Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2009

Ο βίος και η πολιτεία του Εμμανουήλ Κριαρά

Εμμα­νουήλ Κρια­ράς
«Μα­κράς ζωής α­γω­νί­σμα­τα»
Έκδο­ση: Οι φί­λοι του πε­ριο­δι­κού «Αντί»,
Φε­βρουά­ριος 2009

Με­τά μια ο­ρι­σμέ­νη η­λι­κία, ο α­πο­λο­γι­σμός ζωής, α­κό­μη κι ό­ταν δεν συ­ντάσ­σε­ται, κα­ταρ­τί­ζε­ται νο­ε­ρά. Μό­νο που σκέ­ψεις και αι­σθή­μα­τα, α­κό­μη και τα γε­γο­νό­τα, δεν πα­ρου­σιά­ζο­νται ό­πως τα ζή­σα­με αλ­λά κα­τα­πώς τα θυ­μό­μα­στε. Ή, ί­σως α­κρι­βέ­στε­ρα, ό­πως θέ­λου­με να τα θυ­μό­μα­στε. Ο Εμμα­νουήλ Κρια­ράς, ω­στό­σο, δεί­χνει να εί­ναι α­ντι­κει­με­νι­κός. Κι αυ­τό φαί­νε­ται να το ε­πι­τυγ­χά­νει, ξε­κα­θα­ρί­ζο­ντας τα αι­σθή­μα­τά του και κα­τα­στα­λά­ζο­ντας στις α­πό­ψεις του για πρό­σω­πα και κα­τα­στά­σεις. Με θαυ­μα­στή α­κρι­βο­λο­γία, πα­ρα­θέ­τει τα τεκ­μή­ρια της μέ­χρι σή­με­ρα πο­ρείας του, χω­ρίς α­πο­σιω­πή­σεις, σαν έ­ναν εις ε­αυ­τόν α­πο­λο­γι­σμό. Πρό­κει­ται για μια λο­γο­δο­σία, που α­πο­φεύ­γει τις α­σά­φειες και πα­ρα­λεί­ψεις, σκια­γρα­φώ­ντας, με ευ­κρί­νεια, λη­σμο­νη­μέ­νες ή και ά­γνω­στες στους νεό­τε­ρους κοι­νω­νι­κές και πο­λι­τι­κές κα­τα­στά­σεις. Συ­στη­μα­τι­κός ο λό­γος του, συ­στή­νει, εν συ­ντο­μία, πλή­θος προ­σώ­πων α­πό δια­φο­ρε­τι­κούς χώ­ρους, με κυ­ριό­τε­ρους, αυ­τούς της α­κα­δη­μαϊκής κοι­νό­τη­τας και της λο­γο­τε­χνίας. Αν και ε­πι­κε­ντρω­μέ­νος ο α­πο­λο­γι­σμός στον αυ­το­βιο­γρα­φού­με­νο και τους γύ­ρω του, δί­νει μια πα­νο­ρα­μι­κή ει­κό­να του 20ου αιώ­να. Με­τα­ξύ άλ­λων, δεί­χνει και πό­σο λί­γο ή έ­στω, πό­σο δύ­σκο­λα, αλ­λά­ζουν οι νοο­τρο­πίες, κα­θώς και ο­ρι­σμέ­νες τα­κτι­κές, ό­πως η υ­πο­νό­μευ­ση των α­ξιό­τε­ρων. Η αυ­το­βιο­γρα­φία του Κρια­ρά μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποιη­θεί ως βι­βλίο α­να­φο­ράς χά­ρις στο πλή­θος και την α­κρί­βεια των πραγ­μα­το­λο­γι­κών στοι­χείων Μπο­ρεί, ό­μως, να δια­βα­στεί και ως ι­στο­ρι­κό α­φή­γη­μα. Στη δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, α­να­πό­φευ­κτα, ο α­να­γνώ­στης συ­γκρα­τεί τα ση­μα­ντι­κά γι’ αυ­τόν. Δί­νου­με πε­ρί­λη­ψη της δι­κής μας ε­ντρύ­φη­σης, δε­δο­μέ­νου ό­τι μια τυ­πι­κή πα­ρου­σία­ση ε­νός πα­ρό­μοιου βι­βλίου θα πε­ριο­ρι­ζό­ταν σε γε­νι­κό­λο­γες α­πο­φάν­σεις, που μάλ­λον α­πω­θούν πα­ρά πα­ρα­κι­νούν σε α­νά­γνω­ση.
Γεν­νη­μέ­νος ο Κρια­ράς στον Πει­ραιά, έ­ζη­σε μέ­χρι την ε­νη­λι­κίω­σή του, πρώ­τα στη Μή­λο και με­τά στην Κρή­τη. Κα­τά­γε­ται α­πό ε­κεί­νους τους Κρη­τι­κούς, που, κυ­νη­γη­μέ­νοι, στα πρώ­τα χρό­νια του 19ου αιώ­να, ε­γκα­τέ­λει­ψαν τα Σφα­κιά και ε­γκα­τα­στά­θη­καν στη Μή­λο, ι­δρύο­ντας τον Αδά­μα­ντα, που εί­ναι το ση­με­ρι­νό ε­πί­νειο του νη­σιού. Η πρώ­τη ε­ρευ­νη­τι­κή με­λέ­τη του α­φο­ρά τα νε­ο­ελ­λη­νι­κά πα­ρω­νύ­μια των δυο νη­σιών. Ναυ­τι­κοί το ε­πάγ­γελ­μα ή­ταν και οι δυο ε­κα­τέ­ρω­θεν παπ­πού­δες του, ό­πως και ο πα­τέ­ρας του. Ενδια­φέ­ρου­σα εί­ναι η πλη­ρο­φο­ρία, πως ο έ­νας α­πό τους δυο μι­κρό­τε­ρους α­δελ­φούς του, ο δευ­τε­ρό­το­κος Παύ­λος, ή­ταν συ­νο­μή­λι­κος και φί­λος με τον Μι­χά­λη Ρά­πτη, γνω­στό και με το ε­πα­να­στα­τι­κό ψευ­δώ­νυ­μο Πά­μπλο, το ο­ποίο, σύμ­φω­να με τον Κρια­ρά, μπο­ρεί και να το ε­μπνεύ­στη­κε α­πό τον α­δελ­φό του.
Ο Κρια­ράς ο­νο­μα­τί­ζει τους κα­θη­γη­τές του στο γυ­μνά­σιο των Χα­νίων, μνη­μο­νεύο­ντας ι­διαί­τε­ρα τον Εμμα­νουήλ Γε­νε­ρά­λι, που τον μύη­σε στα αρ­χαία γράμ­μα­τα, και τον Ιωάν­νη Μο­σχό­που­λο της Ευαγ­γε­λι­κής Σχο­λής της Σμύρ­νης, που τους μι­λού­σε για το γλωσ­σι­κό ζή­τη­μα και τη σύγ­χρο­νη λο­γο­τε­χνία. Ακό­μη, α­να­φέ­ρει τους συμ­μα­θη­τές του, τον Στέ­λιο Κα­ψω­μέ­νο και τον Νί­κο Τω­μα­δά­κη, κα­θώς και τις πνευ­μα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες ε­κεί­νων των χρό­νων. Στην τρί­τη γυ­μνα­σίου εί­χαν ι­δρύ­σει τον πνευ­μα­τι­κό ό­μι­λο «Εγκυ­κλο­παι­δι­κός Κύ­κλος των Νέων» και στην τε­λευ­ταία τά­ξη, τον «Κρη­τι­κό Φι­λο­λο­γι­κό Σύλ­λο­γο» και το πε­ριο­δι­κό «Αυ­γε­ρι­νός». Νο­νός του πε­ριο­δι­κού και υ­πεύ­θυ­νος ύ­λης για τον πρώ­το χρό­νο ή­ταν ο ί­διος. Σε αυ­τό δη­μο­σίευ­σε με­τα­φρά­σμα­τα και δυο βι­βλιο­κρι­σίες, για το μυ­θι­στό­ρη­μα του Ξε­νό­που­λου «Η τρί­μορ­φη γυ­ναί­κα» και για την αν­θο­λο­γία του Πα­πα­δή­μα «Νέ­οι Διη­γη­μα­το­γρά­φοι». Πο­λύ θα θέ­λα­με να δια­βά­σου­με την ά­πο­ψη του νε­α­ρού Κρια­ρά για ε­κεί­νους τους “νέ­ους διη­γη­μα­το­γρά­φους”. Μια άλ­λη συ­ντρο­φιά στα Χα­νιά, με ε­πι­κε­φα­λής τον φί­λο του, Κα­ψω­μέ­νο, έ­βγα­ζε το πε­ριο­δι­κό «Λο­γο­τε­χνι­κές Σε­λί­δες».
Μέ­σα α­πό τα στοι­χεία της αυ­το­βιο­γρα­φίας, ο Κρια­ράς προ­βάλ­λει ως έ­νας συ­ναι­σθη­μα­τι­κός έ­φη­βος, πει­θαρ­χη­μέ­νος και ερ­γα­τι­κός, με πνευ­μα­τι­κά εν­δια­φέ­ρο­ντα. Ένας νε­α­ρός, που δεν δια­θέ­τει χρό­νο για παι­χνί­δια, ού­τε και για πολ­λές συ­να­να­στρο­φές. Χω­ρίς ε­πι­δό­σεις στα α­θλη­τι­κά, αλ­λά με έ­φε­ση στις ξέ­νες γλώσ­σες. Ανα­κα­λεί τα πρώ­τα δια­βά­σμα­τά του, ε­κεί­να που ε­ξέ­θρε­ψαν τον δη­μο­τι­κι­σμό του. Ανά­με­σα σε αυ­τά και τα διη­γή­μα­τα του Πέ­τρου Πι­κρού, ε­κεί­να του πρώ­του βι­βλίου του, τα «Χα­μέ­να κορ­μιά», που κυ­κλο­φό­ρη­σε Χρι­στού­γεν­να του 1922. Οι α­να­μνή­σεις α­πό τα σχο­λι­κά του χρό­νια τε­λειώ­νουν με τη διά­λε­ξη, που έ­δω­σε ο Ψυ­χά­ρης στο Φι­λο­λο­γι­κό Σύλ­λο­γο Χα­νίων. Στον Ψυ­χά­ρη ε­πα­νέρ­χε­ται συ­χνά, ό­πως μαρ­τυ­ρούν και οι πα­ρα­πο­μπές στο ευ­ρε­τή­ριο, που υ­πε­ρέ­χουν ό­λων των άλ­λων α­να­φε­ρό­με­νων προ­σώ­πων, με δεύ­τε­ρο τον Πα­λα­μά. Τον Ψυ­χά­ρη τον θαύ­μα­ζε, ό­πως γρά­φει, χω­ρίς, ό­μως, και να υιο­θε­τεί ό­λες τις θέ­σεις του. Τον Πα­λα­μά τον α­ντί­κρι­σε πρώ­τη φο­ρά, ό­ταν ή­ταν φοι­τη­τής, στην κη­δεία του κα­θη­γη­τή της Θε­ο­λο­γι­κής Σχο­λής Γεώρ­γιου Δέρ­βου. “Τον πα­ρα­κο­λού­θη­σε κα­θώς έ­βγαι­νε α­πό την εκ­κλη­σία του Αγίου Γεωρ­γίου Κα­ρύ­τση έως να φτά­σει στο σπί­τι του στην ο­δό Ασκλη­πιού με το ρυθ­μό του δι­κού του βα­δί­σμα­τος”. Αυ­τή η πε­ρι­γρα­φή της εκ του μα­κρό­θεν προ­σή­λω­σης θα ταί­ρια­ζε και σε μια δι­κή μας α­νά­μνη­ση α­πό έ­ναν άλ­λο με­γά­λο ποιη­τή, Θεσ­σα­λο­νι­κιό κρη­τι­κής κα­τα­γω­γής, κα­μιά ε­βδο­μη­ντα­ριά χρό­νια νεό­τε­ρο. Όσο κι αν α­πέ­χουν οι άν­θρω­ποι, τε­λι­κά, οι συ­μπε­ρι­φο­ρές τους ε­λά­χι­στα δια­φο­ρο­ποιού­νται.
Η πε­ντα­ε­τία των πα­νε­πι­στη­μια­κών του σπου­δών, 1924-1929, στην ο­ποία πα­ρεμ­βλή­θη­κε, λό­γω οι­κο­νο­μι­κής στε­νό­τη­τας, η στρα­τιω­τι­κή του θη­τεία, εί­ναι α­νά­με­σα στα πιο εν­δια­φέ­ρο­ντα κε­φά­λαια. Κι αυ­τό, για­τί σκια­γρα­φεί το ι­δε­ο­λο­γι­κό το­πίο στον πα­νε­πι­στη­μια­κό χώ­ρο, ε­πε­κτεί­νο­ντας την ε­πο­πτι­κή ει­κό­να, που δί­νει, για τον 19ο αιώ­να, ο Κώ­στας Λάπ­πας στη με­λέ­τη του, «Πα­νε­πι­στή­μιο και φοι­τη­τές στην Ελλά­δα κα­τά τον 19ο αιώ­να». Στην εν λό­γω πε­ντα­ε­τία γι­νό­ταν μια προ­σπά­θεια α­να­νέω­σης των κα­θη­γη­τών και νεό­τε­ροι ε­πι­στή­μο­νες με φι­λο­δη­μο­τι­κι­στι­κές ι­δέες κα­τα­λάμ­βα­ναν έ­δρες. Ο Κρια­ράς τα­ξι­νο­μεί τους κα­θη­γη­τές ως προς τις γλωσ­σι­κές τους α­ντι­λή­ψεις, κα­λύ­πτο­ντας ο­λό­κλη­ρο το φά­σμα. Υπήρ­χαν οι ρι­ζο­σπα­στι­κοί, που α­σπά­ζο­νταν τις γλωσ­σι­κές αρ­χές του δη­μο­τι­κι­σμού. Οι με­τριο­πα­θείς, δια­φο­ρε­τι­κών, ό­μως, δια­βαθ­μί­σεων. Δη­λα­δή, ό­σοι κα­τά βά­θος ή­ταν δη­μο­τι­κι­στές χω­ρίς να το δια­κη­ρύσ­σουν και οι άλ­λοι, που εμ­φα­νί­ζο­νταν α­νε­κτι­κοί, αλ­λά πα­ρέ­με­ναν κα­θα­ρευου­σιά­νοι. Ακό­μη, οι σιω­πη­λοί και α­πέ­χο­ντες, που, έ­με­ναν, ό­μως, πι­στοί στο γε­νι­κό γλωσ­σα­μυ­ντο­ρι­κό πνεύ­μα της Σχο­λής. Και τέ­λος, οι α­διάλ­λα­κτοι, που μά­χο­νταν κα­τά του δη­μο­τι­κι­στι­κού κι­νή­μα­τος. Συ­γκρα­τού­με το πρώ­το ό­νο­μα που μνη­μο­νεύει, τον κα­θη­γη­τή της αρ­χαίας ελ­λη­νι­κής φι­λο­λο­γίας Πα­να­γή Λο­ρε­ντζά­το, τον ο­ποίο και χα­ρα­κτη­ρί­ζει θαρ­ρα­λέο υ­πε­ρα­σπι­στή της δη­μο­τι­κής γλώσ­σας.
Ο Κρια­ράς πα­ρου­σιά­ζει γε­νι­κό­τε­ρα το γλωσ­σι­κό ζή­τη­μα σε ε­κεί­να τα χρό­νια. Τό­τε που ο ί­διος έ­κα­νε κά­ποιες προ­σπά­θειες στην ποίη­ση και γνώ­ρι­ζε τους πρώ­τους λο­γο­τέ­χνες. Με­τα­ξύ άλ­λων, την ε­πο­χή που υ­πη­ρε­τού­σε στο Ναυ­τι­κό συν­δέ­θη­κε φι­λι­κά με τον Δ.Ι. Αντω­νίου και ως φοι­τη­τής, στο υ­πό­γειο Μπά­γκειο, συ­νά­ντη­σε τον Να­πο­λέ­ο­ντα Λα­πα­θιώ­τη. Φί­λος α­πό ε­κεί­νη την ε­πο­χή ή­ταν ο Κ.Θ.Δη­μα­ράς. Μας θυ­μί­ζει τις πα­νε­πι­στη­μια­κές του α­τυ­χίες, που έρ­χο­νται σε α­ντί­θε­ση με την ε­πι­κρα­τού­σα σή­με­ρα ει­κό­να ε­νός κα­τ’ ε­ξο­χήν α­κα­δη­μαϊκού δα­σκά­λου. Ξε­κί­νη­σε α­πό την ια­τρι­κή, στρά­φη­κε στη φι­λο­λο­γία, ό­που πή­ρε το πτυ­χίο και έ­κα­νε το δι­δα­κτο­ρι­κό του με πολ­λών χρό­νων κα­θυ­στέ­ρη­ση, δεν κα­τέ­λα­βε κα­μία έ­δρα σε κα­νέ­να πα­νε­πι­στή­μιο, μό­νο δί­δα­ξε στο Νε­ο­ελ­λη­νι­κό Ινστι­τού­το της Σορ­βό­νης. Τέ­λος, ό­ταν στα ο­γδό­ντα του έ­θε­σε υ­πο­ψη­φιό­τη­τα στην Ακα­δη­μία για την κε­νή έ­δρα στην Τά­ξη Γραμ­μά­των και Τε­χνών, οι τριά­ντα πέ­ντε Ακα­δη­μαϊκοί, στις 15 Μαρ­τίου 1984, του έ­δω­σαν μό­λις εν­νέα ψή­φους και μια α­κό­μη, κα­τά πα­ρα­χώ­ρη­ση.
Το 1930, τε­λειώ­νο­ντας τις σπου­δές του ο Κρια­ράς, διο­ρί­στη­κε στο ελ­λη­νι­κό γυ­μνά­σιο στο Γα­λά­ζι της Ρου­μα­νίας. Το τα­ξί­δι, ό­μως, το μα­ταίω­σε η α­πό­φα­ση της Ακα­δη­μίας Αθη­νών να ι­δρύ­σει Με­σαιω­νι­κό Αρχείο, με α­πώ­τε­ρο σκο­πό τη συ­γκρό­τη­ση Λε­ξι­κού της ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας α­πό την ί­δρυ­ση της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης έως το 1880. Ένα με­γα­λό­πνοο σχέ­διο, που ξε­κι­νού­σε, ως εί­θι­σται στα κα­θ’ η­μάς, χω­ρίς σχε­δια­σμό. Πά­ντως, προ­κη­ρύ­χτη­κε δια­γω­νι­σμός για τρεις θέ­σεις, προ­βλέ­πο­ντας και ε­ξά­μη­νη μα­θη­τεία στο Μό­να­χο. Οπό­τε, ο Κρια­ράς, ως έ­νας α­πό τους τρεις υ­πό­τρο­φους, πή­ρε το βά­πτι­σμα στη λε­ξι­κο­γρά­φη­ση, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας ε­πί τό­που τη σύ­ντα­ξη του «Λε­ξι­κού των βαυα­ρι­κών και αυ­στρια­κών δια­λέ­κτων». Επι­στρέ­φο­ντας στα η­μιυ­πό­γεια της Ακα­δη­μίας, άρ­χι­σε α­πό την κρη­τι­κή λο­γο­τε­χνία των χρό­νων της ε­νε­το­κρα­τίας.
Στον ε­λεύ­θε­ρο χρό­νο του, διά­βα­ζε Ίω­να Δρα­γού­μη στα τρα­πε­ζά­κια της «Αί­γλης» του Ζαπ­πείου. Εκεί σύ­χνα­ζαν α­ρι­στε­ροί δια­νοού­με­νοι, ό­πως ο Αση­μά­κης Παν­σέ­λη­νος. Και πα­λαιό­τε­ρα, στα Χα­νιά, έ­κα­νε πα­ρέα με νέ­ους ε­νός ευ­ρύ­τε­ρου ι­δε­ο­λο­γι­κού φά­σμα­τος. Κά­πως έ­τσι, α­πέ­κτη­σε κι αυ­τός το συ­νο­δευ­τι­κό του “φά­κε­λο”. Όταν, το 1935, ζή­τη­σε μια δεύ­τε­ρη υ­πο­τρο­φία για σπου­δές στο ε­ξω­τε­ρι­κό, πα­ρά τις ά­ρι­στες συ­στά­σεις, που εί­χε συ­γκε­ντρώ­σει, η αί­τη­σή του α­πορ­ρί­φθη­κε. Η τό­τε πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση ευ­νοού­σε τους συ­κο­φά­ντες, που τον κα­τη­γό­ρη­σαν πως ή­ταν μέ­λος “της υ­πό τον Γλη­νόν κο­μου­νι­στι­κής Φοι­τη­τι­κής Συ­ντρο­φιάς”. Το 1938, που τε­λι­κά πή­ρε την υ­πο­τρο­φία, χρειά­στη­κε να συ­να­ντη­θεί αυ­το­προ­σώ­πως με τον δια­βό­η­το υ­φυ­πουρ­γό α­σφα­λείας Κων­στα­ντί­νο Μα­νια­δά­κη, τον ο­ποίο και α­να­γκά­στη­κε να ξα­να­ε­πι­σκε­φτεί, έ­να χρό­νο αρ­γό­τε­ρα, για το διο­ρι­σμό του ως διευ­θυ­ντής του Με­σαιω­νι­κού Αρχείου. Το 1940, ό­μως, με την κή­ρυ­ξη του πο­λέ­μου, δεν κα­τόρ­θω­σε να α­πο­τρέ­ψει τη με­τα­φο­ρά του σε στρα­τό­πε­δο κο­μου­νι­στών στρα­τιω­τών στην Τρί­πο­λη Αρκα­δίας. Ενώ, ως ι­τα­λο­μα­θής, προο­ρι­ζό­ταν για το Μέ­τω­πο, πα­ρέα με τον Γιάν­νη Μπε­ρά­τη και τον Κα­ψω­μέ­νο. Κα­τά τα άλ­λα, έ­κα­νε και ο Κρια­ράς το τα­ξί­δι με το «Μα­τα­ρό­α», το φθι­νό­πω­ρο του 1945, μα­ζί με τους α­ρι­στε­ρών φρο­νη­μά­των υ­πό­τρο­φους του γαλ­λι­κού κρά­τους. Αυ­τός, α­πό σπό­ντα, χά­ρις σε έ­να υ­πό­λοι­πο υ­πο­τρο­φίας α­πό το 1939.
Τη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή του, με τίτ­λο, «Με­λε­τή­μα­τα πε­ρί τας πη­γάς του Ερω­το­κρί­του», την υ­πέ­βα­λε το 1938 στη Φι­λο­σο­φι­κή Σχο­λή Αθη­νών και α­ρί­στευ­σε. Ωστό­σο, άρ­γη­σε να κα­τα­λά­βει πα­νε­πι­στη­μια­κή έ­δρα. Υπέ­βα­λε, εις μά­την, υ­πο­ψη­φιό­τη­τα το 1939 για ε­πί­κου­ρος στην έ­δρα νεό­τε­ρης και με­σαιω­νι­κής ελ­λη­νι­κής φι­λο­λο­γίας στην Αθή­να, το 1944, για την έ­δρα νέ­ας ελ­λη­νι­κής φι­λο­λο­γίας στη Θεσ­σα­λο­νί­κη και πά­λι, για την ί­δια έ­δρα, το 1948. Τε­λι­κά, την έ­δρα κα­τέ­λα­βε ο Λί­νος Πο­λί­της. Η πε­ρί­πτω­ση θυ­μί­ζει ό­σα γρά­φα­με πρό­σφα­τα, με α­φορ­μή τις λο­γο­τε­χνι­κές βρα­βεύ­σεις, το­νί­ζο­ντας πως α­πέ­χει ο γιος του Σο­λω­μού α­πό το γιο του Λά­μπρου, υ­πη­ρέ­τη του Σο­λω­μού. Ο τό­τε κα­θη­γη­τής της Σχο­λής Μι­χαήλ Λά­σκα­ρις έ­γρα­φε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά στον Κρια­ρά: «Τον υιόν του Πο­λί­του ποιος θα τον κα­τα­ψη­φί­σει;»
Κα­τό­πιν πιέ­σεων, ο Κρια­ράς υ­πέ­βα­λε υ­πο­ψη­φιό­τη­τα για την έ­δρα της βυ­ζα­ντι­νής φι­λο­λο­γίας στο Αρι­στο­τέ­λειο, ό­που και ε­κλέ­χτη­κε. Και πά­λι, ό­μως, λό­γω “φα­κέ­λου”, μια και αυ­τά συμ­βαί­νουν το σω­τή­ριον έ­τος 1950, άρ­γη­σε να δη­μο­σιευ­τεί ο διο­ρι­σμός του. Εν τέ­λει, α­πο­λύ­θη­κε α­πό το α­πρι­λια­νό κα­θε­στώς στις 15.1.1968. Από ε­κεί και ύ­στε­ρα, σε έ­να με­γά­λο μέ­ρος της αυ­το­βιο­γρα­φίας, πρω­τα­γω­νι­στεί το Λε­ξι­κό με­σαιω­νι­κής δη­μώ­δους γραμ­μα­τείας, το έρ­γο ζωής του Κρια­ρά. Ενώ, στο βίο του, ή­δη α­πό τα φοι­τη­τι­κά του χρό­νια, στέ­κε­ται δί­πλα του η κα­θη­γή­τρια ψυ­χο­τε­χνι­κής και παι­δα­γω­γι­κής Αι­κα­τε­ρί­νη Στρι­φτού. Γεν­νη­μέ­νοι και οι δυο το 1906, πα­ντρεύ­τη­καν στις 8 Μαρ­τίου 1936 και έ­μει­ναν μα­ζί μέ­χρι το θά­να­τό της, την 1η Μαΐου 2000. Κα­θό­λου τυ­χαία, τα ε­πό­με­να ο­κτώ χρό­νια, που κα­λύ­πτει η αυ­το­βιο­γρα­φία, τα α­πο­κα­λεί “χρό­νια ε­πι­βίω­σης”. Συ­νο­ψί­ζο­ντας την συ­νο­λι­κή ε­ντύ­πω­ση α­πό το βι­βλίο, δυο τι­νά θα πρέ­πει να συμ­βαί­νου­ν: Εί­τε ο Κρια­ράς εί­ναι τέ­ρας μνή­μης εί­τε το συ­γκε­κρι­μέ­νο “α­γώ­νι­σμα” της βιο­γρα­φι­κής διή­γη­σης το έ­κα­νε συ­στη­μα­τι­κά και με ι­διαί­τε­ρη ε­πι­μέ­λεια. Ού­τως ή άλ­λως, και τα δυο συ­νι­στούν βα­σι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ο­λό­κλη­ρου του έρ­γου του.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

«Δέλτος» - Τεύχος 34-36 Δεκέμβριος 2007-2008

Μια συ­νέ­χεια στα ό­νει­ρα δί­νει ο Η.Χ.Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λος, περ­νώ­ντας στο χώ­ρο της ποίη­σης. Μνη­μο­νεύει τον ποιη­τή Τά­κη Σι­νό­που­λο, που “κα­θό­ταν στο γρα­φείο του μέ­χρι πο­λύ αρ­γά... Κι ε­κεί ει­σχω­ρού­σαν, αρ­γά και ε­πί­μο­να, οι φω­νές των ε­νυ­πνίων –κι ε­κεί δε­χό­ταν, ε­πί έ­τη και έ­τη, τους προ­σω­πι­κούς του ή­σκιους... Εκεί θα συ­ναχ­θού­νε σι­γά σι­γά ό­λοι οι του Κά­τω Κό­σμου, κι ε­κεί ο Σι­νό­που­λος... θα γρά­ψει το α­ρι­στούρ­γη­μά του”, τον «Νε­κρό­δει­πνο».
Κα­τά τα άλ­λα, στο τεύ­χος δη­μο­σιεύο­νται τα “πρα­κτι­κά της πρώ­της Αμφι­κτυο­νίας Εται­ρειών και Συλ­λό­γων Ιστο­ρίας Ια­τρι­κής και Ηθι­κής Δε­ο­ντο­λο­γίας”, α­πό τη συ­νά­ντη­ση στο Ιππο­κρά­τειο Ίδρυ­μα, στην Κω, 26-29 Μαΐου 2007. Ιδιαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει η πρώ­τη ει­σή­γη­ση, με θέ­μα την α­πά­θεια ως μορ­φή ψυ­χο­θε­ρα­πείας κα­τά τους βυ­ζα­ντι­νούς χρό­νους. Συγ­γρα­φείς, ό­πως ο Γεώρ­γιος Πα­χυ­μέ­ρης του 13ου αιώ­να ή ο Ιω­σήφ Κα­λό­θε­τος, έ­ναν αιώ­να αρ­γό­τε­ρα, υ­πο­στη­ρί­ζουν πως οι ψυ­χο­θε­ρα­πευ­τές ή­ταν τό­τε αρ­κε­τά δια­δε­δο­μέ­νοι. Σε πα­ραλ­λη­λία με τους με­τέ­πει­τα φροϋδι­κούς, το α­συ­νεί­δη­το το α­πο­κα­λού­σαν θυ­μι­κό, το προ­συ­νει­δη­τό ε­πι­θυ­μη­τι­κό και το συ­νει­δη­τό λο­γι­κό. Πί­στευαν πως τα πά­θη προέρ­χο­νται α­πό την ε­πε­ξερ­γα­σία των λο­γι­σμών. “Η πα­θο­λο­γι­κή σκέ­ψη χρη­σι­μο­ποιεί ό,τι φέρ­νουν οι αι­σθή­σεις στο νου ή ε­πι­στρα­τεύουν την φα­ντα­σία και την μνή­μη και προ­σβάλ­λουν τον άν­θρω­πο στο σύ­νο­λό του.” Δη­λα­δή, ο λο­γι­σμός φέρ­νει την α­μαρ­τία και το πά­θος. Οι Πα­τέ­ρες, που, ό­πως φαί­νε­ται, ή­ταν οι ψυ­χο­θε­ρα­πευ­τές της ε­πο­χής, θεω­ρού­σαν πως η θε­ρα­πεία γί­νε­ται μό­νο μέ­σω του λό­γου. Κα­τ’ αυ­τούς, η υ­γεία της ψυ­χής εί­ναι συ­νώ­νυ­μη με την α­πά­θεια. “Μέ­σω της α­πά­θειας ο άν­θρω­πος ξε­περ­νά­ει την η­δο­νή που συν­δέε­ται με τα πά­θη και την με­τα­τρέ­πει σε α­νώ­τε­ρη πνευ­μα­τι­κή. Μέ­σω της α­πά­θειας το ε­γώ και το υ­πε­ρε­γώ κυ­ριαρ­χούν έ­να­ντι του α­συ­νει­δή­του.” Μια άλ­λη ψυ­χο­θε­ρα­πευ­τι­κή μέ­θο­δος ή­ταν και ο η­συ­χα­σμός, γνω­στή και πριν το χρι­στια­νι­σμό. Ασκη­τι­κή τε­χνι­κή, κα­τά την ο­ποία ο νους γυ­ρί­ζει προς τον ε­αυ­τό του και δεν σκορ­πί­ζε­ται μέ­σω των αι­σθή­σεων προς τα έ­ξω.
Επί­σης, στο τεύ­χος, δη­μο­σιεύο­νται: Μια “συ­ζή­τη­ση στρογ­γυ­λής τρά­πε­ζας” για την σπογ­γα­λιεία στο Αι­γαίο Πέ­λα­γος, κα­τά τον 19ο και τις αρ­χές του 20ου αιώ­να. Το θε­α­τρι­κό έρ­γο του Τά­κη Λάπ­πα «Ο Κο­μπο­γιαν­νί­της», συ­νο­δευό­με­νο α­πό τις πι­θα­νές ε­τυ­μο­λο­γή­σεις της λέ­ξης κο­μπο­γιαν­νί­της. Και α­κό­μη, έ­νας ε­ξορ­κι­σμός του 18ου αιώ­να, που, τό­τε, α­πο­τε­λού­σε “ια­τρο­σό­φιον ω­φέ­λι­μο­ν”. Το τεύ­χος α­νοί­γει με κεί­με­νο στη μνή­μη του κρη­τι­κού για­τρού Μα­νώ­λη Δε­το­ρά­κη. Ενώ, α­να­δη­μο­σιεύε­ται και μέ­ρος πο­νή­μα­τος του 1882, το ο­ποίο ε­κεί­νος εί­χε ε­πα­νεκ­δώ­σει, με τίτ­λο, «Ει­κών υ­γιει­νής πα­σών των η­λι­κιών του αν­θρώ­που». Ο συγ­γρα­φέ­ας του εί­ναι κρη­τι­κός για­τρός, ο­νό­μα­τι Μ. Π. Πε­ρί­δης. Αντι­γρά­φου­με τα πε­ρί κα­πνί­σμα­τος:
«Πά­ντες οι κα­πνί­ζο­ντες κα­τά το μάλ­λον και ήτ­τον δυ­σπε­πτού­σιν, α­νο­ρε­κτού­σι, δυ­σπνοού­σι, πά­σχου­σι κε­φα­λαλ­γίας συ­χνάς και ζά­λας, α­δυ­να­μίαν και τρό­μον των ά­κρων, ε­πιρ­ρέ­πειαν πρός λει­πο­θυ­μίας, ε­νίο­τε κλό­νους των σκε­λών ή και ό­λου του σώ­μα­τος, αι­μω­δίας πολ­λα­χού, συ­χνό­τα­τα καρ­διό­κτυ­πον πο­λύν και αιφ­νί­διον και κα­τά πα­ρο­ξυ­σμούς, βά­ρος προ­κάρ­διον, πό­νους κα­τά την ρά­χιν, κα­τάρ­ρουν του λά­ρυγ­γος, κα­τάρ­ρους των πνευ­μό­νων χρο­νίους, α­δυ­να­μίαν της ο­ρά­σεως και της μνή­μης. Πά­ντες δε ού­τοι εί­ναι α­να­φρο­δι­τό­τε­ροι των μή κα­πνι­ζό­ντων. Αφού δε η με­τρία χρή­σις του κα­πνού βλά­πτει το­σού­τον, πό­σον η κα­τά­χρη­σις εί­ναι ο­λε­θρία; Ωφε­λεί δε κα­τά τι (αν δύ­να­ται τις να εί­πη ό­τι δη­λη­τή­ριον δρα­στή­ριον και θα­να­τη­φό­ρον ω­φε­λεί) μό­νον τούς πα­χυ­σάρ­κους...».

Μ.Θ.

Σχόλια περί ονείρων

«Βι­βλιο­αμ­φιά­στης»
Τό­μος 3
Έκδο­ση της Ελλη­νι­κής
Εται­ρείας Βι­βλιο­δε­σίας
Αθή­να 2008

Για άλ­λη μιά φο­ρά, ο λό­γος έρ­χε­ται στα ό­νει­ρα και τα ο­νεί­ρα­τα ε­νυ­πνια­ζο­μέ­νων αλ­λά και γρη­γο­ρού­ντων. Πρό­σφα­τα, εί­χα­με α­να­φερ­θεί στο «Ενύ­πνιον» του Λου­κια­νού και σε έ­να άλ­λο ό­νει­ρο, το ο­ποίο γρά­φτη­κε με την ί­δια α­φη­γη­μα­τι­κή στρα­τη­γι­κή, το «Όνει­ρον», που προ­τάσ­σε­ται στα «Λυ­ρι­κά» του Αθα­να­σίου Χρι­στό­που­λου και το ο­ποίο, το πι­θα­νό­τε­ρο, το έ­γρα­ψε ο λό­γιος και α­γω­νι­στής του 1821, Στέ­φα­νος Κα­νέλ­λος. Σή­με­ρα, ε­πα­νερ­χό­μα­στε στα ε­νύ­πνια των βι­βλίων, με α­φορ­μή το κεί­με­νο του Γιώρ­γου Θ. Κα­λό­φω­νου, «Το ό­νει­ρο στο βι­βλίο και το βι­βλίο στο ό­νει­ρο». Τε­ρά­στιο ό­σο και εν­δια­φέ­ρον το θέ­μα, ού­τε καν α­κρο­θι­γώς δεν θα μπο­ρού­σε να κα­λυ­φθεί σε έ­να κεί­με­νο λί­γων σε­λί­δων. Βυ­ζα­ντι­νο­λό­γος, ό­μως, ο με­λε­τη­τής, έ­χει κα­τά νου, ει­δι­κό­τε­ρα, το ό­νει­ρο στο Βυ­ζά­ντιο, για το ο­ποίο ό­λα ό­σα γνω­ρί­ζου­με, τα γνω­ρί­ζου­με μέ­σα α­πό βι­βλία, ό­πως πα­ρα­τη­ρεί ει­σα­γω­γι­κά. Γε­νι­κή η α­πό­φαν­σή του, ι­σχύει και για το ό­νει­ρο στην ελ­λη­νι­κή αρ­χαιό­τη­τα ή και στους ρω­μαϊκούς χρό­νους. Αφού δεν εί­ναι μό­νο η βυ­ζα­ντι­νή γραμ­μα­τεία διά­σπαρ­τη α­πό κα­τα­γρα­φές ο­νεί­ρων, αλ­λά και τα ο­μη­ρι­κά έ­πη και οι αρ­χαίοι τρα­γι­κοί μέ­χρι τα ελ­λη­νι­στι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Εκεί­νο, που φαί­νε­ται να αλ­λά­ζει, α­πό πε­ρίο­δο σε πε­ρίο­δο, εί­ναι η προ­φη­τι­κή α­ξία που α­πο­δι­δό­ταν στα ό­νει­ρα. Την ε­πο­χή του βυ­ζα­ντι­νού χρο­νο­γρά­φου Ιωάν­νη Μα­λά­λα, στον ο­ποίο α­να­φέ­ρε­ται, για δεύ­τε­ρη φο­ρά, ο Κα­λό­φω­νος, δη­λα­δή κα­τά τον 6ο μ.Χ. αιώ­να, στην πε­ριο­χή της Αντιό­χειας, ό­που και έ­γρα­ψε τα δε­κα­ο­κτώ βι­βλία της Χρο­νο­γρα­φίας του, το ό­νει­ρο εί­χε με­γά­λο συμ­βο­λι­κό βά­ρος. Όπως, ό­μως, δεί­χνει ο με­λε­τη­τής, με δυο άλ­λα πα­ρα­δείγ­μα­τα α­πό τα κα­το­πι­νά χρό­νια, η α­ξία του ο­νεί­ρου ε­ξαρ­τά­ται και α­πό τον ε­νυ­πνια­ζό­με­νο. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Μι­χαήλ Εφέ­σιος, άν­θρω­πος πρα­κτι­κός, ό­πως δη­λώ­νει και η ε­να­σχό­λη­σή του με τον Αρι­στο­τέ­λη, του ο­ποίου υ­πήρ­ξε έ­νας α­πό τους πα­ρα­γω­γι­κό­τε­ρους σχο­λια­στές, δεν θα έ­δι­νε πο­τέ ι­διαί­τε­ρη ση­μα­σία σε έ­να ό­νει­ρο. Γι΄αυ­τό και στο βι­βλίο του, «Πε­ρί ο­νεί­ρων του Αρι­στο­τέ­λη», ε­ξη­γεί πως τα ό­νει­ρα ε­πη­ρεά­ζο­νται α­πό τις ε­πι­θυ­μίες μας. Ενώ, ο Νεό­φυ­τος ο Έγκλει­στος, πα­ρό­λο που έ­ζη­σε δυο αιώ­νες με­τά τον Εφέ­σιο, στον 12ο αιώ­να, ύ­στε­ρα α­πό έ­να ό­νει­ρο, το ο­ποίο ερ­μή­νευ­σε ως θεό­πνευ­στο, άρ­χι­σε α­μέ­σως να συγ­γρά­φει το έρ­γο του, «Ερμη­νεία της Εξα­η­μέ­ρου». Αυ­τός, ό­μως, ή­ταν έ­νας α­σκη­τής, ε­νώ ο Εφέ­σιος υ­πήρ­ξε λό­γιος και ε­πι­στή­μο­νας.
Το 1991 εί­χε διορ­γα­νω­θεί έ­νας κύ­κλος δια­λέ­ξεων για τις “ό­ψεις” των ο­νεί­ρων, που συ­γκε­ντρώ­θη­καν και σε βι­βλίο. Τώ­ρα, στον τρί­το τό­μο της πε­ριο­δι­κής έκ­δο­σης για την ελ­λη­νι­κή βι­βλιο­δε­σία, τον «Βι­βλιο­αμ­φιά­στη», στον ο­ποίο δη­μο­σιεύο­νται τα πρα­κτι­κά διε­θνούς συ­νε­δρίου, που έ­γι­νε στην Αθή­να, στις 13-16 Οκτω­βρίου 2005, με θέ­μα, «Το βι­βλίο στο Βυ­ζά­ντιο. Βυ­ζα­ντι­νή και με­τα­βυ­ζα­ντι­νή βι­βλιο­δε­σία», βρέ­θη­κε χώ­ρος και για το ό­νει­ρο, αν και σα­φώς ε­κτός θέ­μα­τος, κα­θώς οι συ­νο­λι­κά εί­κο­σι έ­ξι ο­μι­λίες ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται στη βι­βλιο­δε­σία ή, με την ο­ρο­λο­γία πα­λαιό­τε­ρων ε­πο­χών, στις στα­χώ­σεις.
Βε­βαίως, κά­ποιος ρο­μα­ντι­κός θα μπο­ρού­σε να ι­σχυ­ρι­στεί πως μό­νο χά­ρις σε θεό­πνευ­στα ό­νει­ρα εύ­ρι­σκαν οι βι­βλιο­δέ­τες ή και στα­χω­τές, οι ο­ποίοι ε­νίο­τε α­πο­κα­λού­νταν ε­πί το ε­πι­ση­μό­τε­ρον και βι­βλιο­αμ­φιά­στες, την υ­πο­μο­νή που α­παι­τού­σε η δου­λειά τους. “Εκτός α­πό την κλω­στή για να ρά­ψει, την κόλ­λα για να κολ­λή­σει, το δέρ­μα για να ε­πεν­δύ­σει” και τα πα­λαιά χει­ρό­γρα­φα, α­να­κυ­κλω­μέ­να και συ­μπιε­σμέ­να, για χαρ­τό­νι, στη θέ­ση του ση­με­ρι­νού πολ­τού, ο στα­χω­τής χρεια­ζό­ταν και ό­νει­ρο. Οπό­τε οι στα­χώ­σεις δεν εί­ναι μό­νο “α­πο­θέ­τες ι­στο­ρι­κού υ­λι­κού”, ό­πως δεί­χνει στο ε­ξαι­ρε­τι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος κεί­με­νό του ο Δη­μή­τρης Απο­στο­λό­που­λος, αλ­λά και α­πο­θέ­τες ο­ρα­μά­των. Μό­νο που αυ­τά τα τε­λευ­ταία δεν τα α­να­κα­λύ­πτεις ξυ­λώ­νο­ντας τη στά­χω­ση σπά­νιων α­ντι­τύ­πων, ό­πως κά­νει ο φι­λο­πε­ρίερ­γος με­λε­τη­τής, αλ­λά σπου­δά­ζο­ντας τις βιο­γρα­φίες των αν­θρώ­πων. Ποιών αν­θρώ­πων, ό­μως, ό­ταν οι στα­χω­τές ε­κεί­νων των χρό­νων έ­με­ναν λί­γο πο­λύ α­νώ­νυ­μοι, ό­πως οι α­ντι­γρα­φείς ή και οι με­τα­φρα­στές.
Και για να ε­πα­νέλ­θου­με στο θέ­μα του Κα­λό­φω­νου, το ό­νει­ρο στο βι­βλίο, αυ­τό ως θέ­μα, ό­σα άρ­θρα κι αν γρα­φούν, ό­σα βι­βλία κι αν εκ­δο­θούν, πα­ρα­μέ­νει α­νε­ξάν­τλη­το, πα­ρό­λο που η ε­πο­χή μας προ­σπα­θεί να το πε­ριο­ρί­σει στα φροϋδι­κά πλαί­σια. Ο συγ­γρα­φέ­ας θυ­μί­ζει τον με­γά­λο ε­ξη­γη­τή των ο­νεί­ρων του 2ου μ.Χ. αιώ­να, τον Αρτε­μί­δω­ρο τον Δαλ­δια­νό. Σύμ­φω­να με τα «Ονει­ρο­κρι­τι­κά» του, το βι­βλίο στον ύ­πνο σου ση­μαί­νει τη ζωή σου, ί­σως, ό­μως, να πρό­κει­ται και για υ­πεν­θύ­μι­ση πα­λαιών πραγ­μά­των. Αν, ε­πι­προ­σθέ­τως, δεις πως τρως βι­βλίο, ση­μαί­νει γρή­γο­ρο θά­να­το. Εκτός κι αν α­νή­κεις στην ε­κλε­κτή κά­στα ό­σων κερ­δί­ζουν το ψω­μί τους α­πό τον έ­ντε­χνο λό­γο και το βι­βλίο, ο­πό­τε ση­μαί­νει πως κά­τι κα­λό θα σου συμ­βεί. Η βι­βλιο­φα­γία στο ό­νει­ρο ο­δη­γεί στα α­πο­κα­λυ­πτι­κά και λοι­πά χρι­στια­νι­κά κεί­με­να, κα­θώς και στις Από­κρυ­φες Πρά­ξεις των Απο­στό­λων. Στον τό­μο του «Βι­βλιο­αμ­φιά­στη», υ­πάρ­χει ει­δι­κό κεί­με­νο για την ει­κο­νο­γρα­φία της βι­βλιο­φα­γίας α­πό την Μά­γδα Παρ­χα­ρί­δου-Ανα­γνώ­στου.
Ένα ει­δι­κό­τε­ρο θέ­μα εί­ναι το ό­νει­ρο στο μυ­θι­στό­ρη­μα, ξε­κι­νώ­ντας α­πό τα υ­πο­βλη­τι­κά σε πα­ρα­στα­τι­κό­τη­τα ό­νει­ρα του Χα­ρί­τω­να, του Ηλιό­δω­ρου ή και του Αχιλ­λέα Τά­τιου και φθά­νο­ντας μέ­χρι τον Πα­πα­δια­μά­ντη, τον Ν.Γ.Πε­ντζί­κη ή α­κό­μη, και μέ­χρι τους ση­με­ρι­νούς συγ­γρα­φείς. Λ.χ., στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Τά­τιου «Τα κα­τά Λευ­κίπ­πην και Κλει­το­φώ­ντα», ο Κλει­το­φών βλέ­πει έ­να ό­νει­ρο, ό­που εί­ναι ε­νω­μέ­νος μέ­χρις ομ­φα­λού με το σώ­μα μιας κό­ρης, ε­νώ ο α­φη­γη­τής του Πε­ντζί­κη, στο «Μυ­θι­στό­ρη­μα της κυ­ρίας Έρσης», εί­ναι μέ­χρις ομ­φα­λού με­τα­μορ­φω­μέ­νος σε φι­δό­χορ­το. Τα ποι­κί­λα προ­μη­νύ­μα­τα, που ε­πι­στρά­τευαν τα ελ­λη­νι­στι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα για να προω­θή­σουν την υ­πό­θε­ση, ό­πως χρη­σμοί, οιω­νοί, ό­νει­ρα, ό­λα πέ­ρα­σαν σε α­χρη­στία, ε­κτός α­πό τα ό­νει­ρα, που δια­σώ­θη­καν μέ­χρι σή­με­ρα, α­νε­ξάρ­τη­τα αν ο Αρτε­μί­δω­ρος ως ερ­μη­νευ­τής έ­σβη­σε, για να κυ­ριαρ­χή­σει η ψυ­χα­να­λυ­τι­κή ερ­μη­νεία. Η βα­σι­κή, ό­μως, δια­φο­ρά βρί­σκε­ται στους α­φη­γη­μα­τι­κούς τρό­πους, με τους ο­ποίους α­πο­δί­δε­ται έ­να ό­νει­ρο. Όσο περ­νά­ει ο και­ρός, οι μυ­θι­στο­ριο­γρά­φοι πα­ρα­θέ­τουν τα ό­νει­ρα ό­πως και τα πραγ­μα­τι­κά συμ­βά­ντα· στρογ­γυ­λε­μέ­να και ε­ξορ­θο­λο­γι­σμέ­να. Υπο­λεί­πο­νται πολ­λά α­κό­μη, για μια άλ­λη ί­σως φο­ρά.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Ευμένης ο εξ Αγράφων

Ελένη Λαδιά
«Ταραντούλα»
Εκδόσεις Εστίας
Οκτώβριος 2008

Το 1973, ο Ζακ Λα­κα­ριέρ ε­ξέ­δω­σε το βι­βλίο του για τους «Γνω­στι­κούς». Την ί­δια χρο­νιά, η Ελέ­νη Λα­διά εμ­φα­νί­στη­κε στην πε­ζο­γρα­φία με μια συλ­λο­γή διη­γη­μά­των. Ο Λα­κα­ριέρ έ­γρα­φε εκ πε­ρι­τρο­πής με­λέ­τες και βι­βλία μυ­θο­πλα­σίας. Στο βαθ­μό, βε­βαίως, που έρ­γα, ό­πως το πρώ­το του βι­βλίο, «Οι έν­θε­οι», ή και «Οι Γνω­στι­κοί», μπο­ρούν να χα­ρα­κτη­ρι­στούν δο­κι­μια­κά. Και ο ή­ρωας του και­νούρ­γιου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος της Λα­διά εί­ναι έ­νας συγ­γρα­φέ­ας, που γρά­φει πό­τε με­λε­τή­μα­τα και πό­τε λο­γο­τε­χνία. Σαν συγ­γρα­φι­κό τα­μπε­ρα­μέ­ντο, ό­μως, δεν μοιά­ζει με τον Λα­κα­ριέρ. Εμφα­νί­ζε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο δια­νο­η­τι­κός πα­ρά διο­νυ­σια­κός. Το μυ­θι­στό­ρη­μα της Λα­διά το­πο­θε­τεί­ται στο πα­ρόν και ο ή­ρωάς της, ό­ταν α­πο­φα­σί­ζει να γρά­ψει έ­να βι­βλίο για τους Γνω­στι­κούς, εί­ναι ή­δη φτα­σμέ­νος συγ­γρα­φέ­ας “μέ­σης η­λι­κίας”. Νέ­ος, στα χρό­νια των σπου­δών του, εί­χε ε­πι­σκε­φτεί την Αί­γυ­πτο. Όταν, μά­λι­στα, βρέ­θη­κε, για πρώ­τη φο­ρά, στην Αλε­ξάν­δρεια, εί­χε το πα­ρά­ξε­νο συ­ναί­σθη­μα, πως, σε μια προ­η­γού­με­νη ζωή του, κά­που γύ­ρω στον πρώ­το ή και δεύ­τε­ρο με­τα­χρι­στια­νι­κό αιώ­να, την ε­πο­χή, δη­λα­δή, που η θε­ο­σο­φι­κή κί­νη­ση του γνω­στι­κι­σμού άρ­χι­ζε να δυ­να­μώ­νει, εί­χε κα­τοι­κή­σει, ως νέ­ος, σε αυ­τήν την πό­λη. Το πι­θα­νό­τε­ρο, σαν έ­νας Γνω­στι­κός ε­κεί­νου του και­ρού. Πα­ρό­μοια αι­σθή­μα­τα συγ­γέ­νειας με τους Γνω­στι­κούς, ό­πως και με τους α­σκη­τές της α­φρι­κα­νι­κής ε­ρή­μου, εί­χε ε­ξο­μο­λο­γη­θεί και ο Λα­κα­ριέρ.
Στην Άνω Αί­γυ­πτο, στην πε­ριο­χή του Χη­νο­βο­σκίου ή και Να­γκ Χαμ­μά­ντι, που βρί­σκε­ται στη δυ­τι­κή όχ­θη του Νεί­λου, α­να­κα­λύ­φθη­καν οι πά­πυ­ροι με τους κώ­δι­κες γνω­στι­κών κει­μέ­νων μα­ζί με ερ­μη­νευ­τι­κά σχό­λια του 2ου και 3ου μ.Χ. αιώ­να. Αυ­τά ο­φεί­λο­νταν στους Κό­πτες, που α­ντέ­γρα­ψαν τα ελ­λη­νι­κά πρω­τό­τυ­πα. Η α­να­κά­λυ­ψη των πά­πυ­ρων του Να­γκ Χαμ­μά­ντι έ­γι­νε το 1945, προς το τέ­λος του Β΄ Πα­γκο­σμίου Πο­λέ­μου. Ει­κο­σά­χρο­νος, τό­τε, ο Λα­κα­ριέ­ρ, μό­λις εί­χε φτά­σει στο Πα­ρί­σι. Ζού­σε στη Στέ­γη των Γραμ­μά­των, “σε μιαν α­πί­θα­νη α­τμό­σφαι­ρα ε­λευ­θε­ρίας και δη­μιουρ­γίας”, α­κού­γο­ντας δια­λέ­ξεις του Αλμπέρ Κα­μύ, του Ρε­η­μό­ντ Κε­νώ και του Ρο­λάν Μπαρτ. Ήταν η ε­πο­χή που βα­πτί­στη­κε στο πνεύ­μα του υ­περ­ρε­α­λι­σμού. Λί­γο αρ­γό­τε­ρα τα­ξί­δε­ψε στην Ελλά­δα και την Αί­γυ­πτο. Μπο­ρεί να ε­πι­σκέ­φτη­κε και το Να­γκ Χαμ­μά­ντι. Πά­ντως, ο ή­ρωας της Λα­διά, το 1945, μό­λις που θα εί­χε γεν­νη­θεί. Τα γνω­στι­κά κεί­με­να τα με­λέ­τη­σε πο­λύ αρ­γό­τε­ρα “στο κο­πτι­κό κέ­ντρο πα­τε­ρι­κών με­λε­τών του Καΐρου” και τον σα­γή­νευ­σαν δια­νο­η­τι­κά. Γι’ αυ­τό και τιτ­λο­φο­ρεί τη με­λέ­τη του «Η Λο­γι­κή των αν­θρώ­πων», νοώ­ντας τη λο­γι­κή σαν α­ντί­πα­λο δέ­ος της πί­στης.
Κα­τά τα άλ­λα, ως συγ­γρα­φείς, ο Λα­κα­ριέρ και η Λα­διά δεν συγ­γε­νεύουν. Η Λα­διά μοιά­ζει με τον ή­ρωά της και το και­νούρ­γιό της μυ­θι­στό­ρη­μα δεί­χνει, εκ πρώ­της ό­ψεως, σαν μια ε­γκε­φα­λι­κή κα­τα­σκευή. Το πα­ρά­δο­ξο εί­ναι πως α­πο­βαί­νει ευ­χά­ρι­στο και ψυ­χω­φε­λές, ό­πως και οι βίοι των αι­ρε­τι­κών, που α­να­διη­γεί­ται. Κι αν το α­πο­κα­λέ­σα­με κα­τα­σκευή και δη, δια­νο­η­τι­κή, αυ­τό ο­φεί­λε­ται στην ι­διαί­τε­ρη προ­σο­χή με την ο­ποία φαί­νε­ται δο­μη­μέ­νο. Ου­σια­στι­κά συ­νυ­φαί­νο­νται τρία α­φη­γη­μα­τι­κά νή­μα­τα. Ο κυ­ρίως κορ­μός, ό­που η τρι­το­πρό­σω­πη α­φή­γη­ση ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στον ή­ρωα, τον συγ­γρα­φέα. Και δυο δευ­τε­ρεύο­ντα νή­μα­τα, τα ο­ποία πα­ρα­κο­λου­θούν, κε­φά­λαιο προς κε­φά­λαιο, τα βι­βλία, που ε­κεί­νος γρά­φει ταυ­τό­χρο­να και ε­ναλ­λάξ. Το με­λέ­τη­μά του για τους αι­ρε­τι­κούς και έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα. Έντε­κα κε­φά­λαια το πρώ­το, εν­νέα το δεύ­τε­ρο. Ενώ η μη­τρι­κή α­φή­γη­ση, δη­λα­δή ο κορ­μός, χω­ρί­ζε­ται σε δώ­δε­κα κε­φά­λαια, στα ο­ποία εν­θέ­το­νται, με δια­φο­ρε­τι­κά τυ­πο­γρα­φι­κά στοι­χεία, τα α­πο­σπά­σμα­τα α­πό τα δυο βι­βλία. Πα­ρό­μοιες μορ­φι­κές και­νο­το­μίες συ­νη­θί­ζο­νται τα τε­λευ­ταία χρό­νια, α­φού τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα τύ­που “πλε­ξί­δα” και ευ­κο­λό­τε­ρα γρά­φο­νται και σε με­γα­λύ­τε­ρη έ­κτα­ση μπο­ρούν να α­πλω­θούν. Όμως, αυ­τή η μη­χα­νι­στι­κή α­ντί­λη­ψη εί­ναι ξέ­νη προς την Λα­διά. Τα τρία μέ­ρη του μυ­θι­στο­ρή­μα­τός της εί­ναι σφι­χτά δε­μέ­να με­τα­ξύ τους, κι αυ­τό, ό­χι ε­πι­φα­νεια­κά, με κά­ποια μυ­θο­πλα­στι­κά πρό­σω­πα να μπαι­νο­βγαί­νουν α­πό το έ­να στο άλ­λο, αλ­λά σε έ­να βα­θύ­τε­ρο ε­πί­πε­δο.
Ο συγ­γρα­φέ­ας-ή­ρωάς της α­πο­κα­λεί­ται Ευ­μέ­νης, ό­νο­μα που ση­μαί­νει κα­λο­προ­αί­ρε­τος, ταυ­τό­χρο­να, ό­μως, πα­ρα­πέ­μπει στους ελ­λη­νι­στι­κούς χρό­νους, δη­λα­δή και στην ε­πο­χή των Γνω­στι­κών. Ωστό­σο, έ­τσι ο­νο­μά­ζο­νται και ο­ρι­σμέ­νες σκου­ρό­χρω­μες σφή­κες με κί­τρι­νες κη­λί­δες, που φτιά­χνουν τη φω­λιά τους στο χώ­μα και τρέ­φο­νται με τις προ­νύμ­φες της πε­τα­λού­δας. Ακρι­βώς ό­πως η λο­γι­κή ευ­δο­κι­μεί, πνί­γο­ντας τη φα­ντα­σία. Από μια ά­πο­ψη, το ί­διο θέ­λη­σε να κά­νει και ο ή­ρωας, ό­ταν α­πο­φά­σι­σε να μην γρά­ψει ξα­νά μυ­θι­στό­ρη­μα πα­ρά μό­νο με­λέ­τες. Τε­λι­κά, ό­μως, ε­νέ­δω­σε στον πει­ρα­σμό.
Κα­τά τα άλ­λα, ο Ευ­μέ­νης εί­ναι έ­νας συ­γκαι­ρι­νός μας, που δυ­σα­να­σχε­τεί με την Αθή­να ό­που ζει. Τον ε­νο­χλούν τό­σο οι κλι­μα­το­λο­γι­κές συν­θή­κες ό­σο και το α­να­κά­τω­μα αν­θρώ­πων με δια­φο­ρε­τι­κή γλώσ­σα και θρή­σκευ­μα, που α­να­γκά­ζο­νται να συμ­βιώ­νουν. Γι’ αυ­τό και α­πο­φα­σί­ζει να με­τα­κο­μί­σει στο ο­ρει­νό χω­ριό του πα­τέ­ρα του. Στη λί­μνη Πλα­στή­ρα, το το­πο­θε­τεί η Λα­διά, χω­ρίς να το κα­το­νο­μά­ζει. Πρό­κει­ται, ω­στό­σο, για κρα­σο­χώ­ρι, με α­μπέ­λια και οι­νο­πα­ρα­γω­γούς, ό­που, το δε­κα­πε­νταύ­γου­στο, η γιορ­τή της Πα­να­γίας συ­μπί­πτει με το πα­νη­γύ­ρι του κρα­σιού. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, που πα­ρα­πέ­μπουν στο ι­στο­ρι­κό χω­ριό των Αγρά­φων, τον Με­σε­νι­κό­λα. Αυ­τό, ό­μως, ε­λά­χι­στα εν­δια­φέ­ρει, α­φού το μό­νο που εκ­με­ταλ­λεύε­ται η συγ­γρα­φέ­ας εί­ναι το πα­νη­γύ­ρι και το χο­ρό. Ιδιαί­τε­ρα, το χο­ρό, που α­πο­κα­λύ­πτει την άλ­λη ό­ψη των αν­θρώ­πων.
Τα πά­θη, ό­πως εκ­δη­λώ­νο­νται στο χο­ρό, θα μπο­ρού­σε να υ­πο­θέ­σει κα­νείς πως εί­ναι το κυ­ρίως θέ­μα του βι­βλίου. Ωστό­σο, ο κε­ντρι­κός ή­ρωας α­ρέ­σκε­ται στην τά­ξη και προ­βάλ­λει ως έ­νας άν­θρω­πος χω­ρίς πά­θη. Επί­σης, δεν χο­ρεύει, κι ας θέ­τει ως προ­με­τω­πί­δα στο με­λέ­τη­μά του τη ρή­ση, «Ο μη χο­ρεύων / α­γνο­εί το γι­νό­με­νον», δα­νει­σμέ­νη α­πό τις α­πό­κρυ­φες «Πρά­ξεις του Ιωάν­νου». Ως δη­μιουρ­γός, ό­μως, του μυ­θο­πλα­στι­κού σύ­μπα­ντος, βά­ζει τους ή­ρωές του να χο­ρεύουν. Τό­σο τους Γνω­στι­κούς, α­φού κι αυ­τοί, τε­λι­κά, ως ή­ρωες μυ­θι­στο­ρή­μα­τος προ­βάλ­λουν, ό­σο και τους φα­ντα­στι­κούς του κα­θ’ αυ­τό μυ­θι­στο­ρή­μα­τός του. Απο­στα­σιο­ποιη­μέ­νος τους ε­λέγ­χει, αν και υ­πο­βό­σκει το ε­ρώ­τη­μα κα­τά πό­σο έ­νας συγ­γρα­φέ­ας ε­λέγ­χει τα δη­μιουρ­γή­μα­τά του.
Όπως και να έ­χει, ο ή­ρωας της Λα­διά συγ­γρά­φει στον ε­πά­νω ό­ρο­φο του πα­τρο­γο­νι­κού του το με­λέ­τη­μα και στον κά­τω, το μυ­θι­στό­ρη­μα. Κά­πως σαν την φροϋδι­κή χω­ρο­τα­ξία του υ­πε­ρε­γώ και του α­συ­νεί­δη­του. Το μυ­θι­στό­ρη­μά του το τιτ­λο­φο­ρεί τα­ρα­ντού­λα α­πό την ο­μώ­νυ­μη χο­ντρό­σω­μη α­ρά­χνη της νό­τιας Ιτα­λίας, που οι πα­λαιό­τε­ροι θεω­ρού­σαν πως το δά­γκω­μά της έ­φερ­νε υ­στε­ρι­κή κρί­ση, συ­νο­δευό­με­νη με ξέ­φρε­νο χο­ρό και θρη­νω­δίες. Ο τα­ρα­ντου­λι­σμός, ό­πως τον α­πο­κά­λε­σαν. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Ευ­μέ­νη, οι ή­ρωες έ­χουν ξε­σπά­σμα­τα τα­ρα­ντου­λι­σμού, χο­ρεύο­ντας σαν μα­νια­σμέ­νοι. Ο χο­ρός τους μας θύ­μι­σε το διή­γη­μα, «Ο χο­ρός του Κα­ρουά­να», του Πά­νου Τσί­ρου. Και σε ε­κεί­νο, ο χο­ρός πα­ρου­σιά­ζε­ται ως ε­κτό­νω­ση συ­ναι­σθη­μα­τι­κών ε­ντά­σεων.
Στο έν­θε­το μυ­θι­στό­ρη­μα «Τα­ρα­ντού­λα», ο ψυ­χι­κός κό­σμος των η­ρώων προ­σεγ­γί­ζε­ται μέ­σα α­πό τους μύ­θους του αρ­χαίου κό­σμου, συ­νο­μι­λώ­ντας πλα­γίως με τα κε­φά­λαια του με­λε­τή­μα­τος, που εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­να στους Γνω­στι­κούς. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, το με­λέ­τη­μα θα μπο­ρού­σε να αυ­το­νο­μη­θεί σε α­νε­ξάρ­τη­το βι­βλίο, ο­πό­τε οι Γνω­στι­κοί της Λα­διά θα έρ­χο­νταν να στα­θούν δί­πλα σε αυ­τούς του Λα­κα­ριέρ. Ο Σί­μων ο Μά­γος, ο Βα­σι­λεί­δης, ο Βα­λε­ντί­νος, ο Μά­νης και ό­λοι οι υ­πό­λοι­ποι, έ­χο­ντας α­πέ­να­ντί τους ως κρι­τές και διώ­κτες τους, τους πρώ­τους Πα­τέ­ρες της Εκκλη­σίας, με πρω­το­στά­τη, τον Επι­φά­νιο. Αναμ­φι­βό­λως, τα δύο βι­βλία δια­φέ­ρουν. Η Λα­διά προ­τάσ­σει την πο­λε­μι­κή των Πα­τέ­ρων και με­τά δί­νει το λό­γο στους μα­χη­τές της θρη­σκείας, σαν εμ­μέ­σως να τάσ­σε­ται με την πλευ­ρά τους. Ο Λα­κα­ριέρ κλεί­νει το βι­βλίο του με έ­να προ­σω­πι­κό κε­φά­λαιο, που τιτ­λο­φο­ρεί, «Προς έ­ναν Νέο Γνω­στι­κι­σμό». Πα­ρο­μοίως, προ­σω­πι­κό εί­ναι και το τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο της Λα­διά, ή μάλ­λον α­κρι­βέ­στε­ρα, του ή­ρωά της, συγ­γρα­φέα. Ανα­φέ­ρε­ται σε μια πα­λαιό­τε­ρη ε­πο­χή α­πό ε­κεί­νη των Γνω­στι­κών και α­φο­ρά το βι­βλίο του Ιώβ. Τον Ευ­μέ­νη δεν τον είλ­κυ­σε η λο­γο­τε­χνι­κή α­ξία του βι­βλίου του Ιώ­β, το ο­ποίο τό­σους και τό­σους ε­νέ­πνευ­σε, αλ­λά το ε­πί­μα­χο ζή­τη­μα της θε­ο­δι­κίας. Ως άλ­λος Ιώβ ο Ευ­μέ­νης, α­πο­ρεί, για­τί να ευ­τυ­χεί ο ά­δι­κος και να πά­σχει ο δί­καιος;

Μ. Θεοδοσοπούλου