Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2014

Οι πρωτιές του «Κλόουν»

Πρώτη μετάφραση του «Κλόουν»,
έκδοση του 1973.


Ο Γιάν­νης Τσα­ρού­χης φέ­ρε­ται να εί­πε το σο­φό, “στην Ελλά­δα εί­σαι ό,τι δη­λώ­σεις”, χω­ρίς να α­πο­κλείε­ται να το εί­πε και κά­ποιος άλ­λος πριν α­πό αυ­τόν. Το σί­γου­ρο εί­ναι πως σή­με­ρα πλέ­ον η χρή­ση του έ­χει γε­νι­κευ­τεί, ε­νώ, στις η­μέ­ρες μας, κερ­δί­ζει έ­δα­φος και η πα­ραλ­λα­γή, “στην Ελλά­δα ι­σχύει ό,τι δη­λώ­σεις”. Οι πιο α­νυ­πό­στα­τοι και α­πί­θα­νοι ι­σχυ­ρι­σμοί, ό­ταν προέρ­χο­νται α­πό κά­ποιον που θεω­ρεί­ται ει­δή­μων ε­πί ε­νός θέ­μα­τος, υιο­θε­τού­νται α­πό τα ΜΜΕ και α­να­πα­ρά­γο­νται ως α­λη­θείς, χω­ρίς ι­διαί­τε­ρο ή και κα­νέ­να έ­λεγ­χο. Με την ί­δια ευ­κο­λία γί­νο­νται α­πο­δε­κτοί α­πό το κοι­νό, που τους ε­πα­να­λαμ­βά­νει ως θέ­σφα­τα. Την α­φορ­μή γι’ αυ­τές τις δια­πι­στώ­σεις δεν μας την έ­δω­σε ο χώ­ρος του βι­βλίου, αλ­λά ε­κεί­νος του θεά­τρου. Ας μη νο­μι­στεί, ό­μως, ό­τι αυ­θαί­ρε­τα μπαί­νου­με σε ξέ­να χω­ρά­φια. Αντι­θέ­τως, οι άν­θρω­ποι του θεά­τρου εί­ναι ε­κεί­νοι που έ­χουν αρ­χί­σει να ψω­μί­ζο­νται α­πό το πε­ζο­γρα­φι­κό βι­βλίο, με τις λε­γό­με­νες θε­α­τρο­ποιή­σεις πε­ζών έρ­γων. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, πε­ρί του και­νο­φα­νούς του φαι­νο­μέ­νου των θε­α­τρο­ποιή­σεων, συ­νη­γο­ρεί και το γε­γο­νός ό­τι πρό­κει­ται για α­θη­σαύ­ρι­στη λέ­ξη, κα­τά το θε­α­τρο­ποιός, που εί­ναι λέ­ξη κα­τα­γε­γραμ­μέ­νη μεν, αλ­λά με ευ­ρύ­τε­ρη ση­μα­σία.
Πα­λαιό­τε­ρα χρη­σι­μο­ποιεί­το η λέ­ξη δρα­μα­το­ποίη­ση, που ο­ρι­ζό­ταν ως η τέ­χνη της σύν­θε­σης θε­α­τρι­κού έρ­γου α­πό έ­να πε­ζό. Ο δρα­μα­το­ποιός μπο­ρεί να ξε­κι­νού­σε α­πό κά­ποιο συ­γκε­κρι­μέ­νο  έρ­γο, ου­σια­στι­κά, ό­μως, το με­τα­μόρ­φω­νε σε κά­τι και­νού­ριο. Πε­ριό­ρι­ζε τη λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τα του πρω­τό­τυ­που, που δεν μπο­ρού­σε να α­πο­δο­θεί σκη­νι­κά, και ε­στία­ζε, ό­πως ο δρα­μα­τουρ­γός, με γνώ­μο­να τους δρα­μα­τι­κούς κώ­δι­κες, στη θε­α­τρι­κό­τη­τα. Σε α­ντί­θε­ση με την κρα­τού­σα σή­με­ρα τε­χνι­κή της θε­α­τρο­ποίη­σης, που συ­χνά τους πα­ρα­κά­μπτει, έ­χο­ντας ως κύ­ριο στό­χο την ε­πί­τευ­ξη της πα­ρα­στα­σι­μό­τη­τας, κα­τά έ­τε­ρο εν χρή­σει σή­με­ρα νε­ο­λο­γι­σμό. Η α­πό­στα­ση με­τα­ξύ τού τι εν­νο­εί­ται ως δρα­μα­το­ποίη­ση και τι ε­ξυ­πα­κούε­ται ως θε­α­τρο­ποίη­ση εί­ναι ση­μα­ντι­κή και δεν φαί­νε­ται μό­νο α­πό το α­πο­τέ­λε­σμα αλ­λά και α­πό την τα­χύ­τη­τα, που συ­χνά συ­νε­πά­γε­ται προ­χει­ρό­τη­τα, με την ο­ποία συ­νή­θως γί­νο­νται οι θε­τρο­ποιή­σεις. Κα­τά κα­νό­να, για θε­α­τρο­ποίη­ση ε­πι­λέ­γο­νται έρ­γα με λί­γα πρό­σω­πα, ώ­στε να ε­ξυ­πη­ρε­τούν τα θέ­α­τρα μι­κρών χώ­ρων, που έ­χουν αρ­χί­σει να κερ­δί­ζουν ό­λο και με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος α­πό το κοι­νό των με­γά­λων σκη­νών. Αλλά και να κα­λύ­πτουν την ό­λο και συ­χνό­τε­ρα εμ­φα­νι­ζό­με­νη τά­ση με­ρί­δας σκη­νο­θε­τών να εμ­φα­νί­ζο­νται σαν άν­θρω­ποι-ορ­χή­στρα, συ­γκε­ντρώ­νο­ντας πε­ρισ­σό­τε­ρες της μίας ι­διό­τη­τες. με­τα­φρα­στής αν πρό­κει­ται για ξέ­νο έρ­γο, δια­σκευα­στής, σκη­νο­θέ­της έως και η­θο­ποιός.
Όλες αυ­τές οι δια­φο­ρο­ποιή­σεις στο χώ­ρο του θεά­τρου συμ­βάλ­λουν σε οι­κο­νο­μι­κό­τε­ρα α­νε­βά­σμα­τα. Δεν γνω­ρί­ζου­με τι γί­νε­ται ε­κτός ελ­λα­δι­κών συ­νό­ρων, πά­ντως, στα κα­θ’ η­μάς, εμ­φα­νί­στη­καν σαν ε­πα­κό­λου­θο της κρί­σης. Ή, του­λά­χι­στον, τό­τε πή­ραν δια­στά­σεις φαι­νο­μέ­νου. Εμείς εί­χα­με α­να­φερ­θεί σε αυ­τήν την διό­γκω­ση των θε­α­τρο­ποιή­σεων, ό­ταν δια­πι­στώ­σα­με το εύ­ρος  που εί­χαν πά­ρει οι θε­α­τρο­ποιή­σεις του Πα­πα­δια­μά­ντη. Όπως σχο­λιά­ζου­με και στο βι­βλιά­ριό μας, «Πα­πα­δια­μα­ντι­κά 2011», κα­τά τη διάρ­κεια του ε­πε­τεια­κού έ­τους τα θε­α­τρι­κά α­νε­βά­σμα­τα “αυ­ξή­θη­καν και ε­πλη­θύν­θη­σαν, ό­πως τα μα­νι­τά­ρια με τον υ­γρόν και­ρό­ν”. Και αυ­τό συ­νε­χί­στη­κε τον ε­πό­με­νο και τον με­θε­πό­με­νο χρό­νο, φθά­νο­ντας αι­σίως στους πρώ­τους μή­νες του 2014, να παί­ζο­νται, σε πολ­λο­στή ε­πα­νά­λη­ψη, δυο α­πό τα θε­α­τρο­ποιη­μέ­να τό­τε έρ­γα. Ενώ, εμ­φα­νί­στη­κε και έ­να και­νού­ριο, «Οι Φό­νισ­σες της (sic!) Πα­πα­δια­μά­ντη», που δεν έ­χει μεν ου­δε­μία σχέ­ση με το ο­μό­τιτ­λο έρ­γο του Πα­πα­δια­μά­ντη, αλ­λά α­πέ­κτη­σε τίτ­λο με πα­πα­δια­μα­ντι­κές συν­δη­λώ­σεις, σκη­νο­θέ­τη θέ­λο­ντος. Εκεί­νος δή­λω­σε ό­τι δια­πνέε­ται παι­διό­θεν α­πό έ­ρω­τα προς τον Σκια­θί­τη και ου­δείς α­γα­νά­κτη­σε με την ε­μπλο­κή του ο­νό­μα­τος του Πα­πα­δια­μά­ντη σε κά­τι τό­σο πα­ντε­λώς ξέ­νο προς τους η­θι­κούς κώ­δι­κες του έρ­γου του. Όπως, άλ­λω­στε, έ­γι­ναν α­πο­δε­κτές οι ποι­κί­λες και συ­χνά μυ­θώ­δεις α­πο­φάν­σεις πε­ρί Πα­πα­δια­μά­ντη ό­σων κα­τα­πιά­στη­καν κα­τά το ε­πε­τεια­κό 2011 με θε­α­τρο­ποιή­σεις των διη­γη­μά­των του.
Εδώ, ό­μως, θέ­λου­με να σχο­λιά­σου­με κά­ποιες πρό­σφα­τες δη­λώ­σεις σχε­τι­κά με τη θε­α­τρο­ποίη­ση ε­νός ξέ­νου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, πα­σι­φα­νώς ε­σφαλ­μέ­νες, που ου­δείς αμ­φι­σβή­τη­σε. Αν το πρό­βλη­μα με τις θε­α­τρο­ποιή­σεις του Πα­πα­δια­μά­ντη ε­πι­τεί­νε­ται με την ε­πι­κρα­τού­σα τα­κτι­κή να μην πε­ριο­ρί­ζο­νται σε έ­να διή­γη­μα, αλ­λά να κά­νουν ποτ που­ρί α­πό πε­ρισ­σό­τε­ρα και συ­χνά, να α­να­κα­τώ­νουν τα βιο­γρα­φι­κά του στοι­χεία, στις θε­α­τρο­ποιή­σεις ξέ­νων πε­ζο­γρα­φη­μά­των ξε­κι­νά­ει α­πό τη μη α­να­φο­ρά της με­τά­φρα­σης, που α­πο­τε­λεί τη βά­ση της δια­σκευής. Πα­ρό­λο που η με­τά­φρα­ση, στην ο­ποία στη­ρί­ζε­ται η θε­α­τρο­ποί­ση α­πο­τε­λεί ση­μα­ντι­κό πα­ρά­γο­ντα, α­φού, χά­ρις στην ποιό­τη­τά της, θα δια­σω­θεί, ό­σο δια­σω­θεί, κά­τι α­πό τη λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τα του πρω­τό­τυ­που.
Ας γί­νου­με πιο συ­γκε­κρι­μέ­νοι. Στο ρε­περ­τό­ριο για το πε­ντά­μη­νο Σε­πτ. 2013-Ιαν. 2014, που εί­χε α­να­κοι­νώ­σει ο καλ­λι­τε­χνι­κός διευ­θυ­ντής του Εθνι­κού Θεά­τρου Σω­τή­ρης Χατ­ζά­κης, στις 9 Ιουλ. 2013, πα­ρό­τι πρό­κει­ται για την πρώ­τη σκη­νή της χώ­ρας, υ­πήρ­χαν και τέσ­σε­ρις θε­α­τρο­ποιή­σεις, δυο ελ­λη­νι­κών μυ­θι­στο­ρη­μά­των και δυο ξέ­νων. Στα καλ­λι­τε­χνι­κά ρε­πορ­τάζ των ε­φη­με­ρί­δων, δεν α­να­φέ­ρο­νταν στους συ­ντε­λε­στές της κά­θε πα­ρά­στα­σης οι με­τα­φρα­στές. Όπως, ό­μως, δια­πι­στώ­σα­με πο­λύ αρ­γό­τε­ρα, τα ο­νό­μα­τα υ­πήρ­χαν στην ε­πί­ση­μη ι­στο­σε­λί­δα του Εθνι­κού Θεά­τρου.
Συμ­βου­λευ­θή­κα­με την εν λό­γω ι­στο­σε­λί­δα στις αρ­χές Δεκ., με α­φορ­μή το μυ­θι­στό­ρη­μα του Ιά­κω­βου Ανυ­φα­ντά­κη, «Αλε­πού­δες στην πλα­γιά», που φέ­ρε­ται να “συ­νο­μι­λεί” με το μυ­θι­στό­ρη­μα του Χάϊνριχ Μπελ­λ, «Ansichten eines clowns». Συ­μπτω­μα­τι­κά, αυ­τό α­κρι­βώς το μυ­θι­στό­ρη­μα, ελ­λη­νι­στί «Οι α­πό­ψεις ε­νός κλόουν», ή­ταν το δεύ­τε­ρο ξέ­νο που εί­χε ε­πι­λε­γεί και η πρε­μιέ­ρα του προ­γραμ­μα­τι­ζό­ταν για τις 24 Ιαν. 2014, ό­πως α­να­φέ­ρα­με και στη βι­βλιο­πα­ρου­σία­σή μας (22 Δεκ. 2013). Στην η­λεκ­τρο­νι­κή ταυ­τό­τη­τα της πα­ρά­στα­σης, με­τά­φρα­ση-δια­σκευή-σκη­νο­θε­σία α­πο­δί­δο­νταν στον Αργύ­ρη Ξά­φη. Στη συ­νέ­χεια, το α­νέ­βα­σμα με­τα­τέ­θη­κε για τις 15 Φεβ. 2014. Στις 31 Ιαν. 2014, σε συ­νέ­ντευ­ξη της Δέ­σποι­νας Κούρ­τη, που υ­πο­δύε­ται την κε­ντρι­κή η­ρωί­δα, Μα­ρί Ντέρ­κου­μ, πα­ρα­τί­θε­το η ταυ­τό­τη­τα της πα­ρά­στα­σης, στην ο­ποία η με­τά­φρα­ση α­πο­δι­δό­ταν στη Τζέ­νη Μα­στο­ρά­κη. Τρεις μέ­ρες αρ­γό­τε­ρα, δη­μο­σιεύ­τη­κε ε­πι­στο­λή της Μα­στο­ρά­κη, ό­που δή­λω­νε πως δεν έ­χει κα­μία σχέ­ση με την πα­ρά­στα­ση. Δή­λω­ση που προ­φα­νώς δεν α­πέ­κλειε την πι­θα­νό­τη­τα η με­τά­φρα­σή της να εί­χε χρη­σι­μο­ποιη­θεί για τη δια­σκευή. Τις ε­πό­με­νες δυο η­μέ­ρες, οι α­να­κοι­νώ­σεις, πρώ­τα του Ξά­φη και στη συ­νέ­χεια, του α­να­πλη­ρω­τή καλ­λι­τε­χνι­κού διευ­θυ­ντή Αντώ­νη Κού­φα­λη “έ­λυ­σαν την πα­ρε­ξή­γη­ση”, κα­τά τη δη­μο­σιο­γρα­φι­κή δια­τύ­πω­ση.
Για­τί, ό­πως θυ­μί­σα­με και ει­σα­γω­γι­κά, στην Ελλά­δα ι­σχύει ό,τι δη­λώ­σεις, αν τυγ­χά­νει να εί­σαι ο κα­θ’ ύ­λην αρ­μό­διος. Δή­λω­σε (α­ντι­γρά­φου­με α­πό δη­μο­σίευ­μα της Ι. Κλε­φτο­γιάν­νη 4/2/2014), λοι­πόν, ο Ξά­φης: “Πο­τέ δεν θα χρη­σι­μο­ποιού­σα τη με­τά­φρα­ση της Τζέ­νης. Θα έ­κα­να τη δι­κή μου, ει­δι­κά για τα κομ­μά­τια που θα ε­πέ­λε­γα στη δια­σκευή μου.” Επί­σης ι­σχυ­ρί­στη­κε: “Εί­μαι ο μο­να­δι­κός άν­θρω­πος που ε­ξα­σφά­λι­σε α­πό το 1963 (χρο­νο­λο­γία έκ­δο­σης του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος) τα δι­καιώ­μα­τα για μία δια­σκευή του βι­βλίου για το θέ­α­τρο”. Την ε­πο­μέ­νη δό­θη­κε η συ­νέ­ντευ­ξη Τύ­που του Χατ­ζά­κη για το κα­λο­και­ρι­νό ρε­περ­τό­ριο. Εκεί, ήρ­θε η δή­λω­ση Κού­φα­λη, “ό­τι το ό­νο­μα της με­τα­φρά­στριας μπή­κε στα αρ­χι­κά α­νε­πί­ση­μα δελ­τία Τύ­που ε­πει­δή το Εθνι­κό Θέ­α­τρο ή­θε­λε να την τι­μή­σει και να μην φα­νεί ό­τι πα­ρα­κά­μπτε­ται α­φού ε­κεί­νη πρώ­τη με­τέ­φρα­σε το μυ­θι­στό­ρη­μα.” Αντι­γρά­φου­με και πά­λι α­πό το ρε­πορ­τάζ των ε­φη­με­ρί­δων. Από ό­ποια, πά­ντως, πλη­ρο­φό­ρη­ση συλ­λέ­ξα­με, α­ναί­ρε­ση ή διόρ­θω­ση της δή­λω­σης δεν υ­πήρ­ξε. 
Για τη δεύ­τε­ρη δή­λω­ση, του α­να­πλη­ρω­τή καλ­λι­τε­χνι­κού διευ­θυ­ντή, δεν α­παι­τεί­ται ι­διαί­τε­ρη κα­τα­τό­πι­ση για να α­ντι­λη­φθεί κα­νείς, ό­τι δεν ευ­στα­θεί. Οπό­τε, και θα α­να­με­νό­ταν να δια­ψευ­στεί ε­πί τό­που, α­πό τους πα­ρευ­ρι­σκό­με­νους στη συ­νέ­ντευ­ξη Τύ­που. Όπως θυ­μί­ζα­με με α­φορ­μή το μυ­θι­στό­ρη­μα του Ανυ­φα­ντά­κη, η πρώ­τη με­τά­φρα­ση εκ­δό­θη­κε το 1973, δέ­κα χρό­νια με­τά την έκ­δο­ση του πρω­τό­τυ­που και έ­να έ­τος με­τά την α­πο­νο­μή του Νό­μπελ στον Μπελλ. Ο εκ­δό­της Δ. Κ. Ζάρ­βα­νος πα­ρα­κι­νή­θη­κε α­πό τη βρά­βευ­ση, κα­θώς ταυ­τό­χρο­να με­τα­φρά­στη­καν α­κό­μη δυο βι­βλία του Μπελ­λ, ό­λα α­πό τον ί­διο με­τα­φρα­στή, τον Γιάν­νη Λάμ­ψα. Αυ­το­ε­ξό­ρι­στος τα χρό­νια της Δι­κτα­το­ρίας, συ­νερ­γα­ζό­ταν τό­τε με τον Παύ­λο Μπα­κο­γιάν­νη στην εκ­πο­μπή της Deutsche Welle. Προσ­διο­ρί­ζε­ται ό­τι η με­τά­φρα­ση εί­ναι α­πό τα γερ­μα­νι­κά. Στη με­τά­φρα­ση της Μα­στο­ρά­κη, που έ­γι­νε το 1986 για τις εκ­δό­σεις Γράμ­μα­τα, δεν α­να­φέ­ρε­ται α­πό ποια γλώσ­σα έ­γι­νε. Το πι­θα­νό­τε­ρο, να έ­γι­νε και ε­κεί­νη α­πό τα γερ­μα­νι­κά, κα­θώς εί­ναι γνω­στές με­τα­φρά­σεις της έρ­γων των Μπρε­χτ και Κλάϊστ α­πό το πρω­τό­τυ­πο. Πρό­κει­ται για δυο ι­κα­νο­ποιη­τι­κές α­πο­δό­σεις, θα λέ­γα­με δια­φο­ρε­τι­κής σκό­πευ­σης. Ο Λάμ­ψας φαί­νε­ται να εί­χε κα­τά νου έ­να ευ­ρύ α­να­γνω­στι­κό κοι­νό. Επι­διώ­κει το σπά­σι­μο της μα­κρο­πε­ρίο­δης γερ­μα­νι­κής σύ­ντα­ξης, αλ­λά και γε­νι­κό­τε­ρα μία πιο στρω­τή α­φή­γη­ση, α­πο­δί­δο­ντας τους δια­λό­γους στην τρέ­χου­σα τό­τε  κα­θο­μι­λου­μέ­νη . Δεν εί­ναι τυ­χαίο, ό­τι ε­πι­λέ­γει και τον πε­ρισ­σό­τε­ρο ευ­θύ τίτ­λο, «Ο Κλόουν». Εί­ναι ο τίτ­λος της αγ­γλι­κής με­τά­φρα­σης του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που έ­γι­νε το 1965 α­πό την Leila Vennewitz, μό­νι­μη με­τα­φρά­στρια στην αγ­γλι­κή γλώσ­σα του Μπελλ. Ενώ, η Μα­στο­ρά­κη κρα­τά τον πρω­τό­τυ­πο τίτ­λο, ό­πως δια­τη­ρεί και ευ­διά­κρι­τα ί­χνη της συ­ντα­κτι­κής δο­μής του γερ­μα­νι­κού πρω­τό­τυ­που, στο­χεύο­ντας, πι­θα­νώς, σε μία πε­ρισ­σό­τε­ρο λο­γο­τε­χνι­κή με­τα­γλώτ­τι­ση. 
Ο Ξά­φης, σε συ­νέ­ντευ­ξή του, έ­χει ε­ξο­μο­λο­γη­θεί ό­τι “δια­σκεύα­ζε το έρ­γο πολ­λά χρό­νια στο μυα­λό του, α­πό το 2005”, που το πρω­το­διά­βα­σε. Το πι­θα­νό­τε­ρο, στη με­τά­φρα­ση της Μα­στο­ρά­κη. Με­τά τη δή­λω­σή του, έ­φυ­γε α­πό την η­λεκ­τρο­νι­κή ταυ­τό­τη­τα της πα­ρά­στα­σης το ό­νο­μα του με­τα­φρα­στή και με­τά δυο-τρεις η­μέ­ρες ε­πα­νήλ­θε το δι­κό του. Οπό­τε μέ­νει η α­πο­ρία, κα­τά πό­σο πρό­κει­ται για κα­νο­νι­κή με­τά­φρα­ση ο­λό­κλη­ρου του έρ­γου α­πό ε­κεί­νον ή μό­νο για πα­ραλ­λαγ­μέ­νη α­πό­δο­ση των τμη­μά­των που χρεια­ζό­ταν για την θε­α­τρο­ποίη­ση. Το Σάβ­βα­το, 15/2/2014, θα γί­νει η πρε­μιέ­ρα και θα κυ­κλο­φο­ρή­σει το πρό­γραμ­μα, ο­πό­τε θα μά­θου­με πε­ρισ­σό­τε­ρα. Και μό­νο η α­πό­δο­ση της τε­λευ­ταίας κου­βέ­ντας των α­δελ­φών Σνη­ρ, του με­γα­λύ­τε­ρου Χα­νς, που δη­λώ­νει ε­πάγ­γελ­μα “κω­μι­κός καλ­λι­τέ­χνης”, και του Λεό, θα δώ­σει μία πρώ­τη ι­δέα. Όσο για τις δη­λώ­σεις, πα­ρό­τι γνω­ρί­ζου­με την ευ­κο­λία με την ο­ποία γί­νο­νται, δεν α­να­μέ­νο­νταν α­πό τα συ­γκε­κρι­μέ­να πρό­σω­πα.
Η μέ­χρι σή­με­ρα καλ­λι­τε­χνι­κή πο­ρεία του Ξά­φη δεί­χνει έ­ναν άν­θρω­πο με τα­λέ­ντο και φι­λο­δο­ξίες, που δεν εν­δί­δει στις εύ­κο­λες λύ­σεις. Της γε­νιάς των η­θο­ποιών, που γεν­νή­θη­καν στη με­τα­πο­λί­τευ­ση και πα­ρου­σιά­στη­καν στις αρ­χές του 21ου, δο­κι­μά­στη­κε σε μία γκά­μα ρό­λων, δια­κρί­θη­κε και βρα­βεύ­τη­κε, τό­σο στο θέ­α­τρο (στη δρα­μα­το­ποίη­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Χέν­ρυ Τζαίη­μς «Το στρί­ψι­μο της βί­δας») ό­σο και στον κι­νη­μα­το­γρά­φο (στην ται­νία «Απ’ τα κόκ­κα­λα βγαλ­μέ­νη», που στη­ρί­χτη­κε στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Γιώρ­γου Δεν­δρι­νού). Ως σκη­νο­θέ­της εμ­φα­νί­στη­κε αρ­γό­τε­ρα. Τύ­ποις, αυ­τή εί­ναι η τέ­ταρ­τη σκη­νο­θε­σία που α­να­λαμ­βά­νει. Ου­σια­στι­κά, ό­μως, εί­ναι η πρώ­τη φο­ρά, που έ­χει το γε­νι­κό πρό­σταγ­μα. Για­τί, λοι­πόν, δεν διευ­κρι­νί­ζει το εί­δος της συμ­με­το­χής του στη με­τά­φρα­ση;
Επί­σης, θα α­να­με­νό­ταν κά­ποιο μέ­τρο στις δη­λώ­σεις του. Πώς εί­ναι δυ­να­τόν να εί­ναι ο πρώ­τος α­νά τον κό­σμο, που ε­ξα­σφά­λι­σε δι­καιώ­μα­τα δια­σκευής; Δη­λα­δή, ό­λα τα άλ­λα α­νε­βά­σμα­τα, α­κό­μη πριν την α­πο­νο­μή του Νό­μπε­λ, έ­γι­ναν χω­ρίς ά­δεια; Ή μή­πως τα α­γνο­εί; Αφού αυ­τή η δια­σκευή τον α­πα­σχο­λεί κο­ντά μία δε­κα­ε­τία, δεν μπο­ρεί να μην συμ­βου­λεύ­τη­κε τις λύ­σεις που έ­δω­σαν άλ­λοι πριν α­πό αυ­τόν. Εί­χα­με την ε­ντύ­πω­ση πως έ­τσι “χτί­ζε­ται” έ­νας ρό­λος, πό­σω μάλ­λον μία πα­ρά­στα­ση. Πά­ντως, για το α­λη­θές του δι­κού μας ι­σχυ­ρι­σμού α­ντι­γρά­φου­με α­πό τα βιο­γρα­φι­κά του Μπελ­λ: “1963 Verοffentlichung des Bestsellers «Ansichten eines Clowns», der sowohl als Theaterstuck inszeniert als auch verfilmt wird.”
Και ερ­χό­μα­στε στον μό­λις διο­ρι­σθέ­ντα α­να­πλη­ρω­τή καλ­λι­τε­χνι­κό διευ­θυ­ντή, που εκ­πλήσ­σει την τε­λευ­ταία τριε­τία με τις πο­λύ­πλευ­ρες ε­πι­δό­σεις του. Οι α­δελ­φοί Κού­φα­λη, ο Αντώ­νης και ο Κώ­στας, ε­ρα­σι­τέ­χνες, ό­πως δη­λώ­νουν, αλ­λά δό­κι­μοι θε­α­τρι­κοί συγ­γρα­φείς, ά­νοι­ξαν το θε­α­τρι­κό μέ­ρος του Έτους Πα­πα­δια­μά­ντη με έ­να πρώ­το ποτ που­ρί πέ­ντε σκια­θί­τι­κων διη­γη­μά­των. Στο Έτος Κα­βά­φη, μό­νος του ο πρε­σβύ­τε­ρος εί­χε τη μο­να­δι­κή τύ­χη να εί­ναι ε­κεί­νος που υ­πο­δύ­θη­κε σε έ­να μο­νά­κρι­βο θε­α­τρι­κό έρ­γο τον Κα­βά­φη. Τέ­λος, ως δυά­δα, ε­πάν­δρω­σαν το και­νού­ριο δυ­να­μι­κό ε­πι­φυλ­λι­δο­γρά­φων της «Ελευ­θε­ρο­τυ­πίας». Μέ­χρι τον πρό­σφα­το διο­ρι­σμό του, ο Αντώ­νης Κού­φα­λης ή­ταν μό­νι­μος κά­τοι­κος Κα­βά­λας, μία πό­λη με πο­λι­τι­στι­κή πα­ρά­δο­ση. Ένας ε­πι­πλέ­ον λό­γος να γνω­ρί­ζει τον Χάϊνριχ Μπελλ στις χαρ­τό­δε­τες εκ­δό­σεις πε­ρι­πτέ­ρου. Κα­τά συν­θή­κη ψεύ­δος, λοι­πόν, ο ι­σχυ­ρι­σμός ή α­δυ­να­μία μνή­μης λό­γω και πο­λυ­πραγ­μο­σύ­νης; Γε­νι­κό­τε­ρα, πά­ντως, πα­ρό­μοιες δη­λώ­σεις στο­χεύουν να εί­ναι α­πο­στο­μω­τι­κές δια του ε­ντυ­πω­σια­σμού.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 16/2/2014.

Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

Καβαφικά αφιερώματα

Κα­τά τη διάρ­κεια του ε­πε­τεια­κού 2013, κα­τα­βλή­θη­καν, για α­κό­μη μία φο­ρά, ποι­κί­λες προ­σπά­θειες προ­σέγ­γι­σης του Κα­βά­φη και του έρ­γου του δια της ει­κα­στι­κής, θε­α­τρι­κής, συγ­γρα­φι­κής ή και φι­λο­λο­γι­κής ο­δού. Πι­θα­νώς, ε­πί μα­ταίω. Πο­σο­τι­κώς, ό­μως, η συ­γκο­μι­δή υ­πήρ­ξε πλου­σιω­τά­τη. Πρω­τί­στως σε πί­να­κες ζω­γρα­φι­κής, δευ­τε­ρευό­ντως σε θε­α­τρι­κά έρ­γα, κυ­ρίως μο­νο­λό­γους, πα­ρε­μπι­πτό­ντως και σε βι­βλία. Πλου­σιο­πα­ρό­χως, πά­ντως, σε κεί­με­να, ε­γκα­τε­σπαρ­μέ­να ως με­μο­νω­μέ­νος μόχ­θος σε ποι­κί­λα έ­ντυ­πα, αλ­λά και συ­ντε­ταγ­μέ­να σε πρα­κτι­κά η­με­ρί­δων, συ­μπο­σίων, συ­νε­δρίων, που προ­σώ­ρας τυ­πώ­νο­νται, αλ­λά και σε α­φιε­ρώ­μα­τα πε­ριο­δι­κών. Δυ­στυ­χώς, αυ­τά τα τε­λευ­ταία στά­θη­καν ο­λί­γα. Εμείς με­τρού­με μό­λις τρία σε πε­ριο­δι­κά με έ­δρα την Αθή­να. Για την υ­πό­λοι­πη Ελλά­δα ή την Κύ­προ, έ­νας κά­τοι­κος του κλει­νού ά­στεως ε­λά­χι­στα γνω­ρί­ζει.
Εδώ, ο Τύ­πος και αυ­τά τα τρία α­φιε­ρώ­μα­τα μό­λις που τα ε­πε­σή­μα­νε. Αντι­θέ­τως, το έ­να μο­να­δι­κό της αλ­λο­δα­πής μνη­μο­νεύ­θη­κε δεό­ντως. Και ε­κεί­νο έρ­γο η­με­δα­πών, ό­μως μυ­ρω­μέ­νο εν Πα­ρι­σίοις. Και ως γνω­στόν, στο συλ­λο­γι­κό υ­πο­συ­νεί­δη­το τα Φώ­τα της Εσπε­ρίας εί­ναι ιε­ρά. Υπε­ρά­νω κρι­τι­κής το α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού «Europe», που ί­δρυ­σε προ 90 ε­τών έ­νας Ρο­μαίν Ρο­λάν. Ού­τε καν σχο­λιά­στη­κε το τόλ­μη­μα του ε­πι­με­λη­τή, χω­ρίς συ­ναί­σθη­ση των δυ­σκο­λιών, να πα­ρου­σιά­σει Κα­βά­φη σε δι­κή του με­τά­φρα­ση. Τρία ποιή­μα­τα ως πρώ­τη γεύ­ση: «Souviens-toi, corps...», «Si seulement», «Jours de 1908». Απο­ρού­με, με τον τίτ­λο «Si seulement», πό­σοι α­να­γνώ­στες α­να­κα­λούν για ποιο κα­βα­φι­κό ποίη­μα πρό­κει­ται.
Τα τρία α­φιε­ρώ­μα­τα στε­γά­στη­καν, τα δυο σε λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά, «Το Δέ­ντρο» και «Νέα Εστία», το τρί­το στα «Σύγ­χρο­να Θέ­μα­τα». Στο πρώ­το έ­χου­με ή­δη α­να­φερ­θεί. Το α­φιέ­ρω­μα κα­τα­λαμ­βά­νει 155 σε­λί­δες ε­πί συ­νό­λου 229. Με τίτ­λο, «Ξα­να­δια­βά­ζου­με τον Κα­βά­φη», τα 28 κεί­με­να α­πλώ­νο­νται σε ο­λό­κλη­ρο το κα­βα­φι­κό το­πίο. 25 οι ζώ­ντες συ­νερ­γά­τες, δυο α­πό το δυ­να­μι­κό του Αρι­στο­τε­λείου Πα­νε­πι­στη­μίου (Μ. Χρυ­σαν­θό­που­λος, Μ. Βα­σι­λειά­δη) συμ­με­τέ­χουν και στο α­φιέ­ρω­μα του έ­τε­ρου λο­γο­τε­χνι­κού πε­ριο­δι­κού, ε­νώ έ­νας (Δ. Αγγε­λής), και στο τρί­το.
Τον Ιού­λιο κυ­κλο­φό­ρη­σε το α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού «Σύγ­χρο­να Θέ­μα­τα». Το δι­πλό τεύ­χος του δεύ­τε­ρου ε­ξα­μή­νου του 2013 α­νοί­γει με τον «Φά­κε­λο: Ο Κα­βά­φης του Τσίρ­κα», που α­πλώ­νε­ται σε 105 σε­λί­δες, κα­τα­λαμ­βά­νο­ντας κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό το μι­σό τεύ­χος. Βα­σι­κό α­τού του α­φιε­ρώ­μα­τος εί­ναι τα ντο­κου­μέ­ντα, που α­να­σύ­ρει α­πό δυο Αρχεία· του Στρα­τή Τσίρ­κα και του Μ. Μ. Πα­παϊωάν­νου. Γεν­νιέ­ται η α­πο­ρία, για­τί αυ­τά τα πο­λύ­τι­μα τεκ­μή­ρια δεν έ­τυ­χαν αυ­το­τε­λούς έκ­δο­σης. Δε­δο­μέ­νου, μά­λι­στα, ό­τι τα Αρχεία δεν βρί­σκο­νται στα χέ­ρια κλη­ρο­νό­μων αλ­λά α­πό­κει­νται στο Ε.Λ.Ι.Α.. Πρό­κει­ται για τα “η­με­ρο­λό­για ερ­γα­σίας”, που κρα­τού­σε ο Τσίρ­κας κα­τά τη συγ­γρα­φή των δυο κα­βα­φι­κών με­λε­τών, και για την αλ­λη­λο­γρα­φία του κυ­ρίως με τον Πα­παϊωάν­νου, αλ­λά και με τους Μάρ­κο Αυ­γέ­ρη και Τά­σο Βουρ­νά. Στο α­φιέ­ρω­μα πα­ρα­τί­θε­νται α­πο­σπά­σμα­τα α­πό 80 η­με­ρο­λο­για­κές κα­τα­γρα­φές, 45 α­πό το η­με­ρο­λό­γιο της πρώ­της με­λέ­της «Ο Κα­βά­φης και η ε­πο­χή του» και 25 α­πό ε­κεί­νο της δεύ­τε­ρης «Ο πο­λι­τι­κός Κα­βά­φης». Επί­σης, α­πο­σπά­σμα­τα α­πό 11 ε­πι­στο­λές Τσίρ­κα προς Πα­παϊωάν­νου, δυο Πα­παϊωάν­νου προς Τσίρ­κα, μία Τσίρ­κα προς Αυ­γέ­ρη, δυο Αυ­γέ­ρη προς Τσίρ­κα και μια Τσίρ­κα προς Βουρ­νά. Για τη μη έκ­δο­ση των τεκ­μη­ρίων δεν εί­ναι υ­πεύ­θυ­νοι οι με­λε­τη­τές. Εκεί­νο που θα α­να­με­νό­ταν α­πό αυ­τούς εί­ναι μία πε­ρι­γρα­φή των δυο η­με­ρο­λο­γίων και των ε­πι­στο­λι­κών σω­μά­των, για να δο­θεί ευ­κρι­νέ­στε­ρη ει­κό­να για “το ερ­γα­στή­ρι του κρι­τι­κού Τσίρ­κα”, ό­πως εί­ναι και ο τίτ­λος της πρώ­της ε­νό­τη­τας του τρι­με­ρούς α­φιε­ρώ­μα­τος.
Σύμ­φω­να με το προ­λο­γι­κό ση­μείω­μα των ε­πι­με­λη­τών του, Γιάν­νη Πα­πα­θε­ο­δώ­ρου και Μίλ­του Πε­χλι­βά­νου, ο συ­γκε­κρι­μέ­νος ε­πε­τεια­κός “α­να­στο­χα­σμός” στο­χεύει να α­να­δεί­ξει τον Τσίρ­κα ως κρι­τι­κό του Κα­βά­φη σε έ­να ευ­ρύ­τε­ρο πλαί­σιο α­πό ε­κεί­νο της Αρι­στε­ράς, στο ο­ποίο εί­χε ου­σια­στι­κά πε­ριο­ρι­στεί την ε­πο­χή που εκ­δό­θη­καν οι δυο με­λέ­τες. Μι­σό και πλέ­ον αιώ­να αρ­γό­τε­ρα, ό­ταν η θέ­α­ση του Κα­βά­φη αλ­λά­ζει, χρειά­ζε­ται και “ο Κα­βά­φης του Τσίρ­κα” να ε­πα­να­προσ­διο­ρι­στεί με βά­ση τη ση­με­ρι­νή ο­πτι­κή. Το πρώ­το κεί­με­νο της Χρύ­σας Προ­κο­πά­κη και του Αγγε­λή εί­ναι έ­να εί­δος προ­λό­γου στα η­με­ρο­λο­για­κά πα­ρα­θέ­μα­τα, που συ­νο­δεύο­νται α­πό ση­μειώ­σεις βι­βλιο­γρα­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα και κά­ποιες φι­λο­λο­γι­κού. Σε αυ­τόν, σχο­λιά­ζο­νται συ­νο­πτι­κά οι η­με­ρο­λο­για­κές κα­τα­γρα­φές του Τσίρ­κα, χω­ρίς να δια­τυ­πώ­νο­νται πα­ρα­τη­ρή­σεις και ε­ρω­τή­μα­τα προς την κα­τεύ­θυν­ση που στο­χεύει το α­φιέ­ρω­μα. Το δεύ­τε­ρο κεί­με­νο των δυο ε­πι­με­λη­τών ξε­δι­πλώ­νε­ται πα­ράλ­λη­λα με τα πα­ρα­θέ­μα­τα της αλ­λη­λο­γρα­φίας, α­πο­κα­θι­στώ­ντας μία α­φη­γη­μα­τι­κή ροή. Μέ­νου­με με την ε­ντύ­πω­ση πως ό­σοι α­να­γνώ­στες γνω­ρί­ζουν τη σχε­τι­κή φι­λο­λο­γία θα συ­μπλη­ρώ­σουν κε­νά, πι­θα­νώς και να εμ­βα­θύ­νουν λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο στην κρι­τι­κή υ­πο­δο­χή των με­λε­τών του Τσίρ­κα α­πό την Αρι­στε­ρά. Οι υ­πό­λοι­ποι, ό­μως, θα πρέ­πει μάλ­λον να πε­ρι­μέ­νουν το βι­βλίο που ε­τοι­μά­ζει ο Πα­πα­θε­ο­δώ­ρου. Πά­ντως, η χρή­ση του Άλλου Κα­βά­φη για τον “πο­λι­τι­κό Κα­βά­φη” του Τσίρ­κα, δη­μιουρ­γεί σύγ­χυ­ση, κα­θώς το Άλλος α­ντι­πα­ρα­τί­θε­ται προς το ε­κά­στο­τε ι­σχύον, ο­πό­τε σή­με­ρα, ει­δι­κό­τε­ρα κα­τά το έ­τος Κα­βά­φη, πα­ρα­πέ­μπει στον ε­ρω­τι­κό Κα­βά­φη.
Το δεύ­τε­ρο μέ­ρος του α­φιε­ρώ­μα­τος, τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Σε και­ρό και σε τό­πο», ε­πί­σης με δυο κεί­με­να. Ο Χρή­στος Χα­τζηιω­σήφ πα­ρου­σιά­ζει τον Τσίρ­κα ως ι­στο­ρι­κό, μη ε­παγ­γελ­μα­τία και γι’ αυ­τό δυο φο­ρές πιο προ­σε­κτι­κό, πρω­το­πο­ρια­κό για την ε­πο­χή του, κα­θώς, πέ­ραν των γρα­πτών πη­γών, χρη­σι­μο­ποίη­σε φω­το­γρα­φι­κό υ­λι­κό και προ­φο­ρι­κές μαρ­τυ­ρίες. Με βά­ση τη ση­με­ρι­νή γνώ­ση για την ελ­λη­νι­κή πα­ροι­κία της Αι­γύ­πτου, προ­σθέ­τει διορ­θω­τι­κές πα­ρα­τη­ρή­σεις στην πρώ­τη με­λέ­τη του Τσίρ­κα, φω­τί­ζο­ντας το ρό­λο της αι­γυ­πτιώ­τι­κης Αρι­στε­ράς με­τά το 1952. Ενώ, σχε­τι­κά με τη δεύ­τε­ρη με­λέ­τη, ε­πι­ση­μαί­νει τις ι­δε­ο­λο­γι­κές δια­φο­ρο­ποιή­σεις του ί­διου του Τσίρ­κα. Ακο­λου­θεί το κεί­με­νο του Αλέ­ξαν­δρου Κα­ζα­μία, με α­ντι­κεί­με­νο την πρώ­τη με­λέ­τη ως ι­στο­ρι­κό α­φή­γη­μα. Θυ­μί­ζου­με ό­τι, ως φι­λο­λο­γι­κή βιο­γρα­φία, έ­τυ­χε του α­ντί­στοι­χου κρα­τι­κού βρα­βείου λο­γο­τε­χνίας, που στά­θη­κε και το μο­να­δι­κό του Τσίρ­κα. Ο με­λε­τη­τής ε­πα­νέρ­χε­ται στην πα­ρα­τή­ρη­ση του Χα­τζηιω­σήφ για τον τα­ξι­κό δια­χω­ρι­σμό της ελ­λη­νι­κής πα­ροι­κίας σε “πρω­το­κλα­σά­τους” και “δευ­τε­ρο­κλα­σά­τους”. Αυ­στη­ρός κρι­τής αυ­τός, ε­πι­μέ­νει στις “α­τέ­λειες” αυ­τού του ι­στο­ρι­κού εγ­χει­ρή­μα­τος και στο “μα­νι­χαϊκό σχή­μα”, που, κα­τ’ αυ­τόν, υιο­θε­τεί ο Τσίρ­κας στην πα­ρου­σία­ση της ελ­λη­νι­κής πα­ροι­κίας. Όσο α­φο­ρά τον Άλλο Κα­βά­φη του Τσίρ­κα, δεν υιο­θε­τεί την ά­πο­ψη ό­τι ο Κα­βά­φης εί­χε εκ­δη­λώ­σει “α­ντια­πο­κια­κές πε­ποι­θή­σεις”.
Στο τρί­το και τε­λευ­ταίο μέ­ρος του α­φιε­ρώ­μα­τος, «Στις πο­λι­τείες της γρα­φής», α­να­ζη­τού­νται τα κα­βα­φι­κά ί­χνη στην τρι­λο­γία «Ακυ­βέρ­νη­τες Πο­λι­τείες» και ε­πι­χει­ρεί­ται ερ­μη­νεία των συγ­γρα­φι­κών προ­θέ­σεων. Η Μα­ρία Ια­τρού α­να­φέ­ρε­ται κυ­ρίως στον πρώ­το τό­μο, ο Ulrich Moennig ε­στιά­ζει στο μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό ή­ρωα Ρό­μπερτ Ρί­τσαρ­ντς και η Μα­ρία Το­πά­λη, στον τρί­το τό­μο, με έμ­φα­ση στον ί­διο μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό ή­ρωα. Ο Γερ­μα­νός με­λε­τη­τής τον πα­ρου­σιά­ζει, δα­νει­ζό­με­νος την πε­ρι­γρα­φή του Αλέξ. Αργυ­ρίου, “Ελλη­νι­στής, ου­το­πι­στής, με σε­ξουα­λι­κή ι­διαι­τε­ρό­τη­τα”. Η Το­πά­λη, μο­να­δι­κή λο­γο­τέ­χνις στους ε­πτά συ­νερ­γά­τες του α­φιε­ρώ­μα­τος, προ­τι­μά την τρέ­χου­σα γλώσ­σα. Τον α­να­φέ­ρει ως “οξ­φορ­δια­νό ο­μο­φυ­λό­φι­λο”, ει­σά­γο­ντας τα δί­πο­λα “Ρί­τσαρ­ντς-Σι­μω­νί­δης” (το κε­ντρι­κό πρό­σω­πο της τρι­λο­γίας) ό­πως “Κα­βά­φης-Τσίρ­κας”. Κα­τα­λη­κτι­κά δη­λώ­νει ό­τι την “ι­ντρι­γκά­ρου­ν” οι πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κές ταυ­τό­τη­τες, ό­πως η πι­θα­νο­λο­γού­με­νη αρ­με­νοϊρα­νι­κή κα­τα­γω­γή του Κα­βά­φη. Έτσι προ­σθέ­τει στο α­φιέ­ρω­μα μια πι­νε­λιά α­πό την πα­λέ­τα του τρέ­χο­ντος ε­πε­τεια­κού έ­τους.
Τον Δε­κέμ­βριο κυ­κλο­φό­ρη­σε το τρί­το α­φιέ­ρω­μα, της «Νέ­ας Εστίας». Πα­ρα­τάσ­σε­ται με­τά τις ει­σα­γω­γι­κές δη­μο­σιεύ­σεις ποιη­μά­των και διη­γη­μά­των, λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στών συγ­γρα­φέων (ση­μειω­τέ­ον ό­τι κα­ταρ­γή­θη­κε το υ­πο­σε­λί­διο σύ­ντο­μο βιο­γρα­φι­κό, που εί­χε κα­θιε­ρώ­σει ο προ­η­γού­με­νος διευ­θυ­ντής), και πριν τις ε­νό­τη­τες “τεκ­μή­ρια”, “δο­κί­μιο”, “κρι­τι­κή” (κα­ταρ­γή­θη­κε η βι­νιέ­τα “μη­νο­λό­γιο”). Λεί­πει πρό­λο­γος της σύ­ντα­ξης του πε­ριο­δι­κού, που να το­πο­θε­τεί το α­φιέ­ρω­μα. Απου­σιά­ζει α­κό­μη και μία δια­χω­ρι­στι­κή, έ­στω λευ­κή σε­λί­δα, ε­νώ η φω­το­γρα­φία του Κα­βά­φη, το­πο­θε­τη­μέ­νη στο τέ­λος του α­φιε­ρώ­μα­τος, σε α­ρι­στε­ρή σε­λί­δα, α­ντι­κρι­στά με την πρώ­τη σε­λί­δα της τρί­της ε­νό­τη­τας, δη­μιουρ­γεί την ε­ντύ­πω­ση πως ο Αλε­ξαν­δρι­νός γυ­ρί­ζει τα νώ­τα του σε αυ­τό.
Tο α­φιέ­ρω­μα κα­τα­λαμ­βά­νει 146 σε­λί­δες ε­πί συ­νό­λου 318. Από τις ο­ποίες το έ­να τρί­το, που α­ντι­στοι­χεί στα δυο τε­λευ­ταία κεί­με­να των Πιερ Μπε­ρεν­ζέ και Δη­μή­τρη Καρ­γιώ­τη, προ­στέ­θη­κε α­πό τη διεύ­θυν­ση του πε­ριο­δι­κού, ό­πως και η ει­κο­νο­γρά­φη­ση με σχέ­δια του κύ­πριου ζω­γρά­φου Ανδρέα Κα­ρα­γιάν. Αυ­τή η πλη­ρο­φο­ρία δί­νε­ται σε υ­πο­σε­λί­δια ση­μείω­ση με­τά τον πρό­λο­γο των δυο ε­πι­με­λη­τριών του α­φιε­ρώ­μα­τος, Λί­ζυς Τσι­ρι­μώ­κου και Ιωάν­νας Να­ού­μ, χω­ρίς πε­ραι­τέ­ρω διευ­κρί­νι­ση σε τι στο­χεύει αυ­τή η προ­σθή­κη, που δεν συ­νά­δει με το πνεύ­μα του κυ­ρίως α­φιε­ρώ­μα­τος. Πό­σω μάλ­λον ό­ταν αυ­τό θέ­λει να εκ­φρά­ζει την ε­πι­στη­μο­νι­κή κοι­νό­τη­τα του Αρι­στο­τε­λείου. Κα­τά τα άλ­λα, η ει­κο­νο­γρά­φη­ση συ­μπλη­ρώ­νει το κε­νό του ε­ρω­τι­κού Κα­βά­φη, ε­νώ το δεύ­τε­ρο κεί­με­νο φέρ­νει τον μο­δά­το αέ­ρα της κα­τε­δά­φι­σης. Κα­τά τη γνώ­μη μας, με το δι­καίω­μα του στα­θε­ρού α­να­γνώ­στη και σχο­λια­στή, τα πρώ­τα ση­μεία της πέ­μπτης πε­ριό­δου της Νέ­ας Εστίας δεν δεί­χνουν και τό­σο ευοίω­να.
Το αρ­χι­κώς προ­βλε­πό­με­νο α­φιέ­ρω­μα α­πο­τε­λεί­ται α­πό τέσ­σε­ρα κεί­με­να “πλά­γιας φι­λο­λο­γι­κής μα­τιάς”. Στον πρό­λο­γο, α­να­φέ­ρε­ται η σχέ­ση «Νέ­ας Εστίας» - Κα­βά­φη, με το σχό­λιο ό­τι το πε­ριο­δι­κό “δεν υ­πέ­κυ­ψε” στο “δί­λημ­μα Πα­λα­μάς ή Κα­βά­φης” και ό­τι σε αυ­τό “δη­μο­σιεύ­τη­καν έ­γκαι­ρα α­ξιό­λο­γες ερ­γα­σίες για τον Κα­βά­φη, πριν α­κό­μη α­πό το α­φιέ­ρω­μα, με α­φορ­μή τον θά­να­τό του”. Η πα­ρα­τή­ρη­ση δεν εί­ναι μεν ε­σφαλ­μέ­νη, δη­μιουρ­γεί, ό­μως, ε­σφαλ­μέ­νες ε­ντυ­πώ­σεις. “Ας α­να­λο­γι­στού­με ό­τι στα 1927 ο Ξε­νό­που­λος ί­δρυ­σε την Νέα Εστία, α­πό τις σε­λί­δες της ο­ποίας ο Κα­βά­φης α­που­σιά­ζει ως το 1930”, πα­ρα­τη­ρεί ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης. Εκεί­νος στη­ρι­ζό­ταν στα βι­βλιο­γρα­φι­κά δε­δο­μέ­να του Κα­τσί­μπα­λη, ε­μείς, με τα πρό­σθε­τα του Δα­σκα­λό­που­λου, μπο­ρού­με να ε­παυ­ξή­σου­με το σχό­λιό του. Πριν το 1930, ο Κα­βά­φης α­να­φέ­ρε­ται, κυ­ρίως στη στή­λη “Πε­ριο­δι­κά και ε­φη­με­ρί­δες”, με σα­φώς αρ­νη­τι­κή χροιά. Όπως το ει­ρω­νι­κό σχό­λιο για “τους κα­λούς λο­γίους της Αλε­ξάν­δρειας” και “την Νε­ο-α­λε­ξαν­δρι­νή Σχο­λή, η ο­ποία έ­χει ή­δη, με­τα­ξύ των άλ­λων, έ­ναν Κα­βά­φη ποιη­τήν κι’ έ­ναν Λε­ο­ντήν μυ­θι­στο­ριο­γρά­φο­ν”. Ενώ, άλ­λος σχο­λια­στής α­να­φε­ρό­με­νος στη αι­σθη­τι­κή της γλώσ­σας προ­τεί­νει να α­ντι­κα­τα­στα­θεί η τριά­δα “Κάλ­βος, Πα­πα­δια­μά­ντης, Κα­βά­φης” με τους “Σο­λω­μό, Καρ­κα­βί­τσα, Πα­λα­μά”. Ή, α­κό­μη, ο Κλέων Πα­ρά­σχος, σε κρι­τι­κή του για τον ποιη­τή Μιχ. Στα­σι­νό­που­λο, το­πο­θε­τεί τον Κα­βά­φη “στους πα­λαιούς που έ­δω­καν πιά ό,τι εί­χαν να δώ­σου­ν”. Οι ε­πι­με­λή­τριες, ως α­ξιό­λο­γες ερ­γα­σίες α­να­φέ­ρουν τρεις, των Άγρα, Νι­κο­λα­ρεΐζη και Πα­ρά­σχου. Αυ­τές, ό­μως, δη­μο­σιεύο­νται με­τά τη δη­μο­σίευ­ση του πρώ­του κα­βα­φι­κού ποιή­μα­τος, στο τεύ­χος της 1ης Ιαν. 1930, «Νέ­οι της Σι­δώ­νος (400 μ.Χ.)», που συ­νο­δεύε­ται α­πό ει­σα­γω­γι­κό ση­μείω­μα, α­νυ­πό­γρα­φο μεν, αλ­λά α­πο­δι­δό­με­νο στον Ξε­νό­που­λο. Ακό­μη, ό­μως, κι αν δεν το συ­νέ­τα­ξε ο ί­διος, το ε­νέ­κρι­νε, δί­νο­ντας το πρά­σι­νο φως. Αμέ­σως με­τά δη­μο­σιεύο­νται τα κεί­με­να Άγρα (30.5.1930) και Νι­κο­λα­ρεΐζη (1.11.1931), για να α­κο­λου­θή­σει ο Ξε­νό­που­λος, που πλη­ρο­φο­ρεί για τον ερ­χο­μό του Κα­βά­φη στην Αθή­να, κα­λο­καί­ρι 1932, και σε λι­γό­τε­ρο α­πό χρό­νο, για τον θά­να­τό του. Όσο για την α­να­φε­ρό­με­νη κρι­τι­κή του Πα­ρά­σχου στο βι­βλίο του Μα­λά­νου, αυ­τή δη­μο­σιεύ­θη­κε την 1η Ιου­λίου 1933, δη­λα­δή με­τά τον θά­να­το του Κα­βά­φη.
Οι τέσ­σε­ρις συ­νερ­γά­τες του κυ­ρίως α­φιε­ρώ­μα­τος εί­ναι ο Χρυ­σαν­θό­που­λος και τρεις νεό­τε­ρες με­λε­τή­τριες. Η κα­βα­φι­κή πε­ριο­χή στην ο­ποία ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται εί­ναι πε­ριο­ρι­σμέ­νης έ­κτα­σης, κερ­δί­ζει, ό­μως, σε βά­θος. Οι δυο πρώ­τες με­λέ­τες, της Να­ούμ και του Χρυ­σαν­θό­που­λου, α­φο­ρούν στην πε­ρίο­δο 1891-1903 και τις δυο πρώ­τες “α­να­θεω­ρή­σεις” α­πό τον Κα­βά­φη της “ποιη­τι­κής του θεω­ρίας”, ό­πως τις α­νέ­δει­ξε ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης. Η Να­ούμ προ­σεγ­γί­ζει την κα­βα­φι­κή ει­ρω­νεία, ξε­κι­νώ­ντας α­πό το ποίη­μα, «Αλλη­λου­χία κα­τά τον Βω­δε­λαί­ρον», γραμ­μέ­νο το 1891, που έ­μει­νε στα «Κρυμ­μέ­να». Σε αυ­τό, στη με­τά­φρα­ση του σο­νέ­του «Αλλη­λου­χίες» του Μπων­τλέ­ρ, προ­στί­θε­νται πρό­λο­γος και ε­πω­δός. Η με­λε­τή­τρια θεω­ρεί πως η ε­πω­δός συ­νι­στά “ποιη­τι­κή πε­ρι­γρα­φή” του γερ­μα­νι­κού ό­ρου witz. Ωστό­σο, τό­σο ο Φρει­δε­ρί­κος Σλέ­γκε­λ, ό­σο και ο συ­νερ­γά­της του Λου­δο­βί­κος Τη­κ, έ­βλε­παν δυ­να­μι­σμό και θυ­μη­δία “στο γλί­στρη­μα α­πό την ει­ρω­νεία στο witz”, που α­που­σιά­ζουν στην ε­πω­δό. Ή μή­πως ό­χι;
Ο Χρυ­σαν­θό­που­λος σχο­λιά­ζει “την ε­μπλο­κή του Κα­βά­φη με την ι­στο­ριο­γρα­φία”, ε­νώ ε­πα­νέρ­χε­ται στο θέ­μα του πο­λι­τι­κού Κα­βά­φη, που τον έ­χει και πα­λαιό­τε­ρα α­πα­σχο­λή­σει, α­πο­τε­λώ­ντας το α­ντι­κεί­με­νο της συ­νερ­γα­σίας του στο α­φιέ­ρω­μα του «Δέ­ντρου». Η Βα­σι­λειά­δη α­να­φέ­ρε­ται “στις αυ­το­κρά­τει­ρες του Κα­βά­φη”, θέ­μα που α­πα­σχο­λεί και τον Πή­τερ Τζέ­φρυς στο α­φιέ­ρω­μα του «Δέ­ντρου». Τέ­λος, την κα­θη­γή­τρια γερ­μα­νι­κής φι­λο­λο­γίας Αλε­ξάν­δρα Ρα­σι­δά­κη, με­τά τη με­λαγ­χο­λία, την α­πα­σχο­λεί “η θε­μα­τι­κή της ταυ­τό­τη­τας και της ε­τε­ρό­τη­τας”, βρί­σκο­ντας πα­ραλ­λη­λία α­νά­με­σα στον Κα­βά­φη και την αυ­στρο­ε­βραία συγ­γρα­φέα Ίλζε Άι­χι­γκε­ρ, την ο­ποία έ­χει πα­ρου­σιά­σει στο ελ­λη­νι­κό κοι­νό.
Αυ­τά τα συ­νο­πτι­κά πε­ρί κα­βα­φι­κών α­φιε­ρω­μά­των. Ο χώ­ρος δεν ε­πι­τρέ­πει πε­ραι­τέ­ρω σχο­λια­σμό.


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δη­μο­σιεύ­θη­κε στην ε­φη­με­ρί­δα "Η Επο­χή" στις 9/2/2014.