Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2014

Οι πρωτιές του «Κλόουν»

Πρώτη μετάφραση του «Κλόουν»,
έκδοση του 1973.


Ο Γιάν­νης Τσα­ρού­χης φέ­ρε­ται να εί­πε το σο­φό, “στην Ελλά­δα εί­σαι ό,τι δη­λώ­σεις”, χω­ρίς να α­πο­κλείε­ται να το εί­πε και κά­ποιος άλ­λος πριν α­πό αυ­τόν. Το σί­γου­ρο εί­ναι πως σή­με­ρα πλέ­ον η χρή­ση του έ­χει γε­νι­κευ­τεί, ε­νώ, στις η­μέ­ρες μας, κερ­δί­ζει έ­δα­φος και η πα­ραλ­λα­γή, “στην Ελλά­δα ι­σχύει ό,τι δη­λώ­σεις”. Οι πιο α­νυ­πό­στα­τοι και α­πί­θα­νοι ι­σχυ­ρι­σμοί, ό­ταν προέρ­χο­νται α­πό κά­ποιον που θεω­ρεί­ται ει­δή­μων ε­πί ε­νός θέ­μα­τος, υιο­θε­τού­νται α­πό τα ΜΜΕ και α­να­πα­ρά­γο­νται ως α­λη­θείς, χω­ρίς ι­διαί­τε­ρο ή και κα­νέ­να έ­λεγ­χο. Με την ί­δια ευ­κο­λία γί­νο­νται α­πο­δε­κτοί α­πό το κοι­νό, που τους ε­πα­να­λαμ­βά­νει ως θέ­σφα­τα. Την α­φορ­μή γι’ αυ­τές τις δια­πι­στώ­σεις δεν μας την έ­δω­σε ο χώ­ρος του βι­βλίου, αλ­λά ε­κεί­νος του θεά­τρου. Ας μη νο­μι­στεί, ό­μως, ό­τι αυ­θαί­ρε­τα μπαί­νου­με σε ξέ­να χω­ρά­φια. Αντι­θέ­τως, οι άν­θρω­ποι του θεά­τρου εί­ναι ε­κεί­νοι που έ­χουν αρ­χί­σει να ψω­μί­ζο­νται α­πό το πε­ζο­γρα­φι­κό βι­βλίο, με τις λε­γό­με­νες θε­α­τρο­ποιή­σεις πε­ζών έρ­γων. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, πε­ρί του και­νο­φα­νούς του φαι­νο­μέ­νου των θε­α­τρο­ποιή­σεων, συ­νη­γο­ρεί και το γε­γο­νός ό­τι πρό­κει­ται για α­θη­σαύ­ρι­στη λέ­ξη, κα­τά το θε­α­τρο­ποιός, που εί­ναι λέ­ξη κα­τα­γε­γραμ­μέ­νη μεν, αλ­λά με ευ­ρύ­τε­ρη ση­μα­σία.
Πα­λαιό­τε­ρα χρη­σι­μο­ποιεί­το η λέ­ξη δρα­μα­το­ποίη­ση, που ο­ρι­ζό­ταν ως η τέ­χνη της σύν­θε­σης θε­α­τρι­κού έρ­γου α­πό έ­να πε­ζό. Ο δρα­μα­το­ποιός μπο­ρεί να ξε­κι­νού­σε α­πό κά­ποιο συ­γκε­κρι­μέ­νο  έρ­γο, ου­σια­στι­κά, ό­μως, το με­τα­μόρ­φω­νε σε κά­τι και­νού­ριο. Πε­ριό­ρι­ζε τη λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τα του πρω­τό­τυ­που, που δεν μπο­ρού­σε να α­πο­δο­θεί σκη­νι­κά, και ε­στία­ζε, ό­πως ο δρα­μα­τουρ­γός, με γνώ­μο­να τους δρα­μα­τι­κούς κώ­δι­κες, στη θε­α­τρι­κό­τη­τα. Σε α­ντί­θε­ση με την κρα­τού­σα σή­με­ρα τε­χνι­κή της θε­α­τρο­ποίη­σης, που συ­χνά τους πα­ρα­κά­μπτει, έ­χο­ντας ως κύ­ριο στό­χο την ε­πί­τευ­ξη της πα­ρα­στα­σι­μό­τη­τας, κα­τά έ­τε­ρο εν χρή­σει σή­με­ρα νε­ο­λο­γι­σμό. Η α­πό­στα­ση με­τα­ξύ τού τι εν­νο­εί­ται ως δρα­μα­το­ποίη­ση και τι ε­ξυ­πα­κούε­ται ως θε­α­τρο­ποίη­ση εί­ναι ση­μα­ντι­κή και δεν φαί­νε­ται μό­νο α­πό το α­πο­τέ­λε­σμα αλ­λά και α­πό την τα­χύ­τη­τα, που συ­χνά συ­νε­πά­γε­ται προ­χει­ρό­τη­τα, με την ο­ποία συ­νή­θως γί­νο­νται οι θε­τρο­ποιή­σεις. Κα­τά κα­νό­να, για θε­α­τρο­ποίη­ση ε­πι­λέ­γο­νται έρ­γα με λί­γα πρό­σω­πα, ώ­στε να ε­ξυ­πη­ρε­τούν τα θέ­α­τρα μι­κρών χώ­ρων, που έ­χουν αρ­χί­σει να κερ­δί­ζουν ό­λο και με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος α­πό το κοι­νό των με­γά­λων σκη­νών. Αλλά και να κα­λύ­πτουν την ό­λο και συ­χνό­τε­ρα εμ­φα­νι­ζό­με­νη τά­ση με­ρί­δας σκη­νο­θε­τών να εμ­φα­νί­ζο­νται σαν άν­θρω­ποι-ορ­χή­στρα, συ­γκε­ντρώ­νο­ντας πε­ρισ­σό­τε­ρες της μίας ι­διό­τη­τες. με­τα­φρα­στής αν πρό­κει­ται για ξέ­νο έρ­γο, δια­σκευα­στής, σκη­νο­θέ­της έως και η­θο­ποιός.
Όλες αυ­τές οι δια­φο­ρο­ποιή­σεις στο χώ­ρο του θεά­τρου συμ­βάλ­λουν σε οι­κο­νο­μι­κό­τε­ρα α­νε­βά­σμα­τα. Δεν γνω­ρί­ζου­με τι γί­νε­ται ε­κτός ελ­λα­δι­κών συ­νό­ρων, πά­ντως, στα κα­θ’ η­μάς, εμ­φα­νί­στη­καν σαν ε­πα­κό­λου­θο της κρί­σης. Ή, του­λά­χι­στον, τό­τε πή­ραν δια­στά­σεις φαι­νο­μέ­νου. Εμείς εί­χα­με α­να­φερ­θεί σε αυ­τήν την διό­γκω­ση των θε­α­τρο­ποιή­σεων, ό­ταν δια­πι­στώ­σα­με το εύ­ρος  που εί­χαν πά­ρει οι θε­α­τρο­ποιή­σεις του Πα­πα­δια­μά­ντη. Όπως σχο­λιά­ζου­με και στο βι­βλιά­ριό μας, «Πα­πα­δια­μα­ντι­κά 2011», κα­τά τη διάρ­κεια του ε­πε­τεια­κού έ­τους τα θε­α­τρι­κά α­νε­βά­σμα­τα “αυ­ξή­θη­καν και ε­πλη­θύν­θη­σαν, ό­πως τα μα­νι­τά­ρια με τον υ­γρόν και­ρό­ν”. Και αυ­τό συ­νε­χί­στη­κε τον ε­πό­με­νο και τον με­θε­πό­με­νο χρό­νο, φθά­νο­ντας αι­σίως στους πρώ­τους μή­νες του 2014, να παί­ζο­νται, σε πολ­λο­στή ε­πα­νά­λη­ψη, δυο α­πό τα θε­α­τρο­ποιη­μέ­να τό­τε έρ­γα. Ενώ, εμ­φα­νί­στη­κε και έ­να και­νού­ριο, «Οι Φό­νισ­σες της (sic!) Πα­πα­δια­μά­ντη», που δεν έ­χει μεν ου­δε­μία σχέ­ση με το ο­μό­τιτ­λο έρ­γο του Πα­πα­δια­μά­ντη, αλ­λά α­πέ­κτη­σε τίτ­λο με πα­πα­δια­μα­ντι­κές συν­δη­λώ­σεις, σκη­νο­θέ­τη θέ­λο­ντος. Εκεί­νος δή­λω­σε ό­τι δια­πνέε­ται παι­διό­θεν α­πό έ­ρω­τα προς τον Σκια­θί­τη και ου­δείς α­γα­νά­κτη­σε με την ε­μπλο­κή του ο­νό­μα­τος του Πα­πα­δια­μά­ντη σε κά­τι τό­σο πα­ντε­λώς ξέ­νο προς τους η­θι­κούς κώ­δι­κες του έρ­γου του. Όπως, άλ­λω­στε, έ­γι­ναν α­πο­δε­κτές οι ποι­κί­λες και συ­χνά μυ­θώ­δεις α­πο­φάν­σεις πε­ρί Πα­πα­δια­μά­ντη ό­σων κα­τα­πιά­στη­καν κα­τά το ε­πε­τεια­κό 2011 με θε­α­τρο­ποιή­σεις των διη­γη­μά­των του.
Εδώ, ό­μως, θέ­λου­με να σχο­λιά­σου­με κά­ποιες πρό­σφα­τες δη­λώ­σεις σχε­τι­κά με τη θε­α­τρο­ποίη­ση ε­νός ξέ­νου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, πα­σι­φα­νώς ε­σφαλ­μέ­νες, που ου­δείς αμ­φι­σβή­τη­σε. Αν το πρό­βλη­μα με τις θε­α­τρο­ποιή­σεις του Πα­πα­δια­μά­ντη ε­πι­τεί­νε­ται με την ε­πι­κρα­τού­σα τα­κτι­κή να μην πε­ριο­ρί­ζο­νται σε έ­να διή­γη­μα, αλ­λά να κά­νουν ποτ που­ρί α­πό πε­ρισ­σό­τε­ρα και συ­χνά, να α­να­κα­τώ­νουν τα βιο­γρα­φι­κά του στοι­χεία, στις θε­α­τρο­ποιή­σεις ξέ­νων πε­ζο­γρα­φη­μά­των ξε­κι­νά­ει α­πό τη μη α­να­φο­ρά της με­τά­φρα­σης, που α­πο­τε­λεί τη βά­ση της δια­σκευής. Πα­ρό­λο που η με­τά­φρα­ση, στην ο­ποία στη­ρί­ζε­ται η θε­α­τρο­ποί­ση α­πο­τε­λεί ση­μα­ντι­κό πα­ρά­γο­ντα, α­φού, χά­ρις στην ποιό­τη­τά της, θα δια­σω­θεί, ό­σο δια­σω­θεί, κά­τι α­πό τη λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τα του πρω­τό­τυ­που.
Ας γί­νου­με πιο συ­γκε­κρι­μέ­νοι. Στο ρε­περ­τό­ριο για το πε­ντά­μη­νο Σε­πτ. 2013-Ιαν. 2014, που εί­χε α­να­κοι­νώ­σει ο καλ­λι­τε­χνι­κός διευ­θυ­ντής του Εθνι­κού Θεά­τρου Σω­τή­ρης Χατ­ζά­κης, στις 9 Ιουλ. 2013, πα­ρό­τι πρό­κει­ται για την πρώ­τη σκη­νή της χώ­ρας, υ­πήρ­χαν και τέσ­σε­ρις θε­α­τρο­ποιή­σεις, δυο ελ­λη­νι­κών μυ­θι­στο­ρη­μά­των και δυο ξέ­νων. Στα καλ­λι­τε­χνι­κά ρε­πορ­τάζ των ε­φη­με­ρί­δων, δεν α­να­φέ­ρο­νταν στους συ­ντε­λε­στές της κά­θε πα­ρά­στα­σης οι με­τα­φρα­στές. Όπως, ό­μως, δια­πι­στώ­σα­με πο­λύ αρ­γό­τε­ρα, τα ο­νό­μα­τα υ­πήρ­χαν στην ε­πί­ση­μη ι­στο­σε­λί­δα του Εθνι­κού Θεά­τρου.
Συμ­βου­λευ­θή­κα­με την εν λό­γω ι­στο­σε­λί­δα στις αρ­χές Δεκ., με α­φορ­μή το μυ­θι­στό­ρη­μα του Ιά­κω­βου Ανυ­φα­ντά­κη, «Αλε­πού­δες στην πλα­γιά», που φέ­ρε­ται να “συ­νο­μι­λεί” με το μυ­θι­στό­ρη­μα του Χάϊνριχ Μπελ­λ, «Ansichten eines clowns». Συ­μπτω­μα­τι­κά, αυ­τό α­κρι­βώς το μυ­θι­στό­ρη­μα, ελ­λη­νι­στί «Οι α­πό­ψεις ε­νός κλόουν», ή­ταν το δεύ­τε­ρο ξέ­νο που εί­χε ε­πι­λε­γεί και η πρε­μιέ­ρα του προ­γραμ­μα­τι­ζό­ταν για τις 24 Ιαν. 2014, ό­πως α­να­φέ­ρα­με και στη βι­βλιο­πα­ρου­σία­σή μας (22 Δεκ. 2013). Στην η­λεκ­τρο­νι­κή ταυ­τό­τη­τα της πα­ρά­στα­σης, με­τά­φρα­ση-δια­σκευή-σκη­νο­θε­σία α­πο­δί­δο­νταν στον Αργύ­ρη Ξά­φη. Στη συ­νέ­χεια, το α­νέ­βα­σμα με­τα­τέ­θη­κε για τις 15 Φεβ. 2014. Στις 31 Ιαν. 2014, σε συ­νέ­ντευ­ξη της Δέ­σποι­νας Κούρ­τη, που υ­πο­δύε­ται την κε­ντρι­κή η­ρωί­δα, Μα­ρί Ντέρ­κου­μ, πα­ρα­τί­θε­το η ταυ­τό­τη­τα της πα­ρά­στα­σης, στην ο­ποία η με­τά­φρα­ση α­πο­δι­δό­ταν στη Τζέ­νη Μα­στο­ρά­κη. Τρεις μέ­ρες αρ­γό­τε­ρα, δη­μο­σιεύ­τη­κε ε­πι­στο­λή της Μα­στο­ρά­κη, ό­που δή­λω­νε πως δεν έ­χει κα­μία σχέ­ση με την πα­ρά­στα­ση. Δή­λω­ση που προ­φα­νώς δεν α­πέ­κλειε την πι­θα­νό­τη­τα η με­τά­φρα­σή της να εί­χε χρη­σι­μο­ποιη­θεί για τη δια­σκευή. Τις ε­πό­με­νες δυο η­μέ­ρες, οι α­να­κοι­νώ­σεις, πρώ­τα του Ξά­φη και στη συ­νέ­χεια, του α­να­πλη­ρω­τή καλ­λι­τε­χνι­κού διευ­θυ­ντή Αντώ­νη Κού­φα­λη “έ­λυ­σαν την πα­ρε­ξή­γη­ση”, κα­τά τη δη­μο­σιο­γρα­φι­κή δια­τύ­πω­ση.
Για­τί, ό­πως θυ­μί­σα­με και ει­σα­γω­γι­κά, στην Ελλά­δα ι­σχύει ό,τι δη­λώ­σεις, αν τυγ­χά­νει να εί­σαι ο κα­θ’ ύ­λην αρ­μό­διος. Δή­λω­σε (α­ντι­γρά­φου­με α­πό δη­μο­σίευ­μα της Ι. Κλε­φτο­γιάν­νη 4/2/2014), λοι­πόν, ο Ξά­φης: “Πο­τέ δεν θα χρη­σι­μο­ποιού­σα τη με­τά­φρα­ση της Τζέ­νης. Θα έ­κα­να τη δι­κή μου, ει­δι­κά για τα κομ­μά­τια που θα ε­πέ­λε­γα στη δια­σκευή μου.” Επί­σης ι­σχυ­ρί­στη­κε: “Εί­μαι ο μο­να­δι­κός άν­θρω­πος που ε­ξα­σφά­λι­σε α­πό το 1963 (χρο­νο­λο­γία έκ­δο­σης του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος) τα δι­καιώ­μα­τα για μία δια­σκευή του βι­βλίου για το θέ­α­τρο”. Την ε­πο­μέ­νη δό­θη­κε η συ­νέ­ντευ­ξη Τύ­που του Χατ­ζά­κη για το κα­λο­και­ρι­νό ρε­περ­τό­ριο. Εκεί, ήρ­θε η δή­λω­ση Κού­φα­λη, “ό­τι το ό­νο­μα της με­τα­φρά­στριας μπή­κε στα αρ­χι­κά α­νε­πί­ση­μα δελ­τία Τύ­που ε­πει­δή το Εθνι­κό Θέ­α­τρο ή­θε­λε να την τι­μή­σει και να μην φα­νεί ό­τι πα­ρα­κά­μπτε­ται α­φού ε­κεί­νη πρώ­τη με­τέ­φρα­σε το μυ­θι­στό­ρη­μα.” Αντι­γρά­φου­με και πά­λι α­πό το ρε­πορ­τάζ των ε­φη­με­ρί­δων. Από ό­ποια, πά­ντως, πλη­ρο­φό­ρη­ση συλ­λέ­ξα­με, α­ναί­ρε­ση ή διόρ­θω­ση της δή­λω­σης δεν υ­πήρ­ξε. 
Για τη δεύ­τε­ρη δή­λω­ση, του α­να­πλη­ρω­τή καλ­λι­τε­χνι­κού διευ­θυ­ντή, δεν α­παι­τεί­ται ι­διαί­τε­ρη κα­τα­τό­πι­ση για να α­ντι­λη­φθεί κα­νείς, ό­τι δεν ευ­στα­θεί. Οπό­τε, και θα α­να­με­νό­ταν να δια­ψευ­στεί ε­πί τό­που, α­πό τους πα­ρευ­ρι­σκό­με­νους στη συ­νέ­ντευ­ξη Τύ­που. Όπως θυ­μί­ζα­με με α­φορ­μή το μυ­θι­στό­ρη­μα του Ανυ­φα­ντά­κη, η πρώ­τη με­τά­φρα­ση εκ­δό­θη­κε το 1973, δέ­κα χρό­νια με­τά την έκ­δο­ση του πρω­τό­τυ­που και έ­να έ­τος με­τά την α­πο­νο­μή του Νό­μπελ στον Μπελλ. Ο εκ­δό­της Δ. Κ. Ζάρ­βα­νος πα­ρα­κι­νή­θη­κε α­πό τη βρά­βευ­ση, κα­θώς ταυ­τό­χρο­να με­τα­φρά­στη­καν α­κό­μη δυο βι­βλία του Μπελ­λ, ό­λα α­πό τον ί­διο με­τα­φρα­στή, τον Γιάν­νη Λάμ­ψα. Αυ­το­ε­ξό­ρι­στος τα χρό­νια της Δι­κτα­το­ρίας, συ­νερ­γα­ζό­ταν τό­τε με τον Παύ­λο Μπα­κο­γιάν­νη στην εκ­πο­μπή της Deutsche Welle. Προσ­διο­ρί­ζε­ται ό­τι η με­τά­φρα­ση εί­ναι α­πό τα γερ­μα­νι­κά. Στη με­τά­φρα­ση της Μα­στο­ρά­κη, που έ­γι­νε το 1986 για τις εκ­δό­σεις Γράμ­μα­τα, δεν α­να­φέ­ρε­ται α­πό ποια γλώσ­σα έ­γι­νε. Το πι­θα­νό­τε­ρο, να έ­γι­νε και ε­κεί­νη α­πό τα γερ­μα­νι­κά, κα­θώς εί­ναι γνω­στές με­τα­φρά­σεις της έρ­γων των Μπρε­χτ και Κλάϊστ α­πό το πρω­τό­τυ­πο. Πρό­κει­ται για δυο ι­κα­νο­ποιη­τι­κές α­πο­δό­σεις, θα λέ­γα­με δια­φο­ρε­τι­κής σκό­πευ­σης. Ο Λάμ­ψας φαί­νε­ται να εί­χε κα­τά νου έ­να ευ­ρύ α­να­γνω­στι­κό κοι­νό. Επι­διώ­κει το σπά­σι­μο της μα­κρο­πε­ρίο­δης γερ­μα­νι­κής σύ­ντα­ξης, αλ­λά και γε­νι­κό­τε­ρα μία πιο στρω­τή α­φή­γη­ση, α­πο­δί­δο­ντας τους δια­λό­γους στην τρέ­χου­σα τό­τε  κα­θο­μι­λου­μέ­νη . Δεν εί­ναι τυ­χαίο, ό­τι ε­πι­λέ­γει και τον πε­ρισ­σό­τε­ρο ευ­θύ τίτ­λο, «Ο Κλόουν». Εί­ναι ο τίτ­λος της αγ­γλι­κής με­τά­φρα­σης του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που έ­γι­νε το 1965 α­πό την Leila Vennewitz, μό­νι­μη με­τα­φρά­στρια στην αγ­γλι­κή γλώσ­σα του Μπελλ. Ενώ, η Μα­στο­ρά­κη κρα­τά τον πρω­τό­τυ­πο τίτ­λο, ό­πως δια­τη­ρεί και ευ­διά­κρι­τα ί­χνη της συ­ντα­κτι­κής δο­μής του γερ­μα­νι­κού πρω­τό­τυ­που, στο­χεύο­ντας, πι­θα­νώς, σε μία πε­ρισ­σό­τε­ρο λο­γο­τε­χνι­κή με­τα­γλώτ­τι­ση. 
Ο Ξά­φης, σε συ­νέ­ντευ­ξή του, έ­χει ε­ξο­μο­λο­γη­θεί ό­τι “δια­σκεύα­ζε το έρ­γο πολ­λά χρό­νια στο μυα­λό του, α­πό το 2005”, που το πρω­το­διά­βα­σε. Το πι­θα­νό­τε­ρο, στη με­τά­φρα­ση της Μα­στο­ρά­κη. Με­τά τη δή­λω­σή του, έ­φυ­γε α­πό την η­λεκ­τρο­νι­κή ταυ­τό­τη­τα της πα­ρά­στα­σης το ό­νο­μα του με­τα­φρα­στή και με­τά δυο-τρεις η­μέ­ρες ε­πα­νήλ­θε το δι­κό του. Οπό­τε μέ­νει η α­πο­ρία, κα­τά πό­σο πρό­κει­ται για κα­νο­νι­κή με­τά­φρα­ση ο­λό­κλη­ρου του έρ­γου α­πό ε­κεί­νον ή μό­νο για πα­ραλ­λαγ­μέ­νη α­πό­δο­ση των τμη­μά­των που χρεια­ζό­ταν για την θε­α­τρο­ποίη­ση. Το Σάβ­βα­το, 15/2/2014, θα γί­νει η πρε­μιέ­ρα και θα κυ­κλο­φο­ρή­σει το πρό­γραμ­μα, ο­πό­τε θα μά­θου­με πε­ρισ­σό­τε­ρα. Και μό­νο η α­πό­δο­ση της τε­λευ­ταίας κου­βέ­ντας των α­δελ­φών Σνη­ρ, του με­γα­λύ­τε­ρου Χα­νς, που δη­λώ­νει ε­πάγ­γελ­μα “κω­μι­κός καλ­λι­τέ­χνης”, και του Λεό, θα δώ­σει μία πρώ­τη ι­δέα. Όσο για τις δη­λώ­σεις, πα­ρό­τι γνω­ρί­ζου­με την ευ­κο­λία με την ο­ποία γί­νο­νται, δεν α­να­μέ­νο­νταν α­πό τα συ­γκε­κρι­μέ­να πρό­σω­πα.
Η μέ­χρι σή­με­ρα καλ­λι­τε­χνι­κή πο­ρεία του Ξά­φη δεί­χνει έ­ναν άν­θρω­πο με τα­λέ­ντο και φι­λο­δο­ξίες, που δεν εν­δί­δει στις εύ­κο­λες λύ­σεις. Της γε­νιάς των η­θο­ποιών, που γεν­νή­θη­καν στη με­τα­πο­λί­τευ­ση και πα­ρου­σιά­στη­καν στις αρ­χές του 21ου, δο­κι­μά­στη­κε σε μία γκά­μα ρό­λων, δια­κρί­θη­κε και βρα­βεύ­τη­κε, τό­σο στο θέ­α­τρο (στη δρα­μα­το­ποίη­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Χέν­ρυ Τζαίη­μς «Το στρί­ψι­μο της βί­δας») ό­σο και στον κι­νη­μα­το­γρά­φο (στην ται­νία «Απ’ τα κόκ­κα­λα βγαλ­μέ­νη», που στη­ρί­χτη­κε στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Γιώρ­γου Δεν­δρι­νού). Ως σκη­νο­θέ­της εμ­φα­νί­στη­κε αρ­γό­τε­ρα. Τύ­ποις, αυ­τή εί­ναι η τέ­ταρ­τη σκη­νο­θε­σία που α­να­λαμ­βά­νει. Ου­σια­στι­κά, ό­μως, εί­ναι η πρώ­τη φο­ρά, που έ­χει το γε­νι­κό πρό­σταγ­μα. Για­τί, λοι­πόν, δεν διευ­κρι­νί­ζει το εί­δος της συμ­με­το­χής του στη με­τά­φρα­ση;
Επί­σης, θα α­να­με­νό­ταν κά­ποιο μέ­τρο στις δη­λώ­σεις του. Πώς εί­ναι δυ­να­τόν να εί­ναι ο πρώ­τος α­νά τον κό­σμο, που ε­ξα­σφά­λι­σε δι­καιώ­μα­τα δια­σκευής; Δη­λα­δή, ό­λα τα άλ­λα α­νε­βά­σμα­τα, α­κό­μη πριν την α­πο­νο­μή του Νό­μπε­λ, έ­γι­ναν χω­ρίς ά­δεια; Ή μή­πως τα α­γνο­εί; Αφού αυ­τή η δια­σκευή τον α­πα­σχο­λεί κο­ντά μία δε­κα­ε­τία, δεν μπο­ρεί να μην συμ­βου­λεύ­τη­κε τις λύ­σεις που έ­δω­σαν άλ­λοι πριν α­πό αυ­τόν. Εί­χα­με την ε­ντύ­πω­ση πως έ­τσι “χτί­ζε­ται” έ­νας ρό­λος, πό­σω μάλ­λον μία πα­ρά­στα­ση. Πά­ντως, για το α­λη­θές του δι­κού μας ι­σχυ­ρι­σμού α­ντι­γρά­φου­με α­πό τα βιο­γρα­φι­κά του Μπελ­λ: “1963 Verοffentlichung des Bestsellers «Ansichten eines Clowns», der sowohl als Theaterstuck inszeniert als auch verfilmt wird.”
Και ερ­χό­μα­στε στον μό­λις διο­ρι­σθέ­ντα α­να­πλη­ρω­τή καλ­λι­τε­χνι­κό διευ­θυ­ντή, που εκ­πλήσ­σει την τε­λευ­ταία τριε­τία με τις πο­λύ­πλευ­ρες ε­πι­δό­σεις του. Οι α­δελ­φοί Κού­φα­λη, ο Αντώ­νης και ο Κώ­στας, ε­ρα­σι­τέ­χνες, ό­πως δη­λώ­νουν, αλ­λά δό­κι­μοι θε­α­τρι­κοί συγ­γρα­φείς, ά­νοι­ξαν το θε­α­τρι­κό μέ­ρος του Έτους Πα­πα­δια­μά­ντη με έ­να πρώ­το ποτ που­ρί πέ­ντε σκια­θί­τι­κων διη­γη­μά­των. Στο Έτος Κα­βά­φη, μό­νος του ο πρε­σβύ­τε­ρος εί­χε τη μο­να­δι­κή τύ­χη να εί­ναι ε­κεί­νος που υ­πο­δύ­θη­κε σε έ­να μο­νά­κρι­βο θε­α­τρι­κό έρ­γο τον Κα­βά­φη. Τέ­λος, ως δυά­δα, ε­πάν­δρω­σαν το και­νού­ριο δυ­να­μι­κό ε­πι­φυλ­λι­δο­γρά­φων της «Ελευ­θε­ρο­τυ­πίας». Μέ­χρι τον πρό­σφα­το διο­ρι­σμό του, ο Αντώ­νης Κού­φα­λης ή­ταν μό­νι­μος κά­τοι­κος Κα­βά­λας, μία πό­λη με πο­λι­τι­στι­κή πα­ρά­δο­ση. Ένας ε­πι­πλέ­ον λό­γος να γνω­ρί­ζει τον Χάϊνριχ Μπελλ στις χαρ­τό­δε­τες εκ­δό­σεις πε­ρι­πτέ­ρου. Κα­τά συν­θή­κη ψεύ­δος, λοι­πόν, ο ι­σχυ­ρι­σμός ή α­δυ­να­μία μνή­μης λό­γω και πο­λυ­πραγ­μο­σύ­νης; Γε­νι­κό­τε­ρα, πά­ντως, πα­ρό­μοιες δη­λώ­σεις στο­χεύουν να εί­ναι α­πο­στο­μω­τι­κές δια του ε­ντυ­πω­σια­σμού.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 16/2/2014.

Δεν υπάρχουν σχόλια: