Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2009

Ο βίος και η πολιτεία του Εμμανουήλ Κριαρά

Εμμα­νουήλ Κρια­ράς
«Μα­κράς ζωής α­γω­νί­σμα­τα»
Έκδο­ση: Οι φί­λοι του πε­ριο­δι­κού «Αντί»,
Φε­βρουά­ριος 2009

Με­τά μια ο­ρι­σμέ­νη η­λι­κία, ο α­πο­λο­γι­σμός ζωής, α­κό­μη κι ό­ταν δεν συ­ντάσ­σε­ται, κα­ταρ­τί­ζε­ται νο­ε­ρά. Μό­νο που σκέ­ψεις και αι­σθή­μα­τα, α­κό­μη και τα γε­γο­νό­τα, δεν πα­ρου­σιά­ζο­νται ό­πως τα ζή­σα­με αλ­λά κα­τα­πώς τα θυ­μό­μα­στε. Ή, ί­σως α­κρι­βέ­στε­ρα, ό­πως θέ­λου­με να τα θυ­μό­μα­στε. Ο Εμμα­νουήλ Κρια­ράς, ω­στό­σο, δεί­χνει να εί­ναι α­ντι­κει­με­νι­κός. Κι αυ­τό φαί­νε­ται να το ε­πι­τυγ­χά­νει, ξε­κα­θα­ρί­ζο­ντας τα αι­σθή­μα­τά του και κα­τα­στα­λά­ζο­ντας στις α­πό­ψεις του για πρό­σω­πα και κα­τα­στά­σεις. Με θαυ­μα­στή α­κρι­βο­λο­γία, πα­ρα­θέ­τει τα τεκ­μή­ρια της μέ­χρι σή­με­ρα πο­ρείας του, χω­ρίς α­πο­σιω­πή­σεις, σαν έ­ναν εις ε­αυ­τόν α­πο­λο­γι­σμό. Πρό­κει­ται για μια λο­γο­δο­σία, που α­πο­φεύ­γει τις α­σά­φειες και πα­ρα­λεί­ψεις, σκια­γρα­φώ­ντας, με ευ­κρί­νεια, λη­σμο­νη­μέ­νες ή και ά­γνω­στες στους νεό­τε­ρους κοι­νω­νι­κές και πο­λι­τι­κές κα­τα­στά­σεις. Συ­στη­μα­τι­κός ο λό­γος του, συ­στή­νει, εν συ­ντο­μία, πλή­θος προ­σώ­πων α­πό δια­φο­ρε­τι­κούς χώ­ρους, με κυ­ριό­τε­ρους, αυ­τούς της α­κα­δη­μαϊκής κοι­νό­τη­τας και της λο­γο­τε­χνίας. Αν και ε­πι­κε­ντρω­μέ­νος ο α­πο­λο­γι­σμός στον αυ­το­βιο­γρα­φού­με­νο και τους γύ­ρω του, δί­νει μια πα­νο­ρα­μι­κή ει­κό­να του 20ου αιώ­να. Με­τα­ξύ άλ­λων, δεί­χνει και πό­σο λί­γο ή έ­στω, πό­σο δύ­σκο­λα, αλ­λά­ζουν οι νοο­τρο­πίες, κα­θώς και ο­ρι­σμέ­νες τα­κτι­κές, ό­πως η υ­πο­νό­μευ­ση των α­ξιό­τε­ρων. Η αυ­το­βιο­γρα­φία του Κρια­ρά μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποιη­θεί ως βι­βλίο α­να­φο­ράς χά­ρις στο πλή­θος και την α­κρί­βεια των πραγ­μα­το­λο­γι­κών στοι­χείων Μπο­ρεί, ό­μως, να δια­βα­στεί και ως ι­στο­ρι­κό α­φή­γη­μα. Στη δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, α­να­πό­φευ­κτα, ο α­να­γνώ­στης συ­γκρα­τεί τα ση­μα­ντι­κά γι’ αυ­τόν. Δί­νου­με πε­ρί­λη­ψη της δι­κής μας ε­ντρύ­φη­σης, δε­δο­μέ­νου ό­τι μια τυ­πι­κή πα­ρου­σία­ση ε­νός πα­ρό­μοιου βι­βλίου θα πε­ριο­ρι­ζό­ταν σε γε­νι­κό­λο­γες α­πο­φάν­σεις, που μάλ­λον α­πω­θούν πα­ρά πα­ρα­κι­νούν σε α­νά­γνω­ση.
Γεν­νη­μέ­νος ο Κρια­ράς στον Πει­ραιά, έ­ζη­σε μέ­χρι την ε­νη­λι­κίω­σή του, πρώ­τα στη Μή­λο και με­τά στην Κρή­τη. Κα­τά­γε­ται α­πό ε­κεί­νους τους Κρη­τι­κούς, που, κυ­νη­γη­μέ­νοι, στα πρώ­τα χρό­νια του 19ου αιώ­να, ε­γκα­τέ­λει­ψαν τα Σφα­κιά και ε­γκα­τα­στά­θη­καν στη Μή­λο, ι­δρύο­ντας τον Αδά­μα­ντα, που εί­ναι το ση­με­ρι­νό ε­πί­νειο του νη­σιού. Η πρώ­τη ε­ρευ­νη­τι­κή με­λέ­τη του α­φο­ρά τα νε­ο­ελ­λη­νι­κά πα­ρω­νύ­μια των δυο νη­σιών. Ναυ­τι­κοί το ε­πάγ­γελ­μα ή­ταν και οι δυο ε­κα­τέ­ρω­θεν παπ­πού­δες του, ό­πως και ο πα­τέ­ρας του. Ενδια­φέ­ρου­σα εί­ναι η πλη­ρο­φο­ρία, πως ο έ­νας α­πό τους δυο μι­κρό­τε­ρους α­δελ­φούς του, ο δευ­τε­ρό­το­κος Παύ­λος, ή­ταν συ­νο­μή­λι­κος και φί­λος με τον Μι­χά­λη Ρά­πτη, γνω­στό και με το ε­πα­να­στα­τι­κό ψευ­δώ­νυ­μο Πά­μπλο, το ο­ποίο, σύμ­φω­να με τον Κρια­ρά, μπο­ρεί και να το ε­μπνεύ­στη­κε α­πό τον α­δελ­φό του.
Ο Κρια­ράς ο­νο­μα­τί­ζει τους κα­θη­γη­τές του στο γυ­μνά­σιο των Χα­νίων, μνη­μο­νεύο­ντας ι­διαί­τε­ρα τον Εμμα­νουήλ Γε­νε­ρά­λι, που τον μύη­σε στα αρ­χαία γράμ­μα­τα, και τον Ιωάν­νη Μο­σχό­που­λο της Ευαγ­γε­λι­κής Σχο­λής της Σμύρ­νης, που τους μι­λού­σε για το γλωσ­σι­κό ζή­τη­μα και τη σύγ­χρο­νη λο­γο­τε­χνία. Ακό­μη, α­να­φέ­ρει τους συμ­μα­θη­τές του, τον Στέ­λιο Κα­ψω­μέ­νο και τον Νί­κο Τω­μα­δά­κη, κα­θώς και τις πνευ­μα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες ε­κεί­νων των χρό­νων. Στην τρί­τη γυ­μνα­σίου εί­χαν ι­δρύ­σει τον πνευ­μα­τι­κό ό­μι­λο «Εγκυ­κλο­παι­δι­κός Κύ­κλος των Νέων» και στην τε­λευ­ταία τά­ξη, τον «Κρη­τι­κό Φι­λο­λο­γι­κό Σύλ­λο­γο» και το πε­ριο­δι­κό «Αυ­γε­ρι­νός». Νο­νός του πε­ριο­δι­κού και υ­πεύ­θυ­νος ύ­λης για τον πρώ­το χρό­νο ή­ταν ο ί­διος. Σε αυ­τό δη­μο­σίευ­σε με­τα­φρά­σμα­τα και δυο βι­βλιο­κρι­σίες, για το μυ­θι­στό­ρη­μα του Ξε­νό­που­λου «Η τρί­μορ­φη γυ­ναί­κα» και για την αν­θο­λο­γία του Πα­πα­δή­μα «Νέ­οι Διη­γη­μα­το­γρά­φοι». Πο­λύ θα θέ­λα­με να δια­βά­σου­με την ά­πο­ψη του νε­α­ρού Κρια­ρά για ε­κεί­νους τους “νέ­ους διη­γη­μα­το­γρά­φους”. Μια άλ­λη συ­ντρο­φιά στα Χα­νιά, με ε­πι­κε­φα­λής τον φί­λο του, Κα­ψω­μέ­νο, έ­βγα­ζε το πε­ριο­δι­κό «Λο­γο­τε­χνι­κές Σε­λί­δες».
Μέ­σα α­πό τα στοι­χεία της αυ­το­βιο­γρα­φίας, ο Κρια­ράς προ­βάλ­λει ως έ­νας συ­ναι­σθη­μα­τι­κός έ­φη­βος, πει­θαρ­χη­μέ­νος και ερ­γα­τι­κός, με πνευ­μα­τι­κά εν­δια­φέ­ρο­ντα. Ένας νε­α­ρός, που δεν δια­θέ­τει χρό­νο για παι­χνί­δια, ού­τε και για πολ­λές συ­να­να­στρο­φές. Χω­ρίς ε­πι­δό­σεις στα α­θλη­τι­κά, αλ­λά με έ­φε­ση στις ξέ­νες γλώσ­σες. Ανα­κα­λεί τα πρώ­τα δια­βά­σμα­τά του, ε­κεί­να που ε­ξέ­θρε­ψαν τον δη­μο­τι­κι­σμό του. Ανά­με­σα σε αυ­τά και τα διη­γή­μα­τα του Πέ­τρου Πι­κρού, ε­κεί­να του πρώ­του βι­βλίου του, τα «Χα­μέ­να κορ­μιά», που κυ­κλο­φό­ρη­σε Χρι­στού­γεν­να του 1922. Οι α­να­μνή­σεις α­πό τα σχο­λι­κά του χρό­νια τε­λειώ­νουν με τη διά­λε­ξη, που έ­δω­σε ο Ψυ­χά­ρης στο Φι­λο­λο­γι­κό Σύλ­λο­γο Χα­νίων. Στον Ψυ­χά­ρη ε­πα­νέρ­χε­ται συ­χνά, ό­πως μαρ­τυ­ρούν και οι πα­ρα­πο­μπές στο ευ­ρε­τή­ριο, που υ­πε­ρέ­χουν ό­λων των άλ­λων α­να­φε­ρό­με­νων προ­σώ­πων, με δεύ­τε­ρο τον Πα­λα­μά. Τον Ψυ­χά­ρη τον θαύ­μα­ζε, ό­πως γρά­φει, χω­ρίς, ό­μως, και να υιο­θε­τεί ό­λες τις θέ­σεις του. Τον Πα­λα­μά τον α­ντί­κρι­σε πρώ­τη φο­ρά, ό­ταν ή­ταν φοι­τη­τής, στην κη­δεία του κα­θη­γη­τή της Θε­ο­λο­γι­κής Σχο­λής Γεώρ­γιου Δέρ­βου. “Τον πα­ρα­κο­λού­θη­σε κα­θώς έ­βγαι­νε α­πό την εκ­κλη­σία του Αγίου Γεωρ­γίου Κα­ρύ­τση έως να φτά­σει στο σπί­τι του στην ο­δό Ασκλη­πιού με το ρυθ­μό του δι­κού του βα­δί­σμα­τος”. Αυ­τή η πε­ρι­γρα­φή της εκ του μα­κρό­θεν προ­σή­λω­σης θα ταί­ρια­ζε και σε μια δι­κή μας α­νά­μνη­ση α­πό έ­ναν άλ­λο με­γά­λο ποιη­τή, Θεσ­σα­λο­νι­κιό κρη­τι­κής κα­τα­γω­γής, κα­μιά ε­βδο­μη­ντα­ριά χρό­νια νεό­τε­ρο. Όσο κι αν α­πέ­χουν οι άν­θρω­ποι, τε­λι­κά, οι συ­μπε­ρι­φο­ρές τους ε­λά­χι­στα δια­φο­ρο­ποιού­νται.
Η πε­ντα­ε­τία των πα­νε­πι­στη­μια­κών του σπου­δών, 1924-1929, στην ο­ποία πα­ρεμ­βλή­θη­κε, λό­γω οι­κο­νο­μι­κής στε­νό­τη­τας, η στρα­τιω­τι­κή του θη­τεία, εί­ναι α­νά­με­σα στα πιο εν­δια­φέ­ρο­ντα κε­φά­λαια. Κι αυ­τό, για­τί σκια­γρα­φεί το ι­δε­ο­λο­γι­κό το­πίο στον πα­νε­πι­στη­μια­κό χώ­ρο, ε­πε­κτεί­νο­ντας την ε­πο­πτι­κή ει­κό­να, που δί­νει, για τον 19ο αιώ­να, ο Κώ­στας Λάπ­πας στη με­λέ­τη του, «Πα­νε­πι­στή­μιο και φοι­τη­τές στην Ελλά­δα κα­τά τον 19ο αιώ­να». Στην εν λό­γω πε­ντα­ε­τία γι­νό­ταν μια προ­σπά­θεια α­να­νέω­σης των κα­θη­γη­τών και νεό­τε­ροι ε­πι­στή­μο­νες με φι­λο­δη­μο­τι­κι­στι­κές ι­δέες κα­τα­λάμ­βα­ναν έ­δρες. Ο Κρια­ράς τα­ξι­νο­μεί τους κα­θη­γη­τές ως προς τις γλωσ­σι­κές τους α­ντι­λή­ψεις, κα­λύ­πτο­ντας ο­λό­κλη­ρο το φά­σμα. Υπήρ­χαν οι ρι­ζο­σπα­στι­κοί, που α­σπά­ζο­νταν τις γλωσ­σι­κές αρ­χές του δη­μο­τι­κι­σμού. Οι με­τριο­πα­θείς, δια­φο­ρε­τι­κών, ό­μως, δια­βαθ­μί­σεων. Δη­λα­δή, ό­σοι κα­τά βά­θος ή­ταν δη­μο­τι­κι­στές χω­ρίς να το δια­κη­ρύσ­σουν και οι άλ­λοι, που εμ­φα­νί­ζο­νταν α­νε­κτι­κοί, αλ­λά πα­ρέ­με­ναν κα­θα­ρευου­σιά­νοι. Ακό­μη, οι σιω­πη­λοί και α­πέ­χο­ντες, που, έ­με­ναν, ό­μως, πι­στοί στο γε­νι­κό γλωσ­σα­μυ­ντο­ρι­κό πνεύ­μα της Σχο­λής. Και τέ­λος, οι α­διάλ­λα­κτοι, που μά­χο­νταν κα­τά του δη­μο­τι­κι­στι­κού κι­νή­μα­τος. Συ­γκρα­τού­με το πρώ­το ό­νο­μα που μνη­μο­νεύει, τον κα­θη­γη­τή της αρ­χαίας ελ­λη­νι­κής φι­λο­λο­γίας Πα­να­γή Λο­ρε­ντζά­το, τον ο­ποίο και χα­ρα­κτη­ρί­ζει θαρ­ρα­λέο υ­πε­ρα­σπι­στή της δη­μο­τι­κής γλώσ­σας.
Ο Κρια­ράς πα­ρου­σιά­ζει γε­νι­κό­τε­ρα το γλωσ­σι­κό ζή­τη­μα σε ε­κεί­να τα χρό­νια. Τό­τε που ο ί­διος έ­κα­νε κά­ποιες προ­σπά­θειες στην ποίη­ση και γνώ­ρι­ζε τους πρώ­τους λο­γο­τέ­χνες. Με­τα­ξύ άλ­λων, την ε­πο­χή που υ­πη­ρε­τού­σε στο Ναυ­τι­κό συν­δέ­θη­κε φι­λι­κά με τον Δ.Ι. Αντω­νίου και ως φοι­τη­τής, στο υ­πό­γειο Μπά­γκειο, συ­νά­ντη­σε τον Να­πο­λέ­ο­ντα Λα­πα­θιώ­τη. Φί­λος α­πό ε­κεί­νη την ε­πο­χή ή­ταν ο Κ.Θ.Δη­μα­ράς. Μας θυ­μί­ζει τις πα­νε­πι­στη­μια­κές του α­τυ­χίες, που έρ­χο­νται σε α­ντί­θε­ση με την ε­πι­κρα­τού­σα σή­με­ρα ει­κό­να ε­νός κα­τ’ ε­ξο­χήν α­κα­δη­μαϊκού δα­σκά­λου. Ξε­κί­νη­σε α­πό την ια­τρι­κή, στρά­φη­κε στη φι­λο­λο­γία, ό­που πή­ρε το πτυ­χίο και έ­κα­νε το δι­δα­κτο­ρι­κό του με πολ­λών χρό­νων κα­θυ­στέ­ρη­ση, δεν κα­τέ­λα­βε κα­μία έ­δρα σε κα­νέ­να πα­νε­πι­στή­μιο, μό­νο δί­δα­ξε στο Νε­ο­ελ­λη­νι­κό Ινστι­τού­το της Σορ­βό­νης. Τέ­λος, ό­ταν στα ο­γδό­ντα του έ­θε­σε υ­πο­ψη­φιό­τη­τα στην Ακα­δη­μία για την κε­νή έ­δρα στην Τά­ξη Γραμ­μά­των και Τε­χνών, οι τριά­ντα πέ­ντε Ακα­δη­μαϊκοί, στις 15 Μαρ­τίου 1984, του έ­δω­σαν μό­λις εν­νέα ψή­φους και μια α­κό­μη, κα­τά πα­ρα­χώ­ρη­ση.
Το 1930, τε­λειώ­νο­ντας τις σπου­δές του ο Κρια­ράς, διο­ρί­στη­κε στο ελ­λη­νι­κό γυ­μνά­σιο στο Γα­λά­ζι της Ρου­μα­νίας. Το τα­ξί­δι, ό­μως, το μα­ταίω­σε η α­πό­φα­ση της Ακα­δη­μίας Αθη­νών να ι­δρύ­σει Με­σαιω­νι­κό Αρχείο, με α­πώ­τε­ρο σκο­πό τη συ­γκρό­τη­ση Λε­ξι­κού της ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας α­πό την ί­δρυ­ση της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης έως το 1880. Ένα με­γα­λό­πνοο σχέ­διο, που ξε­κι­νού­σε, ως εί­θι­σται στα κα­θ’ η­μάς, χω­ρίς σχε­δια­σμό. Πά­ντως, προ­κη­ρύ­χτη­κε δια­γω­νι­σμός για τρεις θέ­σεις, προ­βλέ­πο­ντας και ε­ξά­μη­νη μα­θη­τεία στο Μό­να­χο. Οπό­τε, ο Κρια­ράς, ως έ­νας α­πό τους τρεις υ­πό­τρο­φους, πή­ρε το βά­πτι­σμα στη λε­ξι­κο­γρά­φη­ση, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας ε­πί τό­που τη σύ­ντα­ξη του «Λε­ξι­κού των βαυα­ρι­κών και αυ­στρια­κών δια­λέ­κτων». Επι­στρέ­φο­ντας στα η­μιυ­πό­γεια της Ακα­δη­μίας, άρ­χι­σε α­πό την κρη­τι­κή λο­γο­τε­χνία των χρό­νων της ε­νε­το­κρα­τίας.
Στον ε­λεύ­θε­ρο χρό­νο του, διά­βα­ζε Ίω­να Δρα­γού­μη στα τρα­πε­ζά­κια της «Αί­γλης» του Ζαπ­πείου. Εκεί σύ­χνα­ζαν α­ρι­στε­ροί δια­νοού­με­νοι, ό­πως ο Αση­μά­κης Παν­σέ­λη­νος. Και πα­λαιό­τε­ρα, στα Χα­νιά, έ­κα­νε πα­ρέα με νέ­ους ε­νός ευ­ρύ­τε­ρου ι­δε­ο­λο­γι­κού φά­σμα­τος. Κά­πως έ­τσι, α­πέ­κτη­σε κι αυ­τός το συ­νο­δευ­τι­κό του “φά­κε­λο”. Όταν, το 1935, ζή­τη­σε μια δεύ­τε­ρη υ­πο­τρο­φία για σπου­δές στο ε­ξω­τε­ρι­κό, πα­ρά τις ά­ρι­στες συ­στά­σεις, που εί­χε συ­γκε­ντρώ­σει, η αί­τη­σή του α­πορ­ρί­φθη­κε. Η τό­τε πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση ευ­νοού­σε τους συ­κο­φά­ντες, που τον κα­τη­γό­ρη­σαν πως ή­ταν μέ­λος “της υ­πό τον Γλη­νόν κο­μου­νι­στι­κής Φοι­τη­τι­κής Συ­ντρο­φιάς”. Το 1938, που τε­λι­κά πή­ρε την υ­πο­τρο­φία, χρειά­στη­κε να συ­να­ντη­θεί αυ­το­προ­σώ­πως με τον δια­βό­η­το υ­φυ­πουρ­γό α­σφα­λείας Κων­στα­ντί­νο Μα­νια­δά­κη, τον ο­ποίο και α­να­γκά­στη­κε να ξα­να­ε­πι­σκε­φτεί, έ­να χρό­νο αρ­γό­τε­ρα, για το διο­ρι­σμό του ως διευ­θυ­ντής του Με­σαιω­νι­κού Αρχείου. Το 1940, ό­μως, με την κή­ρυ­ξη του πο­λέ­μου, δεν κα­τόρ­θω­σε να α­πο­τρέ­ψει τη με­τα­φο­ρά του σε στρα­τό­πε­δο κο­μου­νι­στών στρα­τιω­τών στην Τρί­πο­λη Αρκα­δίας. Ενώ, ως ι­τα­λο­μα­θής, προο­ρι­ζό­ταν για το Μέ­τω­πο, πα­ρέα με τον Γιάν­νη Μπε­ρά­τη και τον Κα­ψω­μέ­νο. Κα­τά τα άλ­λα, έ­κα­νε και ο Κρια­ράς το τα­ξί­δι με το «Μα­τα­ρό­α», το φθι­νό­πω­ρο του 1945, μα­ζί με τους α­ρι­στε­ρών φρο­νη­μά­των υ­πό­τρο­φους του γαλ­λι­κού κρά­τους. Αυ­τός, α­πό σπό­ντα, χά­ρις σε έ­να υ­πό­λοι­πο υ­πο­τρο­φίας α­πό το 1939.
Τη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή του, με τίτ­λο, «Με­λε­τή­μα­τα πε­ρί τας πη­γάς του Ερω­το­κρί­του», την υ­πέ­βα­λε το 1938 στη Φι­λο­σο­φι­κή Σχο­λή Αθη­νών και α­ρί­στευ­σε. Ωστό­σο, άρ­γη­σε να κα­τα­λά­βει πα­νε­πι­στη­μια­κή έ­δρα. Υπέ­βα­λε, εις μά­την, υ­πο­ψη­φιό­τη­τα το 1939 για ε­πί­κου­ρος στην έ­δρα νεό­τε­ρης και με­σαιω­νι­κής ελ­λη­νι­κής φι­λο­λο­γίας στην Αθή­να, το 1944, για την έ­δρα νέ­ας ελ­λη­νι­κής φι­λο­λο­γίας στη Θεσ­σα­λο­νί­κη και πά­λι, για την ί­δια έ­δρα, το 1948. Τε­λι­κά, την έ­δρα κα­τέ­λα­βε ο Λί­νος Πο­λί­της. Η πε­ρί­πτω­ση θυ­μί­ζει ό­σα γρά­φα­με πρό­σφα­τα, με α­φορ­μή τις λο­γο­τε­χνι­κές βρα­βεύ­σεις, το­νί­ζο­ντας πως α­πέ­χει ο γιος του Σο­λω­μού α­πό το γιο του Λά­μπρου, υ­πη­ρέ­τη του Σο­λω­μού. Ο τό­τε κα­θη­γη­τής της Σχο­λής Μι­χαήλ Λά­σκα­ρις έ­γρα­φε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά στον Κρια­ρά: «Τον υιόν του Πο­λί­του ποιος θα τον κα­τα­ψη­φί­σει;»
Κα­τό­πιν πιέ­σεων, ο Κρια­ράς υ­πέ­βα­λε υ­πο­ψη­φιό­τη­τα για την έ­δρα της βυ­ζα­ντι­νής φι­λο­λο­γίας στο Αρι­στο­τέ­λειο, ό­που και ε­κλέ­χτη­κε. Και πά­λι, ό­μως, λό­γω “φα­κέ­λου”, μια και αυ­τά συμ­βαί­νουν το σω­τή­ριον έ­τος 1950, άρ­γη­σε να δη­μο­σιευ­τεί ο διο­ρι­σμός του. Εν τέ­λει, α­πο­λύ­θη­κε α­πό το α­πρι­λια­νό κα­θε­στώς στις 15.1.1968. Από ε­κεί και ύ­στε­ρα, σε έ­να με­γά­λο μέ­ρος της αυ­το­βιο­γρα­φίας, πρω­τα­γω­νι­στεί το Λε­ξι­κό με­σαιω­νι­κής δη­μώ­δους γραμ­μα­τείας, το έρ­γο ζωής του Κρια­ρά. Ενώ, στο βίο του, ή­δη α­πό τα φοι­τη­τι­κά του χρό­νια, στέ­κε­ται δί­πλα του η κα­θη­γή­τρια ψυ­χο­τε­χνι­κής και παι­δα­γω­γι­κής Αι­κα­τε­ρί­νη Στρι­φτού. Γεν­νη­μέ­νοι και οι δυο το 1906, πα­ντρεύ­τη­καν στις 8 Μαρ­τίου 1936 και έ­μει­ναν μα­ζί μέ­χρι το θά­να­τό της, την 1η Μαΐου 2000. Κα­θό­λου τυ­χαία, τα ε­πό­με­να ο­κτώ χρό­νια, που κα­λύ­πτει η αυ­το­βιο­γρα­φία, τα α­πο­κα­λεί “χρό­νια ε­πι­βίω­σης”. Συ­νο­ψί­ζο­ντας την συ­νο­λι­κή ε­ντύ­πω­ση α­πό το βι­βλίο, δυο τι­νά θα πρέ­πει να συμ­βαί­νου­ν: Εί­τε ο Κρια­ράς εί­ναι τέ­ρας μνή­μης εί­τε το συ­γκε­κρι­μέ­νο “α­γώ­νι­σμα” της βιο­γρα­φι­κής διή­γη­σης το έ­κα­νε συ­στη­μα­τι­κά και με ι­διαί­τε­ρη ε­πι­μέ­λεια. Ού­τως ή άλ­λως, και τα δυο συ­νι­στούν βα­σι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ο­λό­κλη­ρου του έρ­γου του.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

1 σχόλιο:

SILIO D'APRILE είπε...

Χαίρομαι, κα Θεοδωσοπούλου, για τέτοια κείμενα εντός της μπλογκόσφαιρας. Με τους ψηφιακούς χαιρετισμούς μου, Βασ.Ρου.