Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

Άλλοτε και τώρα

Νί­κη Τρουλ­λι­νού
«Το τε­λευ­ταίο κα­λο­καί­ρι
της α­θωό­τη­τας»
Εκδό­σεις Εστίας
Μάρ­τιος 2014

Η Νί­κη Τρουλ­λι­νού έ­χει ή­δη συ­μπλη­ρώ­σει εί­κο­σι συ­να­πτά έ­τη συγ­γρα­φι­κής πα­ρου­σίας, κα­θώς το πρώ­το βι­βλίο της εκ­δό­θη­κε το 1995 αλ­λά πε­ριεί­χε πε­ζά ή­δη δη­μο­σιευ­μέ­να. Τον Μάρ­τιο του 2007, ό­ταν συ­μπλή­ρω­νε μία δια­φο­ρε­τι­κή ει­κο­σα­ε­τία, ε­κεί­νη της μά­χι­μης δι­κη­γο­ρίας, και το γρά­ψι­μο α­να­βαθ­μι­ζό­ταν γι’ αυ­τήν α­πό ε­ρα­σι­τε­χνι­κή σε κύ­ρια ε­να­σχό­λη­ση, δή­λω­νε σε συ­νέ­ντευ­ξή της ό­τι “α­γα­πά το διή­γη­μα”. Πρό­σθε­τε, μά­λι­στα, πως νο­μί­ζει ό­τι ται­ριά­ζει στον χα­ρα­κτή­ρα της, το­νί­ζο­ντας, “Εί­ναι τα μι­κρά πράγ­μα­τα που προ­τι­μώ”. Κι ό­μως, πα­ρ’ ελ­πί­δα, το ε­πό­με­νο βι­βλίο, που εκ­δό­θη­κε Ια­νουά­ριο 2009, ή­ταν μυ­θι­στό­ρη­μα. Με αυ­τό φαί­νε­ται πως ά­νοι­ξαν οι πόρ­τες του με­γά­λου εκ­δο­τι­κού οί­κου, που “δύ­σκο­λα εκ­δί­δει διη­γή­μα­τα”, ό­πως πα­ρα­τη­ρού­σε στην προ­α­να­φερ­θεί­σα συ­νέ­ντευ­ξη. Οπό­τε, βρέ­θη­κε κι αυ­τή, έ­στω και λί­γο κα­θυ­στε­ρη­μέ­να, “στον α­στε­ρι­σμό του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος”, που τό­τε πί­στευε και ορ­θά ό­τι ζού­σα­με. Αν ως κρι­τή­ριο λη­φθεί η κρι­τι­κή υ­πο­δο­χή, αυ­τή η πρώ­τη με­τα­πή­δη­ση α­πό το διή­γη­μα στο μυ­θι­στό­ρη­μα θα μπο­ρού­σε να θεω­ρη­θεί ε­πι­τυ­χη­μέ­νη. 
Ωστό­σο, πα­ρό­τι το ε­πό­με­νο βι­βλίο της, με τα τρέ­χο­ντα στά­ντα­ρ, σχε­τι­κά αρ­γεί, εκ­δί­δε­ται ε­φέ­τος, δη­λα­δή με­τά πέ­ντε έ­τη, χρο­νι­κή α­πό­στα­ση που προοιω­νί­ζε­ται μυ­θι­στό­ρη­μα, αυ­τό εί­ναι συλ­λο­γή διη­γη­μά­των. Όπου, και πά­λι αλ­λά­ζει ο εκ­δό­της. Αυ­τήν τη φο­ρά, η  υ­πο­δο­χή υ­περ­βαί­νει σε θέρ­μη ό­λες τις προ­η­γού­με­νες, ε­κεί­νης του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης. Μέ­χρι που εκ­φρά­στη­κε η ά­πο­ψη ό­τι πρό­κει­ται για μα­κράν το κα­λύ­τε­ρο βι­βλίο της, ε­νώ η ί­δια α­να­φέ­ρε­ται πλέ­ον με­τα­ξύ των α­να­γνω­ρι­σμέ­νων μα­στό­ρων του εί­δους διή­γη­μα, διεκ­δι­κώ­ντας σχε­δόν τη μο­νο­κρα­το­ρία της θή­λειας μα­στό­ρισ­σας. Νεό­κο­πη κρι­τι­κός λο­γο­τε­χνίας, μά­λι­στα, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει τη συλ­λο­γή στις λι­γο­στές που “α­να­νεώ­νουν την ε­μπι­στο­σύ­νη μας στο εί­δος του διη­γή­μα­τος”. Βε­βαίως, στον και­ρό της κρί­σης, το κέ­λευ­σμα του “positive thinking” και ως έ­ξω­θεν ερ­χό­με­νο, βρί­σκει με­γά­λη α­πή­χη­ση, ι­διαί­τε­ρα ό­ταν πρό­κει­ται για συγ­γρα­φείς που έ­χουν ε­παι­νε­θεί στο πα­ρελ­θόν, ο­πό­τε ο βι­βλιο­πα­ρου­σια­στής που ε­πεί­γε­ται δια­βά­ζει τις κρι­τι­κές α­ντί του έρ­γου. Ωστό­σο, κα­τά μία άλ­λη α­νά­γνω­ση, η ε­πι­στρο­φή της Τρουλ­λι­νού στο διή­γη­μα, ό­πως ε­πι­γρά­φει τα πε­ζά της, προ­βλη­μα­τί­ζει. Κα­τ’ αρ­χήν, μπο­ρεί να μην πρό­κει­ται για ε­πι­στρο­φή αλ­λά πε­ρί α­γρα­νά­παυ­σης, εν α­να­μο­νή α­νά­κτη­σης της γο­νι­μο­ποιού δύ­να­μης, που α­παι­τεί έ­νας μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κός διά­πλους. Άλλω­στε, α­πό τα συ­νο­λι­κά 21 πε­ζά, τα εν­νέα έ­χουν δη­μο­σιευ­τεί ε­ντός της εν­διά­με­σης πε­ντα­ε­τίας, αρ­χής γε­νο­μέ­νης α­πό την ε­πο­μέ­νη της έκ­δο­σης του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Εί­ναι κι αυ­τός έ­νας τρό­πος να δια­τη­ρεί κά­ποιος συγ­γρα­φέ­ας την α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τά του. 
Κυ­ρίως, ό­μως, προ­βλη­μα­τί­ζει το κα­τά πό­σο πρό­κει­ται για διη­γή­μα­τα, ό­πως ή­ταν τα προ­η­γού­με­να δι­κά της πε­ζά, και ό­χι για ι­στο­ρίες, α­πό αυ­τές που βγαί­νουν στα α­πό­νε­ρα ε­νός μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Οπό­τε α­να­φύε­ται και το γε­νι­κό­τε­ρο ε­ρώ­τη­μα, αν εί­ναι δυ­να­τόν έ­νας συγ­γρα­φέ­ας να πα­λιν­δρο­μεί α­νά­με­σα στις δυο φόρ­μες. Με το πρό­σφα­το βι­βλίο της, η Τρουλ­λι­νού α­ριθ­μεί 50 διη­γή­μα­τα και έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα. Τα 29 προ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, μοι­ρα­σμέ­να σε τρεις συλ­λο­γές, τα 21 με­τά, σε μία συλ­λο­γή. Θα δια­κιν­δυ­νεύα­με την ά­πο­ψη πως πρό­κει­ται για ι­στο­ρίες. Μά­λι­στα, θα προ­χω­ρού­σα­με στην υ­πό­θε­ση ερ­γα­σίας ό­τι αυ­τό εί­ναι ε­πα­κό­λου­θο της συγ­γρα­φής του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Με άλ­λα λό­για, δια­τει­νό­μα­στε, ό­τι ά­παξ και κά­ποιος εν­δώ­σει στη μυ­θι­στο­ριο­γρα­φία, η ε­πι­στρο­φή στο διή­γη­μα εί­ναι δύ­σκο­λη.
Η Τρουλ­λι­νού, ό­πως πα­ρα­τη­ρού­σα­με με α­φορ­μή την πρώ­τη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των της, εί­χε δεί­ξει ό­τι δια­θέ­τει αί­σθη­μα α­φη­γη­μα­τι­κής οι­κο­νο­μίας διη­γη­μα­το­γρά­φου. Το κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ή­ταν ο βρα­χύς λό­γος, που δη­μιουρ­γεί α­τμό­σφαι­ρα και με­τα­κε­νώ­νει αι­σθή­μα­τα, έ­τσι ό­πως πυ­κνώ­νει τις πε­ρι­γρα­φές με το ρή­μα ή το ου­σια­στι­κό στα νοού­με­να, ή γέρ­νει προς τη με­τα­φο­ρι­κή ση­μα­σία των λέ­ξεων, α­φή­νο­ντας τε­λι­κά αί­σθη­ση έλ­λει­ψης. Με το μυ­θι­στό­ρη­μα πέ­ρα­σε σε έ­να λό­γο α­να­λυ­τι­κό. Η χρή­ση πα­ρό­μοιου λό­γου, που εί­ναι πλη­σιέ­στε­ρα στον κοι­νό τρό­πο δια­τύ­πω­σης, κα­τά κα­νό­να πα­γιώ­νε­ται και ως ευ­χε­ρέ­στε­ρη. Εξ ου, και οι α­πώ­λειες σε διη­γη­μα­το­γρά­φους, ε­φό­σον εν­δώ­σουν στις σει­ρή­νες της α­γο­ράς. Στη συ­νέ­χεια, μπο­ρεί να γρά­φουν σύ­ντο­μα πε­ζά, αλ­λά αυ­τά εί­ναι “short stories”, που δια­φέ­ρουν α­πό το μυ­θι­στό­ρη­μα μό­νο ως προς την έ­κτα­ση. 
Στα πρό­σφα­τα πε­ζά της Τρουλ­λι­νού, οι α­φη­γη­μα­τι­κοί τρό­ποι εί­ναι μεν δια­φο­ρε­τι­κοί, αλ­λά δεί­χνουν δου­λε­μέ­νοι. Με το κα­τάλ­λη­λο μο­ντά­ρι­σμα των ε­πι­μέ­ρους σκη­νών, α­πο­φεύ­γο­νται πλα­τεια­σμοί και συ­γκι­νη­σια­κά κρε­τσέ­ντα. Αυ­τή η συρ­ρα­φή, που ε­πι­τρέ­πει χρο­νι­κά πη­δή­μα­τα, δί­νει αί­σθη­ση πύ­κνω­σης, δια­φο­ρε­τι­κού, ό­μως, τύ­που α­πό ε­κεί­νη του διη­γή­μα­τος. Εδώ, πρό­κει­ται μάλ­λον για ε­πι­νοή­μα­τα μο­ντερ­νί­στι­κης μυ­θι­στο­ριο­γρα­φίας. Ένα πα­ρά­δειγ­μα ε­πι­τυ­χη­μέ­νου μο­ντα­ρί­σμα­τος συ­νι­στά το ο­μό­τιτ­λο, πρώ­το στην πα­ρά­τα­ξη, διή­γη­μα της συλ­λο­γής. Σε άλ­λα, ό­πως το «Σκο­τει­νός θά­λα­μος», η τε­χνι­κή δεί­χνει να πά­σχει στην ε­κτέ­λε­σή της. Αλλά και το σχή­μα λό­γου της με­τα­φο­ράς δια­φο­ρο­ποιεί­ται. Στο διή­γη­μα, εί­ναι σύν­δρο­μο στοι­χείο της ελ­λει­πτι­κής α­φή­γη­σης, ε­νώ, στο μυ­θι­στό­ρη­μα, συμ­βάλ­λει στην εκ­φρα­στι­κή δύ­να­μη των πε­ρι­γρα­φών, που κερ­δί­ζει έ­να πλα­τύ­τε­ρο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό. Ένα πα­ρά­δειγ­μα πα­ρό­μοιου φορ­τι­σμέ­νου λό­γου α­πό το «Πά­με μια βόλ­τα στο Κα­τίν»: “Οι ορ­γα­νώ­σεις, που εί­χαν α­λω­νί­σει κιό­λας τα στά­χυα της νιό­της τους”, γρά­φει για τις κομ­μα­τι­κές ορ­γα­νώ­σεις με την ο­πτι­κή ε­νός, πε­ρα­σμέ­να τα πε­νή­ντα, “δρα­πέ­τη στον λει­μώ­να των ε­ξο­μο­λο­γή­σεων που α­να­μό­χλευε πα­λιές ι­στο­ρίες”. Τον ί­διο στό­χο έ­χουν και τα εμ­φα­τι­κά ξε­κι­νή­μα­τα ο­ρι­σμέ­νων ι­στο­ριών, ό­πως το “Ήταν ο θά­να­τος που μας έ­φε­ρε πά­λι κο­ντά” στο «Με­τα­φυ­σι­κές α­κρο­βα­σίες». Όσο για την αί­σθη­ση της έλ­λει­ψης, που α­φή­νει το διή­γη­μα, ου­δό­λως σχε­τί­ζε­ται με το “α­νοι­χτό τέ­λος”, κι αυ­τό έ­να μο­ντερ­νί­στι­κο στοι­χείο, που προ­τι­μά­ται σε  ο­ρι­σμέ­να πε­ζά της συλ­λο­γής. Κυ­ρίως ε­κεί­να που δεί­χνουν σαν α­φη­γη­μα­τι­κές πα­ρεκ­βά­σεις ή ε­πει­σό­δια του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, ε­πι­κε­ντρω­μέ­να σε δευ­τε­ρεύο­ντες χα­ρα­κτή­ρες. Ή και κά­ποια άλ­λα, με δο­μή σκα­ρι­φή­μα­τος, που θα μπο­ρού­σαν να α­πλω­θούν σε νου­βέ­λα ή, α­κό­μη, και σε μυ­θι­στό­ρη­μα.
Πι­θα­νώς και να μα­κρη­γο­ρού­με γύ­ρω α­πό την ει­δο­λο­γι­κή δια­φο­ρά διη­γή­μα­τος και ι­στο­ρίας, αλ­λά ο σκο­πός εί­ναι κα­λός. Αν με­τρια­στεί ο μύ­θος πε­ρί νέ­ας άν­θη­σης του διη­γή­μα­τος, μπο­ρεί και να α­να­χαι­τι­στεί κά­πως η πρό­σφα­τη μό­δα της διη­γη­μα­το­γρα­φίας. Κι αυ­τό, ε­πει­δή, με τα ψέ­μα­τα και τα πες πες, τε­λι­κά θα πι­στέ­ψου­με ό­τι ζού­με στον φω­τει­νό α­στε­ρι­σμό του διη­γή­μα­τος. Κα­τά τα άλ­λα, έ­χουν και οι ι­στο­ρίες, ό­πως κά­θε άλ­λο λο­γο­τε­χνι­κό εί­δος, ποιο­τι­κή δια­βάθ­μι­ση. Υπάρ­χουν ε­πι­τυ­χη­μέ­νοι μυ­θι­στο­ριο­γρά­φοι, που βρα­βεύ­τη­καν για τις ι­στο­ρίες τους. Λ.χ., ο Μέ­νης Κου­μα­ντα­ρέ­ας και η Ρέα Γα­λα­νά­κη. Το ί­διο μπο­ρεί να συμ­βεί με την πε­ρί­πτω­ση της Τρουλ­λι­νού, που με τις προ­η­γού­με­νες συλ­λο­γές, ε­κεί­νες με τα διη­γή­μα­τα, έ­μει­νε στους ε­πι­λα­χό­ντες της βρα­χείας λί­στας. Άλλω­στε, οι ι­στο­ρίες, τό­σο με τον τρό­πο γρα­φής ό­σο και με την σα­φώς δια­γε­γραμ­μέ­νη υ­πό­θε­ση, έ­χουν το α­τού να ελ­κύουν πλα­τύ­τε­ρο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό. Γε­γο­νός, που ε­πη­ρεά­ζει τους κρι­τές, κα­θώς ε­πι­ζη­τούν για τις ε­πι­λο­γές τους την έ­ξω­θεν κα­λή μαρ­τυ­ρία. Αν και τε­λι­κά, μία κα­θο­ρι­στι­κή πα­ρά­με­τρος εί­ναι το θέ­μα του προς βρά­βευ­ση βι­βλίου. 
Το θέ­μα στα βι­βλία της Τρουλ­λι­νού πα­ρα­μέ­νει στα­θε­ρό. Ού­τε στο πρό­σφα­το αλ­λά­ζει. Εί­ναι ο ε­πι­λε­κτι­κός και πε­ρί­πλο­κος τρό­πος που δου­λεύει η μνή­μη, με μό­νι­μο δρο­μο­δεί­χτη το συ­ναί­σθη­μα. Μό­νο που στην πρό­σφα­τη συλ­λο­γή, ό­πως και στο μυ­θι­στό­ρη­μα, η μνή­μη ε­στιά­ζει σε συ­γκε­κρι­μέ­νη χρο­νι­κή πε­ρίο­δο, τα τέ­λη της Δι­κτα­το­ρίας και την αρ­χή της Με­τα­πο­λί­τευ­σης. Ού­τε ο α­φη­γη­τής αλ­λά­ζει, πα­ρό­λο που η α­φή­γη­ση δια­φο­ρο­ποιεί­ται. Άλλο­τε σε πρώ­το και άλ­λο­τε σε τρί­το πρό­σω­πο, με τον λό­γο να μοι­ρά­ζε­ται σε δια­φο­ρε­τι­κές γυ­ναί­κες και άν­δρες, αυ­τοί λι­γό­τε­ροι, ό­λοι τους πα­ρα­πλή­σιας η­λι­κίας. Ωστό­σο, υ­πάρ­χει πά­ντα σαν προέ­κτα­ση της δι­κής τους φω­νής, ε­κεί­νη του α­φη­γη­τή, που α­πο­τι­μά και α­σκεί κρι­τι­κή. Αυ­τό το διευ­κο­λύ­νει η δο­μή αρ­κε­τών ι­στο­ριών σε δυο χρο­νι­κά ε­πί­πε­δα, το τό­τε της νεό­τη­τας και το τώ­ρα. Στο πρό­σφα­το βι­βλίο, ω­στό­σο, σαν να αλ­λά­ζει η σχέ­ση α­φη­γη­τή και προ­σώ­πων, κα­θώς ε­κεί­νος προ­βάλ­λει πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό­λυ­τος. Εί­τε ε­ξω­ραΐζει εί­τε κα­τα­δι­κά­ζει κα­τα­στά­σεις το κά­νει με­τ’ ε­πι­τά­σεως. Πα­ρά­δειγ­μα: Προς η­ρωο­ποίη­ση χρη­σι­μο­ποιεί­ται μία φρά­ση κλι­σέ, “Οι πα­λιοί, οι μπα­ρου­το­κα­πνι­σμέ­νοι του Πο­λυ­τε­χνείου”. Προς χλεύη ε­πι­στρα­τεύο­νται πε­ρι­γε­λα­στι­κά ε­πί­θε­τα, “Το άγ­γιγ­μα των Αγίων Ολυ­μπια­κών Αγώ­νων τα στρί­μω­ξε ό­λα στα με­τα­μο­ντέρ­να πα­πού­τσια.” Κα­τα­λή­γει, ω­στό­σο, ει­ρω­νεία, η κρι­τι­κή να έρ­χε­ται α­πό τη γε­νιά που πρω­τα­γω­νί­στη­σε στα χρό­νια της Με­τα­πο­λί­τευ­σης. 
Γνω­στά πρό­σω­πα, ό­πως “ο σκη­νο­θέ­της των με­γά­λων πλά­νων που ε­πέ­με­νε να χώ­νει τα δά­χτυ­λα στον τύ­πο των ή­λων της Ιστο­ρίας”, και κυ­ρίως, οι τό­ποι δεν κα­το­νο­μά­ζο­νται, αλ­λά δη­λώ­νο­νται πε­ρι­φρα­στι­κά πλην ό­μως πε­ντα­κά­θα­ρα. Στον α­να­γνώ­στη μυ­θι­στο­ρη­μά­των και ι­στο­ριών δεν α­ρέ­σουν οι λο­γο­τε­χνί­ζου­σες νύ­ξεις. Οι ε­κτε­νέ­στε­ρες πε­ρι­γρα­φές α­φο­ρούν τό­πους, με πρώ­τη και κα­λύ­τε­ρη την Κρή­τη, γε­νέ­τει­ρα της συγ­γρα­φέως. Εδώ, η α­φή­γη­ση γί­νε­ται μα­κρο­πε­ρίο­δη, μό­νο που δεν έ­χει τη φι­δί­σια χά­ρη των αλ­λο­τι­νών πε­ρι­γρα­φών. Η πα­ρά­τα­ξη των προ­τά­σεων έ­χει έ­ναν τυ­πο­ποιη­μέ­νο χα­ρα­κτή­ρα, σχε­δόν μη­χα­νι­στι­κό, με συν­δε­τι­κό τις ά­νω τε­λείες. Συ­νή­θως, και πά­λι προς με­γέ­θυν­ση των ε­ντυ­πώ­σεων, χρη­σι­μο­ποιεί­ται ο πλη­θυ­ντι­κός, κα­τα­λή­γο­ντας σε ξε­φτι­σμέ­νες φρά­σεις. Λ.χ., “κι η για­γιά, γυ­ναί­κα τα­λαι­πω­ρη­μέ­νη α­πό Κα­το­χές και Δι­κτα­το­ρίες, α­πό διώ­ξεις και συμ­βι­βα­σμούς...”
Εκτός α­πό τις ι­στο­ρίες, που συγ­γε­νεύουν με το μυ­θι­στό­ρη­μα, υ­πάρ­χει μία “σύ­ντο­μη ι­στο­ρία” γραμ­μέ­νη κα­τά πα­ραγ­γε­λία με δο­σμέ­νο το θέ­μα και αρ­κε­τές άλ­λες, που, εν μέ­ρει ή α­πο­κλει­στι­κά, α­ντα­να­κλούν την ο­πτι­κή του ση­με­ρι­νού ευαι­σθη­το­ποιη­μέ­νου πο­λί­τη. Στην κα­τά πα­ραγ­γε­λία, ζη­τή­θη­κε πε­ζό έως 300 λέ­ξεις που να στε­γά­ζε­ται κά­τω α­πό τον γε­νι­κό τίτ­λο «Η δι­κή μας Ελλά­δα». Κα­τά την συ­νο­δευ­τι­κή ε­πε­ξή­γη­ση του πα­ραγ­γε­λιο­δό­τη, που ή­ταν η Εται­ρεία Συγ­γρα­φέων, θα έ­πρε­πε, εν έ­τει 2012, “να δεί­χνει πως η χώ­ρα μας έ­χει και τις φω­τει­νές της πλευ­ρές, έ­χει δη­λα­δή τις α­ντι­στά­σεις της, την ι­διαί­τε­ρη ψυ­χή της”. Το πε­ζό της Τρουλ­λι­νού, «Τα πορ­το­κά­λια του Δαι­δά­λου», εί­ναι μια ου­το­πι­κή φα­ντα­σίω­ση αλ­λη­λέγ­γυας συ­μπε­ρι­φο­ράς. Την προ­κά­λε­σε έ­να τυ­χαίο συμ­βάν, που έ­κα­νε τους αν­θρώ­πους “να κοι­τα­χτούν χω­ρίς τε­θλα­σμέ­νες”. Έχει τη χροιά πε­ρισ­σό­τε­ρο πα­ρα­μυ­θιού. Μό­νο που ού­τε καν μι­κρά παι­διά δεν θα το πί­στευαν. Βε­βαίως, το­πο­θε­τεί­ται σε ε­μπο­ρι­κό πε­ζό­δρο­μο της πό­λης του Ηρα­κλείου, που ο­δη­γεί στην πλα­τεία Λιο­ντα­ριών, ό­που μπο­ρεί οι άν­θρω­ποι να προ­στρέ­χουν α­κό­μη σε βοή­θεια.    
Κε­ντρι­κό πρό­σω­πο του κα­τά πα­ραγ­γε­λία πε­ζού εί­ναι έ­νας α­χθο­φό­ρος, πι­θα­νώς πα­ρα­γιός μα­νά­βη, που α­να­φέ­ρε­ται ως “παι­δί, χω­ρίς ό­νο­μα, χω­ρίς τό­πο προέ­λευ­σης”. Σε αυ­τήν τη συλ­λο­γή, κύ­ριο μέ­λη­μα της συγ­γρα­φέως φαί­νε­ται να εί­ναι τα κοι­νω­νι­κά προ­τάγ­μα­τα, α­πό την προ­στα­σία των ζώων μέ­χρι τη συ­μπα­ρά­στα­ση στους με­τα­νά­στες. Σε έ­να διή­γη­μα («Η Τό­ντο»), κυ­ριαρ­χεί το σοκ που προ­κα­λεί βιαιο­πρα­γία κα­τά γά­τας, α­νε­ξάρ­τη­τα αν αυ­τή κα­τού­ρη­σε τον θύ­τη. Σε έ­να άλ­λο («Σί­δε­ρα, πα­λιο­σί­δε­ρα και άλ­λα συ­να­φή»), σκύ­λος εμ­φα­νί­ζε­ται ως νοή­μο­νας σύ­ντρο­φος και τη­λε­θε­α­τής, πα­ρα­κα­θή­με­νος του α­φη­γη­τή. Με­γα­λύ­τε­ρη εί­ναι η πα­ρου­σία των με­τα­να­στώ­ν: σε τρία διη­γή­μα­τα πρω­τα­γω­νι­στούν και σε τέσ­σε­ρα εμ­φα­νί­ζο­νται ως δευ­τε­ρα­γω­νι­στές. Ο α­γλαϊσμός τους πλη­σιά­ζει ε­κεί­νον των η­ρώων του Πο­λυ­τε­χνείου, αν δεν τον υ­περ­βαί­νει, ό­ταν γί­νο­νται συ­γκρί­σεις με τη συ­μπε­ρι­φο­ρά των ντό­πιων, ό­πως στο «Ακορ­ντεόν α­νά­πη­ρο» ή στο «Η ξέ­νη», που έ­χουν στό­χο να ε­ξά­ρουν την α­ξιο­πρε­πή και φι­λι­κή στά­ση τους. Στην κα­τα­κλεί­δα ε­νός άλ­λου διη­γή­μα­τος («Μι­κρές ι­στο­ρίες για ό­νει­ρα»), δί­νο­νται σχε­δόν ε­πι­κές δια­στά­σεις στην “Αλβα­νή πα­ρα­δου­λεύ­τρα, που με τα πό­δια εί­χε πε­ρά­σει βου­νά και διά­σε­λα κά­που στα 1990” 
Σε αυ­τά τα διη­γή­μα­τα, η συ­γκί­νη­ση α­φή­νε­ται α­νε­ξέ­λε­γκτη, α­ντα­μεί­βο­ντας ό­σες α­γό­ρα­σαν το βι­βλίο χά­ριν του τίτ­λου του, που υ­πό­σχε­ται τη συ­ναι­σθη­μα­τι­κή φόρ­τι­ση του μπε­στ σέ­λερ. Αν και το βούρ­κω­μα θα το φέ­ρει η ι­στο­ρία του τυ­φλού με­τα­νά­στη στη Γερ­μα­νία α­πό την Ανα­το­λία και της Γερ­μα­νί­δας πόρ­νης. Ένας λό­γος πα­ρα­πά­νω, για­τί αγ­γί­ζει μία άλ­λη ευαί­σθη­τη χορ­δή, κα­θώς τιτ­λο­φο­ρεί­ται «1989» και το­πο­θε­τεί­ται στο Κρόϊτ­σ­μπερ­γκ, προά­στιο του Δυ­τι­κού Βε­ρο­λί­νου που κυ­κλω­νό­ταν α­σφυ­κτι­κά α­πό το Τεί­χος. Κα­τά μία ά­πο­ψη, πα­ρό­μοιες ι­στο­ρίες εί­ναι α­να­με­νό­με­νες α­πό μία συγ­γρα­φέα α­ρι­στε­ρών κα­τα­βο­λών, ό­πως η Τρουλ­λι­νού. Με τον ε­ξό­φθαλ­μο, ό­μως, τρό­πο, που στή­νο­νται, α­φή­νουν την ε­ντύ­πω­ση ε­νός νέ­ου τύ­που δι­δα­κτι­σμού. Κά­πο­τε, φτά­νουν να α­πο­δυ­να­μώ­νουν και το λο­γο­τε­χνι­κό α­πο­τέ­λε­σμα. Μία α­πό τις πιο εν­δια­φέ­ρου­σες ι­στο­ρίες της πρό­σφα­της συλ­λο­γής, «Η φω­το­γρα­φία», θα μπο­ρού­σε να μεί­νει α­νοι­χτή σε δια­φο­ρε­τι­κές α­να­γνώ­σεις, αν δεν την πε­ριό­ρι­ζε η συγ­γρα­φέ­ας στο γέ­νος των Εβραίων, με το ό­νο­μα της η­ρωί­δας και μια κα­τα­κλεί­δια α­να­φο­ρά. Έτσι, πά­ντως, το θε­μα­τι­κό φά­σμα της συλ­λο­γής με­γα­λώ­νει, ε­ξι­σορ­ρο­πώ­ντας τα αλ­λο­τι­νά δει­νά με τις ση­με­ρι­νές ευαί­σθη­τες πε­ριο­χές α­ντι­πα­ρά­θε­σης.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 14/9/2014.
Φωτογραφία: Ηράκλειο. Η Πλατεία Λιονταριών, εδώ προβάλλει η οδός Δαιδάλου.

Τύχες καβαφικού ποιήματος

Ο λό­γος για έ­να α­πό τα γνω­στό­τε­ρα κα­βα­φι­κά ποιή­μα­τα, τα «Τεί­χη». Δεν θεω­ρεί­ται το πιο διά­ση­μο, κα­θώς τα πρω­τεία τα κα­τέ­χει η «Ιθά­κη», εί­ναι, ό­μως, ε­κεί­νο με τις πλέ­ον α­συ­νή­θεις τύ­χες, εκ­δο­τι­κές και με­τα­φρα­στι­κές,  εάν κρί­νου­με με μέ­τρο την α­κο­λου­θού­με­νη α­πό τον Κα­βά­φη τα­κτι­κή. Αλλά και ε­κεί­νο, που, κα­τά την α­ξιο­λό­γη­σή του, έ­τυ­χε δια­φο­ρε­τι­κής, μάλ­λον μο­να­δι­κής α­ντι­με­τώ­πι­σης, κα­θώς α­πό την υ­ψη­λή α­πο­δο­χή πε­ριέ­πε­σε σχε­δόν σε α­φά­νεια.  Συ­γκα­τα­λε­γό­με­νο αρ­χι­κά στα “με­γά­λα” ποιή­μα­τα του Κα­βά­φη, το 1963, που συ­μπλη­ρώ­νο­νται ε­κα­τό χρό­νια α­πό τη γέν­νη­σή του, έ­χει ή­δη αρ­χί­σει η κα­θο­δι­κή του πο­ρεία. Στα δυο πο­λυ­σέ­λι­δα α­φιε­ρω­μα­τι­κά τεύ­χη της «Νέ­ας Εστίας» και της «Επι­θεώ­ρη­σης Τέ­χνης», αμ­φό­τε­ρα με αν­θο­λό­γιο  ποιη­μά­των, δεν πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στα 22 ποιή­μα­τα του πρώ­του, αλ­λά συ­γκρα­τεί­ται στα  41 του δεύ­τε­ρου. 
Εί­κο­σι χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το 1983, με τη συ­μπλή­ρω­ση μι­σού αιώ­να α­πό τον θά­να­το του Κα­βά­φη, τεί­νει προς ε­ξα­φά­νι­ση. Στα πο­λυ­πλη­θή α­φιε­ρώ­μα­τα πε­ριο­δι­κών και τις α­κό­μη πο­λυ­πλη­θέ­στε­ρες εκ­δη­λώ­σεις του ε­πε­τεια­κού 1983, τα «Τεί­χη» ε­ξα­σφα­λί­ζουν μία και μο­να­δι­κή α­να­δη­μο­σίευ­ση, κι αυ­τή ε­κτός ελ­λα­δι­κού χώ­ρου. Τη συ­να­ντά­με στο έ­ντυ­πο πρό­γραμ­μα των εκ­δη­λώ­σεων του Πο­λι­τι­στι­κού Κέ­ντρου Δή­μου Λευ­κω­σίας, ό­που ε­πι­λέ­γο­νται δυο ποιή­μα­τα α­πό τα ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­να της πο­λυ­τε­λούς έκ­δο­σης των Απά­ντων του 1966. Με τα «Τεί­χη» ξε­κί­νη­σε ο Χατ­ζη­κυ­ριά­κος-Γκί­κας την ει­κο­νο­γρά­φη­ση των εν λό­γω Απά­ντων, ξε­χω­ρί­ζο­ντας να ει­κο­νο­γρα­φή­σει 44 ποιή­μα­τα α­πό τα συ­νο­λι­κά 154. Της γε­νιάς του ’30 ο Γκί­κας, προ­τί­μη­σε τα συμ­βο­λι­κά ποιή­μα­τα της πρώ­της πε­ριό­δου και ο­ρι­σμέ­να α­πό τα λε­γό­με­να ι­στο­ρι­κο­φα­νή, κρα­τώ­ντας και με­ρι­κά α­πό τα α­μι­γώς ε­ρω­τι­κά.
Βα­σι­κός λό­γος για τον πα­ρα­με­ρι­σμό του στά­θη­κε η σύν­δε­ση της τύ­χης του με τα προ­σω­πι­κά του Κα­βά­φη και μά­λι­στα, με την ευαί­σθη­τη πτυ­χή της ε­ρω­τι­κής του ζωής. Τα «Τεί­χη» ή­ταν το ποίη­μα που “συ­γκλό­νι­σε” τον Ξε­νό­που­λο πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό κά­θε άλ­λο. Στο πρώ­το άρ­θρο του στα «Πα­να­θή­ναια», Νοέ. 1903, ε­πα­να­λαμ­βά­νει πως ε­κεί­νος “έ­χει γρά­ψει πέ­ντε-έ­ξη ποιή­μα­τα τό­σο έμ­μορ­φα, τό­σο βα­θειά, τό­σο με­γά­λα, ό­σο λί­γοι ποιη­τά­δες. Κ’ έ­να μο­νά­χα θα έ­φθα­νε – π.χ., τα «Τεί­χη».” “Τα πε­ρί­φη­μα «Τεί­χη»”, ό­πως τα α­πο­κα­λεί στην τε­λευ­ταία του ο­μι­λία 40 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ε­ξα­κο­λού­θη­σαν μέ­χρι τέ­λους του βίου του “να τον κα­τέ­χου­ν”. Τα «Τεί­χη» δεν “ταί­ρια­ξαν στη ζωή” μό­νο του Ξε­νό­που­λου. Όσο το συμ­βο­λι­κό φορ­τίο τους έ­με­νε α­νοι­κτό σε δια­φο­ρε­τι­κές ερ­μη­νείες κέρ­δι­ζαν σε α­πή­χη­ση. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή πα­ρα­μέ­νει η δια­τύ­πω­ση του Άγρα ό­τι “τα «Τεί­χη» εί­ν’ έ­να σύμ­βο­λο πλα­τειάς έν­νοιας σε διά­φο­ρες σφαί­ρες”.
Αυ­τά μέ­χρι τον Απρ. 1958, που ο Γ. Πα­που­τσά­κης δη­μο­σίευ­σε την κα­βα­φι­κή “ση­μείω­ση” της 9ης Νοε. 1902, στην ο­ποία ο ποιη­τής, α­ντί ε­ξο­μο­λο­γή­σεως, αρ­κεί­το “να ση­μειώ­σει το γράμ­μα Τ ως σύμ­βο­λο του αι­σθή­μα­τός του”. Τό­τε δια­τυ­πώ­θη­καν διά­φο­ρες ερ­μη­νείες, υ­πε­ρί­σχυ­σε, ό­μως, ε­κεί­νη του Τί­μου Μα­λά­νου, ο ο­ποίος έ­σπευ­σε τον ε­πό­με­νο χρό­νο να εκ­δώ­σει βι­βλίο, υ­πό μορ­φή μα­κράς συ­νέ­ντευ­ξης προς τον Μαν. Για­λου­ρά­κη, με τίτ­λο, «Ο Κα­βά­φης του κε­φα­λαίου “Τ”». Σε αυ­τό, α­πο­κρούει την ερ­μη­νευ­τι­κή εκ­δο­χή του Πα­που­τσά­κη, πως πρό­κει­ται για το αρ­χι­κό του ο­νό­μα­τος α­γα­πη­μέ­νου προ­σώ­που, α­ντι­προ­τεί­νο­ντας το αρ­χι­κό τίτ­λου ποιή­μα­τος. Κα­τά τον Μα­λά­νο, το γράμ­μα “Τ” πα­ρα­πέ­μπει στο ποίη­μα «Τεί­χη», συμ­βο­λί­ζο­ντας τα κοι­νω­νι­κά τεί­χη, που α­πέ­κλειαν τον ποιη­τή “α­πό τον κό­σμο της ε­ρω­τι­κής ο­μα­λό­τη­τας”. “Από τό­τε που δη­μο­σιο­ποιή­θη­κε η ση­μείω­ση το γράμ­μα Τ ση­μαί­νει για τους α­να­γνώ­στες του τον ο­μο­φυ­λό­φι­λο Κα­βά­φη”, α­πο­φαί­νε­ται ο Ρό­μπερτ Λί­ντελ στη βιο­γρα­φία Κα­βά­φη, που εκ­δί­δει το 1974. Άρα, κα­τά τις α­πο­φάν­σεις Μα­λά­νου-Λί­ντε­λ, το ποίη­μα τα «Τεί­χη» ταυ­τί­ζε­ται με τον ο­μο­φυ­λό­φι­λο Κα­βά­φη. Μό­νο που αυ­τή η ερ­μη­νεία ο­δή­γη­σε αυ­τό­μα­τα στον εν­νοιο­λο­γι­κό πε­ριο­ρι­σμό του ποιή­μα­τος. Οπό­τε, με το στέ­νε­μα του βιω­μα­τι­κού ο­ρί­ζο­ντα, η τύ­χη του ποιή­μα­τος ή­ταν προ­δια­γε­γραμ­μέ­νη. 
Αν δε­χτού­με πως τα «Τεί­χη» ση­μα­το­δο­τούν τον κοι­νω­νι­κό α­πο­κλει­σμό των ο­μο­φυ­λό­φι­λων, τό­τε έ­χουν χά­σει το νό­η­μά τους ε­δώ και και­ρό, α­φού, τα συ­να­φή κοι­νω­νι­κά τεί­χη έ­χουν προ πολ­λού πέ­σει. Ο τε­λευ­ταίος με­τα­φρα­στής α­πά­ντων των ποιη­μά­των του Κα­βά­φη στην αγ­γλι­κή, Ντα­νιέλ Μέ­ντελ­σον, το μό­νο σχό­λιο που κά­νει σχε­τι­κά με το ποίη­μα, εί­ναι πως πρό­κει­ται για έ­να α­πό τα πλέ­ον α­παι­σιό­δο­ξα. Δεί­χνει πα­ρά­δο­ξο, το ποίη­μα που συν­δέ­θη­κε με τον ο­μο­φυ­λό­φι­λο Κα­βά­φη, σή­με­ρα, που αυ­τή η πλευ­ρά του προ­βάλ­λε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο των άλ­λων, ε­κεί­νο να πα­ρα­γκω­νί­ζε­ται. Τα «Τεί­χη» δεν πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται στα “ε­ρω­τι­κά” του Κα­βά­φη, που τα τε­λευ­ταία χρό­νια παίρ­νουν την πρώ­τη θέ­ση εν μέ­σω των ποιη­μά­των του στον αγ­γλό­φω­νο και γαλ­λό­φω­νο κό­σμο, κα­θώς συ­στή­νουν τον Κα­βά­φη που συ­γκι­νεί μία και­νού­ρια πλειο­ψη­φία. Ήδη α­πό τα τέ­λη της δε­κα­ε­τίας του ’60, για “τις γκέι κοι­νό­τη­τες της Μ. Βρε­τα­νίας και των Η.Π.Α.”, που γνω­ρί­ζουν τον Κα­βά­φη α­πό τα 14 “ε­ρω­τι­κά” του, τα ο­ποία ε­πέ­λε­ξε και ει­κο­νο­γρά­φη­σε ο Ντέι­βι­ντ Χό­κνεϋ, τα κοι­νω­νι­κά τεί­χη εί­χαν αρ­χί­σει να πέ­φτουν, ο­πό­τε και τα «Τεί­χη» τούς ή­ταν μάλ­λον α­διά­φο­ρα. Σή­με­ρα, φαί­νε­ται να δη­μιουρ­γούν έως και α­πώ­θη­ση στη διε­θνή κοι­νό­τη­τα των ο­μο­φύ­λων, ό­πως προ­τι­μούν να αυ­το­α­πο­κα­λού­νται.   
Το ποίη­μα «Τεί­χη» εί­χε ξε­χω­ρι­στή πο­ρεία, με κά­ποιες α­ξιο­μνη­μό­νευ­τες α­πο­κλει­στι­κό­τη­τες και πρω­τιές. Δεν δη­μο­σιεύ­τη­κε πρώ­τα σε κά­ποιο πε­ριο­δι­κό ή ε­φη­με­ρί­δα, αλ­λά τυ­πώ­θη­κε σε φυλ­λά­διο. Συ­γκε­κρι­μέ­να, α­πο­τέ­λε­σε μό­νο του το δεύ­τε­ρο στη σει­ρά φυλ­λά­διο, του 1897. Εί­χε προ­η­γη­θεί, το 1891, το μο­νό­φυλ­λο, ε­πί­σης με έ­να μό­νο ποίη­μα, το «Κτί­σται». Το τύ­πω­μα, ό­μως, του πρώ­του φυλ­λα­δίου συν­δέ­θη­κε με τη δη­μο­σίευ­ση του ποιή­μα­τος σε α­θη­ναϊκό πε­ριο­δι­κό. Εί­τε το φυλ­λά­διο εί­χε προ­η­γη­θεί της δη­μο­σίευ­σης εί­τε εί­χε α­κο­λου­θή­σει σε α­πό­στα­ση μη­νός (μέ­νει α­διευ­κρί­νι­στο), το τύ­πω­μά του ει­κά­ζε­ται πως ή­ταν α­πόρ­ροια της ι­κα­νο­ποίη­σης του Κα­βά­φη α­πό την πρώ­τη εμ­φά­νι­σή του σε ελ­λα­δι­κό έ­ντυ­πο. 
Το δεύ­τε­ρο φυλ­λά­διο εί­ναι δί­φυλ­λο χω­ρίς λευ­κές σε­λί­δες, ό­πως το ε­πό­με­νο, έ­να χρό­νο με­τά. Σε αυ­τό, το ποίη­μα συ­νο­δεύε­ται α­πό τη με­τά­φρα­σή του. Τα «Τεί­χη» εί­ναι το μο­να­δι­κό ποίη­μα, του­λά­χι­στον ζώ­ντος του Κα­βά­φη, που τυ­πώ­θη­κε αυ­το­τε­λώς και α­ντι­κρι­στά με τη με­τά­φρα­σή του. Όπου, αυ­τή, με τη σει­ρά της, ή­ταν η πρώ­τη δη­μο­σιευ­θεί­σα με­τά­φρα­ση κα­βα­φι­κού ποιή­μα­τος. Με­τα­φρα­στής ο Τζω­ν-Κων­στα­ντί­νος Κα­βά­φης, ο έ­βδο­μος γιος και το ό­γδοο παι­δί της οι­κο­γέ­νειας Κα­βά­φη, έ­να χρό­νο και ο­κτώ μή­νες με­γα­λύ­τε­ρος του βε­νια­μίν Κων­στα­ντί­νου. Εί­ναι ο πρώ­τος με­τα­φρα­στής του Κα­βά­φη. Στο Αρχείο Κα­βά­φη σώ­θη­καν οι με­τα­φρά­σεις του α­πό 63 ποιή­μα­τα, ό­λες, πλην της πρώ­της, πα­ρέ­μει­ναν α­δη­μο­σίευ­τες μέ­χρι την έκ­δο­σή τους, το 2003, σε βι­βλίο α­πό τον Μα­νό­λη Σαβ­βί­δη .  
