Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2009

Ευμένης ο εξ Αγράφων

Ελένη Λαδιά
«Ταραντούλα»
Εκδόσεις Εστίας
Οκτώβριος 2008

Το 1973, ο Ζακ Λα­κα­ριέρ ε­ξέ­δω­σε το βι­βλίο του για τους «Γνω­στι­κούς». Την ί­δια χρο­νιά, η Ελέ­νη Λα­διά εμ­φα­νί­στη­κε στην πε­ζο­γρα­φία με μια συλ­λο­γή διη­γη­μά­των. Ο Λα­κα­ριέρ έ­γρα­φε εκ πε­ρι­τρο­πής με­λέ­τες και βι­βλία μυ­θο­πλα­σίας. Στο βαθ­μό, βε­βαίως, που έρ­γα, ό­πως το πρώ­το του βι­βλίο, «Οι έν­θε­οι», ή και «Οι Γνω­στι­κοί», μπο­ρούν να χα­ρα­κτη­ρι­στούν δο­κι­μια­κά. Και ο ή­ρωας του και­νούρ­γιου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος της Λα­διά εί­ναι έ­νας συγ­γρα­φέ­ας, που γρά­φει πό­τε με­λε­τή­μα­τα και πό­τε λο­γο­τε­χνία. Σαν συγ­γρα­φι­κό τα­μπε­ρα­μέ­ντο, ό­μως, δεν μοιά­ζει με τον Λα­κα­ριέρ. Εμφα­νί­ζε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο δια­νο­η­τι­κός πα­ρά διο­νυ­σια­κός. Το μυ­θι­στό­ρη­μα της Λα­διά το­πο­θε­τεί­ται στο πα­ρόν και ο ή­ρωάς της, ό­ταν α­πο­φα­σί­ζει να γρά­ψει έ­να βι­βλίο για τους Γνω­στι­κούς, εί­ναι ή­δη φτα­σμέ­νος συγ­γρα­φέ­ας “μέ­σης η­λι­κίας”. Νέ­ος, στα χρό­νια των σπου­δών του, εί­χε ε­πι­σκε­φτεί την Αί­γυ­πτο. Όταν, μά­λι­στα, βρέ­θη­κε, για πρώ­τη φο­ρά, στην Αλε­ξάν­δρεια, εί­χε το πα­ρά­ξε­νο συ­ναί­σθη­μα, πως, σε μια προ­η­γού­με­νη ζωή του, κά­που γύ­ρω στον πρώ­το ή και δεύ­τε­ρο με­τα­χρι­στια­νι­κό αιώ­να, την ε­πο­χή, δη­λα­δή, που η θε­ο­σο­φι­κή κί­νη­ση του γνω­στι­κι­σμού άρ­χι­ζε να δυ­να­μώ­νει, εί­χε κα­τοι­κή­σει, ως νέ­ος, σε αυ­τήν την πό­λη. Το πι­θα­νό­τε­ρο, σαν έ­νας Γνω­στι­κός ε­κεί­νου του και­ρού. Πα­ρό­μοια αι­σθή­μα­τα συγ­γέ­νειας με τους Γνω­στι­κούς, ό­πως και με τους α­σκη­τές της α­φρι­κα­νι­κής ε­ρή­μου, εί­χε ε­ξο­μο­λο­γη­θεί και ο Λα­κα­ριέρ.
Στην Άνω Αί­γυ­πτο, στην πε­ριο­χή του Χη­νο­βο­σκίου ή και Να­γκ Χαμ­μά­ντι, που βρί­σκε­ται στη δυ­τι­κή όχ­θη του Νεί­λου, α­να­κα­λύ­φθη­καν οι πά­πυ­ροι με τους κώ­δι­κες γνω­στι­κών κει­μέ­νων μα­ζί με ερ­μη­νευ­τι­κά σχό­λια του 2ου και 3ου μ.Χ. αιώ­να. Αυ­τά ο­φεί­λο­νταν στους Κό­πτες, που α­ντέ­γρα­ψαν τα ελ­λη­νι­κά πρω­τό­τυ­πα. Η α­να­κά­λυ­ψη των πά­πυ­ρων του Να­γκ Χαμ­μά­ντι έ­γι­νε το 1945, προς το τέ­λος του Β΄ Πα­γκο­σμίου Πο­λέ­μου. Ει­κο­σά­χρο­νος, τό­τε, ο Λα­κα­ριέ­ρ, μό­λις εί­χε φτά­σει στο Πα­ρί­σι. Ζού­σε στη Στέ­γη των Γραμ­μά­των, “σε μιαν α­πί­θα­νη α­τμό­σφαι­ρα ε­λευ­θε­ρίας και δη­μιουρ­γίας”, α­κού­γο­ντας δια­λέ­ξεις του Αλμπέρ Κα­μύ, του Ρε­η­μό­ντ Κε­νώ και του Ρο­λάν Μπαρτ. Ήταν η ε­πο­χή που βα­πτί­στη­κε στο πνεύ­μα του υ­περ­ρε­α­λι­σμού. Λί­γο αρ­γό­τε­ρα τα­ξί­δε­ψε στην Ελλά­δα και την Αί­γυ­πτο. Μπο­ρεί να ε­πι­σκέ­φτη­κε και το Να­γκ Χαμ­μά­ντι. Πά­ντως, ο ή­ρωας της Λα­διά, το 1945, μό­λις που θα εί­χε γεν­νη­θεί. Τα γνω­στι­κά κεί­με­να τα με­λέ­τη­σε πο­λύ αρ­γό­τε­ρα “στο κο­πτι­κό κέ­ντρο πα­τε­ρι­κών με­λε­τών του Καΐρου” και τον σα­γή­νευ­σαν δια­νο­η­τι­κά. Γι’ αυ­τό και τιτ­λο­φο­ρεί τη με­λέ­τη του «Η Λο­γι­κή των αν­θρώ­πων», νοώ­ντας τη λο­γι­κή σαν α­ντί­πα­λο δέ­ος της πί­στης.
Κα­τά τα άλ­λα, ως συγ­γρα­φείς, ο Λα­κα­ριέρ και η Λα­διά δεν συγ­γε­νεύουν. Η Λα­διά μοιά­ζει με τον ή­ρωά της και το και­νούρ­γιό της μυ­θι­στό­ρη­μα δεί­χνει, εκ πρώ­της ό­ψεως, σαν μια ε­γκε­φα­λι­κή κα­τα­σκευή. Το πα­ρά­δο­ξο εί­ναι πως α­πο­βαί­νει ευ­χά­ρι­στο και ψυ­χω­φε­λές, ό­πως και οι βίοι των αι­ρε­τι­κών, που α­να­διη­γεί­ται. Κι αν το α­πο­κα­λέ­σα­με κα­τα­σκευή και δη, δια­νο­η­τι­κή, αυ­τό ο­φεί­λε­ται στην ι­διαί­τε­ρη προ­σο­χή με την ο­ποία φαί­νε­ται δο­μη­μέ­νο. Ου­σια­στι­κά συ­νυ­φαί­νο­νται τρία α­φη­γη­μα­τι­κά νή­μα­τα. Ο κυ­ρίως κορ­μός, ό­που η τρι­το­πρό­σω­πη α­φή­γη­ση ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στον ή­ρωα, τον συγ­γρα­φέα. Και δυο δευ­τε­ρεύο­ντα νή­μα­τα, τα ο­ποία πα­ρα­κο­λου­θούν, κε­φά­λαιο προς κε­φά­λαιο, τα βι­βλία, που ε­κεί­νος γρά­φει ταυ­τό­χρο­να και ε­ναλ­λάξ. Το με­λέ­τη­μά του για τους αι­ρε­τι­κούς και έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα. Έντε­κα κε­φά­λαια το πρώ­το, εν­νέα το δεύ­τε­ρο. Ενώ η μη­τρι­κή α­φή­γη­ση, δη­λα­δή ο κορ­μός, χω­ρί­ζε­ται σε δώ­δε­κα κε­φά­λαια, στα ο­ποία εν­θέ­το­νται, με δια­φο­ρε­τι­κά τυ­πο­γρα­φι­κά στοι­χεία, τα α­πο­σπά­σμα­τα α­πό τα δυο βι­βλία. Πα­ρό­μοιες μορ­φι­κές και­νο­το­μίες συ­νη­θί­ζο­νται τα τε­λευ­ταία χρό­νια, α­φού τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα τύ­που “πλε­ξί­δα” και ευ­κο­λό­τε­ρα γρά­φο­νται και σε με­γα­λύ­τε­ρη έ­κτα­ση μπο­ρούν να α­πλω­θούν. Όμως, αυ­τή η μη­χα­νι­στι­κή α­ντί­λη­ψη εί­ναι ξέ­νη προς την Λα­διά. Τα τρία μέ­ρη του μυ­θι­στο­ρή­μα­τός της εί­ναι σφι­χτά δε­μέ­να με­τα­ξύ τους, κι αυ­τό, ό­χι ε­πι­φα­νεια­κά, με κά­ποια μυ­θο­πλα­στι­κά πρό­σω­πα να μπαι­νο­βγαί­νουν α­πό το έ­να στο άλ­λο, αλ­λά σε έ­να βα­θύ­τε­ρο ε­πί­πε­δο.
Ο συγ­γρα­φέ­ας-ή­ρωάς της α­πο­κα­λεί­ται Ευ­μέ­νης, ό­νο­μα που ση­μαί­νει κα­λο­προ­αί­ρε­τος, ταυ­τό­χρο­να, ό­μως, πα­ρα­πέ­μπει στους ελ­λη­νι­στι­κούς χρό­νους, δη­λα­δή και στην ε­πο­χή των Γνω­στι­κών. Ωστό­σο, έ­τσι ο­νο­μά­ζο­νται και ο­ρι­σμέ­νες σκου­ρό­χρω­μες σφή­κες με κί­τρι­νες κη­λί­δες, που φτιά­χνουν τη φω­λιά τους στο χώ­μα και τρέ­φο­νται με τις προ­νύμ­φες της πε­τα­λού­δας. Ακρι­βώς ό­πως η λο­γι­κή ευ­δο­κι­μεί, πνί­γο­ντας τη φα­ντα­σία. Από μια ά­πο­ψη, το ί­διο θέ­λη­σε να κά­νει και ο ή­ρωας, ό­ταν α­πο­φά­σι­σε να μην γρά­ψει ξα­νά μυ­θι­στό­ρη­μα πα­ρά μό­νο με­λέ­τες. Τε­λι­κά, ό­μως, ε­νέ­δω­σε στον πει­ρα­σμό.
Κα­τά τα άλ­λα, ο Ευ­μέ­νης εί­ναι έ­νας συ­γκαι­ρι­νός μας, που δυ­σα­να­σχε­τεί με την Αθή­να ό­που ζει. Τον ε­νο­χλούν τό­σο οι κλι­μα­το­λο­γι­κές συν­θή­κες ό­σο και το α­να­κά­τω­μα αν­θρώ­πων με δια­φο­ρε­τι­κή γλώσ­σα και θρή­σκευ­μα, που α­να­γκά­ζο­νται να συμ­βιώ­νουν. Γι’ αυ­τό και α­πο­φα­σί­ζει να με­τα­κο­μί­σει στο ο­ρει­νό χω­ριό του πα­τέ­ρα του. Στη λί­μνη Πλα­στή­ρα, το το­πο­θε­τεί η Λα­διά, χω­ρίς να το κα­το­νο­μά­ζει. Πρό­κει­ται, ω­στό­σο, για κρα­σο­χώ­ρι, με α­μπέ­λια και οι­νο­πα­ρα­γω­γούς, ό­που, το δε­κα­πε­νταύ­γου­στο, η γιορ­τή της Πα­να­γίας συ­μπί­πτει με το πα­νη­γύ­ρι του κρα­σιού. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, που πα­ρα­πέ­μπουν στο ι­στο­ρι­κό χω­ριό των Αγρά­φων, τον Με­σε­νι­κό­λα. Αυ­τό, ό­μως, ε­λά­χι­στα εν­δια­φέ­ρει, α­φού το μό­νο που εκ­με­ταλ­λεύε­ται η συγ­γρα­φέ­ας εί­ναι το πα­νη­γύ­ρι και το χο­ρό. Ιδιαί­τε­ρα, το χο­ρό, που α­πο­κα­λύ­πτει την άλ­λη ό­ψη των αν­θρώ­πων.
Τα πά­θη, ό­πως εκ­δη­λώ­νο­νται στο χο­ρό, θα μπο­ρού­σε να υ­πο­θέ­σει κα­νείς πως εί­ναι το κυ­ρίως θέ­μα του βι­βλίου. Ωστό­σο, ο κε­ντρι­κός ή­ρωας α­ρέ­σκε­ται στην τά­ξη και προ­βάλ­λει ως έ­νας άν­θρω­πος χω­ρίς πά­θη. Επί­σης, δεν χο­ρεύει, κι ας θέ­τει ως προ­με­τω­πί­δα στο με­λέ­τη­μά του τη ρή­ση, «Ο μη χο­ρεύων / α­γνο­εί το γι­νό­με­νον», δα­νει­σμέ­νη α­πό τις α­πό­κρυ­φες «Πρά­ξεις του Ιωάν­νου». Ως δη­μιουρ­γός, ό­μως, του μυ­θο­πλα­στι­κού σύ­μπα­ντος, βά­ζει τους ή­ρωές του να χο­ρεύουν. Τό­σο τους Γνω­στι­κούς, α­φού κι αυ­τοί, τε­λι­κά, ως ή­ρωες μυ­θι­στο­ρή­μα­τος προ­βάλ­λουν, ό­σο και τους φα­ντα­στι­κούς του κα­θ’ αυ­τό μυ­θι­στο­ρή­μα­τός του. Απο­στα­σιο­ποιη­μέ­νος τους ε­λέγ­χει, αν και υ­πο­βό­σκει το ε­ρώ­τη­μα κα­τά πό­σο έ­νας συγ­γρα­φέ­ας ε­λέγ­χει τα δη­μιουρ­γή­μα­τά του.
Όπως και να έ­χει, ο ή­ρωας της Λα­διά συγ­γρά­φει στον ε­πά­νω ό­ρο­φο του πα­τρο­γο­νι­κού του το με­λέ­τη­μα και στον κά­τω, το μυ­θι­στό­ρη­μα. Κά­πως σαν την φροϋδι­κή χω­ρο­τα­ξία του υ­πε­ρε­γώ και του α­συ­νεί­δη­του. Το μυ­θι­στό­ρη­μά του το τιτ­λο­φο­ρεί τα­ρα­ντού­λα α­πό την ο­μώ­νυ­μη χο­ντρό­σω­μη α­ρά­χνη της νό­τιας Ιτα­λίας, που οι πα­λαιό­τε­ροι θεω­ρού­σαν πως το δά­γκω­μά της έ­φερ­νε υ­στε­ρι­κή κρί­ση, συ­νο­δευό­με­νη με ξέ­φρε­νο χο­ρό και θρη­νω­δίες. Ο τα­ρα­ντου­λι­σμός, ό­πως τον α­πο­κά­λε­σαν. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Ευ­μέ­νη, οι ή­ρωες έ­χουν ξε­σπά­σμα­τα τα­ρα­ντου­λι­σμού, χο­ρεύο­ντας σαν μα­νια­σμέ­νοι. Ο χο­ρός τους μας θύ­μι­σε το διή­γη­μα, «Ο χο­ρός του Κα­ρουά­να», του Πά­νου Τσί­ρου. Και σε ε­κεί­νο, ο χο­ρός πα­ρου­σιά­ζε­ται ως ε­κτό­νω­ση συ­ναι­σθη­μα­τι­κών ε­ντά­σεων.
Στο έν­θε­το μυ­θι­στό­ρη­μα «Τα­ρα­ντού­λα», ο ψυ­χι­κός κό­σμος των η­ρώων προ­σεγ­γί­ζε­ται μέ­σα α­πό τους μύ­θους του αρ­χαίου κό­σμου, συ­νο­μι­λώ­ντας πλα­γίως με τα κε­φά­λαια του με­λε­τή­μα­τος, που εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­να στους Γνω­στι­κούς. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, το με­λέ­τη­μα θα μπο­ρού­σε να αυ­το­νο­μη­θεί σε α­νε­ξάρ­τη­το βι­βλίο, ο­πό­τε οι Γνω­στι­κοί της Λα­διά θα έρ­χο­νταν να στα­θούν δί­πλα σε αυ­τούς του Λα­κα­ριέρ. Ο Σί­μων ο Μά­γος, ο Βα­σι­λεί­δης, ο Βα­λε­ντί­νος, ο Μά­νης και ό­λοι οι υ­πό­λοι­ποι, έ­χο­ντας α­πέ­να­ντί τους ως κρι­τές και διώ­κτες τους, τους πρώ­τους Πα­τέ­ρες της Εκκλη­σίας, με πρω­το­στά­τη, τον Επι­φά­νιο. Αναμ­φι­βό­λως, τα δύο βι­βλία δια­φέ­ρουν. Η Λα­διά προ­τάσ­σει την πο­λε­μι­κή των Πα­τέ­ρων και με­τά δί­νει το λό­γο στους μα­χη­τές της θρη­σκείας, σαν εμ­μέ­σως να τάσ­σε­ται με την πλευ­ρά τους. Ο Λα­κα­ριέρ κλεί­νει το βι­βλίο του με έ­να προ­σω­πι­κό κε­φά­λαιο, που τιτ­λο­φο­ρεί, «Προς έ­ναν Νέο Γνω­στι­κι­σμό». Πα­ρο­μοίως, προ­σω­πι­κό εί­ναι και το τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο της Λα­διά, ή μάλ­λον α­κρι­βέ­στε­ρα, του ή­ρωά της, συγ­γρα­φέα. Ανα­φέ­ρε­ται σε μια πα­λαιό­τε­ρη ε­πο­χή α­πό ε­κεί­νη των Γνω­στι­κών και α­φο­ρά το βι­βλίο του Ιώβ. Τον Ευ­μέ­νη δεν τον είλ­κυ­σε η λο­γο­τε­χνι­κή α­ξία του βι­βλίου του Ιώ­β, το ο­ποίο τό­σους και τό­σους ε­νέ­πνευ­σε, αλ­λά το ε­πί­μα­χο ζή­τη­μα της θε­ο­δι­κίας. Ως άλ­λος Ιώβ ο Ευ­μέ­νης, α­πο­ρεί, για­τί να ευ­τυ­χεί ο ά­δι­κος και να πά­σχει ο δί­καιος;

Μ. Θεοδοσοπούλου

Δεν υπάρχουν σχόλια: