Παρασκευή, 29 Φεβρουαρίου 2008

Μοναχικοί και ανυπεράσπιστοι


Μοναχικοί και ανυπεράσπιστοι Ιερώνυμος Πολλάτος "Συνεχόμενοι λυγμοί" Εκδόσεις το Ροδακιό Οκτώβριος 2007
Ο Ιερώνυμος Πολλάτος, ένας ακόμη πρωτοεμφανιζόμενος ωρίμου ηλικίας, που αποκαλύπτεται με το πρώτο του βιβλίο σαν έτοιμος από καιρό, διαμορφώνει τα πεζογραφήματά του στα μέτρα των ιστοριών που θέλει να αφηγηθεί. Συνολικά, δεκαέξι πεζά, με το πρώτο και τελευταίο στην έκταση και την ποιότητα της νουβέλας, ενώ το κυρίως σώμα των δεκατεσσάρων ιστοριών παρουσιάζεται ως συλλογή διηγημάτων, που υπακούει στον τίτλο του βιβλίου, καθώς εκτυλίσσεται σαν συνεχόμενοι λυγμοί χωρίς διακοπή ή έστω, ανάπαυλα. Δράματα ολίγων σελίδων υψηλής συναισθηματικής ισχύος και συγκινησιακής φόρτισης, για τα οποία επινοείται μια πρωτότυπη μορφή, που κατορθώνει την επιθυμητή εκτόνωση και ταυτόχρονα διατηρεί τον πάντοτε συναρπαστικό απόηχο μιας τραγικής ιστορίας. 1/4σο για τη φωτογραφία του εξωφύλλου, δείχνει μάλλον σαν συγγραφικό τερτίπι. Μια νεαρά, καθώς βγαίνει τσίτσιδη από τη θάλασσα και αναζητά την πετσέτα ή έστω, κάποιο ρούχο, σύμφωνα και με το διήγημα που ενέπνευσε την επιλογή της. Σκυμμένη και η φωτογραφία τραβηγμένη από το πλάϊ. Θα λέγαμε πως ο συγγραφέας χειρίζεται πονηρά την κατάσταση^ καθώς ετοιμάζεται να σερβίρει στον αναγνώστη το ψυχοπλακωτικό του ανθρώπινου βίου σε όλο του το μεγαλείο, επιστρατεύει για παραπλάνηση τις εσαεί ηδονικές υποσχέσεις ενός γυναικείου γυμνού.
Κεφαλλονίτης ο Πολλάτος, τοποθετεί τις περισσότερες ιστορίες στο νησί του, χωρίς ωστόσο να το ονοματίζει, πλην από σκόρπια τοπωνύμια, τα οποία, έτσι κι αλλιώς, τα μοιράζονται πλείστα όσα ελληνικά νησιά και παράκτιες περιοχές. Ίσως και ορισμένες ιδιωματικές λέξεις, πάντως λιγοστές και χωρίς γλωσσάρι. Ως πρωταρχική συνιστώσα αναδεικνύεται ο χρόνος μιας ιστορίας. Στα δυο ακρινά πεζά, μένει απροσδιόριστος αναφερόμενος σε ένα ρευστό παρόν. Ενώ, στο κυρίως σώμα, επιστρατεύεται ως μορφικό στοιχείο της αφήγησης. Συνολικά στο βιβλίο, οι χρονικές αναφορές απλώνονται σε μια περίοδο γύρω στα σαράντα χρόνια. Από το 1935, όταν ένας κεφαλλονίτης ναυτικός έφερε στεφανωμένη την καλή του από την Οδησσό, μέχρι το 1975, που ο κομμουνιστής, με τις συνεχόμενες φυλακίσεις, από Εμφυλίου μέχρι Δικτατορίας, αποφασίζει να φασκελώσει ηθική και υποχρεώσεις.
Κατ' αρχήν, τα δυο μεγάλα πεζά, ας τα αποκαλέσουμε, έστω και καταχρηστικά, νουβέλες, στηρίζονται στα ιδιαίτερα εκτενή διαλογικά μέρη, μέσω των οποίων γίνεται η ψυχογράφηση των χαρακτήρων και η σκιαγράφηση των νοοτροπιών της σημερινής ελληνικής κοινωνίας, κυρίως, όσο αφορά θέματα σεξουαλικής ηθικής. Το πρώτο εστιάζει στις αποκλίνουσες ερωτικές προτιμήσεις μιας φιλολόγου, διορισμένης σε κωμόπολη του νησιού, και το τελευταίο, στις κατά συρροή απιστίες και δη, επί χρήμασι, της συζύγου ενός ψαρά. Και στα δυο, ο συγγραφέας παίζει με το είναι και το φαίνεσθαι. Λ.χ., ο απατηθείς σύζυγος οργίζεται μόνο όταν το κεράτωμα γίνεται γνωστό στη γειτονιά, αφού προηγουμένως έχει ανεχθεί και ένα και δυο και τρία νόθα τέκνα. Ενώ, στο πρώτο, η καθηγήτρια δεν επικρίνεται για την ελευθεριάζουσα συμπεριφορά της αλλά, καθίσταται εύκολος στόχος εκβιασμού από τους ντόπιους που θέλουν να εξασφαλίσουν ένα απολυτήριο για τα βλαστάριά τους, αδιαφορώντας αν έχουν μείνει ξύλα απελέκητα.
Η πρώτη νουβέλα, με τίτλο, "Το φύλο των αγγέλων", θα μπορούσε να καταλάβει επίλεκτη θέση στην ανθούσα, επί των ημερών μας, πεζογραφία του Άλλου, μια και εμβαθύνει στην ετερότητα, πλάθοντας ένα δυνατό γυναικείο χαρακτήρα, με ψήγματα ρομαντισμού, που αρχικά γοητεύει, αν και στη συνέχεια, σαν να υπολείπεται, καθώς περιστοιχίζεται από δευτερεύοντα πρόσωπα, μάλλον στερεότυπα, όπως η άβγαλτη Λευκαδίτισσα, καθηγήτρια αγγλικών, που γίνεται το μήλον της Έριδος γυναικών, εφήβων και ανισόρροπων, ο άκακος "βλαμμένος" του χωριού, που αποκαλύπτεται το θύμα παλαιάς και τραγικής ιστορίας, ο ερωτύλος μαθητής και τέλος, ο σεξουαλικά πεινασμένος αλλά πάντοτε, κατά το πολιτικώς ορθό, έντιμος Αλβανός. Αν και σε επικουρία της αφήγησης έρχονται οι διακειμενικές αναφορές στη σαπφική ποίηση, κυρίως, όμως, στον Παπαδιαμάντη, από τον οποίο ο συγγραφέας εμπνέεται, έστω και κάπως σχηματικά, την καταληκτική σκηνή με τους πανηγυριστές και το επιπλέον σώμα του πνιγμένου. Το μοτίβο του πνιγμένου γίνεται πλέον παπαδιαμάντειο σε δυο από τα διηγήματα, όπου στο ένα, πνίγεται στη θάλασσα μια αθώα παιδίσκη και στο άλλο, βρίσκεται πνιγμένη σε στέρνα μια δαιμονισμένη έφηβη.
1/4σο για την καταληκτική νουβέλα, που διαδραματίζεται κατ' εξαίρεση στα Καμίνια του Πειραιά, συγκεκριμένα, στο κουρείο, "Το Τέλειον", της οδού Τετρακώμων, και δη, στο αδιέξοδο τέλος του δρόμου, μας θύμισε ένα άλλο κουρείο, "Το Βυζάντιον", σε οδό της Νεαπόλεως Αθηνών, από το νεανικό μυθιστόρημα του Γρηγορίου Ξενόπουλου, "Νικόλας Σιγαλός". Αν και εδώ πρόκειται για διακειμενικότητα σαφώς ερήμην των συγγραφικών προθέσεων. Η εντύπωση μιας κάποιας συνομιλίας ανάμεσα στα δυο πεζογραφήματα δεν οφείλεται μόνο στο χώρο του κουρείου αφού, έτσι κι αλλιώς, στο αναμεταξύ Ξενόπουλου και Πολλάτου, έχουν παραταχθεί κι άλλα κουρεία στην ελληνική πεζογραφία, αλλά προπαντός, στη ζωηρή ατμόσφαιρα, που επικρατεί σε αυτά, με τις αθυρόστομες συζητήσεις μεταξύ κουρέα και πελατών καθώς και τις σκανδαλιστικές ιστορίες που αφηγούνται. Πάλι όμως, όπως σχεδόν σε όλες τις ιστορίες του βιβλίου, ο δεσπόζων χαρακτήρας δεν είναι ούτε ο ατακτούλης κουρέας ούτε ο πριάπειος πελάτης του, αλλά η γειτόνισσα Ζωζώ, μια ακόμη δυναμική γυναίκα, φαινομενικά ελευθερίων αρχών, αν και εν τέλει, τίμια στις δοσοληψίες της. Χυμώδεις οι διάλογοι, σε μια τρέχουσα αργκό, που φέρνει θυμηδία προς ελάφρυνση όσων, από μια άποψη, τραγικών συμβαίνουν.
Ωστόσο, πιστεύουμε πως το ψαχνό του βιβλίου βρίσκεται στα δεκατέσσερα συντομότερα πεζά, ας τα αποκαλέσουμε, έστω και καταχρηστικά, διηγήματα, που καινοτομούν μορφικά. Σε αυτά, το θέμα αναπτύσσεται σπονδυλωτά, με χαλαρή σύνδεση ανάμεσα στα επεισόδια, τα οποία εισάγονται με μια ημερομηνία και ως εμφατική πρόταξη του χρόνου. Συνήθως προβλέπονται τέσσερα με πέντε τμήματα, έκαστο κυμαινομένης έκτασης, σε χρονική παράταξη. Η αφήγηση μένει σταθερά εστιασμένη στο κορυφαίο πρόσωπο, του οποίου το όνομα στα περισσότερα διηγήματα τίθεται και ως τίτλος. Παρεμπιπτόντως, σε όλα τα πεζά του βιβλίου υπάρχει μότο, που, σε συνδυασμό με το Δελτίο Τύπου, δημιουργεί την εντύπωση πως πρόκειται για πραγματικές ιστορίες ή τουλάχιστον, πως η μαγιά τους βρίσκεται στις αναμνήσεις του συγγραφέα. Στοιχείο, εν τέλει, αδιάφορο για τον αναγνώστη. Πάντως, ο συγγραφέας καλλιεργεί μια πρόζα, που χωρά την πραγματικότητα, αληθινή ή επινοημένη, μαζί με την μυθική αύρα που προσφέρουν οι διηγήσεις, καθώς μεταδίδονται από τους γεροντότερους στους νεότερους. Σε αυτό συμβάλλει ο αποδραματοποιημένος χαρακτήρας της αφήγησης, που εστιάζει στα συμβάντα, ενθέτοντας και στίχους από δημώδη άσματα, ενώ παραθέτει αυτούσιους του διαλόγους.
Μοναχικοί και ανυπεράσπιστοι προβάλλουν οι ήρωες των διηγημάτων, χωρίς ελπίδα μπροστά σε ένα προδιαγεγραμμένο μέλλον. Εντύπωση ενισχυόμενη από τα όνειρα, που, σαν εφιαλτικά σπαράγματα, προμηνύουν τα τρομερά μελλούμενα. Σε όλα τα διηγήματα, πλην ενός, το κορυφαίο πρόσωπο πεθαίνει, αν και ο θάνατός του δεν είναι πάντοτε τραγικός. Πέραν των σκοτωμών και των αυτοκτονιών, συμβαίνουν και ατυχήματα, ενώ κάποιοι πεθαίνουν λόγω γήρατος κι άλλοι από την επάρατο νόσο.
Σε αντίθεση, ο έρωτας, όταν υπεισέρχεται στην υπόθεση ενός διηγήματος, είναι πάντοτε βίαιος, με τη μορφή ασυγκράτητων σαρκικών ορμών, που φέρνουν τους ήρωες στο χείλος του γκρεμού, όταν δεν τους καταστρέφουν ολοσχερώς. Ο συγγραφέας έχει αδυναμία στις ακραίες καταστάσεις, καθώς και στα πρόσωπα που ξεφεύγουν από τα φυσιολογικά όρια. 1/4ταν, κατ' εξαίρεση, πρωταγωνιστούν άντρες, πρόκειται για καθυστερημένους και δόλιους, ενώ οι γυναίκες, που υπερτερούν, συχνά εμφανίζονται ως νυμφομανείς και λεσβίες. Ακόμη και στα τρία διηγήματα της εποχής των εμφυλιακών παθών, οι ήρωες, είτε γίνεται λόγος για αντιστασιακούς αριστερών φρονημάτων είτε για σκληροτράχηλους κομμουνιστές, σκιαγραφούνται ως εξαιρετικές περιπτώσεις. Πάντως, ο Πολλάτος προτιμά τα μεταφυσικά ανοίγματα από την εντρύφηση σε ιδεολογικές συγκρούσεις. Και επειδή, εν τέλει, το διήγημα είναι, σε μεγάλο βαθμό, υπόθεση ύφους, σημειώνουμε τις σύντομες προτάσεις, την εκτεταμένη χρήση της άνω τελείας και το στακάτο της έκφρασης, που δένουν με τον τελεσίδικο χαρακτήρα όσων ανιστορούνται.
Μ. Θεοδοσοπουλου

Δεν υπάρχουν σχόλια: