Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

Καβαφικά αφιερώματα

Κα­τά τη διάρ­κεια του ε­πε­τεια­κού 2013, κα­τα­βλή­θη­καν, για α­κό­μη μία φο­ρά, ποι­κί­λες προ­σπά­θειες προ­σέγ­γι­σης του Κα­βά­φη και του έρ­γου του δια της ει­κα­στι­κής, θε­α­τρι­κής, συγ­γρα­φι­κής ή και φι­λο­λο­γι­κής ο­δού. Πι­θα­νώς, ε­πί μα­ταίω. Πο­σο­τι­κώς, ό­μως, η συ­γκο­μι­δή υ­πήρ­ξε πλου­σιω­τά­τη. Πρω­τί­στως σε πί­να­κες ζω­γρα­φι­κής, δευ­τε­ρευό­ντως σε θε­α­τρι­κά έρ­γα, κυ­ρίως μο­νο­λό­γους, πα­ρε­μπι­πτό­ντως και σε βι­βλία. Πλου­σιο­πα­ρό­χως, πά­ντως, σε κεί­με­να, ε­γκα­τε­σπαρ­μέ­να ως με­μο­νω­μέ­νος μόχ­θος σε ποι­κί­λα έ­ντυ­πα, αλ­λά και συ­ντε­ταγ­μέ­να σε πρα­κτι­κά η­με­ρί­δων, συ­μπο­σίων, συ­νε­δρίων, που προ­σώ­ρας τυ­πώ­νο­νται, αλ­λά και σε α­φιε­ρώ­μα­τα πε­ριο­δι­κών. Δυ­στυ­χώς, αυ­τά τα τε­λευ­ταία στά­θη­καν ο­λί­γα. Εμείς με­τρού­με μό­λις τρία σε πε­ριο­δι­κά με έ­δρα την Αθή­να. Για την υ­πό­λοι­πη Ελλά­δα ή την Κύ­προ, έ­νας κά­τοι­κος του κλει­νού ά­στεως ε­λά­χι­στα γνω­ρί­ζει.
Εδώ, ο Τύ­πος και αυ­τά τα τρία α­φιε­ρώ­μα­τα μό­λις που τα ε­πε­σή­μα­νε. Αντι­θέ­τως, το έ­να μο­να­δι­κό της αλ­λο­δα­πής μνη­μο­νεύ­θη­κε δεό­ντως. Και ε­κεί­νο έρ­γο η­με­δα­πών, ό­μως μυ­ρω­μέ­νο εν Πα­ρι­σίοις. Και ως γνω­στόν, στο συλ­λο­γι­κό υ­πο­συ­νεί­δη­το τα Φώ­τα της Εσπε­ρίας εί­ναι ιε­ρά. Υπε­ρά­νω κρι­τι­κής το α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού «Europe», που ί­δρυ­σε προ 90 ε­τών έ­νας Ρο­μαίν Ρο­λάν. Ού­τε καν σχο­λιά­στη­κε το τόλ­μη­μα του ε­πι­με­λη­τή, χω­ρίς συ­ναί­σθη­ση των δυ­σκο­λιών, να πα­ρου­σιά­σει Κα­βά­φη σε δι­κή του με­τά­φρα­ση. Τρία ποιή­μα­τα ως πρώ­τη γεύ­ση: «Souviens-toi, corps...», «Si seulement», «Jours de 1908». Απο­ρού­με, με τον τίτ­λο «Si seulement», πό­σοι α­να­γνώ­στες α­να­κα­λούν για ποιο κα­βα­φι­κό ποίη­μα πρό­κει­ται.
Τα τρία α­φιε­ρώ­μα­τα στε­γά­στη­καν, τα δυο σε λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά, «Το Δέ­ντρο» και «Νέα Εστία», το τρί­το στα «Σύγ­χρο­να Θέ­μα­τα». Στο πρώ­το έ­χου­με ή­δη α­να­φερ­θεί. Το α­φιέ­ρω­μα κα­τα­λαμ­βά­νει 155 σε­λί­δες ε­πί συ­νό­λου 229. Με τίτ­λο, «Ξα­να­δια­βά­ζου­με τον Κα­βά­φη», τα 28 κεί­με­να α­πλώ­νο­νται σε ο­λό­κλη­ρο το κα­βα­φι­κό το­πίο. 25 οι ζώ­ντες συ­νερ­γά­τες, δυο α­πό το δυ­να­μι­κό του Αρι­στο­τε­λείου Πα­νε­πι­στη­μίου (Μ. Χρυ­σαν­θό­που­λος, Μ. Βα­σι­λειά­δη) συμ­με­τέ­χουν και στο α­φιέ­ρω­μα του έ­τε­ρου λο­γο­τε­χνι­κού πε­ριο­δι­κού, ε­νώ έ­νας (Δ. Αγγε­λής), και στο τρί­το.
Τον Ιού­λιο κυ­κλο­φό­ρη­σε το α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού «Σύγ­χρο­να Θέ­μα­τα». Το δι­πλό τεύ­χος του δεύ­τε­ρου ε­ξα­μή­νου του 2013 α­νοί­γει με τον «Φά­κε­λο: Ο Κα­βά­φης του Τσίρ­κα», που α­πλώ­νε­ται σε 105 σε­λί­δες, κα­τα­λαμ­βά­νο­ντας κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό το μι­σό τεύ­χος. Βα­σι­κό α­τού του α­φιε­ρώ­μα­τος εί­ναι τα ντο­κου­μέ­ντα, που α­να­σύ­ρει α­πό δυο Αρχεία· του Στρα­τή Τσίρ­κα και του Μ. Μ. Πα­παϊωάν­νου. Γεν­νιέ­ται η α­πο­ρία, για­τί αυ­τά τα πο­λύ­τι­μα τεκ­μή­ρια δεν έ­τυ­χαν αυ­το­τε­λούς έκ­δο­σης. Δε­δο­μέ­νου, μά­λι­στα, ό­τι τα Αρχεία δεν βρί­σκο­νται στα χέ­ρια κλη­ρο­νό­μων αλ­λά α­πό­κει­νται στο Ε.Λ.Ι.Α.. Πρό­κει­ται για τα “η­με­ρο­λό­για ερ­γα­σίας”, που κρα­τού­σε ο Τσίρ­κας κα­τά τη συγ­γρα­φή των δυο κα­βα­φι­κών με­λε­τών, και για την αλ­λη­λο­γρα­φία του κυ­ρίως με τον Πα­παϊωάν­νου, αλ­λά και με τους Μάρ­κο Αυ­γέ­ρη και Τά­σο Βουρ­νά. Στο α­φιέ­ρω­μα πα­ρα­τί­θε­νται α­πο­σπά­σμα­τα α­πό 80 η­με­ρο­λο­για­κές κα­τα­γρα­φές, 45 α­πό το η­με­ρο­λό­γιο της πρώ­της με­λέ­της «Ο Κα­βά­φης και η ε­πο­χή του» και 25 α­πό ε­κεί­νο της δεύ­τε­ρης «Ο πο­λι­τι­κός Κα­βά­φης». Επί­σης, α­πο­σπά­σμα­τα α­πό 11 ε­πι­στο­λές Τσίρ­κα προς Πα­παϊωάν­νου, δυο Πα­παϊωάν­νου προς Τσίρ­κα, μία Τσίρ­κα προς Αυ­γέ­ρη, δυο Αυ­γέ­ρη προς Τσίρ­κα και μια Τσίρ­κα προς Βουρ­νά. Για τη μη έκ­δο­ση των τεκ­μη­ρίων δεν εί­ναι υ­πεύ­θυ­νοι οι με­λε­τη­τές. Εκεί­νο που θα α­να­με­νό­ταν α­πό αυ­τούς εί­ναι μία πε­ρι­γρα­φή των δυο η­με­ρο­λο­γίων και των ε­πι­στο­λι­κών σω­μά­των, για να δο­θεί ευ­κρι­νέ­στε­ρη ει­κό­να για “το ερ­γα­στή­ρι του κρι­τι­κού Τσίρ­κα”, ό­πως εί­ναι και ο τίτ­λος της πρώ­της ε­νό­τη­τας του τρι­με­ρούς α­φιε­ρώ­μα­τος.
Σύμ­φω­να με το προ­λο­γι­κό ση­μείω­μα των ε­πι­με­λη­τών του, Γιάν­νη Πα­πα­θε­ο­δώ­ρου και Μίλ­του Πε­χλι­βά­νου, ο συ­γκε­κρι­μέ­νος ε­πε­τεια­κός “α­να­στο­χα­σμός” στο­χεύει να α­να­δεί­ξει τον Τσίρ­κα ως κρι­τι­κό του Κα­βά­φη σε έ­να ευ­ρύ­τε­ρο πλαί­σιο α­πό ε­κεί­νο της Αρι­στε­ράς, στο ο­ποίο εί­χε ου­σια­στι­κά πε­ριο­ρι­στεί την ε­πο­χή που εκ­δό­θη­καν οι δυο με­λέ­τες. Μι­σό και πλέ­ον αιώ­να αρ­γό­τε­ρα, ό­ταν η θέ­α­ση του Κα­βά­φη αλ­λά­ζει, χρειά­ζε­ται και “ο Κα­βά­φης του Τσίρ­κα” να ε­πα­να­προσ­διο­ρι­στεί με βά­ση τη ση­με­ρι­νή ο­πτι­κή. Το πρώ­το κεί­με­νο της Χρύ­σας Προ­κο­πά­κη και του Αγγε­λή εί­ναι έ­να εί­δος προ­λό­γου στα η­με­ρο­λο­για­κά πα­ρα­θέ­μα­τα, που συ­νο­δεύο­νται α­πό ση­μειώ­σεις βι­βλιο­γρα­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα και κά­ποιες φι­λο­λο­γι­κού. Σε αυ­τόν, σχο­λιά­ζο­νται συ­νο­πτι­κά οι η­με­ρο­λο­για­κές κα­τα­γρα­φές του Τσίρ­κα, χω­ρίς να δια­τυ­πώ­νο­νται πα­ρα­τη­ρή­σεις και ε­ρω­τή­μα­τα προς την κα­τεύ­θυν­ση που στο­χεύει το α­φιέ­ρω­μα. Το δεύ­τε­ρο κεί­με­νο των δυο ε­πι­με­λη­τών ξε­δι­πλώ­νε­ται πα­ράλ­λη­λα με τα πα­ρα­θέ­μα­τα της αλ­λη­λο­γρα­φίας, α­πο­κα­θι­στώ­ντας μία α­φη­γη­μα­τι­κή ροή. Μέ­νου­με με την ε­ντύ­πω­ση πως ό­σοι α­να­γνώ­στες γνω­ρί­ζουν τη σχε­τι­κή φι­λο­λο­γία θα συ­μπλη­ρώ­σουν κε­νά, πι­θα­νώς και να εμ­βα­θύ­νουν λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο στην κρι­τι­κή υ­πο­δο­χή των με­λε­τών του Τσίρ­κα α­πό την Αρι­στε­ρά. Οι υ­πό­λοι­ποι, ό­μως, θα πρέ­πει μάλ­λον να πε­ρι­μέ­νουν το βι­βλίο που ε­τοι­μά­ζει ο Πα­πα­θε­ο­δώ­ρου. Πά­ντως, η χρή­ση του Άλλου Κα­βά­φη για τον “πο­λι­τι­κό Κα­βά­φη” του Τσίρ­κα, δη­μιουρ­γεί σύγ­χυ­ση, κα­θώς το Άλλος α­ντι­πα­ρα­τί­θε­ται προς το ε­κά­στο­τε ι­σχύον, ο­πό­τε σή­με­ρα, ει­δι­κό­τε­ρα κα­τά το έ­τος Κα­βά­φη, πα­ρα­πέ­μπει στον ε­ρω­τι­κό Κα­βά­φη.
Το δεύ­τε­ρο μέ­ρος του α­φιε­ρώ­μα­τος, τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Σε και­ρό και σε τό­πο», ε­πί­σης με δυο κεί­με­να. Ο Χρή­στος Χα­τζηιω­σήφ πα­ρου­σιά­ζει τον Τσίρ­κα ως ι­στο­ρι­κό, μη ε­παγ­γελ­μα­τία και γι’ αυ­τό δυο φο­ρές πιο προ­σε­κτι­κό, πρω­το­πο­ρια­κό για την ε­πο­χή του, κα­θώς, πέ­ραν των γρα­πτών πη­γών, χρη­σι­μο­ποίη­σε φω­το­γρα­φι­κό υ­λι­κό και προ­φο­ρι­κές μαρ­τυ­ρίες. Με βά­ση τη ση­με­ρι­νή γνώ­ση για την ελ­λη­νι­κή πα­ροι­κία της Αι­γύ­πτου, προ­σθέ­τει διορ­θω­τι­κές πα­ρα­τη­ρή­σεις στην πρώ­τη με­λέ­τη του Τσίρ­κα, φω­τί­ζο­ντας το ρό­λο της αι­γυ­πτιώ­τι­κης Αρι­στε­ράς με­τά το 1952. Ενώ, σχε­τι­κά με τη δεύ­τε­ρη με­λέ­τη, ε­πι­ση­μαί­νει τις ι­δε­ο­λο­γι­κές δια­φο­ρο­ποιή­σεις του ί­διου του Τσίρ­κα. Ακο­λου­θεί το κεί­με­νο του Αλέ­ξαν­δρου Κα­ζα­μία, με α­ντι­κεί­με­νο την πρώ­τη με­λέ­τη ως ι­στο­ρι­κό α­φή­γη­μα. Θυ­μί­ζου­με ό­τι, ως φι­λο­λο­γι­κή βιο­γρα­φία, έ­τυ­χε του α­ντί­στοι­χου κρα­τι­κού βρα­βείου λο­γο­τε­χνίας, που στά­θη­κε και το μο­να­δι­κό του Τσίρ­κα. Ο με­λε­τη­τής ε­πα­νέρ­χε­ται στην πα­ρα­τή­ρη­ση του Χα­τζηιω­σήφ για τον τα­ξι­κό δια­χω­ρι­σμό της ελ­λη­νι­κής πα­ροι­κίας σε “πρω­το­κλα­σά­τους” και “δευ­τε­ρο­κλα­σά­τους”. Αυ­στη­ρός κρι­τής αυ­τός, ε­πι­μέ­νει στις “α­τέ­λειες” αυ­τού του ι­στο­ρι­κού εγ­χει­ρή­μα­τος και στο “μα­νι­χαϊκό σχή­μα”, που, κα­τ’ αυ­τόν, υιο­θε­τεί ο Τσίρ­κας στην πα­ρου­σία­ση της ελ­λη­νι­κής πα­ροι­κίας. Όσο α­φο­ρά τον Άλλο Κα­βά­φη του Τσίρ­κα, δεν υιο­θε­τεί την ά­πο­ψη ό­τι ο Κα­βά­φης εί­χε εκ­δη­λώ­σει “α­ντια­πο­κια­κές πε­ποι­θή­σεις”.
Στο τρί­το και τε­λευ­ταίο μέ­ρος του α­φιε­ρώ­μα­τος, «Στις πο­λι­τείες της γρα­φής», α­να­ζη­τού­νται τα κα­βα­φι­κά ί­χνη στην τρι­λο­γία «Ακυ­βέρ­νη­τες Πο­λι­τείες» και ε­πι­χει­ρεί­ται ερ­μη­νεία των συγ­γρα­φι­κών προ­θέ­σεων. Η Μα­ρία Ια­τρού α­να­φέ­ρε­ται κυ­ρίως στον πρώ­το τό­μο, ο Ulrich Moennig ε­στιά­ζει στο μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό ή­ρωα Ρό­μπερτ Ρί­τσαρ­ντς και η Μα­ρία Το­πά­λη, στον τρί­το τό­μο, με έμ­φα­ση στον ί­διο μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό ή­ρωα. Ο Γερ­μα­νός με­λε­τη­τής τον πα­ρου­σιά­ζει, δα­νει­ζό­με­νος την πε­ρι­γρα­φή του Αλέξ. Αργυ­ρίου, “Ελλη­νι­στής, ου­το­πι­στής, με σε­ξουα­λι­κή ι­διαι­τε­ρό­τη­τα”. Η Το­πά­λη, μο­να­δι­κή λο­γο­τέ­χνις στους ε­πτά συ­νερ­γά­τες του α­φιε­ρώ­μα­τος, προ­τι­μά την τρέ­χου­σα γλώσ­σα. Τον α­να­φέ­ρει ως “οξ­φορ­δια­νό ο­μο­φυ­λό­φι­λο”, ει­σά­γο­ντας τα δί­πο­λα “Ρί­τσαρ­ντς-Σι­μω­νί­δης” (το κε­ντρι­κό πρό­σω­πο της τρι­λο­γίας) ό­πως “Κα­βά­φης-Τσίρ­κας”. Κα­τα­λη­κτι­κά δη­λώ­νει ό­τι την “ι­ντρι­γκά­ρου­ν” οι πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κές ταυ­τό­τη­τες, ό­πως η πι­θα­νο­λο­γού­με­νη αρ­με­νοϊρα­νι­κή κα­τα­γω­γή του Κα­βά­φη. Έτσι προ­σθέ­τει στο α­φιέ­ρω­μα μια πι­νε­λιά α­πό την πα­λέ­τα του τρέ­χο­ντος ε­πε­τεια­κού έ­τους.
Τον Δε­κέμ­βριο κυ­κλο­φό­ρη­σε το τρί­το α­φιέ­ρω­μα, της «Νέ­ας Εστίας». Πα­ρα­τάσ­σε­ται με­τά τις ει­σα­γω­γι­κές δη­μο­σιεύ­σεις ποιη­μά­των και διη­γη­μά­των, λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στών συγ­γρα­φέων (ση­μειω­τέ­ον ό­τι κα­ταρ­γή­θη­κε το υ­πο­σε­λί­διο σύ­ντο­μο βιο­γρα­φι­κό, που εί­χε κα­θιε­ρώ­σει ο προ­η­γού­με­νος διευ­θυ­ντής), και πριν τις ε­νό­τη­τες “τεκ­μή­ρια”, “δο­κί­μιο”, “κρι­τι­κή” (κα­ταρ­γή­θη­κε η βι­νιέ­τα “μη­νο­λό­γιο”). Λεί­πει πρό­λο­γος της σύ­ντα­ξης του πε­ριο­δι­κού, που να το­πο­θε­τεί το α­φιέ­ρω­μα. Απου­σιά­ζει α­κό­μη και μία δια­χω­ρι­στι­κή, έ­στω λευ­κή σε­λί­δα, ε­νώ η φω­το­γρα­φία του Κα­βά­φη, το­πο­θε­τη­μέ­νη στο τέ­λος του α­φιε­ρώ­μα­τος, σε α­ρι­στε­ρή σε­λί­δα, α­ντι­κρι­στά με την πρώ­τη σε­λί­δα της τρί­της ε­νό­τη­τας, δη­μιουρ­γεί την ε­ντύ­πω­ση πως ο Αλε­ξαν­δρι­νός γυ­ρί­ζει τα νώ­τα του σε αυ­τό.
Tο α­φιέ­ρω­μα κα­τα­λαμ­βά­νει 146 σε­λί­δες ε­πί συ­νό­λου 318. Από τις ο­ποίες το έ­να τρί­το, που α­ντι­στοι­χεί στα δυο τε­λευ­ταία κεί­με­να των Πιερ Μπε­ρεν­ζέ και Δη­μή­τρη Καρ­γιώ­τη, προ­στέ­θη­κε α­πό τη διεύ­θυν­ση του πε­ριο­δι­κού, ό­πως και η ει­κο­νο­γρά­φη­ση με σχέ­δια του κύ­πριου ζω­γρά­φου Ανδρέα Κα­ρα­γιάν. Αυ­τή η πλη­ρο­φο­ρία δί­νε­ται σε υ­πο­σε­λί­δια ση­μείω­ση με­τά τον πρό­λο­γο των δυο ε­πι­με­λη­τριών του α­φιε­ρώ­μα­τος, Λί­ζυς Τσι­ρι­μώ­κου και Ιωάν­νας Να­ού­μ, χω­ρίς πε­ραι­τέ­ρω διευ­κρί­νι­ση σε τι στο­χεύει αυ­τή η προ­σθή­κη, που δεν συ­νά­δει με το πνεύ­μα του κυ­ρίως α­φιε­ρώ­μα­τος. Πό­σω μάλ­λον ό­ταν αυ­τό θέ­λει να εκ­φρά­ζει την ε­πι­στη­μο­νι­κή κοι­νό­τη­τα του Αρι­στο­τε­λείου. Κα­τά τα άλ­λα, η ει­κο­νο­γρά­φη­ση συ­μπλη­ρώ­νει το κε­νό του ε­ρω­τι­κού Κα­βά­φη, ε­νώ το δεύ­τε­ρο κεί­με­νο φέρ­νει τον μο­δά­το αέ­ρα της κα­τε­δά­φι­σης. Κα­τά τη γνώ­μη μας, με το δι­καίω­μα του στα­θε­ρού α­να­γνώ­στη και σχο­λια­στή, τα πρώ­τα ση­μεία της πέ­μπτης πε­ριό­δου της Νέ­ας Εστίας δεν δεί­χνουν και τό­σο ευοίω­να.
Το αρ­χι­κώς προ­βλε­πό­με­νο α­φιέ­ρω­μα α­πο­τε­λεί­ται α­πό τέσ­σε­ρα κεί­με­να “πλά­γιας φι­λο­λο­γι­κής μα­τιάς”. Στον πρό­λο­γο, α­να­φέ­ρε­ται η σχέ­ση «Νέ­ας Εστίας» - Κα­βά­φη, με το σχό­λιο ό­τι το πε­ριο­δι­κό “δεν υ­πέ­κυ­ψε” στο “δί­λημ­μα Πα­λα­μάς ή Κα­βά­φης” και ό­τι σε αυ­τό “δη­μο­σιεύ­τη­καν έ­γκαι­ρα α­ξιό­λο­γες ερ­γα­σίες για τον Κα­βά­φη, πριν α­κό­μη α­πό το α­φιέ­ρω­μα, με α­φορ­μή τον θά­να­τό του”. Η πα­ρα­τή­ρη­ση δεν εί­ναι μεν ε­σφαλ­μέ­νη, δη­μιουρ­γεί, ό­μως, ε­σφαλ­μέ­νες ε­ντυ­πώ­σεις. “Ας α­να­λο­γι­στού­με ό­τι στα 1927 ο Ξε­νό­που­λος ί­δρυ­σε την Νέα Εστία, α­πό τις σε­λί­δες της ο­ποίας ο Κα­βά­φης α­που­σιά­ζει ως το 1930”, πα­ρα­τη­ρεί ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης. Εκεί­νος στη­ρι­ζό­ταν στα βι­βλιο­γρα­φι­κά δε­δο­μέ­να του Κα­τσί­μπα­λη, ε­μείς, με τα πρό­σθε­τα του Δα­σκα­λό­που­λου, μπο­ρού­με να ε­παυ­ξή­σου­με το σχό­λιό του. Πριν το 1930, ο Κα­βά­φης α­να­φέ­ρε­ται, κυ­ρίως στη στή­λη “Πε­ριο­δι­κά και ε­φη­με­ρί­δες”, με σα­φώς αρ­νη­τι­κή χροιά. Όπως το ει­ρω­νι­κό σχό­λιο για “τους κα­λούς λο­γίους της Αλε­ξάν­δρειας” και “την Νε­ο-α­λε­ξαν­δρι­νή Σχο­λή, η ο­ποία έ­χει ή­δη, με­τα­ξύ των άλ­λων, έ­ναν Κα­βά­φη ποιη­τήν κι’ έ­ναν Λε­ο­ντήν μυ­θι­στο­ριο­γρά­φο­ν”. Ενώ, άλ­λος σχο­λια­στής α­να­φε­ρό­με­νος στη αι­σθη­τι­κή της γλώσ­σας προ­τεί­νει να α­ντι­κα­τα­στα­θεί η τριά­δα “Κάλ­βος, Πα­πα­δια­μά­ντης, Κα­βά­φης” με τους “Σο­λω­μό, Καρ­κα­βί­τσα, Πα­λα­μά”. Ή, α­κό­μη, ο Κλέων Πα­ρά­σχος, σε κρι­τι­κή του για τον ποιη­τή Μιχ. Στα­σι­νό­που­λο, το­πο­θε­τεί τον Κα­βά­φη “στους πα­λαιούς που έ­δω­καν πιά ό,τι εί­χαν να δώ­σου­ν”. Οι ε­πι­με­λή­τριες, ως α­ξιό­λο­γες ερ­γα­σίες α­να­φέ­ρουν τρεις, των Άγρα, Νι­κο­λα­ρεΐζη και Πα­ρά­σχου. Αυ­τές, ό­μως, δη­μο­σιεύο­νται με­τά τη δη­μο­σίευ­ση του πρώ­του κα­βα­φι­κού ποιή­μα­τος, στο τεύ­χος της 1ης Ιαν. 1930, «Νέ­οι της Σι­δώ­νος (400 μ.Χ.)», που συ­νο­δεύε­ται α­πό ει­σα­γω­γι­κό ση­μείω­μα, α­νυ­πό­γρα­φο μεν, αλ­λά α­πο­δι­δό­με­νο στον Ξε­νό­που­λο. Ακό­μη, ό­μως, κι αν δεν το συ­νέ­τα­ξε ο ί­διος, το ε­νέ­κρι­νε, δί­νο­ντας το πρά­σι­νο φως. Αμέ­σως με­τά δη­μο­σιεύο­νται τα κεί­με­να Άγρα (30.5.1930) και Νι­κο­λα­ρεΐζη (1.11.1931), για να α­κο­λου­θή­σει ο Ξε­νό­που­λος, που πλη­ρο­φο­ρεί για τον ερ­χο­μό του Κα­βά­φη στην Αθή­να, κα­λο­καί­ρι 1932, και σε λι­γό­τε­ρο α­πό χρό­νο, για τον θά­να­τό του. Όσο για την α­να­φε­ρό­με­νη κρι­τι­κή του Πα­ρά­σχου στο βι­βλίο του Μα­λά­νου, αυ­τή δη­μο­σιεύ­θη­κε την 1η Ιου­λίου 1933, δη­λα­δή με­τά τον θά­να­το του Κα­βά­φη.
Οι τέσ­σε­ρις συ­νερ­γά­τες του κυ­ρίως α­φιε­ρώ­μα­τος εί­ναι ο Χρυ­σαν­θό­που­λος και τρεις νεό­τε­ρες με­λε­τή­τριες. Η κα­βα­φι­κή πε­ριο­χή στην ο­ποία ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται εί­ναι πε­ριο­ρι­σμέ­νης έ­κτα­σης, κερ­δί­ζει, ό­μως, σε βά­θος. Οι δυο πρώ­τες με­λέ­τες, της Να­ούμ και του Χρυ­σαν­θό­που­λου, α­φο­ρούν στην πε­ρίο­δο 1891-1903 και τις δυο πρώ­τες “α­να­θεω­ρή­σεις” α­πό τον Κα­βά­φη της “ποιη­τι­κής του θεω­ρίας”, ό­πως τις α­νέ­δει­ξε ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης. Η Να­ούμ προ­σεγ­γί­ζει την κα­βα­φι­κή ει­ρω­νεία, ξε­κι­νώ­ντας α­πό το ποίη­μα, «Αλλη­λου­χία κα­τά τον Βω­δε­λαί­ρον», γραμ­μέ­νο το 1891, που έ­μει­νε στα «Κρυμ­μέ­να». Σε αυ­τό, στη με­τά­φρα­ση του σο­νέ­του «Αλλη­λου­χίες» του Μπων­τλέ­ρ, προ­στί­θε­νται πρό­λο­γος και ε­πω­δός. Η με­λε­τή­τρια θεω­ρεί πως η ε­πω­δός συ­νι­στά “ποιη­τι­κή πε­ρι­γρα­φή” του γερ­μα­νι­κού ό­ρου witz. Ωστό­σο, τό­σο ο Φρει­δε­ρί­κος Σλέ­γκε­λ, ό­σο και ο συ­νερ­γά­της του Λου­δο­βί­κος Τη­κ, έ­βλε­παν δυ­να­μι­σμό και θυ­μη­δία “στο γλί­στρη­μα α­πό την ει­ρω­νεία στο witz”, που α­που­σιά­ζουν στην ε­πω­δό. Ή μή­πως ό­χι;
Ο Χρυ­σαν­θό­που­λος σχο­λιά­ζει “την ε­μπλο­κή του Κα­βά­φη με την ι­στο­ριο­γρα­φία”, ε­νώ ε­πα­νέρ­χε­ται στο θέ­μα του πο­λι­τι­κού Κα­βά­φη, που τον έ­χει και πα­λαιό­τε­ρα α­πα­σχο­λή­σει, α­πο­τε­λώ­ντας το α­ντι­κεί­με­νο της συ­νερ­γα­σίας του στο α­φιέ­ρω­μα του «Δέ­ντρου». Η Βα­σι­λειά­δη α­να­φέ­ρε­ται “στις αυ­το­κρά­τει­ρες του Κα­βά­φη”, θέ­μα που α­πα­σχο­λεί και τον Πή­τερ Τζέ­φρυς στο α­φιέ­ρω­μα του «Δέ­ντρου». Τέ­λος, την κα­θη­γή­τρια γερ­μα­νι­κής φι­λο­λο­γίας Αλε­ξάν­δρα Ρα­σι­δά­κη, με­τά τη με­λαγ­χο­λία, την α­πα­σχο­λεί “η θε­μα­τι­κή της ταυ­τό­τη­τας και της ε­τε­ρό­τη­τας”, βρί­σκο­ντας πα­ραλ­λη­λία α­νά­με­σα στον Κα­βά­φη και την αυ­στρο­ε­βραία συγ­γρα­φέα Ίλζε Άι­χι­γκε­ρ, την ο­ποία έ­χει πα­ρου­σιά­σει στο ελ­λη­νι­κό κοι­νό.
Αυ­τά τα συ­νο­πτι­κά πε­ρί κα­βα­φι­κών α­φιε­ρω­μά­των. Ο χώ­ρος δεν ε­πι­τρέ­πει πε­ραι­τέ­ρω σχο­λια­σμό.


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δη­μο­σιεύ­θη­κε στην ε­φη­με­ρί­δα "Η Επο­χή" στις 9/2/2014.

Δεν υπάρχουν σχόλια: