­σα α­πό πα­ρα­μύ­θια και ι­στο­ρίες ε­δραιω­νό­ταν στο παι­δί η πί­στη πως κα­λός Ελλη­νας εί­ναι ο αν­δρείος χρι­στια­νός, που μά­χε­ται τους συμ­μο­ρί­τες. Αυ­τούς τους «α­παί­σιους Ελλη­νες», που α­πο­κα­λού­ντα­ν κα­τσα­πλιά­δες, λη­στές αλ­λά και α­ντάρ­τες, ό­πως ο πα­τέ­ρας του παι­διού, για τους ο­ποίους στο νη­σί τού έ­λε­γαν πως ή­ταν κα­λοί άν­θρω­ποι. Ασυμ­βί­βα­στες α­πό­ψεις, που ο­δη­γούν το παι­δί σε εύ­λο­γη α­πο­ρία, η ο­ποία α­φή­νε­ται α­ξε­διά­λυ­τη, μα­ζί με άλ­λες αμ­φι­ση­μίες της γλώσ­σας και συ­γκε­χυ­μέ­να αι­σθή­μα­τα.

Στην ε­πο­χή μας, που η προ­φο­ρι­κή ι­στο­ρία κερ­δί­ζει συ­νε­χώς έ­δα­φος και οι ι­στο­ρι­κοί συ­γκε­ντρώ­νουν πά­σης φύ­σεως μα­κρο­σκε­λείς α­φη­γή­σεις ζωής, η μαρ­τυ­ρία του Ατζα­κά -αν α­σφα­λώς την ε­κλά­βου­με ως μαρ­τυ­ρία-, που βρέ­θη­κε για έ­ξι χρό­νια υ­πό τη σκέ­πη της Βα­σι­λι­κής Πρό­νοιας και πέ­ρα­σε α­πό πέ­ντε Παι­δο­πό­λεις, πα­ρα­μέ­νο­ντας στις τέσ­σε­ρις α­πό αυ­τές για με­γά­λα χρο­νι­κά δια­στή­μα­τα, πα­ρου­σιά­ζει ι­διαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον. Εκεί­νο, ό­μως, που τη δια­κρί­νει α­πό τις συ­νε­ντεύ­ξεις παι­διών των Παι­δο­πό­λεων εί­ναι η ρέ­ου­σα και α­κρι­βό­λο­γη α­φή­γη­ση του παι­διού, που, με την πε­ρι­γρα­φι­κή της ζω­ντά­νια, στοι­χί­ζε­ται δί­πλα στις ευ­τυ­χέ­στε­ρες του εί­δους, θυ­μί­ζο­ντας, λ.χ., κά­ποιες πε­ρι­γρα­φές παι­δι­κών παι­χνι­διών σε διη­γή­μα­τα του Τό­λη Κα­ζα­ντζή ή στον «Αγά­θο» του Νί­κου Βα­σι­λειά­δη. Αν, ό­μως, ο Ατζα­κάς πε­τυ­χαί­νει στα δύ­σκο­λα, φαί­νε­ται σαν να υ­στε­ρεί στα εύ­κο­λα, που θα α­να­με­νό­ταν να εί­ναι η α­πό­δο­ση του λό­γου ε­νός ε­νή­λι­κα. Στην α­φή­γη­ση του παι­διού πα­ρεμ­βάλ­λο­νται πλα­γιο­γράμ­μα­τες πε­ρι­κο­πές, ό­που ο α­φη­γη­τής ε­πεμ­βαί­νει προς α­πο­κα­τά­στα­ση της α­λή­θειας. Στην προ­σπά­θειά του, ό­μως, να δώ­σει τη ση­με­ρι­νή θέ­α­ση του Εμφυ­λίου και των Παι­δο­πό­λεων, εκ­φρά­ζει μο­νο­διά­στα­τες α­πό­ψεις, οι ο­ποίες, έ­τσι ό­πως δια­τυ­πώ­νο­νται κα­θ' υ­περ­βο­λήν, φαί­νε­ται α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο η μο­νο­μέ­ρειά τους.

Οπως και να έ­χει, ο ε­νή­λι­κας διορ­θώ­νει τις σφα­λε­ρές ε­ντυ­πώ­σεις του παι­διού, α­φή­νει ό­μως ε­ντε­λώς α­σχο­λία­στες τις α­να­μνή­σεις του α­πό τη Βα­σί­λισ­σα Φρει­δε­ρί­κη, πα­ντα­χού πα­ρού­σα στις Παι­δο­πό­λεις, α­φού εί­χα­ν τε­θεί υ­πό την προ­στα­σία της. Τρια­ντά­ρα τό­τε η νεό­κο­πη Βα­σί­λισ­σα, ε­πι­σκε­πτό­ταν τη μία παι­δό­πο­λη με­τά την άλ­λη. Εν α­να­μο­νή της ε­πί­σκε­ψής της συμ­βαί­νουν τα μύ­ρια ό­σα στα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα του Μπού­του και του Σκρου­μπέ­λου, χω­ρίς ό­μως να την ε­μπλέ­κουν στις ό­ποιες α­νο­μίες. Στο πε­ζο­γρά­φη­μα του Ατζα­κά, η «Με­γά­λη Μη­τέ­ρα» ε­μπνέει δέ­ος στο παι­δί, που πε­ρι­μέ­νει με α­νυ­πο­μο­νη­σία την πρώ­τη ε­πί­σκε­ψή της. Τε­λι­κά, θα έ­χει τη­ν ευ­και­ρία να πα­ρα­στεί σε πολ­λές ε­πι­σκέ­ψεις της. Πά­ντο­τε, ό­μως, βια­στι­κές, του ά­φη­σαν μια ξε­θω­ρια­σμέ­νη ει­κό­να.
Μ. Θεοδοσοπούλου
30/3/2009 Από την "Ελευθεροτυπία"

Συγγραφικά και καλλιτεχνικά διλήμματα

Χένρυ Τζαίημς «Το αυθεντικό»
Μετάφραση: Αντώνης Πέρης
Επιμέλεια: Αργύρης Παπασυριόπουλος
Σχέδια: Ντένι Λόμ
Εκδόσεις Κίχλη Δεκέμβριος 2009

Εκτός α­πό εί­κο­σι μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ο Χέν­ρυ Τζαίη­μς δη­μο­σίευ­σε και 112 συ­ντο­μό­τε­ρα πε­ζά. Τα ε­κτε­νέ­στε­ρα α­πό αυ­τά, δώ­δε­κα τον α­ριθ­μό, εί­θι­σται να α­πο­κα­λού­νται νου­βέ­λες, ε­νώ τα υ­πό­λοι­πα, διη­γή­μα­τα. Με λι­γό­τε­ρες α­πό δέ­κα χι­λιά­δες λέ­ξεις «Το αυ­θε­ντι­κό», κα­τα­τάσ­σε­ται μάλ­λον στα διη­γή­μα­τα. Αν η πα­ρού­σα με­τά­φρα­ση εί­ναι η πρώ­τη στα ελ­λη­νι­κά πα­ρα­μέ­νει, ό­πως φαί­νε­ται, α­διε­ρεύ­νη­το. Επί­σης, α­διε­ρεύ­νη­το πα­ρα­μέ­νει και το πό­τε δη­μο­σιεύ­τη­κε πρώ­τη φο­ρά σε ελ­λη­νι­κό έ­ντυ­πο πε­ζό του Τζαίη­μς. Μάλ­λον α­πί­θα­νο φαί­νε­ται να πρω­το­εμ­φα­νί­ζε­ται το 1959, με το μυ­θι­στό­ρη­μα, «Ένας Αμε­ρι­κα­νός», α­γνώ­στου με­τα­φρα­στή. Ωστό­σο, γε­νι­κό­τε­ρα, ο Τζαίη­μς άρ­χι­σε να με­τα­φρά­ζε­ται συ­στη­μα­τι­κά και να γί­νε­ται γνω­στός σε έ­να ευ­ρύ­τε­ρο κοι­νό, με­τά το 1943 και τους ε­ορ­τα­σμούς για την ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δα α­πό τη γέν­νη­σή του, στις 15 Απρι­λίου 1843, στη Νέα Υόρ­κη. Πά­ντως, ο πρώ­τος γνω­στός με­τα­φρα­στής του στα ελ­λη­νι­κά εί­ναι ο Κο­σμάς Πο­λί­της, με το «Στρί­ψι­μο της βί­δας», το 1964. Κα­τά τα άλ­λα, ε­πα­νεκ­δί­δε­ται κά­θε τό­σο κά­ποιο α­πό τα γνω­στά μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του. Συ­χνό­τε­ρα, ό­μως, κυ­κλο­φο­ρούν βι­βλιά­ρια με έ­να ή και πε­ρισ­σό­τε­ρα διη­γή­μα­τά του. Σε αυ­τά ε­ντάσ­σε­ται και το πρό­σφα­το. Έκδο­ση, τυ­πο­τε­χνι­κά προ­σεγ­μέ­νη, ό­πως ό­λες του νεό­τευ­κτου εκ­δο­τι­κού οί­κου Κί­χλη, η ο­ποία ει­κο­νο­γρα­φεί­ται με 14 έγ­χρω­μα σχέ­δια του γάλ­λου Ντέ­νι Λο­μ, που ε­δώ και μια δε­κα­πε­ντα­ε­τία πα­ρε­πι­δη­μεί στην Αθή­να. Αν δεν σφάλ­λου­με, συ­νι­στά την πρώ­τη του προ­σπά­θεια να ει­κο­νο­γρα­φή­σει έ­να βι­βλίο πέ­ρα α­πό το χώ­ρο των πα­ρα­μυ­θιών. Το ει­κο­νο­γρα­φι­κό α­πο­τέ­λε­σμα θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί ά­νι­σο, με κά­ποια εν­δια­φέ­ρο­ντα σχέ­δια και με ο­ρι­σμέ­να άλ­λα να εν­δί­δουν στην εύ­κο­λη λύ­ση του πα­ρα­μυ­θι­κού μο­τί­βου. Τη με­τά­φρα­ση του κει­μέ­νου την ε­πι­χει­ρεί ο νεό­τα­τος διη­γη­μα­το­γρά­φος Αντώ­νης Πέ­ρης (γεν­νη­θείς το 1972, πρω­το­εμ­φα­νί­ζε­ται το 2002), με την ε­πι­μέ­λεια του Αργύ­ρη Πα­πα­συ­ριό­που­λου, που έ­χει με­τα­φρά­σει και τα κεί­με­να του Επί­με­τρου στο βι­βλίο. Την ερ­γο­γρα­φία του Τζαίη­μς την συ­ντάσ­σουν ο με­τα­φρα­στής και ο Σω­τή­ρης Φα­σού­λας. Όσο α­φο­ρά τις πλη­ρο­φο­ρίες για τις ελ­λη­νι­κές με­τα­φρά­σεις του Τζαίη­μς, αρ­κού­νται στα στοι­χεία που δί­νει ο Σταύ­ρος Πε­τσό­που­λος στο χρο­νο­λό­γιο των βι­βλίων του Τζαίη­μς α­πό τις εκ­δό­σεις Άγρα. Εκεί­νο, ό­μως, που κυ­ρίως εν­δια­φέ­ρει, ό­ταν πρό­κει­ται για λο­γο­τέ­χνες της στάθ­μης του Τζαίη­μς, εί­ναι, προ­φα­νώς, η ποιό­τη­τα της με­τά­φρα­σης. Πι­στεύου­με πως έ­γι­νε μια φι­λό­τι­μη προ­σπά­θεια, πα­ρό­τι, αν δεν σφάλ­λου­με, η προ­η­γού­με­νη ε­μπει­ρία με­τα­φρα­στή και ε­πι­με­λη­τή εί­ναι μι­κρή. Όπως και να έ­χει, ο Τζαίη­μς συ­νι­στά έ­να μάλ­λον πρώι­μο εγ­χεί­ρη­μα. «Το αυ­θε­ντι­κό» γρά­φτη­κε το 1891, σύμ­φω­να και με την εγ­γρα­φή στο ση­μειω­μα­τά­ριο του Τζαίη­μς, που α­να­δη­μο­σιεύε­ται στο Επί­με­τρο. Ωστό­σο, το δεύ­τε­ρο κεί­με­νο του Επί­με­τρου, το α­πό­σπα­σμα α­πό τον πρό­λο­γο στην νε­οϋρκέ­ζι­κη έκ­δο­ση του 1909, α­να­φέ­ρει ως έ­τος έκ­δο­σης του διη­γή­μα­τος το 1890. Δυ­στυ­χώς, ο ε­πι­με­λη­τής δεν πα­ρέ­χει κά­ποια διευ­κρί­νι­ση για αυ­τήν την α­συμ­φω­νία. Το διή­γη­μα δη­μο­σιεύ­τη­κε πρώ­τα στον α­με­ρι­κα­νι­κό Τύ­πο μέ­σω ε­νός α­με­ρι­κα­νι­κού πρα­κτο­ρείου, που προω­θού­σε πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να αγ­γλό­φω­νων συγ­γρα­φέων στις α­με­ρι­κα­νι­κές ε­φη­με­ρί­δες. Στην Αγγλία, δη­μο­σιεύ­τη­κε, στις 16 Απρι­λίου 1892, στο ε­βδο­μα­διαίο ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­νο πε­ριο­δι­κό «Black and White», που εί­χε ξε­κι­νή­σει τον προ­η­γού­με­νο χρό­νο. Τέ­λος, σε βι­βλίο, εκ­δό­θη­κε το ε­πό­με­νο έ­τος, μα­ζί με πέ­ντε α­κό­μη διη­γή­μα­τα. Εκεί­νη την πε­ρίο­δο, συ­γκε­κρι­μέ­να την πε­ντα­ε­τία 1890-1895, ο Τζαίη­μς ή­ταν ε­γκα­τε­στη­μέ­νος στο Λον­δί­νο και α­σχο­λεί­το με το θέ­α­τρο, γρά­φο­ντας πρω­τό­τυ­πα έρ­γα και δια­σκευά­ζο­ντας ή­δη έ­τοι­μα, ό­πως το «Ένας Αμε­ρι­κα­νός». Η πε­ριο­ρι­σμέ­νη, ό­μως, ε­πι­τυ­χία τους τον έ­στρε­ψε και πά­λι προς την πε­ζο­γρα­φία. Ο Τζαίη­μς, του­λά­χι­στον για τα διη­γή­μα­τά του, συ­χνά ε­μπνεό­ταν α­πό πραγ­μα­τι­κά πε­ρι­στα­τι­κά. Στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, το ε­ρέ­θι­σμα τού το έ­δω­σε ο φί­λος του Ζωρζ ντε Μω­ριέ, που ερ­γα­ζό­ταν ως σκι­τσο­γρά­φος στο αγ­γλι­κό πε­ριο­δι­κό «Punch». Όπως του διη­γή­θη­κε, τον εί­χε ε­πι­σκε­φτεί έ­να ζευ­γά­ρι ξε­πε­σμέ­νων α­ρι­στο­κρα­τών, ζη­τώ­ντας του να τους χρη­σι­μο­ποιή­σει σαν μο­ντέ­λα. Του πα­ρου­σια­ζό­ταν, δη­λα­δή, η δε­λε­α­στι­κή ευ­και­ρία να α­ντι­κα­τα­στή­σει τους με­ρο­κα­μα­τιά­ρη­δες, που εί­χε μο­ντέ­λα, με αν­θρώ­πους της ί­διας κοι­νω­νι­κής τά­ξης με αυ­τούς που σκι­τσά­ρι­ζε. Αν α­πο­φά­σι­ζε την αλ­λα­γή, μπο­ρεί να έ­χα­νε τη βο­λή του, του­λά­χι­στον αρ­χι­κά, αλ­λά θα εί­χε αυ­θε­ντι­κά πρό­σω­πα να πο­ζά­ρουν. Το δί­λημ­μα του φί­λου του, ο Τζαίη­μς το με­τα­μόρ­φω­σε σε έ­να διή­γη­μα, που συμ­βάλ­λει στην πε­ρί τέ­χνης συ­ζή­τη­ση, ό­πως την α­νοί­γει, ε­ξή­ντα χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, «Το Άγνω­στο α­ρι­στούρ­γη­μα» του Μπαλ­ζάκ. Σύμ­φω­να με τις η­με­ρο­λο­για­κές του ση­μειώ­σεις, ε­κεί­νο που αρ­χι­κά τον ε­ντυ­πω­σία­σε ή­ταν η κοι­νω­νι­κή πλευ­ρά του πε­ρι­στα­τι­κού. Δη­λα­δή το γε­γο­νός ό­τι γό­νοι α­ρι­στο­κρα­τών, που εί­χαν ε­ξα­σφα­λι­σμέ­να τα προς το ζην και πε­ρι­φέ­ρο­νταν αρ­γό­σχο­λα σε συ­νευ­ρέ­σεις της υ­ψη­λής κοι­νω­νίας, τους βρή­κε μια κα­κο­τυ­χία και α­να­γκά­στη­καν να ερ­γα­στούν. Πα­ρό­λο τον αέ­ρα των σα­λο­νιών, που διέ­θε­ταν, δεν εί­χαν κά­ποια ε­παγ­γελ­μα­τι­κή κα­τάρ­τι­ση, α­φού το μό­νο που έ­κα­ναν μέ­χρι τό­τε, ή­ταν να ε­πι­δει­κνύουν την κα­λή τους εμ­φά­νι­ση και να ε­παί­ρο­νται για την α­νω­τε­ρό­τη­τα της τά­ξης τους. Οπό­τε, το ί­διο σκέ­φτη­καν να κά­νουν και σε ώ­ρα α­νά­γκης. Μό­νο που, αυ­τή τη φο­ρά, το πο­ζά­ρι­σμα, δεύ­τε­ρη έ­ξη γι’ αυ­τούς, θα γι­νό­ταν ε­πί χρή­μα­σι. Αυ­τές, ό­μως, οι κοι­νω­νιο­λο­γί­ζου­σες σκέ­ψεις του Τζαίη­μς βρί­σκο­νται μό­νο στο η­με­ρο­λό­γιό του. Δια­βά­ζο­ντας μό­νο αυ­τές, μέ­νει κα­νείς με την ε­ντύ­πω­ση πως ο συγ­γρα­φέ­ας συ­νο­μι­λεί με τους λί­γο με­τα­γε­νέ­στε­ρούς του κοι­νω­νιο­λό­γους, ό­πως ο συ­μπα­τριώ­της του Θόρ­σταϊν Βέ­μπλιν, ο πρώ­τος α­να­τό­μος της αρ­γό­σχο­λης τά­ξης. Αν, ό­μως, ο Τζαίη­μς πε­ριο­ρι­ζό­ταν σε αυ­τό το πλαί­σιο, θα έ­γρα­φε α­πλώς μια σύ­ντο­μη ι­στο­ρία, ό­πως πλεί­στοι άλ­λοι σύγ­χρο­νοί του και α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ροι ση­με­ρι­νοί. Ήδη, ό­μως, το 1884, στο δο­κί­μιό του, «Η Τέ­χνη της Μυ­θο­πλα­σίας», σαρ­κά­ζει την πρυ­τα­νεύου­σα, έως και σή­με­ρα, θέ­ση «Η ι­στο­ρία εί­ναι το παν». Ενώ, ε­κεί­νος α­να­ζη­τού­σε τη βα­θύ­τε­ρη ου­σία ε­νός θέ­μα­τος, την “ι­δέ­α”, την ο­ποία α­πο­κα­λύ­πτει η ο­πτι­κή, μέ­σα α­πό την ο­ποία γρά­φε­ται έ­να διή­γη­μα. Εδώ, ε­πι­λέ­γει την ο­πτι­κή ε­νός ε­πί­δο­ξου ζω­γρά­φου, που προ­σω­ρι­νά αρ­κεί­ται στην ει­κο­νο­γρά­φη­ση βι­βλίων. Για τον Τζαίη­μς, ζω­γρά­φος και λο­γο­τέ­χνης εί­ναι α­δελ­φές ψυ­χές. Μέ­σω του ζω­γρά­φου ή­ρωά του, ξε­δι­πλώ­νει δι­κές του σκέ­ψεις πε­ρί τέ­χνης, ε­ρα­σι­τε­χνι­σμού και κρι­τι­κής α­να­γνώ­ρι­σης. Στην α­φή­γη­ση α­πό την σκο­πιά του ζω­γρά­φου, προ­βάλ­λε­ται ο ψυ­χο­λο­γι­κός πα­ρά­γο­ντας, ε­νώ, σε έ­να δεύ­τε­ρο ε­πί­πε­δο, α­να­πτύσ­σε­ται ο στο­χα­σμός πε­ρί τέ­χνης. Το ζεύ­γος των πα­ρηκ­μα­σμέ­νων α­ρι­στο­κρα­τών, το ο­ποίο ο ζω­γρά­φος του διη­γή­μα­τος προσ­λαμ­βά­νει, τον γο­η­τεύει με την εμ­φά­νι­ση, τους τρό­πους και την ο­μι­λία του. Ταυ­τό­χρο­να, τον κά­νει να αι­σθά­νε­ται ά­βο­λα. Αυ­τός, έ­νας άν­θρω­πος της με­σαίας τά­ξης, κα­τέ­λη­ξε να έ­χει στην υ­πη­ρε­σία του και, κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση, να δια­τά­ζει πρό­σω­πα της υ­ψη­λής κοι­νω­νίας. Αυ­τό το, τρό­πον τι­νά, αί­σθη­μα κα­τω­τε­ρό­τη­τας συ­χνά τον ω­θεί να υιο­θε­τεί τις α­πό­ψεις τους, α­να­θεω­ρώ­ντας κά­ποιες δι­κές του. Κυ­ρίως, ό­μως, λει­τουρ­γεί κα­τα­λυ­τι­κά στο υ­πο­συ­νεί­δη­τό του. Αυ­τό α­κρι­βώς α­ντα­να­κλά­ται στις ζω­γρα­φι­κές του συν­θέ­σεις, ό­που το ζεύ­γος προ­βάλ­λει με τη θεω­ρία υ­ψη­λά ι­στά­με­νων. Εκεί, σχε­δόν α­θέ­λη­τα, τους σχε­διά­ζει με ύ­ψος πο­λύ πά­νω α­πό το μέ­σο α­πα­ντώ­με­νο. Αυ­τά, ό­σο α­φο­ρά τον ψυ­χο­λο­γι­κό πα­ρά­γο­ντα. Ο στο­χα­σμός του Τζαίη­μς πε­ρί τέ­χνης ξε­κι­νά με το πλά­σι­μο δυο α­κό­μη η­ρώων. Προς δια­τή­ρη­ση της α­φη­γη­μα­τι­κής συμ­με­τρίας, πλά­θει έ­να δεύ­τε­ρο ζεύ­γος μο­ντέ­λων. Η γυ­ναί­κα εί­ναι ο α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κός λαϊκός τύ­πος της Λον­δρέ­ζας και ο ά­ντρας, έ­νας να­πο­λι­τά­νος φτω­χο­διά­βο­λος. Σ’ αυ­τούς ο ζω­γρά­φος έ­χει ό­λη την ά­νε­ση να τους ντύ­νει, να τους στή­νει, να τους δι­δά­σκει. Με άλ­λα λό­για, να τους πλά­θει, ό­πως ο σκη­νο­θέ­της τον η­θο­ποιό, προ­σπα­θώ­ντας να εκ­μαιεύ­σει τα πρό­σω­πα, που έ­χει στη φα­ντα­σία του. Πα­ρεν­θε­τι­κά, να ση­μειώ­σου­με ε­δώ την παι­γνιώ­δη ο­νο­μα­το­λο­γία του συγ­γρα­φέ­α: Το ε­πώ­νυ­μο του α­ρι­στο­κρα­τι­κού ζεύ­γους εί­ναι “Monarch”, έ­να δά­νειο α­πό την ελ­λη­νι­κή, που θα μπο­ρού­σε να δια­σω­θεί στη με­τά­φρα­ση. Και η λαϊκή Αγγλί­δα α­πο­κα­λεί­ται “Μις Τσάρ­μ”. Σε α­ντί­θε­ση με τους πλη­βείους, οι γνή­σιοι α­ρι­στο­κρά­τες λει­τουρ­γούν α­πέ­να­ντι στο ζω­γρά­φο κα­τα­λυ­τι­κά. Τον υ­πο­βι­βά­ζουν στο ρό­λο του φω­το­γρά­φου. Ου­σια­στι­κά, τον α­φο­πλί­ζουν και τον κα­θι­στούν έ­ναν α­πλό τε­χνί­τη, που α­ντι­γρά­φει δου­λι­κά την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Με άλ­λα λό­για, δεν του α­φή­νουν δη­μιουρ­γι­κά πε­ρι­θώ­ρια, ού­τε κά­ποια πνοή αυ­το­σχε­δια­σμού. Ο καλ­λι­τέ­χνης κα­θη­λώ­νε­ται μπρο­στά στη δυ­να­μι­κή του αυ­θε­ντι­κού που, ό­χι μό­νο ε­πι­βάλ­λε­ται, αλ­λά γυ­ρεύει και κυ­ρίαρ­χα δι­καιώ­μα­τα. Το διή­γη­μα θα μπο­ρού­σε, με­τα­ξύ των άλ­λων, να θεω­ρη­θεί και ως μια πα­ρα­βο­λή. Φέ­ρει ό­λα ε­κεί­να τα εν­δο­γε­νή στοι­χεία προς συγ­γρα­φι­κή σπου­δή, ι­διαί­τε­ρα για συγ­γρα­φείς που ρέ­πουν προς την “α­ντι­γρα­φή” της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Ακό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο σή­με­ρα, στο πλαί­σιο, δη­λα­δή, μιας ε­πο­χής “με­τά” το μο­ντέρ­νο, ό­που, ό­λο και συ­χνό­τε­ρα, οι νεό­τε­ροι συγ­γρα­φείς την σερ­βί­ρουν ω­μή, χω­ρίς κα­μία δη­μιουρ­γι­κή με­του­σίω­ση, πα­ρά μό­νο με κά­ποια κοι­νό­το­πα, συ­νή­θως ρη­χά ή μο­νο­διά­στα­τα, κοι­νω­νιο­λο­γι­κά αι­τή­μα­τα. Φαί­νε­ται, ό­μως, ό­τι ο ά­νε­μος του με­τα­μο­ντέρ­νου σά­ρω­σε και τον ί­διον τον Τζαίη­μς. Το «Στρί­ψι­μο της βί­δας», α­φού υ­πέ­στη με­τα­μο­ντέρ­να θε­α­τρι­κή δια­σκευή και α­πέ­κτη­σε τον ε­μπνευ­σμέ­νο τίτ­λο «Επι­σκέ­πτες», “τρέ­χει” φι­λό­δο­ξα και τολ­μη­ρά ως πα­ρά­στα­ση στην φε­τει­νή θε­α­τρι­κή σαι­ζόν. Πα­ρό­τι δο­κι­μα­σμέ­νος θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας ο ί­διος ο Τζαίη­μς, φαί­νε­ται ό­τι α­δυ­να­τού­σε να το δια­σκευά­σει θε­α­τρι­κά. Κα­τά τα άλ­λα, το διή­γη­μα πα­ρου­σιά­ζει ό­λες τις τζαιμ­σια­νές α­ρε­τές. Ανά­γλυ­φους, ζω­ντα­νούς χα­ρα­κτή­ρες και πει­στι­κή διή­γη­ση, με έμ­μο­νη προ­σο­χή στη λε­πτο­μέ­ρεια, που φτιά­χνει την α­πό­χρω­ση και δί­νει την ει­δο­ποιό δια­φο­ρά.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου