Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013

Ανά­με­σα σε δυο πα­τρί­δες


Πα­ρέα πο­λι­τι­κών προ­σφύ­γων
στην Τα­σκέν­δη το 1975 (Φωτ. Δη­μή­τρη Γου­σί­δη,
«Όπου ζεις δεν πα­τρί­ζεις...», εκδ. Εξά­ντας, 1975).


Έλε­να Χου­ζού­ρη 
«Δυο φο­ρές α­θώα»
Εκδό­σεις Κέ­δρος
Απρί­λιος 2013 

Συ­μπλη­ρώ­θη­κε δε­κα­ε­τία α­πό τον Νοέμ­βριο του 2004, που η Έλε­να Χου­ζού­ρη α­πο­φά­σι­σε να δο­κι­μά­σει τις δυ­νά­μεις της στο χώ­ρο της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας, τον μό­νο που της α­πέ­με­νε, α­φού εί­χε κα­τα­κτή­σει α­πό πο­λύ νω­ρίς τα ε­δά­φη ποίη­σης, κρι­τι­κής και δο­κι­μιο­γρα­φίας. Με το και­νού­ριο μυ­θι­στό­ρη­μά της ο­λο­κλη­ρώ­νει ή­δη μια τρι­λο­γία. Εφαλ­τή­ριο φαί­νε­ται να στά­θη­κε έ­να εί­δος  οι­κο­γε­νεια­κής σά­γκας. Αυ­τό συ­νά­γε­ται α­πό τις εν­δο­κει­με­νι­κές συγ­γέ­νειες των τριών βι­βλίων της, κα­θώς και α­πό την “αυ­το­βιο­γρα­φία” του Στέ­φα­νου Δ. Χου­ζού­ρη, «Για­τρός σε τρεις πο­λέ­μους», στην ο­ποία πα­ρα­πέ­μπει η ί­δια στο προ­η­γού­με­νο μυ­θι­στό­ρη­μά της, «Πα­τρί­δα α­πό βαμ­βά­κι». Σε ε­κεί­νο δί­νει στον κε­ντρι­κό ή­ρωά της, ο­νό­μα­τι, Στέρ­γιο Χ., τα βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία του Στέ­φα­νου Δ. Χου­ζού­ρη. 
Επί­σης, α­πό την “αυ­το­βιο­γρα­φία” δα­νεί­ζε­ται την ορ­γι­σμέ­νη ε­πι­στο­λή του πα­τέ­ρα του, Δη­μή­τρη Χου­ζού­ρη, α­πό τον Μάιο του 1936, ό­ταν ε­κεί­νος μα­θαί­νει ό­τι ο γιος του, φοι­τη­τής Ια­τρι­κής, συμ­με­τέ­χει στην α­περ­για­κή ε­πι­τρο­πή της Σχο­λής του. Ακό­μη, παίρ­νει έ­να πε­ρι­στα­τι­κό α­πό την πρώ­τη συ­νά­ντη­ση του Ε­ΑΜ στο χω­ριό του, τον Κο­λιν­δρό Πιε­ρίας, που στά­θη­κε κα­θο­ρι­στι­κό κα­τά την ε­πα­να­ξιο­λό­γη­ση των με­λών του Κόμ­μα­τος, που έ­γι­νε στην Τα­σκέν­δη το 1951 κα­τ’ ε­ντο­λή του Ζα­χα­ριά­δη. Έκτός α­πό την αλ­λα­γή του ο­νό­μα­τος του κε­ντρι­κού ή­ρωα, δια­τη­ρεί τα μι­κρά ο­νό­μα­τα των με­λών της οι­κο­γέ­νειας του Στέ­φα­νου Δ. Χου­ζού­ρη και εν μέ­ρει τα βιο­γρα­φι­κά των α­δελ­φών του. Μα­ρί­κα η με­γα­λύ­τε­ρη α­δελ­φή, η δα­σκά­λα, Γιάν­νης ο μι­κρό­τε­ρος α­δελ­φός, που, τον Σε­πτέμ­βριο του 1949, πή­ρε προ­α­γω­γή σε υ­πο­λο­χα­γό του Κυ­βερ­νη­τι­κού Στρα­τού ε­πί αν­δρα­γα­θία “κα­τά τον συμ­μο­ρι­το­πό­λε­μο”. Μέ­νει ω­στό­σο ζη­τού­με­νο, κα­τά πό­σο τα βιο­γρα­φι­κά του μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού Γιάν­νη και ε­κεί­να της συ­ζύ­γου του, μέ­σω των ο­ποίων γε­φυ­ρώ­νε­ται το δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μα της Χου­ζού­ρη με το πρώ­το, «Σκο­τει­νός Βαρ­δά­ρης», που έ­χει ως κε­ντρι­κό ή­ρωα τον πε­θε­ρό του Γιάν­νη, δη­μο­δι­δά­σκα­λο α­πό το Με­λέ­νι­κο, ταυ­τί­ζο­νται με τα βιο­γρα­φι­κά του μι­κρό­τε­ρου α­δελ­φού του Στέ­φα­νου Δ. Χου­ζού­ρη. Ού­τε η “αυ­το­βιο­γρα­φία” του το α­να­φέ­ρει ού­τε η μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος κά­νει σχε­τι­κή μνεία ή και υ­παι­νιγ­μό.

Πε­ρί αυ­το­βιο­γρα­φίας

Αυ­τά τα εί­χα­με ε­πι­ση­μά­νει στον σχο­λια­σμό του προ­η­γού­με­νου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος της Χου­ζού­ρη. Επα­νερ­χό­μα­στε, ε­πει­δή η συγ­γρα­φέ­ας α­να­φέ­ρει σε πρό­σφα­τη συ­νέ­ντευ­ξή της, ό­τι μια κρι­τι­κός, την ο­ποία δεν κα­το­νο­μά­ζει, ε­ξέ­λα­βε το μυ­θι­στό­ρη­μά της ως αυ­το­βιο­γρα­φι­κό. Υπο­θέ­του­με ό­τι α­να­φέ­ρε­ται στο δι­κό μας κεί­με­νο, α­φού στις κρι­τι­κές για το βι­βλίο της,  α­πό ό­σο γνω­ρί­ζου­με, ου­δείς άλ­λος α­σχο­λεί­ται με τη σχέ­ση α­νά­με­σα στην υ­πό­θε­ση του βι­βλίου της και τις υ­πάρ­χου­σες μαρ­τυ­ρίες. Μό­νο που πα­ρό­μοιες συ­σχε­τί­σεις δεν ση­μαί­νουν ό­τι το βι­βλίο έ­χει αυ­το­βιο­γρα­φι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Ού­τε μειώ­νουν το δι­πλό ά­θλο της συγ­γρα­φέως να στή­σει δυο μυ­θι­στο­ρίες σε μα­κρι­νούς τό­πους και χρό­νους, ό­πως το Με­λέ­νι­κο του 1916 και η Τα­σκέν­δη των δυο πρώ­των με­τα­πο­λε­μι­κών δε­κα­ε­τιών. Άλλω­στε, η τρι­λο­γία της Χου­ζού­ρη κα­τέ­χει χω­ρι­στή θέ­ση στην ελ­λη­νι­κή πε­ζο­γρα­φία του και­νού­ριου αιώ­να, κα­θώς ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται σε μια κα­ταρ­γη­μέ­νη τον και­ρό της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης έν­νοια, που α­πο­φεύ­γε­ται α­κό­μη και ως λέ­ξη, πέ­ραν της δη­μα­γω­γι­κής χρή­σης της, αυ­τήν της πα­τρί­δας.
Το πρό­σφα­το, πά­ντως, τρί­το μυ­θι­στό­ρη­μά της εί­ναι το μό­νο, που θα μπο­ρού­σε να εί­ναι αυ­το­βιο­γρα­φι­κό, κα­θώς το­πο­θε­τεί­ται στο πα­ρόν. Ταυ­τό­χρο­να, το εν λό­γω μυ­θι­στό­ρη­μα εί­ναι το πιο α­πο­μα­κρυ­σμέ­νο α­πό την οι­κο­γε­νεια­κή σά­γκα του Στέρ­γιου Χ.. Ο ί­διος, ω­στό­σο, α­να­φέ­ρε­ται α­πό την πρώ­τη σε­λί­δα ως ο “για­τρός”, που, στις 10 Οκτ. 1967, τα­ξί­δευε σι­δη­ρο­δρο­μι­κώς α­πό την Τα­σκέν­δη για να ε­γκα­τα­στα­θεί στα Σκό­πια, α­φού η α­γα­πη­μέ­νη του Θεσ­σα­λο­νί­κη ή­ταν για α­κό­μη μια φο­ρά α­πα­γο­ρευ­μέ­νος τό­πος. “Πα­τρί­δα α­πό πέ­τρα” και πά­λι η Ελλά­δα με­τά την 21η Απρι­λίου, σε α­ντί­θε­ση με την “Πα­τρί­δα α­πό βαμ­βά­κι” που ε­γκα­τέ­λει­πε. Στο πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα συ­μπλη­ρώ­νε­ται ο βίος του “για­τρού”. Επα­να­πα­τρί­στη­κε το 1982 (αρ­χές 1983 κα­τά την “αυ­το­βιο­γρα­φία” του Στέ­φα­νου Δ. Χου­ζού­ρη) και έ­ζη­σε στη Θεσ­σα­λο­νί­κη μέ­χρι το θά­να­τό του, τη νύ­χτα της 30ης προς 31ης Αυγ. 1999, με­τά το προ­σκύ­νη­μα με συ­ντρό­φους στο Γράμ­μο, την 29η Αυγ., στα πε­νή­ντα χρό­νια α­πό το τέ­λος του Εμφυ­λίου. Ετών  82. Η Χου­ζού­ρη ε­πι­μέ­νει στις η­με­ρο­μη­νίες, συ­χνά μά­λι­στα πα­ραλ­λάσ­σει το χρό­νο των πραγ­μα­τι­κών συμ­βά­ντων, για να δη­μιουρ­γή­σει χρο­νο­λο­γι­κές συ­μπτώ­σεις, τις ο­ποίες και εκ­με­ταλ­λεύε­ται στο στή­σι­μο της ι­στο­ρίας της. Δεν γνω­ρί­ζου­με την η­με­ρο­μη­νία θα­νά­του του Στέ­φα­νου Δ. Χου­ζού­ρη. Δεί­χνει, ω­στό­σο, μάλ­λον α­πί­θα­νο να συ­μπί­πτει με αυ­τήν του  Στέρ­γιου Χ.. Αν και η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δεν υ­πο­λεί­πε­ται της μυ­θι­στο­ριο­γρα­φίας σε συ­μπτώ­σεις. 

Δύο φί­λες

Στο πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα, ρό­λο δευ­τε­ρα­γω­νι­στή έ­χει η πρω­τό­το­κη κό­ρη του Λέ­να, που “ή­ξε­ρε α­πέ­ξω ο­λό­κλη­ρα ποιή­μα­τα-πο­τα­μούς του Πού­σκι­ν”. Της τα εί­χε μά­θει ε­κεί­νος, “λά­τρης του Ρώ­σου ποιη­τή”. Εί­ναι η ε­πι­στή­θια φί­λη και συμ­μα­θή­τρια της και­νού­ριας η­ρωί­δας της Χου­ζού­ρη, της Βε­ρό­νι­κας Κ., κό­ρης του Ανα­στα­σίου Κ., γεν­νη­μέ­νου το 1920, συ­νο­μή­λι­κου του μι­κρό­τε­ρου α­δελ­φού του “για­τρού”, Γιάν­νη Χ.. Πρό­κει­ται για έ­ναν “Αθη­ναίο α­στό”, με τε­λειω­μέ­νη τη Νο­μι­κή, “συ­νταγ­μα­τάρ­χη του Ε­ΛΑΣ και του Δη­μο­κρα­τι­κού Στρα­τού”. Αυ­στη­ρός και α­νάλ­γη­τος χα­ρα­κτή­ρας “ο Τά­σος Κ., ό­πως τον α­πο­κα­λούν οι φί­λοι του”, εί­ναι ο και­νού­ριος ή­ρωας, που γε­φυ­ρώ­νει το προ­η­γού­με­νο μυ­θι­στό­ρη­μα, ό­που πρω­τα­γω­νι­στεί η γε­νιά που έ­ζη­σε την ε­μπό­λε­μη δε­κα­ε­τία του ’40, με το πρό­σφα­το των “παι­διώ­ν” τους.  
Ένα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της τρι­λο­γίας εί­ναι η ρο­μα­ντι­κή πνοή, που έ­χει ε­ξο­βε­λι­στεί α­πό την τρέ­χου­σα πε­ζο­γρα­φία, κα­θώς λο­γα­ριά­ζε­ται ως πι­θα­νή έν­δει­ξη πα­ρα­λο­γο­τε­χνίας. Οι δυο φί­λες, δε­κα­τε­τρά­χρο­νες ό­ταν χώ­ρι­σαν με την α­να­χώ­ρη­ση της οι­κο­γέ­νειας του “για­τρού” α­πό την Τα­σκέν­δη, “γο­η­τεύο­νταν α­πό το ρο­μα­ντι­κό τέ­λος του Πού­σκιν. Θά­να­τος ύ­στε­ρα α­πό μο­νο­μα­χία”. “Όπως α­κρι­βώς αρ­μό­ζει σ’ έ­ναν ρο­μα­ντι­κό ποιη­τή”. “Μο­νο­μα­χία για χά­ρη του αι­δοίου της συ­ζύ­γου του Να­τα­λίας”, διευ­κρι­νί­ζει ά­κρως α­πο­μυ­θο­ποιη­τι­κά ο α­φη­γη­τής του Θα­νά­ση Βαλ­τι­νού στο «Ημε­ρο­λό­γιο 1836-2011». Ρο­μα­ντι­κός ή­ταν και ο έ­ρω­τας της Βε­ρό­νι­κας Κ. για τον συμ­φοι­τη­τή της Ιό­σι­φ, Εβραίο α­πό την Μπου­χά­ρα. Έτσι του­λά­χι­στον προ­βάλ­λει μέ­σα α­πό τις μνή­μες, που αμ­φό­τε­ροι α­να­κα­λούν εί­κο­σι πέ­ντε χρό­νια με­τά τον ο­ρι­στι­κό χω­ρι­σμό τους, το 1985, ό­ταν ε­κεί­νος έ­φυ­γε α­πό την Σο­βιε­τι­κή Ένω­ση για να ε­γκα­τα­στα­θεί στις Η­ΠΑ. Ανα­μνή­σεις γε­μά­τες νο­σταλ­γία α­πό τα φοι­τη­τι­κά τους χρό­νια στο “Πα­λι­τε­χνί­τσε­σκι Ινστι­τούτ της Τα­σκέν­δης”, την εκ­δρο­μή στη Μό­σχα το 1977 ως α­ρι­στού­χοι α­πό­φοι­τοι πο­λι­τι­κοί μη­χα­νι­κοί, τις κι­νη­μα­το­γρα­φι­κές ται­νίες που έ­βλε­παν μα­ζί “με το χέ­ρι του να σφίγ­γει το δι­κό της”, προ πά­ντων “το τσάι τους στο τρα­πε­ζά­κι τους στο κα­φέ του ξε­νο­δο­χείου Ουζ­μπε­κι­στά­ν”. 
Το ε­ρω­τι­κό τους δρά­μα δεν δια­φέ­ρει α­πό ε­κεί­νο, που βίω­νε στην Ελλά­δα, ι­διαί­τε­ρα στην ε­παρ­χία, μια κό­ρη πε­ρα­σμέ­νων δε­κα­ε­τιών με γο­νείς πα­λαιών αρ­χών, κυ­ρίως, με αυ­ταρ­χι­κό πα­τέ­ρα, που έ­κρι­νε τον α­γα­πη­μέ­νο της θυ­γα­τέ­ρας του α­πό κά­ποια ά­πο­ψη κα­τώ­τε­ρό της ή, εν γέ­νει, α­κα­τάλ­λη­λο. Τον Ανα­στά­σιο Κ. τον ε­νο­χλού­σε η ε­βραϊκή κα­τα­γω­γή του Ιό­σι­φ, αλ­λά και το γε­γο­νός ό­τι ή­ταν έ­νας ξέ­νος, που θα στε­κό­ταν ε­μπό­διο κα­τά το γυ­ρι­σμό του στην Ελλά­δα μα­ζί με την κό­ρη του. Για­τί οι πο­λι­τι­κοί πρό­σφυ­γες πο­θού­σαν τον οι­κο­γε­νεια­κό ε­πα­να­πα­τρι­σμό, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό τα αι­σθή­μα­τα των παι­διών τους, που γεν­νή­θη­καν στη χώ­ρα της α­να­γκα­στι­κής δι­κής τους ε­γκα­τά­στα­σης και αυ­τήν έ­νιω­θαν ως πα­τρί­δα. Μέ­σα α­πό τις ρο­μα­ντι­κές κα­τα­στά­σεις που σκη­νο­θε­τεί η συγ­γρα­φέ­ας πο­λιορ­κεί τις δια­φο­ρε­τι­κές εκ­φάν­σεις αυ­τής της διτ­τής σχέ­σης με την έν­νοια της πα­τρί­δας, ως βίω­μα και ως κοι­νή προ­γο­νι­κή κλη­ρο­νο­μιά. 
Και ό­σα άλ­λα, ό­μως, δυ­σά­ρε­στα α­ντι­με­τω­πί­ζει στην Αθή­να η Βε­ρό­νι­κα Κ. δεν δια­φέ­ρουν πο­λύ α­πό ε­κεί­να που υ­φί­στα­νται οι γη­γε­νείς. Πα­ρά­δειγ­μα, το α­νώ­τε­ρο στέ­λε­χος του Δη­μο­σίου, που για να την προσ­λά­βει, α­ντί να ξε­φυλ­λί­σει το ντο­σιέ της, προ­τεί­νει ε­πί­σκε­ψη σε ξε­νο­δο­χείο. Γε­νι­κό­τε­ρα, το ελ­λη­νι­κό κρά­τος δεν ε­πε­φύ­λα­ξε στους πο­λι­τι­κούς πρό­σφυ­γες ι­διαί­τε­ρη με­τα­χεί­ρι­ση. Τους α­ντι­με­τώ­πι­σε σαν πα­ρεί­σα­κτους. Μό­νο που ε­κεί­νοι εί­χαν λη­σμο­νή­σει τις ντό­πιες πρα­κτι­κές και τα παι­διά τους εί­χαν δια­φο­ρε­τι­κά γα­λου­χη­θεί. 
Αλλά και το δεύ­τε­ρο ε­ρω­τι­κό δρά­μα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που α­φο­ρά τη μη­τέ­ρα της Βε­ρό­νι­κας Κ., Αθη­νά, ή­ταν αρ­κε­τά συ­χνό και ε­ντός Ελλά­δος. Στις γραμ­μές του Δη­μο­κρα­τι­κού Στρα­τού ε­ντά­χθη­καν, λό­γω των συν­θη­κών, πολ­λές έ­φη­βοι, που, στη συ­νέ­χεια, βρέ­θη­καν στην υ­πε­ρο­ρία, ό­που ο­ρι­σμέ­νες α­πό αυ­τές πα­ντρεύ­τη­καν με­γα­λύ­τε­ρούς τους ά­ντρες. Δώ­δε­κα χρό­νια μι­κρό­τε­ρη η Αθη­νά α­πό τον Ανα­στά­σιο Κ., τον πα­ντρεύ­τη­κε το 1951 και έ­ξι χρό­νια αρ­γό­τε­ρα τον ε­γκα­τέ­λεί­ψε για να α­κο­λου­θή­σει “έ­ναν Ρώ­σο Μο­σχο­βί­τη”. Εκεί­νος εκ­δι­κή­θη­κε στε­ρώ­ντας της ο­λο­κλη­ρω­τι­κά την κό­ρη της. Όπως συμ­βαί­νει στα πα­λιά ρο­μά­ντσα, η θυ­γα­τέ­ρα πί­στευε νε­κρή τη μη­τέ­ρα της. Μό­νο στα ό­νει­ρά της, τα χαρ­μό­συ­να και τους ε­φιάλ­τες, ε­πα­νέρ­χο­νταν οι μνή­μες των πρώ­των τεσ­σά­ρων χρό­νων, δια­ψεύ­δο­ντας τον ε­ξη­γη­τι­κό ι­σχυ­ρι­σμό του πα­τέ­ρα της.

Ενύ­πνια και συ­μπτώ­σεις

Στη μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή τρι­λο­γία της Χου­ζού­ρη, τα ό­νει­ρα έ­χουν λει­τουρ­γι­κό ρό­λο στην προώ­θη­ση της πλο­κής, κα­θώς ό­σα συμ­βαί­νουν σε αυ­τά, εί­τε φω­τί­ζουν το πα­ρελ­θόν εί­τε προοιω­νί­ζο­νται το μέλ­λον. Στο πρό­σφα­το, αυ­τή η ε­νύ­πνια δρα­στη­ριό­τη­τα α­πλώ­νε­ται και γί­νε­ται α­κό­μη πιο ου­σια­στι­κή, κα­θώς, στο με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, η α­φή­γη­ση πα­ρα­κο­λου­θεί τις ψυ­χο­λο­γι­κές με­τα­πτώ­σεις της Βε­ρό­νι­κας Κ. στην προο­πτι­κή μιας συ­νέ­ντευ­ξης σε δη­μο­σιο­γρά­φο, που συ­γκα­τέ­νευ­σε να δώ­σει για τα “παι­διά” των πο­λι­τι­κών προ­σφύ­γων. Η εν λό­γω α­φή­γη­ση δεν χω­ρί­ζε­ται σε κε­φά­λαια ό­πως στα προ­η­γού­με­να δυο βι­βλία. Εί­ναι ε­νιαία, με με­γά­λα διά­κε­να στα χω­ρο­χρο­νι­κά πε­ρά­σμα­τα, και μοι­ρά­ζε­ται α­νά­με­σα στον πα­ντε­πό­πτη α­φη­γη­τή και τον πρω­το­πρό­σω­πο εν­διά­θε­το λό­γο της η­ρωί­δας. Και τα δυο αυ­τά α­φη­γη­μα­τι­κά μέ­ρη  δια­κό­πτο­νται α­πό πλα­γιο­γράμ­μα­τες πε­ρι­κο­πές με τα λό­για άλ­λων που ε­ντυ­πώ­θη­καν, κυ­ρίως με τις α­πα­γο­ρεύ­σεις και τις ε­πι­κρί­σεις του Υπε­ρε­γώ. Σαν μια “φω­νή” που α­να­κα­λεί στην τά­ξη το πα­ρα­παίον συ­ναι­σθη­μα­τι­κά Εγώ. Στο υ­πό­λοι­πο μυ­θι­στό­ρη­μα, ο πα­ντε­πό­πτης α­φη­γη­τής ει­σχω­ρεί στις μύ­χιες σκέ­ψεις του Ιό­σιφ και της δη­μο­σιο­γρά­φου, προ­ε­τοι­μά­ζο­ντας την ε­πι­κεί­με­νη συ­νά­ντη­σή τους. Η μοί­ρα, του­τέ­στιν η συγ­γρα­φέ­ας, ό­ρι­σε αυ­τοί οι τρεις να δια­σταυ­ρω­θούν μια ο­ρι­σμέ­νη η­μέ­ρα και ώ­ρα στο φουα­γέ ε­νός α­θη­ναϊκού ξε­νο­δο­χείου, που θύ­μι­ζε το κα­φέ του ξε­νο­δο­χείου Ουζ­μπε­κι­στάν.
Αυ­τή η ο­ρι­σμέ­νη η­μέ­ρα εί­ναι η 15η Μαΐου 2011, που, μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή α­δεία, γί­νε­ται με­γά­λη α­ντι-μνη­μο­νια­κή δια­δή­λω­ση, ό­πως ε­κεί­νες του Ιου­νίου 2011. Μό­νο που πέ­φτει Κυ­ρια­κή, η­μέ­ρα που οι δη­μο­σιο­γρά­φοι κα­τά κα­νό­να δεν ο­ρί­ζουν συ­να­ντή­σεις, πλην ε­ξαι­ρε­τι­κών πε­ρι­πτώ­σεων. Πά­ντως, εί­ναι έ­να α­κό­μη μυ­θι­στό­ρη­μα της ε­φε­τι­νής ά­νοι­ξης, με­τά ε­κεί­νο της Ηλιο­πού­λου, στο ο­ποίο το πα­ρόν της α­φή­γη­σης το­πο­θε­τεί­ται στην σύ­ντο­μη σχε­τι­κά πε­ρίο­δο των α­ντι-μνη­μο­νια­κών συ­γκε­ντρώ­σεων του 2011. Και σε αυ­τό, η πο­λι­τι­κο­κοι­νω­νι­κή συ­γκυ­ρία δεν εί­ναι πα­ρά μα­κρι­νό φό­ντο και δεν α­ντα­να­κλά­ται στο μύ­θο του βι­βλίου. Εν τέ­λει, δεν εί­ναι πα­ρά μια α­κό­μη ι­στο­ρι­κή η­με­ρο­μη­νία α­πό αυ­τές που η συγ­γρα­φέ­ας μνη­μο­νεύει, δη­μιουρ­γώ­ντας μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κές συ­μπτώ­σεις. Άλλες η­με­ρο­μη­νίες εί­ναι η τε­λευ­ταία η­μέ­ρα ύ­παρ­ξης του Τεί­χους του Βε­ρο­λί­νου, η 9η Νοε. 1989, κα­τά την ο­ποία συ­μπτω­μα­τι­κά η Βε­ρό­νι­κα Κ. α­να­χώ­ρη­σε α­πό την Τα­σκέν­δη για την Ελλά­δα. Ή, η 14η Φε­βρ. 1992, η η­με­ρο­μη­νία της πρώ­της ε­πί­σκε­ψής της στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, που συ­νέ­πε­σε με το με­γά­λο συλ­λα­λη­τή­ριο για το ε­πί­μα­χο ό­νο­μα Μα­κε­δο­νία. Αυ­τές οι πλά­γιες υ­πο­μνή­σεις της συγ­γρα­φέως σε λη­σμο­νη­μέ­να γε­γο­νό­τα και πα­ρω­χη­μέ­νες έν­νοιες συν­δυά­ζουν το τερ­πνό με­τά του ω­φε­λί­μου.

Μια συγ­γέ­νεια

Να ση­μειώ­σου­με και μια συγ­γέ­νεια του πρό­σφα­του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος της Χου­ζού­ρη με έ­να άλ­λο μυ­θι­στό­ρη­μα του Βαλ­τι­νού, το τε­λευ­ταίο του, «Ανά­πλους», που εκ­δό­θη­κε Μάρ. 2012. Και τα δυο έ­χουν ως πυ­ρή­να, που, ως έ­να βαθ­μό, α­ντα­να­κλά­ται στη μορ­φή τους, μια συ­νέ­ντευ­ξη. Του Βαλ­τι­νού κρα­τά α­πα­ρέ­γκλι­τα τη μορ­φή των ε­ρω­τα­πο­κρί­σεων, με τις ε­ρω­τή­σεις να δί­νουν την α­φορ­μή και τις α­πα­ντή­σεις να α­πλώ­νο­νται σε έ­κτα­ση. Ενώ, στης Χου­ζού­ρη, οι στι­χο­μυ­θίες της συ­γκε­κρι­μέ­νης συ­νέ­ντευ­ξης της Βε­ρό­νι­κας Κ. α­πο­τε­λούν κά­ποιες νη­σί­δες μέ­σα στην κυ­ρίως α­φή­γη­ση, με τις α­πα­ντή­σεις να μέ­νουν βρα­χύ­λο­γες. Και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, οι συ­νε­ντεύ­ξεις δί­νο­νται σε μια νέα κο­πέ­λα που ε­τοι­μά­ζει συ­γκε­κρι­μέ­νη έ­ρευ­να. Η δη­μο­σιο­γρά­φος στης Χου­ζού­ρη α­σχο­λεί­ται με τη δεύ­τε­ρη γε­νιά των πο­λι­τι­κών προ­σφύ­γων. Όπως α­να­φέ­ρει η συγ­γρα­φέ­ας σε συ­νέ­ντευ­ξή της, η ί­δια έ­κα­νε έ­ρευ­να πριν γρά­ψει το μυ­θι­στό­ρη­μά της. Λει­τούρ­γη­σε, δη­λα­δή, ό­πως οι ση­με­ρι­νοί ε­ρευ­νη­τές της Προ­φο­ρι­κής Ιστο­ρίας. Απο­σπά­σμα­τα α­πό τις συ­νε­ντεύ­ξεις που πή­ρε η ί­δια α­πό “τα παι­διά” των ε­πα­να­πα­τρι­σθέ­ντων πο­λι­τι­κών προ­σφύ­γων πα­ρα­τί­θε­νται εμ­βό­λι­μα στο μυ­θι­στό­ρη­μα ως υ­λι­κό της έ­ρευ­νας α­πό τη νε­α­ρά δη­μο­σιο­γρά­φο. Οι συ­γκε­κρι­μέ­νες σε­λί­δες του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος μορ­φο­ποιού­νται κα­τά το πρό­τυ­πο των εν λό­γω ι­στο­ρι­κών συγ­γραμ­μά­των. Για το alter ego της, η Χου­ζού­ρη ε­πι­λέ­γει υ­παρ­κτό πρό­σω­πο, δια­τη­ρώ­ντας μέ­ρος των βιο­γρα­φι­κών του. Όπως το συ­νη­θί­ζει, στις πα­ρα­πο­μπές το ο­νο­μα­τί­ζει, α­να­φέ­ρο­ντας και ό­λα τα βι­βλία, πέ­ντε πε­ζο­γρα­φι­κά και έ­να δο­κι­μια­κό, με τα ο­ποία “συ­νο­μι­λεί”, πα­ρό­λο που η “συ­νο­μι­λία” της  πε­ριο­ρί­ζε­ται σε α­να­φο­ρά των τίτ­λων των βι­βλίων ή εμ­μέ­σως του ο­νό­μα­τος του συγ­γρα­φέα. Πα­ρό­μοια ε­πι­δερ­μι­κά ό­σο και εμ­φα­νή δά­νεια μάλ­λον δεν χρειά­ζο­νται πα­ρα­πο­μπή, ε­κτός κι αν αυ­τή α­πο­τε­λεί με­τα­μο­ντερ­νί­στι­κο κλεί­σι­μο του μα­τιού στους εν­δια­φε­ρό­με­νους.   
Στη συ­νέ­ντευ­ξή της, η συγ­γρα­φέ­ας ε­ξο­μο­λο­γεί­ται ό­τι για να μπο­ρέ­σει να έρ­θει στη θέ­ση των ε­πα­να­πα­τρι­σθέ­ντων γό­νων των Ελλή­νων προ­σφύ­γων “και να κα­τα­λά­βει τη δυ­σκο­λία προ­σαρ­μο­γής που εί­χα­ν” –ε­κεί­νο “το αί­σθη­μα, σαν να εί­χαν έρ­θει α­πό άλ­λον πλα­νή­τη”– “ε­νερ­γο­ποίη­σε τη δια­δι­κα­σία της εν­συ­ναί­σθη­σης”. Ένας μάλ­λον α­δό­κι­μος ό­ρος, που έ­χει υιο­θε­τη­θεί ως α­πό­δο­ση του empathy. Προ­φα­νώς, πρό­κει­ται για α­ντι­δά­νειο, μό­νο που στο α­να­με­τα­ξύ του γλωσ­σι­κού πη­γαι­νέ­λα, η ελ­λη­νι­κή λέ­ξη εί­χε πλέ­ον κα­το­χυ­ρω­θεί με την κα­κό­ση­μη δευ­τε­ρεύου­σα ση­μα­σία της, ο­πό­τε χρεια­ζό­ταν να βρε­θεί άλ­λη ή να πλα­στεί κά­ποιος νε­ο­λο­γι­σμός. Κά­πως α­δό­κι­μη μας φαί­νε­ται και η δια­τύ­πω­ση της συγ­γρα­φέως. Λες και πα­τάς έ­να κου­μπί. Έτσι, ό­μως, υ­πο­βαθ­μί­ζε­ται ο ά­θλος να α­φου­γκρα­στείς τη γλώσ­σα του σώ­μα­τος. Όχι, το τι έ­λε­γαν αλ­λά το πώς το έ­λε­γαν. 
Η η­ρωί­δα της δι­χά­ζε­ται α­νά­με­σα στο πά­τριο έ­δα­φος, δη­λα­δή τον τό­πο κα­τα­γω­γής της οι­κο­γέ­νειας, και τη γε­νέ­τει­ρα. Εγκα­θί­στα­ται στην πα­τρί­δα των γο­νιών, αλ­λά ε­κεί, στο δια­μέ­ρι­σμα των Αμπε­λο­κή­πων, σε μια πό­λη, που με­τά εί­κο­σι δυο χρό­νια κα­τοί­κη­σης σε αυ­τήν, πα­ρα­μέ­νει ά­γνω­στη, υ­πάρ­χει ο χώ­ρος του σα­λο­νιού με έ­πι­πλα και βι­βλία και, κυ­ρίως, “χει­ρο­ποίη­τες ουζ­μπέ­κι­κες κού­πες τσα­γιού”, ό­λα φερ­μέ­να α­πό την Τα­σκέν­δη. “Αυ­τός ο χώ­ρος εί­ναι για ε­κεί­νη η πα­τρί­δα της.” Με άλ­λα λό­για,  κα­τά τη συγ­γρα­φέα, αυ­τή η γε­νιά δί­νει το α­πό­λυ­το προ­βά­δι­σμα στο βίω­μα. Μια μό­νο πα­ρα­τή­ρη­ση για την κα­τα­κλεί­δα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Η συγ­γρα­φέ­ας α­πο­φεύ­γει την ποι­κι­λία α­πό χά­πυ εντ που τις προ­σφέ­ρο­νται. Η Βε­ρό­νι­κα Κ. δεν σμί­γει ού­τε με τον Ρω­σο­ε­βραίο, που πά­ντο­τε την πε­ρι­μέ­νει, ού­τε με τη μη­τέ­ρα, που ε­πί­σης την λα­χτα­ρά­ει. Απο­φα­σί­ζει να ζή­σει τη δι­κή της ζωή. Κα­τά τη γνώ­μη μας, έ­να ά­κρως αι­σιό­δο­ξο τέ­λος, που, ό­μως, ο παπ­πούς Φρόυ­ντ θα εύ­ρι­σκε α­νέ­φι­κτο. Οι ε­ξαρ­τη­μέ­νες προ­σω­πι­κό­τη­τες, ό­πως πλά­στη­κε η Βε­ρό­νι­κα Κ. α­πό το οι­κο­γε­νεια­κό της πε­ρι­βάλ­λον και το αυ­ταρ­χι­κό σύ­στη­μα της γε­νέ­τει­ράς της, μέ­νουν δια βίου ε­ξαρ­τη­μέ­νες. Το μό­νο, που μπο­ρούν να αλ­λά­ξουν, εί­ναι τον φο­ρέα της ψυ­χο­λο­γι­κής τους υ­πο­στή­ρι­ξης, κι αυ­τό με με­γά­λη δυ­σκο­λία.  

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 6/10/2013.