Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2009

Σχόλια περί ονείρων

«Βι­βλιο­αμ­φιά­στης»
Τό­μος 3
Έκδο­ση της Ελλη­νι­κής
Εται­ρείας Βι­βλιο­δε­σίας
Αθή­να 2008

Για άλ­λη μιά φο­ρά, ο λό­γος έρ­χε­ται στα ό­νει­ρα και τα ο­νεί­ρα­τα ε­νυ­πνια­ζο­μέ­νων αλ­λά και γρη­γο­ρού­ντων. Πρό­σφα­τα, εί­χα­με α­να­φερ­θεί στο «Ενύ­πνιον» του Λου­κια­νού και σε έ­να άλ­λο ό­νει­ρο, το ο­ποίο γρά­φτη­κε με την ί­δια α­φη­γη­μα­τι­κή στρα­τη­γι­κή, το «Όνει­ρον», που προ­τάσ­σε­ται στα «Λυ­ρι­κά» του Αθα­να­σίου Χρι­στό­που­λου και το ο­ποίο, το πι­θα­νό­τε­ρο, το έ­γρα­ψε ο λό­γιος και α­γω­νι­στής του 1821, Στέ­φα­νος Κα­νέλ­λος. Σή­με­ρα, ε­πα­νερ­χό­μα­στε στα ε­νύ­πνια των βι­βλίων, με α­φορ­μή το κεί­με­νο του Γιώρ­γου Θ. Κα­λό­φω­νου, «Το ό­νει­ρο στο βι­βλίο και το βι­βλίο στο ό­νει­ρο». Τε­ρά­στιο ό­σο και εν­δια­φέ­ρον το θέ­μα, ού­τε καν α­κρο­θι­γώς δεν θα μπο­ρού­σε να κα­λυ­φθεί σε έ­να κεί­με­νο λί­γων σε­λί­δων. Βυ­ζα­ντι­νο­λό­γος, ό­μως, ο με­λε­τη­τής, έ­χει κα­τά νου, ει­δι­κό­τε­ρα, το ό­νει­ρο στο Βυ­ζά­ντιο, για το ο­ποίο ό­λα ό­σα γνω­ρί­ζου­με, τα γνω­ρί­ζου­με μέ­σα α­πό βι­βλία, ό­πως πα­ρα­τη­ρεί ει­σα­γω­γι­κά. Γε­νι­κή η α­πό­φαν­σή του, ι­σχύει και για το ό­νει­ρο στην ελ­λη­νι­κή αρ­χαιό­τη­τα ή και στους ρω­μαϊκούς χρό­νους. Αφού δεν εί­ναι μό­νο η βυ­ζα­ντι­νή γραμ­μα­τεία διά­σπαρ­τη α­πό κα­τα­γρα­φές ο­νεί­ρων, αλ­λά και τα ο­μη­ρι­κά έ­πη και οι αρ­χαίοι τρα­γι­κοί μέ­χρι τα ελ­λη­νι­στι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Εκεί­νο, που φαί­νε­ται να αλ­λά­ζει, α­πό πε­ρίο­δο σε πε­ρίο­δο, εί­ναι η προ­φη­τι­κή α­ξία που α­πο­δι­δό­ταν στα ό­νει­ρα. Την ε­πο­χή του βυ­ζα­ντι­νού χρο­νο­γρά­φου Ιωάν­νη Μα­λά­λα, στον ο­ποίο α­να­φέ­ρε­ται, για δεύ­τε­ρη φο­ρά, ο Κα­λό­φω­νος, δη­λα­δή κα­τά τον 6ο μ.Χ. αιώ­να, στην πε­ριο­χή της Αντιό­χειας, ό­που και έ­γρα­ψε τα δε­κα­ο­κτώ βι­βλία της Χρο­νο­γρα­φίας του, το ό­νει­ρο εί­χε με­γά­λο συμ­βο­λι­κό βά­ρος. Όπως, ό­μως, δεί­χνει ο με­λε­τη­τής, με δυο άλ­λα πα­ρα­δείγ­μα­τα α­πό τα κα­το­πι­νά χρό­νια, η α­ξία του ο­νεί­ρου ε­ξαρ­τά­ται και α­πό τον ε­νυ­πνια­ζό­με­νο. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Μι­χαήλ Εφέ­σιος, άν­θρω­πος πρα­κτι­κός, ό­πως δη­λώ­νει και η ε­να­σχό­λη­σή του με τον Αρι­στο­τέ­λη, του ο­ποίου υ­πήρ­ξε έ­νας α­πό τους πα­ρα­γω­γι­κό­τε­ρους σχο­λια­στές, δεν θα έ­δι­νε πο­τέ ι­διαί­τε­ρη ση­μα­σία σε έ­να ό­νει­ρο. Γι΄αυ­τό και στο βι­βλίο του, «Πε­ρί ο­νεί­ρων του Αρι­στο­τέ­λη», ε­ξη­γεί πως τα ό­νει­ρα ε­πη­ρεά­ζο­νται α­πό τις ε­πι­θυ­μίες μας. Ενώ, ο Νεό­φυ­τος ο Έγκλει­στος, πα­ρό­λο που έ­ζη­σε δυο αιώ­νες με­τά τον Εφέ­σιο, στον 12ο αιώ­να, ύ­στε­ρα α­πό έ­να ό­νει­ρο, το ο­ποίο ερ­μή­νευ­σε ως θεό­πνευ­στο, άρ­χι­σε α­μέ­σως να συγ­γρά­φει το έρ­γο του, «Ερμη­νεία της Εξα­η­μέ­ρου». Αυ­τός, ό­μως, ή­ταν έ­νας α­σκη­τής, ε­νώ ο Εφέ­σιος υ­πήρ­ξε λό­γιος και ε­πι­στή­μο­νας.
Το 1991 εί­χε διορ­γα­νω­θεί έ­νας κύ­κλος δια­λέ­ξεων για τις “ό­ψεις” των ο­νεί­ρων, που συ­γκε­ντρώ­θη­καν και σε βι­βλίο. Τώ­ρα, στον τρί­το τό­μο της πε­ριο­δι­κής έκ­δο­σης για την ελ­λη­νι­κή βι­βλιο­δε­σία, τον «Βι­βλιο­αμ­φιά­στη», στον ο­ποίο δη­μο­σιεύο­νται τα πρα­κτι­κά διε­θνούς συ­νε­δρίου, που έ­γι­νε στην Αθή­να, στις 13-16 Οκτω­βρίου 2005, με θέ­μα, «Το βι­βλίο στο Βυ­ζά­ντιο. Βυ­ζα­ντι­νή και με­τα­βυ­ζα­ντι­νή βι­βλιο­δε­σία», βρέ­θη­κε χώ­ρος και για το ό­νει­ρο, αν και σα­φώς ε­κτός θέ­μα­τος, κα­θώς οι συ­νο­λι­κά εί­κο­σι έ­ξι ο­μι­λίες ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται στη βι­βλιο­δε­σία ή, με την ο­ρο­λο­γία πα­λαιό­τε­ρων ε­πο­χών, στις στα­χώ­σεις.
Βε­βαίως, κά­ποιος ρο­μα­ντι­κός θα μπο­ρού­σε να ι­σχυ­ρι­στεί πως μό­νο χά­ρις σε θεό­πνευ­στα ό­νει­ρα εύ­ρι­σκαν οι βι­βλιο­δέ­τες ή και στα­χω­τές, οι ο­ποίοι ε­νίο­τε α­πο­κα­λού­νταν ε­πί το ε­πι­ση­μό­τε­ρον και βι­βλιο­αμ­φιά­στες, την υ­πο­μο­νή που α­παι­τού­σε η δου­λειά τους. “Εκτός α­πό την κλω­στή για να ρά­ψει, την κόλ­λα για να κολ­λή­σει, το δέρ­μα για να ε­πεν­δύ­σει” και τα πα­λαιά χει­ρό­γρα­φα, α­να­κυ­κλω­μέ­να και συ­μπιε­σμέ­να, για χαρ­τό­νι, στη θέ­ση του ση­με­ρι­νού πολ­τού, ο στα­χω­τής χρεια­ζό­ταν και ό­νει­ρο. Οπό­τε οι στα­χώ­σεις δεν εί­ναι μό­νο “α­πο­θέ­τες ι­στο­ρι­κού υ­λι­κού”, ό­πως δεί­χνει στο ε­ξαι­ρε­τι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος κεί­με­νό του ο Δη­μή­τρης Απο­στο­λό­που­λος, αλ­λά και α­πο­θέ­τες ο­ρα­μά­των. Μό­νο που αυ­τά τα τε­λευ­ταία δεν τα α­να­κα­λύ­πτεις ξυ­λώ­νο­ντας τη στά­χω­ση σπά­νιων α­ντι­τύ­πων, ό­πως κά­νει ο φι­λο­πε­ρίερ­γος με­λε­τη­τής, αλ­λά σπου­δά­ζο­ντας τις βιο­γρα­φίες των αν­θρώ­πων. Ποιών αν­θρώ­πων, ό­μως, ό­ταν οι στα­χω­τές ε­κεί­νων των χρό­νων έ­με­ναν λί­γο πο­λύ α­νώ­νυ­μοι, ό­πως οι α­ντι­γρα­φείς ή και οι με­τα­φρα­στές.
Και για να ε­πα­νέλ­θου­με στο θέ­μα του Κα­λό­φω­νου, το ό­νει­ρο στο βι­βλίο, αυ­τό ως θέ­μα, ό­σα άρ­θρα κι αν γρα­φούν, ό­σα βι­βλία κι αν εκ­δο­θούν, πα­ρα­μέ­νει α­νε­ξάν­τλη­το, πα­ρό­λο που η ε­πο­χή μας προ­σπα­θεί να το πε­ριο­ρί­σει στα φροϋδι­κά πλαί­σια. Ο συγ­γρα­φέ­ας θυ­μί­ζει τον με­γά­λο ε­ξη­γη­τή των ο­νεί­ρων του 2ου μ.Χ. αιώ­να, τον Αρτε­μί­δω­ρο τον Δαλ­δια­νό. Σύμ­φω­να με τα «Ονει­ρο­κρι­τι­κά» του, το βι­βλίο στον ύ­πνο σου ση­μαί­νει τη ζωή σου, ί­σως, ό­μως, να πρό­κει­ται και για υ­πεν­θύ­μι­ση πα­λαιών πραγ­μά­των. Αν, ε­πι­προ­σθέ­τως, δεις πως τρως βι­βλίο, ση­μαί­νει γρή­γο­ρο θά­να­το. Εκτός κι αν α­νή­κεις στην ε­κλε­κτή κά­στα ό­σων κερ­δί­ζουν το ψω­μί τους α­πό τον έ­ντε­χνο λό­γο και το βι­βλίο, ο­πό­τε ση­μαί­νει πως κά­τι κα­λό θα σου συμ­βεί. Η βι­βλιο­φα­γία στο ό­νει­ρο ο­δη­γεί στα α­πο­κα­λυ­πτι­κά και λοι­πά χρι­στια­νι­κά κεί­με­να, κα­θώς και στις Από­κρυ­φες Πρά­ξεις των Απο­στό­λων. Στον τό­μο του «Βι­βλιο­αμ­φιά­στη», υ­πάρ­χει ει­δι­κό κεί­με­νο για την ει­κο­νο­γρα­φία της βι­βλιο­φα­γίας α­πό την Μά­γδα Παρ­χα­ρί­δου-Ανα­γνώ­στου.
Ένα ει­δι­κό­τε­ρο θέ­μα εί­ναι το ό­νει­ρο στο μυ­θι­στό­ρη­μα, ξε­κι­νώ­ντας α­πό τα υ­πο­βλη­τι­κά σε πα­ρα­στα­τι­κό­τη­τα ό­νει­ρα του Χα­ρί­τω­να, του Ηλιό­δω­ρου ή και του Αχιλ­λέα Τά­τιου και φθά­νο­ντας μέ­χρι τον Πα­πα­δια­μά­ντη, τον Ν.Γ.Πε­ντζί­κη ή α­κό­μη, και μέ­χρι τους ση­με­ρι­νούς συγ­γρα­φείς. Λ.χ., στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Τά­τιου «Τα κα­τά Λευ­κίπ­πην και Κλει­το­φώ­ντα», ο Κλει­το­φών βλέ­πει έ­να ό­νει­ρο, ό­που εί­ναι ε­νω­μέ­νος μέ­χρις ομ­φα­λού με το σώ­μα μιας κό­ρης, ε­νώ ο α­φη­γη­τής του Πε­ντζί­κη, στο «Μυ­θι­στό­ρη­μα της κυ­ρίας Έρσης», εί­ναι μέ­χρις ομ­φα­λού με­τα­μορ­φω­μέ­νος σε φι­δό­χορ­το. Τα ποι­κί­λα προ­μη­νύ­μα­τα, που ε­πι­στρά­τευαν τα ελ­λη­νι­στι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα για να προω­θή­σουν την υ­πό­θε­ση, ό­πως χρη­σμοί, οιω­νοί, ό­νει­ρα, ό­λα πέ­ρα­σαν σε α­χρη­στία, ε­κτός α­πό τα ό­νει­ρα, που δια­σώ­θη­καν μέ­χρι σή­με­ρα, α­νε­ξάρ­τη­τα αν ο Αρτε­μί­δω­ρος ως ερ­μη­νευ­τής έ­σβη­σε, για να κυ­ριαρ­χή­σει η ψυ­χα­να­λυ­τι­κή ερ­μη­νεία. Η βα­σι­κή, ό­μως, δια­φο­ρά βρί­σκε­ται στους α­φη­γη­μα­τι­κούς τρό­πους, με τους ο­ποίους α­πο­δί­δε­ται έ­να ό­νει­ρο. Όσο περ­νά­ει ο και­ρός, οι μυ­θι­στο­ριο­γρά­φοι πα­ρα­θέ­τουν τα ό­νει­ρα ό­πως και τα πραγ­μα­τι­κά συμ­βά­ντα· στρογ­γυ­λε­μέ­να και ε­ξορ­θο­λο­γι­σμέ­να. Υπο­λεί­πο­νται πολ­λά α­κό­μη, για μια άλ­λη ί­σως φο­ρά.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δεν υπάρχουν σχόλια: