Παρασκευή, 29 Φεβρουαρίου 2008

"Αρχείο Θεσσαλικών Μελετών"

"Αρχείο Θεσσαλικών Μελετών"
Τόμος 16ος, Νοέμβριος 2007

Περιοδική έκδοση, χωρίς προσδιορισμό της συχνότητας, που παρουσιάζει η Εταιρεία Θεσσαλικών Ερευνών. Συγκρίνοντας τους πρώτους τόμους, που τυχαίνει να γνωρίζουμε, με τον πρόσφατο, που μας εστάλη, διαφαίνονται οι αλλαγές στη συγκρότηση της ύλης, όπως, επίσης, και οι σταθερές πλεύσης. Σύμφωνα με το προλογικό σημείωμα, στους τέσσερις τελευταίους τόμους, το πρώτο μέρος συνιστά αφιέρωμα σε μέλη της Εταιρείας. Συγκεκριμένα, στους Γιάννη Σακελλίων, Κίτσο Μακρή, Μένιο Μουρτζόπουλο και Νίκο Κολοβό. Με πολυσέλιδο αφιέρωμα στον τελευταίο από αυτούς ανοίγει ο πρόσφατος τόμος. Στον Νίκο Κολοβό, που πέθανε στις 12 Αυγούστου 2005, ενώ, αν προλάβαινε, θα γιόρταζε εφέτος τα εβδομήντα του. Γέννημα θρέμμα του Βόλου, δικηγόρος το επάγγελμα, σκιαγραφείται από τους συμμετέχοντες στο αφιέρωμα ως πολύπλευρη προσωπικότητα. Ευρύτερα γνωστός έγινε ως κινηματογραφικός κριτικός και μελετητής. Σύμφωνα με τον Γιάννη Μουγογιάννη, η ενασχόλησή του με τον κινηματογράφο ξεκίνησε το 1960, ιδρυτικό μέλος της Κινηματογραφικής Λέσχης Βόλου, της οποίας χρημάτισε και πρόεδρος, χωρίς να προσδιορίζεται σε ποια ακριβώς περίοδο. Άλλωστε λείπει ένα βιογραφικό, ό,τι πολυτιμότερο μπορεί να προσφέρει ένα αφιέρωμα. Γιατί, καλές οι "αγιογραφίες", αλλά για να εκτιμήσουν οι αναγνώστες το εύρος ενός έργου, πρέπει οι γνωρίζοντες να παρέχουν τα ικανά και αναγκαία τεκμήρια. Πάντως, κριτικές του διαβάζαμε, επί σειρά ετών, και σε αθηναϊκές εφημερίδες και περιοδικά. Επίσης, δίνεται η πληροφορία πως, εντός της δεκαετίας του 1990, εκπόνησε διδακτορική διατριβή, με θέμα, "Ο κινηματογράφος ως ΜΜΕ και τέχνη στο τέλος του εικοστού αιώνα". Αξιομνημόνευτες και οι μεταφραστικές επιδόσεις του, με βιβλία κοινωνιολογίας και φιλοσοφίας, από τις εκδόσεις "Πύλη", κατά τη δεκαετία του 1970. Μάλιστα, οι εισαγωγές του σε κάποια από αυτά συνιστούν αυτόνομα δοκίμια, όπως το κείμενό του στο βιβλίο του Βίλχελμ Ράϊχ "Ο Φρόϋντ κι εγώ". Μια διαφορετική όψη του βίου και του έργου του δείχνει ο Κώστας Λιάπης. Την αγάπη του Κολοβού για την πεζοπορία και τη συνεχή επίδοσή του στην ταξιδιωτική γραφή. Δυστυχώς, όπως φαίνεται, τα κείμενά του μένουν σκόρπια στις θεσσαλικές εφημερίδες και, εν τέλει, δυσεύρετα, όπως εκείνο το κείμενό του για τον Παπαδιαμάντη, δημοσιευμένο πριν κοντά μισό αιώνα.
Στο δεύτερο μέρος του τόμου, δημοσιεύονται δώδεκα μελέτες διαφορετικής θεματικής, προτάσσοντας την αρχαία Δημητριάδα. Ορισμένες μελέτες εντρυφούν στην τοπική ιστορία, όπως η σκιαγράφηση της προσωπικότητας του βολιώτη γιατρού και διανοούμενου Δημητρίου Σαράτση και η ιστορία του Πτωχοκομείου Βόλου. Μεταξύ άλλων προβλέπονται και τρεις μελέτες που άπτονται της λογοτεχνίας. Η πρώτη του Μιλτιάδη Δ. Πολυβίου αφορά τον σκοπελίτη λόγιο και ποιητή του 18ου αιώνα, Κωνσταντίνο Δαπόντε, μετονομασθέντα μετά την κουρά του σε Καισάριο, ο οποίος γεννήθηκε το 1713 και πέθανε το 1784. Περίπου έναν αιώνα μετά το θάνατό του, όταν ο Λεγκράν επανέκδωσε τις "Δακικές Εφημερίδες", ένα από τα σημαντικότερα έργα του, ο πληθωρικός λόγιος άρχισε να απασχολεί τους ερευνητές. Κατά την τελευταία, μάλιστα, δεκαπενταετία του 20ου αιώνα, επανεκδόθηκαν ορισμένα βιβλία του και δημοσιεύθηκαν μελέτες γύρω από το έργο του. Μεταξύ αυτών, το 1992, η πρώτη μελέτη του Πολυβίου, ο οποίος επανέρχεται τώρα με καινούργια ερευνητικά στοιχεία. Ωστόσο, απορούμε πως και λησμόνησε να μνημονεύσει, έστω και στις υποσελίδιες σημειώσεις του, τον Γ. Π. Σαββίδη, που, με τις επανεκδόσεις των βιβλίων του Δαπόντε, πιστεύουμε πως τον κατέστησε γνωστό σε ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Θυμίζουμε το θαυμάσιο βιβλίο, "Κανών περιεκτικός πολλών εξαιρέτων πραγμάτων", που επανεξέδωσε το 1991, το "Η θυσία του Ιεφθάε και Ιστορία Σωσάννης", το 1993, και ακόμη, τον "Κήπο Χαρίτων" το 1995, το οποίο ανεξάρτητα επανεξέδωσε, δυο χρόνια αργότερα, και ο Άλκης Αγγέλου, στον οποίο και παραπέμπει ο Πολυβίου. Από μιας αρχής, οι έρευνες του Πολυβίου επικεντρώνονται στη σχέση του Δαπόντε με τη Μονή Ξηροποτάμου του Αγίου 1/4ρους, όπου ο Σκοπελίτης πρωτοπήγε το 1757, για την ανοικοδόμηση του Καθολικού της ανέλαβε περιοδεία ζητείας, σε αυτήν μόνασε από το 1765 έως το 1778 και εκεί πέθανε. 1/4μως ο Δαπόντε δεν αρκέστηκε στην εξεύρεση των αναγκαίων πόρων για την ανοικοδόμηση του Καθολικού της, αλλά πρωτοστάτησε και στην αγιογράφησή του, εμπλουτίζοντας τον γνωστό εικονογραφικό κύκλο με τις μορφές νεομαρτύρων. 1/4πως αποδεικνύεται, το μαρτυρολόγιο με 34 βίους, που εντοπίστηκε σε ρωσικό κώδικα, είναι ένα ακόμη δικό του έργο.
Από τον 18ο αιώνα, η επόμενη μελέτη του Γεωργίου Κοντομήτρου μας φέρνει στο 1921, όταν ο εκπαιδευτικός Παναγιώτης Παναγόπουλος δημοσίευσε δύο κείμενα "Ο Σολομός στο Πήλιον" και "Ζηλευτή αμάθεια", και τα δυο ταξιδιωτικά ποιητικής πνοής στο Πήλιο. 1/4μως, την κυρίως λογοτεχνική συμβολή του τόμου την καταθέτει η πρόεδρος της Εταιρείας, Μηλίτσα Ζαρλή-Καραθάνου, αναψηλαφώντας το ποίημα του Σεφέρη, "PIAZZA SAN NICOLO", ακριβέστερα τη σχέση ποιήματος και ποιητή με την πόλη του Βόλου και την πλατεία του Αγίου Νικολάου. Το ποίημα φέρει τον χρονοτοπικό προσδιορισμό, "Πήλιο-Κοριτσά, καλοκαίρι-φθινόπωρο '37", όταν ο έρωτας του ποιητή για την Μαρώ δοκιμαζόταν και μια άλλη γυναίκα έκανε ένα φευγαλέο πέρασμα από τη ζωή του. Η μελετήτρια επιχειρεί μια καινούργια ανάγνωση του ποιήματος, βασιζόμενη στο προ τριετίας άρθρο του βολιώτη ποιητή και βιβλιογράφου Γιώργου Α. Παναγιώτου, που είχε την θαυμάσια, αν και εκ των υστέρων προφανή, ιδέα να διακρίνει πίσω από το ποίημα τον Τζιόρτζιο ντε Κίρικο και τον ομότιτλο πίνακά του. Τέλος, μια παρατήρηση, μπορεί δευτερεύουσας σημασίας, όμως, αφορά γενικότερα τις μελέτες νεότερων γύρω από τον Σεφέρη. Στις παραπομπές τους ανακηρύσσουν σε ευαγγέλιο την βιογραφία Σεφέρη από τον Ρόντρικ Μπήτον, υποκαθιστώντας τις πρωτογενείς πηγές. Στην προκειμένη περίπτωση, η αλληλογραφία Σεφέρη-Γιώργου Αποστολίδη έχει εκδοθεί, οπότε περιττεύει η δια της παρακαμπτηρίου παραπομπή στη βιογραφία.
Συμπερασματικά, είναι δυσάρεστο αξιόλογες τοπικές εκδόσεις μόνο παρ' ελπίδα να φθάνουν στο αθηναϊκό άστυ.
Μάρη Θεοδοσοπούλου

Μοναχικοί και ανυπεράσπιστοι


Μοναχικοί και ανυπεράσπιστοι Ιερώνυμος Πολλάτος "Συνεχόμενοι λυγμοί" Εκδόσεις το Ροδακιό Οκτώβριος 2007
Ο Ιερώνυμος Πολλάτος, ένας ακόμη πρωτοεμφανιζόμενος ωρίμου ηλικίας, που αποκαλύπτεται με το πρώτο του βιβλίο σαν έτοιμος από καιρό, διαμορφώνει τα πεζογραφήματά του στα μέτρα των ιστοριών που θέλει να αφηγηθεί. Συνολικά, δεκαέξι πεζά, με το πρώτο και τελευταίο στην έκταση και την ποιότητα της νουβέλας, ενώ το κυρίως σώμα των δεκατεσσάρων ιστοριών παρουσιάζεται ως συλλογή διηγημάτων, που υπακούει στον τίτλο του βιβλίου, καθώς εκτυλίσσεται σαν συνεχόμενοι λυγμοί χωρίς διακοπή ή έστω, ανάπαυλα. Δράματα ολίγων σελίδων υψηλής συναισθηματικής ισχύος και συγκινησιακής φόρτισης, για τα οποία επινοείται μια πρωτότυπη μορφή, που κατορθώνει την επιθυμητή εκτόνωση και ταυτόχρονα διατηρεί τον πάντοτε συναρπαστικό απόηχο μιας τραγικής ιστορίας. 1/4σο για τη φωτογραφία του εξωφύλλου, δείχνει μάλλον σαν συγγραφικό τερτίπι. Μια νεαρά, καθώς βγαίνει τσίτσιδη από τη θάλασσα και αναζητά την πετσέτα ή έστω, κάποιο ρούχο, σύμφωνα και με το διήγημα που ενέπνευσε την επιλογή της. Σκυμμένη και η φωτογραφία τραβηγμένη από το πλάϊ. Θα λέγαμε πως ο συγγραφέας χειρίζεται πονηρά την κατάσταση^ καθώς ετοιμάζεται να σερβίρει στον αναγνώστη το ψυχοπλακωτικό του ανθρώπινου βίου σε όλο του το μεγαλείο, επιστρατεύει για παραπλάνηση τις εσαεί ηδονικές υποσχέσεις ενός γυναικείου γυμνού.
Κεφαλλονίτης ο Πολλάτος, τοποθετεί τις περισσότερες ιστορίες στο νησί του, χωρίς ωστόσο να το ονοματίζει, πλην από σκόρπια τοπωνύμια, τα οποία, έτσι κι αλλιώς, τα μοιράζονται πλείστα όσα ελληνικά νησιά και παράκτιες περιοχές. Ίσως και ορισμένες ιδιωματικές λέξεις, πάντως λιγοστές και χωρίς γλωσσάρι. Ως πρωταρχική συνιστώσα αναδεικνύεται ο χρόνος μιας ιστορίας. Στα δυο ακρινά πεζά, μένει απροσδιόριστος αναφερόμενος σε ένα ρευστό παρόν. Ενώ, στο κυρίως σώμα, επιστρατεύεται ως μορφικό στοιχείο της αφήγησης. Συνολικά στο βιβλίο, οι χρονικές αναφορές απλώνονται σε μια περίοδο γύρω στα σαράντα χρόνια. Από το 1935, όταν ένας κεφαλλονίτης ναυτικός έφερε στεφανωμένη την καλή του από την Οδησσό, μέχρι το 1975, που ο κομμουνιστής, με τις συνεχόμενες φυλακίσεις, από Εμφυλίου μέχρι Δικτατορίας, αποφασίζει να φασκελώσει ηθική και υποχρεώσεις.
Κατ' αρχήν, τα δυο μεγάλα πεζά, ας τα αποκαλέσουμε, έστω και καταχρηστικά, νουβέλες, στηρίζονται στα ιδιαίτερα εκτενή διαλογικά μέρη, μέσω των οποίων γίνεται η ψυχογράφηση των χαρακτήρων και η σκιαγράφηση των νοοτροπιών της σημερινής ελληνικής κοινωνίας, κυρίως, όσο αφορά θέματα σεξουαλικής ηθικής. Το πρώτο εστιάζει στις αποκλίνουσες ερωτικές προτιμήσεις μιας φιλολόγου, διορισμένης σε κωμόπολη του νησιού, και το τελευταίο, στις κατά συρροή απιστίες και δη, επί χρήμασι, της συζύγου ενός ψαρά. Και στα δυο, ο συγγραφέας παίζει με το είναι και το φαίνεσθαι. Λ.χ., ο απατηθείς σύζυγος οργίζεται μόνο όταν το κεράτωμα γίνεται γνωστό στη γειτονιά, αφού προηγουμένως έχει ανεχθεί και ένα και δυο και τρία νόθα τέκνα. Ενώ, στο πρώτο, η καθηγήτρια δεν επικρίνεται για την ελευθεριάζουσα συμπεριφορά της αλλά, καθίσταται εύκολος στόχος εκβιασμού από τους ντόπιους που θέλουν να εξασφαλίσουν ένα απολυτήριο για τα βλαστάριά τους, αδιαφορώντας αν έχουν μείνει ξύλα απελέκητα.
Η πρώτη νουβέλα, με τίτλο, "Το φύλο των αγγέλων", θα μπορούσε να καταλάβει επίλεκτη θέση στην ανθούσα, επί των ημερών μας, πεζογραφία του Άλλου, μια και εμβαθύνει στην ετερότητα, πλάθοντας ένα δυνατό γυναικείο χαρακτήρα, με ψήγματα ρομαντισμού, που αρχικά γοητεύει, αν και στη συνέχεια, σαν να υπολείπεται, καθώς περιστοιχίζεται από δευτερεύοντα πρόσωπα, μάλλον στερεότυπα, όπως η άβγαλτη Λευκαδίτισσα, καθηγήτρια αγγλικών, που γίνεται το μήλον της Έριδος γυναικών, εφήβων και ανισόρροπων, ο άκακος "βλαμμένος" του χωριού, που αποκαλύπτεται το θύμα παλαιάς και τραγικής ιστορίας, ο ερωτύλος μαθητής και τέλος, ο σεξουαλικά πεινασμένος αλλά πάντοτε, κατά το πολιτικώς ορθό, έντιμος Αλβανός. Αν και σε επικουρία της αφήγησης έρχονται οι διακειμενικές αναφορές στη σαπφική ποίηση, κυρίως, όμως, στον Παπαδιαμάντη, από τον οποίο ο συγγραφέας εμπνέεται, έστω και κάπως σχηματικά, την καταληκτική σκηνή με τους πανηγυριστές και το επιπλέον σώμα του πνιγμένου. Το μοτίβο του πνιγμένου γίνεται πλέον παπαδιαμάντειο σε δυο από τα διηγήματα, όπου στο ένα, πνίγεται στη θάλασσα μια αθώα παιδίσκη και στο άλλο, βρίσκεται πνιγμένη σε στέρνα μια δαιμονισμένη έφηβη.
1/4σο για την καταληκτική νουβέλα, που διαδραματίζεται κατ' εξαίρεση στα Καμίνια του Πειραιά, συγκεκριμένα, στο κουρείο, "Το Τέλειον", της οδού Τετρακώμων, και δη, στο αδιέξοδο τέλος του δρόμου, μας θύμισε ένα άλλο κουρείο, "Το Βυζάντιον", σε οδό της Νεαπόλεως Αθηνών, από το νεανικό μυθιστόρημα του Γρηγορίου Ξενόπουλου, "Νικόλας Σιγαλός". Αν και εδώ πρόκειται για διακειμενικότητα σαφώς ερήμην των συγγραφικών προθέσεων. Η εντύπωση μιας κάποιας συνομιλίας ανάμεσα στα δυο πεζογραφήματα δεν οφείλεται μόνο στο χώρο του κουρείου αφού, έτσι κι αλλιώς, στο αναμεταξύ Ξενόπουλου και Πολλάτου, έχουν παραταχθεί κι άλλα κουρεία στην ελληνική πεζογραφία, αλλά προπαντός, στη ζωηρή ατμόσφαιρα, που επικρατεί σε αυτά, με τις αθυρόστομες συζητήσεις μεταξύ κουρέα και πελατών καθώς και τις σκανδαλιστικές ιστορίες που αφηγούνται. Πάλι όμως, όπως σχεδόν σε όλες τις ιστορίες του βιβλίου, ο δεσπόζων χαρακτήρας δεν είναι ούτε ο ατακτούλης κουρέας ούτε ο πριάπειος πελάτης του, αλλά η γειτόνισσα Ζωζώ, μια ακόμη δυναμική γυναίκα, φαινομενικά ελευθερίων αρχών, αν και εν τέλει, τίμια στις δοσοληψίες της. Χυμώδεις οι διάλογοι, σε μια τρέχουσα αργκό, που φέρνει θυμηδία προς ελάφρυνση όσων, από μια άποψη, τραγικών συμβαίνουν.
Ωστόσο, πιστεύουμε πως το ψαχνό του βιβλίου βρίσκεται στα δεκατέσσερα συντομότερα πεζά, ας τα αποκαλέσουμε, έστω και καταχρηστικά, διηγήματα, που καινοτομούν μορφικά. Σε αυτά, το θέμα αναπτύσσεται σπονδυλωτά, με χαλαρή σύνδεση ανάμεσα στα επεισόδια, τα οποία εισάγονται με μια ημερομηνία και ως εμφατική πρόταξη του χρόνου. Συνήθως προβλέπονται τέσσερα με πέντε τμήματα, έκαστο κυμαινομένης έκτασης, σε χρονική παράταξη. Η αφήγηση μένει σταθερά εστιασμένη στο κορυφαίο πρόσωπο, του οποίου το όνομα στα περισσότερα διηγήματα τίθεται και ως τίτλος. Παρεμπιπτόντως, σε όλα τα πεζά του βιβλίου υπάρχει μότο, που, σε συνδυασμό με το Δελτίο Τύπου, δημιουργεί την εντύπωση πως πρόκειται για πραγματικές ιστορίες ή τουλάχιστον, πως η μαγιά τους βρίσκεται στις αναμνήσεις του συγγραφέα. Στοιχείο, εν τέλει, αδιάφορο για τον αναγνώστη. Πάντως, ο συγγραφέας καλλιεργεί μια πρόζα, που χωρά την πραγματικότητα, αληθινή ή επινοημένη, μαζί με την μυθική αύρα που προσφέρουν οι διηγήσεις, καθώς μεταδίδονται από τους γεροντότερους στους νεότερους. Σε αυτό συμβάλλει ο αποδραματοποιημένος χαρακτήρας της αφήγησης, που εστιάζει στα συμβάντα, ενθέτοντας και στίχους από δημώδη άσματα, ενώ παραθέτει αυτούσιους του διαλόγους.
Μοναχικοί και ανυπεράσπιστοι προβάλλουν οι ήρωες των διηγημάτων, χωρίς ελπίδα μπροστά σε ένα προδιαγεγραμμένο μέλλον. Εντύπωση ενισχυόμενη από τα όνειρα, που, σαν εφιαλτικά σπαράγματα, προμηνύουν τα τρομερά μελλούμενα. Σε όλα τα διηγήματα, πλην ενός, το κορυφαίο πρόσωπο πεθαίνει, αν και ο θάνατός του δεν είναι πάντοτε τραγικός. Πέραν των σκοτωμών και των αυτοκτονιών, συμβαίνουν και ατυχήματα, ενώ κάποιοι πεθαίνουν λόγω γήρατος κι άλλοι από την επάρατο νόσο.
Σε αντίθεση, ο έρωτας, όταν υπεισέρχεται στην υπόθεση ενός διηγήματος, είναι πάντοτε βίαιος, με τη μορφή ασυγκράτητων σαρκικών ορμών, που φέρνουν τους ήρωες στο χείλος του γκρεμού, όταν δεν τους καταστρέφουν ολοσχερώς. Ο συγγραφέας έχει αδυναμία στις ακραίες καταστάσεις, καθώς και στα πρόσωπα που ξεφεύγουν από τα φυσιολογικά όρια. 1/4ταν, κατ' εξαίρεση, πρωταγωνιστούν άντρες, πρόκειται για καθυστερημένους και δόλιους, ενώ οι γυναίκες, που υπερτερούν, συχνά εμφανίζονται ως νυμφομανείς και λεσβίες. Ακόμη και στα τρία διηγήματα της εποχής των εμφυλιακών παθών, οι ήρωες, είτε γίνεται λόγος για αντιστασιακούς αριστερών φρονημάτων είτε για σκληροτράχηλους κομμουνιστές, σκιαγραφούνται ως εξαιρετικές περιπτώσεις. Πάντως, ο Πολλάτος προτιμά τα μεταφυσικά ανοίγματα από την εντρύφηση σε ιδεολογικές συγκρούσεις. Και επειδή, εν τέλει, το διήγημα είναι, σε μεγάλο βαθμό, υπόθεση ύφους, σημειώνουμε τις σύντομες προτάσεις, την εκτεταμένη χρήση της άνω τελείας και το στακάτο της έκφρασης, που δένουν με τον τελεσίδικο χαρακτήρα όσων ανιστορούνται.
Μ. Θεοδοσοπουλου