Ο Γ.Π.Σαβ­βί­δης θέ­τει το διτ­τό ε­ρώ­τη­μα, για­τί ο Κα­βά­φης α­πο­φα­σί­ζει να εκ­δώ­σει έ­να δεύ­τε­ρο φυλ­λά­διο και για­τί ε­πι­λέ­γει το συ­γκε­κρι­μέ­νο ποίη­μα, ε­νώ υ­πάρ­χουν τα ή­δη δη­μο­σιευ­μέ­να ό­πως και αλ­λά α­δη­μο­σίευ­τα. Πο­λιορ­κεί το ε­ρώ­τη­μα α­πό την πλευ­ρά του Κα­βά­φη, θέ­το­ντας σε δεύ­τε­ρη μοί­ρα το ρό­λο του α­δελ­φού του. Το σκε­πτι­κό του στη­ρί­ζε­ται στη συ­νο­λι­κή ει­κό­να που έ­χει για τη συ­νερ­γα­σία τους, ό­που ο Τζων υ­στε­ρού­σε και λό­γω της α­πο­κλει­στι­κά αγ­γλό­γλωσ­σης παι­δείας του. Από­φοι­τος αγ­γλι­κού σχο­λείου στην Αγγλία, υ­πάλ­λη­λος αγ­γλι­κής ε­πι­χεί­ρη­σης στην Αλε­ξάν­δρεια, εμ­φα­νί­στη­κε ως ποιη­τής με αγ­γλι­κούς στί­χους α­πό το 1889 μέ­χρι τα τέ­λη του 1896. Η με­τά­φρα­ση στο φυλ­λά­διο με η­με­ρο­μη­νία 16 Ιαν. 1897 ή­ταν και η τε­λευ­ταία γνω­στή δη­μο­σίευ­σή του. Συ­νέ­χι­σε, πά­ντως, να με­τα­φρά­ζει ποιή­μα­τα του α­δελ­φού του μέ­χρι τέ­λους. Απε­βίω­σε στις 9 Φεβ. 1923. Από την πρώ­τη πε­ρίο­δο, μέ­χρι το 1899, που η συ­νερ­γα­σία τους ή­ταν στε­νό­τε­ρη, σώ­ζο­νται “με­τα­φρα­στι­κές υ­πο­δεί­ξεις” του Κα­βά­φη. Σύμ­φω­να πά­ντα με τον Σαβ­βί­δη, ε­κεί­νος “έ­λεγ­χε ε­ξο­νυ­χι­στι­κά τις με­τα­φρά­σεις”. Μάλ­λον πί­στευε πως “δεν σή­κω­ναν για­τρειά” και γι’ αυ­τό δεν έ­δω­σε τη συ­γκα­τά­θε­σή του ή δεν ε­πε­δίω­ξε άλ­λη δη­μο­σίευ­ση. Ο ε­πό­με­νος πά­ντως με­τα­φρα­στής του Κα­βά­φη στην αγ­γλι­κή θα αρ­γή­σει. Εί­ναι ο Γιώρ­γος Βα­λα­σό­που­λος, του ο­ποίου οι πρώ­τες κα­βα­φι­κές με­τα­φρά­σεις δη­μο­σιεύο­νται στο άρ­θρο του Φόρ­στερ το 1919. Στον “κα­τά­λο­γο ποιη­μά­των του Κα­βά­φη με­τα­φρα­σμέ­νων α­πό ε­κεί­νο­ν”, που πα­ρα­τί­θε­ται στην αλ­λη­λο­γρα­φία Φόρ­στε­ρ-Κα­βά­φη, τα «Τεί­χη» α­που­σιά­ζουν. 
Έχου­με την ε­ντύ­πω­ση πως αυ­τή η συ­νο­λι­κή ει­κό­να δια­φο­ρο­ποιεί­ται στο ξε­κί­νη­μα της συ­νερ­γα­σίας τους. Δεν α­πο­κλείε­ται να ή­ταν ο Τζων ε­κεί­νος που ο­δή­γη­σε τον Κα­βά­φη στην τα­κτι­κή των φυλ­λα­δίων. Το πι­θα­νό­τε­ρο, ε­κεί­νος βρί­σκει τα δυο τυ­πο­γρα­φεία, στα ο­ποία τυ­πώ­νο­νται τα πρώ­τα πέ­ντε φυλ­λά­δια. Το πρώ­το, γνω­ρί­ζου­με α­πό ση­μείω­ση του Κα­βά­φη, ό­τι τυ­πώ­θη­κε στου Πε­νασ­σών, ό­που τυ­πώ­νο­νταν τα αγ­γλι­κά πε­ριο­δι­κά στα ο­ποία δη­μο­σίευε ποιή­μα­τα  ο Τζων, αλ­λά και δι­κά του μο­νό­φυλ­λα. Πρό­κει­ται για το Τυ­πο­λι­θο­γρα­φείο του Β. Πε­νασ­σών, που ξε­κί­νη­σε το 1883. Στο τρί­το και το πέ­μπτο φυλ­λά­διο α­να­γρά­φε­ται το Τυ­πο­λι­θο­γρα­φείο Ι. Κ. Λα­γου­δά­κη. Στο ί­διο θα πρέ­πει να τυ­πώ­θη­καν και τα δυο άλ­λα, πα­ρό­τι δεν α­να­φέ­ρε­ται τυ­πο­γρα­φείο και για το δεύ­τε­ρο έ­χει δια­τυ­πω­θεί η ει­κα­σία πως τυ­πώ­θη­κε στου Πε­νασ­σών. Προς αυ­τό το συ­μπέ­ρα­σμα ο­δη­γεί η τυ­πο­τε­χνι­κή ει­κό­να των τεσ­σά­ρων φυλ­λα­δίων. Ο Ιωάν­νης Λα­γου­δά­κης εί­ναι ο πρώ­τος και ο μό­νος, που δια­τη­ρού­σε α­πό το 1889 Χρω­μο­λι­θο­γρα­φείο στην Αλε­ξάν­δρεια. Σε αυ­τό θα πρέ­πει να τυ­πώ­θη­κε και το α­πο­χαι­ρε­τι­στή­ριο φυλ­λά­διο του Τζων, μέ­σα στον Δε­κέμ­βριο του 1896. Ίσως, μά­λι­στα, οι κα­λαί­σθη­τες ε­πι­δό­σεις του νέ­ου τυ­πο­γρά­φου να τον πα­ρα­κί­νη­σαν σε αυ­τήν την πρώ­τη με­τα­φρα­στι­κή του α­πό­πει­ρα.
Κα­τά τον Σαβ­βί­δη, το πρω­τό­τυ­πο και η με­τά­φρα­ση δη­μο­σιεύο­νται “σχε­δόν ι­σό­τι­μα” στο φυλ­λά­διο. Θα υ­πο­στη­ρί­ζα­με ι­σό­τι­μα, αν, μά­λι­στα, δεν υ­περ­τε­ρεί η με­τά­φρα­ση. Επί­σης, θα υιο­θε­τού­σα­με την ει­κα­σία που κά­νει, ορ­μώ­με­νος και α­πό “την συ­γκρι­τι­κά ε­ξαι­ρε­τι­κή μορ­φο­λο­γι­κή εκ­ζή­τη­ση του φυλ­λα­δίου”, πως η έκ­δο­ση έ­γι­νε “με πρω­το­βου­λία ό­χι του ποιη­τή αλ­λά του με­τα­φρα­στή”. Ασχέ­τως αν ε­κεί­νος την θεω­ρεί α­πί­θα­νη, με βά­ση τη με­τέ­πει­τα μη ε­νερ­γό συμ­με­το­χή στα λο­γο­τε­χνι­κά του Τζων. Ας δού­με αυ­τό το καλ­λι­τε­χνι­κό­τε­ρο ό­λων κα­βα­φι­κό δί­φυλ­λο, που, το πι­θα­νό­τε­ρο, συ­νι­στά δι­κό του έρ­γο. Η πρώ­τη και η τέ­ταρ­τη σε­λί­δα ε­πέ­χουν θέ­ση ε­ξω­φύλ­λου και εί­ναι τυ­πω­μέ­νες με κε­φα­λαιο­γράμ­μα­τα κόκ­κι­νου χρώ­μα­τος. Επί­σης, με το ί­διο χρώ­μα εί­ναι τα αρ­χι­γράμ­μα­τα των στί­χων πρω­τό­τυ­που και με­τά­φρα­σης στις δυο ε­σω­τε­ρι­κές σε­λί­δες. Εί­ναι, ω­στό­σο, λί­γο με­γα­λύ­τε­ρα τα κόκ­κι­να κε­φα­λαιο­γράμ­μα­τα της με­τά­φρα­σης, με τα ο­ποία και  α­να­γρά­φε­ται στο ά­νω δε­ξιό ά­κρο της σε­λί­δας, δια­γώ­νια, η λέ­ξη “translation”.
Στην πρώ­τη σε­λί­δα, δί­νο­νται τα στοι­χεία του ποιή­μα­τος: «Τεί­χη» υ­πό Κων­στ. Κα­βά­φη, μό­το α­πό τον Αι­σχύ­λο, Αλε­ξάν­δρεια, 1η Σε­πτεμ­βρίου 1896.  Στην τέ­ταρ­τη σε­λί­δα, συμ­με­τρι­κά α­να­γρά­φο­νται ε­κεί­να της με­τά­φρα­σης. Εδώ, υ­πάρ­χουν δυο ου­σια­στι­κές πα­ρεμ­βά­σεις του με­τα­φρα­στή. Ο τίτ­λος πα­ραλ­λάσ­σει σε «My walls» και το μι­κρό ό­νο­μα του Κα­βά­φη πα­ρα­τί­θε­ται ο­λο­γρά­φως. Επί­σης, εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει ο τρό­πος γρα­φής της η­με­ρο­μη­νίας εκ­πό­νη­σης της με­τά­φρα­σης: January 16th. / MDCCCXCVII Με τε­λεία και σε χω­ρι­στή γραμ­μή α­πό κά­τω το έ­τος, θα μπο­ρού­σε να εί­ναι έ­νας τρό­πος να δη­λω­θεί ταυ­τό­χρο­να και το έ­τος έκ­δο­σης του φυλ­λα­δίου που λάν­θα­νε. Στο ποίη­μα, η διά­τα­ξη των στί­χων, α­ντί των τεσ­σά­ρων δί­στι­χων της τε­λι­κής μορ­φής, γί­νε­ται 2/1/2/1/2. Ανά­λο­γα χω­ρί­ζε­ται η με­τά­φρα­ση, μό­νο που τα α­κραία δί­στι­χα γί­νο­νται τρί­στι­χα. Αυ­τό λό­γω της πα­ρεμ­βο­λής δυο ε­ρω­τη­μα­τι­κών φρά­σεων ε­ντός πα­ρεν­θέ­σεως. Στο πρώ­το δί­στι­χο, εκ­φρά­ζε­ται α­πο­ρία για το ποιοι ή­ταν αυ­τοί που έ­χτι­σαν τα τεί­χη (who were they?), στο τε­λευ­ταίο, για το πό­τε αυ­τοί ύ­ψω­σαν τα τεί­χη (when were they there?). Να ση­μειώ­σου­με πως στην έκ­δο­ση των με­τα­φρά­σεων του Τζων δεν υ­πάρ­χουν ού­τε η αλ­λα­γή του τίτ­λου ού­τε οι εμ­βό­λι­μες φρά­σεις. Σύμ­φω­να με τα βι­βλιο­γρα­φι­κά δε­δο­μέ­να, η συ­γκε­κρι­μέ­νη με­τα­φρα­στι­κή εκ­δο­χή α­να­δη­μο­σιεύ­τη­κε ά­παξ στα «Κυ­πρια­κά Γράμ­μα­τα», Απρί­λιο 1954.
Αναμ­φι­βό­λως, “τί­πο­τα δεν θα έ­γι­νε πα­ρά την γνώ­μη του Κων­στα­ντί­νου”, ό­πως το­νί­ζει ο Σαβ­βί­δης. Ποιος, ό­μως, ή­ταν ο Κων­στα­ντί­νος το φθι­νό­πω­ρο του 1896; Τό­τε, α­κό­μη, τα δυο α­δέλ­φια συ­γκα­τοι­κού­σαν υ­πό τη σκέ­πη της μη­τέ­ρας τους, που α­πε­βίω­σε στις 4 Φεβ. 1899. Αν και α­πό τις αρ­χές του 1898, ο Τζων με­τα­κό­μι­σε σε ε­πι­πλω­μέ­νο δια­μέ­ρι­σμα, α­φή­νο­ντας τον Παύ­λο και τον Κων­στα­ντί­νο “στην γκρί­νια της Χα­ρί­κλειας”. Αργό­τε­ρα, θα α­πο­μα­κρυν­θεί α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο, κα­θώς, α­πό το 1906, ε­γκα­τα­στά­θη­κε στο Κάι­ρο. Τα δυο α­δέλ­φια, α­πό τις 10 Μαΐου μέ­χρι τις 28 Ιου­νίου 1897, τα­ξί­δε­ψαν σε Πα­ρί­σι και Λον­δί­νο. Από τους μή­νες πριν και με­τά το τα­ξί­δι σώ­ζο­νται “ση­μειώ­σεις” του Κα­βά­φη, που α­ντι­κα­το­πτρί­ζουν την ά­σχη­μη ψυ­χο­λο­γι­κή του κα­τά­στα­ση. Από αυ­τές εί­ναι προ­φα­νές ό­τι τον α­πα­σχο­λεί πε­ρισ­σό­τε­ρο η υ­γεία του, που πι­στεύει ό­τι α­πει­λεί­ται α­πό τις σε­ξουα­λι­κές του συ­νή­θειες ε­κεί­νης της ε­πο­χής. Πολ­λά θα αλ­λά­ξουν στα α­μέ­σως ε­πό­με­να χρό­νια, με κα­τα­λύ­τη τον θά­να­το της Χα­ρί­κλειας.  
Με­τά την πρώ­τη πα­ρου­σία­ση στο φυλ­λά­διο, το ποίη­μα α­να­δη­μο­σιεύ­θη­κε σε ε­τή­σιο Ημε­ρο­λό­γιο του Καΐρου, του έ­τους 1901. Σε αυ­τό, οι πε­ρισ­σό­τε­ρες συ­νερ­γα­σίες εί­ναι α­πό Ελλα­δί­τες.  Οι ε­πό­με­νες α­να­δη­μο­σιεύ­σεις γί­νο­νται σε άρ­θρα για τον Κα­βά­φη, με πρώ­το ε­κεί­νο του Ξε­νό­που­λου. Ακο­λου­θούν, μέ­χρι το 1925, ο Παύ­λος Πε­τρί­δης, η Γα­λά­τεια Κα­ζα­ντζά­κη, ο Γιώρ­γος Βρι­σι­μιτ­ζά­κης, ο Τέλ­λος Άγρας, ο Πέ­τρος Εκά­βης. Ο τε­λευ­ταίος, στη Βι­βλιο­γρα­φία Δα­σκα­λό­που­λου, α­να­φέ­ρε­ται ως α­ταύ­τι­στο ψευ­δώ­νυ­μο. Εδώ, το πα­ρά­ξε­νο εί­ναι ό­τι, ε­νώ ο Κα­βά­φης φαί­νε­ται να μην κυ­νη­γά την α­να­δη­μο­σίευ­σή του, οι ση­μα­ντι­κό­τε­ροι α­πό ό­σους α­να­φέ­ρο­νται στο έρ­γο του το πε­ρι­λαμ­βά­νουν σε ε­κεί­να που πα­ρα­θέ­τουν δί­κην πα­ρα­δείγ­μα­τος. Επί­σης, ε­πι­λέ­γε­ται σε δυο α­θη­ναϊκές αν­θο­λο­γίες νε­ο­ελ­λη­νι­κής ποίη­σης (1924, 1930), με 12 κα­βα­φι­κά ποιή­μα­τα η πρώ­τη και 13 η δεύ­τε­ρη. Ακό­μη, έ­χει δυο φο­ρές την τύ­χη να α­πο­τε­λέ­σει πρω­το­σέ­λι­δο ε­ντύ­που: Δε­κέμ­βριο 1916, στο α­λε­ξαν­δρι­νό πε­ριο­δι­κό «Προ­πύ­λαια», με ση­μείω­ση ό­τι πρό­κει­ται για την τε­λι­κή μορ­φή. Μάρ­τιο 1921, στην α­θη­ναϊκή ε­φη­με­ρί­δα «Ελεύ­θε­ρος Τύ­πος» (ε­πί μία ε­βδο­μά­δα, 8/3-14/3/1921, δη­μο­σιεύε­ται σε πρω­το­σέ­λι­δο κα­βα­φι­κό ποίη­μα). Ο Κα­βά­φης θυ­μά­ται τα «Τεί­χη» το 1926, ό­ταν ξε­χω­ρί­ζει 12 ποιή­μα­τα προς δη­μο­σίευ­ση στο πε­ριο­δι­κό του  «Αλε­ξαν­δρι­νή Τέ­χνη». Και βε­βαίως, οι δη­μο­σιο­γρά­φοι στις νε­κρο­λο­γίες τού 1933.
Τέ­λος, το ε­πε­τεια­κό 1943, καί­τοι “μέ­σα σε πό­λε­μο”, τα «Τεί­χη» εί­χαν την ε­ξαι­ρε­τι­κή τύ­χη να τα α­παγ­γεί­λει δη­μο­σίως ο Άγγε­λος Σι­κε­λια­νός σε α­θη­ναϊκή εκ­δή­λω­ση, μα­ζί με «Τα ά­λο­γα του Αχιλ­λέως». 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 7/9/2014.

Τρελός από έρωτα

Ανδρέ­ας Μή­τσου

«Η ε­ξαί­σια γυ­ναί­κα
και τα ψά­ρια»
Εκδό­σεις Κα­στα­νιώ­τη
Μάρ­τιος 2014

Ο Ανδρέ­ας Μή­τσου θα α­νέ­με­νε κα­νείς να προ­βλη­θεί ευ­ρύ­τε­ρα με το τε­λευ­ταίο μυ­θι­στό­ρη­μά του, το προ­πέρ­σι­νο, «Ο κί­τρι­νος στρα­τιώ­της». Άλλω­στε, ως μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος έ­χει α­πο­σπά­σει τις δυο ση­μα­ντι­κές βρα­βεύ­σεις της 33 ε­τών θη­τείας του στη γρα­φή. Η κρι­τι­κή, ό­μως, το προ­σπέ­ρα­σε, α­να­φε­ρό­με­νη κυ­ρίως στο ι­στο­ρι­κό του πε­ριε­χό­με­νο, το ο­ποίο α­νά­γε­ται στο Αφρι­κα­νι­κό Μέ­τω­πο του τε­λευ­ταίου Πο­λέ­μου, έ­ναν σχε­δόν παρ­θέ­νο χώ­ρο για την με­τά τον Τσίρ­κα και τις «Ακυ­βέρ­νη­τες πο­λι­τείες» πε­ζο­γρα­φία. Το βι­βλίο, βε­βαίως, προ­κά­λε­σε ι­κα­νό α­ριθ­μό συ­νε­ντεύ­ξεων και κρι­τι­κών, ό­πως συ­νή­θως συμ­βαί­νει  με τα βι­βλία του Μή­τσου, έ­χου­με, ω­στό­σο, την ε­ντύ­πω­ση ό­τι δεν ε­πι­ση­μάν­θη­καν  οι λο­γο­τε­χνι­κές του α­ξιώ­σεις.  Ίσως και για­τί εμ­φα­νί­στη­κε, α­φού η μό­δα του ι­στο­ρι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος με­τα-α­να­θεω­ρη­τι­κού  χα­ρα­κτή­ρα εί­χε υ­πο­χω­ρή­σει.
Την α­να­με­νό­με­νη κα­τα­ξίω­ση  φαί­νε­ται να την φέρ­νει η πρό­σφα­τη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των. Γε­γο­νός, που, εκ πρώ­της ό­ψεως, ξε­νί­ζει, κα­θώς, μέ­χρι σή­με­ρα, ο Μή­τσου σχο­λιά­στη­κε πε­ρισ­σό­τε­ρο ως μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος πα­ρά ως διη­γη­μα­το­γρά­φος. Εί­ναι εν­δει­κτι­κό ό­τι, πα­ρό­λο που το κυ­ρίως έρ­γο του το α­παρ­τί­ζουν συλ­λο­γές διη­γη­μά­των, δεν έ­χει τι­μη­θεί με κά­ποιο βρα­βείο διη­γή­μα­τος, πέ­ραν του Βρα­βείου Ου­ρά­νη, το ο­ποίο λο­γα­ριά­ζε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο ως γε­νι­κό­τε­ρη συγ­γρα­φι­κή α­να­γνώ­ρι­ση. Με το που κυ­κλο­φό­ρη­σε, ω­στό­σο, η πρό­σφα­τη έ­να­τη συλ­λο­γή του, η κρι­τι­κή κι­νή­θη­κε σε υ­ψη­λούς τό­νους, α­πο­δί­δο­ντάς του χα­ρα­κτη­ρι­σμούς, ό­πως “έ­ξο­χος δη­μιουρ­γός”, “μά­στο­ρας” και τα λοι­πά συ­να­φή. Κα­μιά α­πό τις προ­η­γού­με­νες συλ­λο­γές του δεν έ­τυ­χε τό­σο εν­θου­σιώ­δους υ­πο­δο­χής. Τα ευ­με­νή, μά­λι­στα, σχό­λια ήρ­θαν και α­πό κρι­τι­κούς, που, στο πα­ρελ­θόν, εί­χαν στα­θεί φει­δω­λοί σε ε­παί­νους. Ενώ, για την πρό­σφα­τη, ου­δείς ε­πε­σή­μα­νε πι­θα­νές α­δυ­να­μίες. Αντι­θέ­τως, φαί­νε­ται να υ­πάρ­χει ο­μο­φω­νία για το α­ψε­γά­δια­στο του εγ­χει­ρή­μα­τος. Μπο­ρεί και πά­λι κα­νείς να ει­κά­σει, ό­τι αυ­τό ο­φεί­λε­ται σε μία ό­ψι­μη λο­γο­τε­χνι­κή μό­δα, αυ­τήν του διη­γή­μα­τος.     
Πέ­ραν, ό­μως, α­πό τις τυ­χόν κρα­τού­σες μό­δες, κα­θο­ρι­στι­κά συμ­βάλ­λει η θε­μα­τι­κή πε­ριο­χή, στην ο­ποία κι­νού­νται τα διη­γή­μα­τα μίας ο­ποιασ­δή­πο­τε συλ­λο­γής. Το εν­δια­φέ­ρον ε­νός πλα­τύ­τε­ρου α­να­γνω­στι­κού κοι­νού, γα­λου­χη­μέ­νου με μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, συ­νή­θως κερ­δί­ζουν συλ­λο­γές με έ­να θε­μα­τι­κό κύ­κλο. Πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο, λοι­πόν, στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, που η συλ­λο­γή εμ­φα­νί­ζε­ται με α­μι­γή θε­μα­τι­κό πυ­ρή­να, τον ε­ρω­τι­κό. Επι­προ­σθέ­τως, αυ­τός ο πυ­ρή­νας την τε­λευ­ταία πε­ρίο­δο βρί­σκε­ται σε υ­πο­χώ­ρη­ση, κα­θώς, στα χρό­νια της κρί­σης, οι πε­ζο­γρά­φοι μας έ­χουν στρέ­ψει την προ­σο­χή τους στα πά­θη των πά­σης φύ­σεως α­θλίων της χώ­ρας.
Εξαρ­χής, στα βι­βλία του Μή­τσου, το ε­ρω­τι­κό στοι­χείο εί­ναι έ­ντο­νο.  Διη­γή­μα­τα αλ­λά και μυ­θι­στο­ρή­μα­τα α­πο­πνέ­ουν έ­ναν ι­διό­μορ­φο ε­ρω­τι­σμό, που, εν πολ­λοίς, ο­φεί­λε­ται στον α­φη­γη­τή. Σαν έ­τοι­μο α­πό και­ρό, τον πα­ρου­σιά­ζει ο Μή­τσου στην πρώ­τη ο­λι­γο­σέ­λι­δη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των του, «Ένα μή­λο, έ­να κυ­δώ­νι, έ­να κλω­νί βα­σι­λι­κό», και έ­κτο­τε μό­νο α­ραιά και πού τον α­πο­χω­ρί­ζε­ται. Μα­ζί του  ω­ρι­μά­ζει συγ­γρα­φι­κά, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας τον να χά­νει το κάλ­λος της νεό­τη­τας αλ­λά ό­χι και το σφρί­γος του. Το βα­σι­κό­τε­ρο, ο α­φη­γη­τής του πα­ρα­μέ­νει έ­νας “ε­ξαί­σιος” νάρ­κισ­σος. Στην πρό­σφα­τη συλ­λο­γή, του δί­νει το ρό­λο του ε­γκα­τα­λε­λειμ­μέ­νου ε­ρα­στή. Ρό­λος, που α­πο­βαί­νει κο­ρυ­φαίος, α­φού η ε­γκα­τά­λει­ψη ήρ­θε με­τά α­πό έ­ναν με­γά­λο έ­ρω­τα. Επι­στρα­τεύου­με αυ­τόν τον υ­περ­θε­τι­κού βαθ­μού χα­ρα­κτη­ρι­σμό, ό­χι για­τί ο ε­ρω­τι­κός δε­σμός μα­κρο­η­μέ­ρευ­σε – έ­τσι κι αλ­λιώς, η διάρ­κειά του δεν προσ­διο­ρί­ζε­ται – αλ­λά για δυο δια­φο­ρε­τι­κούς λό­γους: Πρώ­τον, εί­ναι έ­νας έ­ρω­τας πα­ρά­νο­μος και ως γνω­στόν ό­λοι οι έ­ρω­τες που μέ­νουν ε­κτός θρη­σκευ­τι­κών και θε­σμι­κών πλαι­σίων εί­ναι πλέ­ον συ­ντα­ρα­κτι­κοί. Δεύ­τε­ρον και ση­μα­ντι­κό­τε­ρο, το ο­ποίο α­να­φέ­ρε­ται στο κει­με­νά­κι του ο­πι­σθό­φυλ­λου ώ­στε να λει­τουρ­γή­σει ως δέ­λε­α­ρ, εί­ναι έ­νας έ­ρω­τας “για μία πο­λύ μι­κρό­τε­ρή του γυ­ναί­κα”. Αν, μά­λι­στα, λά­βου­με υ­πό­ψη ό­τι ο ε­ρα­στής φέ­ρει το βά­ρος συ­ζύ­γου και τέ­κνων, γί­νε­ται κα­λύ­τε­ρα α­ντι­λη­πτό το πό­σο λυ­τρω­τι­κά αυ­τός βίω­σε τον έ­ρω­τα με “την ε­ξαί­σια γυ­ναί­κα”.
Η ε­ρω­τι­κή ι­στο­ρία, με την έν­νοια της πα­ρελ­θο­ντι­κής α­να­δρο­μής, λαν­θά­νει. Άλλω­στε, σε μία δο­κι­μα­σία, ό­πως αυ­τή της ε­γκα­τά­λει­ψης, τα πριν ό­πως και τα με­τά σκο­τει­νιά­ζουν. Οπό­τε η α­φή­γη­ση δια­γρά­φει κύ­κλους στο α­καν­θώ­δες πα­ρόν. Ο ε­γκα­τα­λει­φθείς, με πει­σι­θά­να­τους συ­νειρ­μούς, κλώ­θει τον ι­στό της χω­ρίς να κρα­τά συ­νέ­χεια και δια­δο­χή στο χρό­νο. Δεν α­να­κα­λεί τη σκη­νή της ε­γκα­τά­λει­ψης, αλ­λά α­φή­νε­ται σε φα­ντα­σιώ­σεις εκ­δί­κη­σης. Όπως γλεί­φεις έ­να πο­νε­μέ­νο δά­χτυ­λο για να μα­λα­κώ­σει ο πό­νος, έ­τσι και ε­κεί­νος πλά­θει ποι­κι­λία ευ­φά­ντα­στων ι­στο­ριών. Αλλά­ζει σε τέ­τοιο ση­μείο τα συμ­βά­ντα, ώ­στε σε μία ι­στο­ρία να εμ­φα­νί­ζε­ται ως θύ­της α­ντί για θύ­μα («Οι α­τμοί του κορ­μιού»), ε­νώ, κα­τά μία άλ­λη, φθά­νει στο ση­μείο να λοι­δο­ρεί την α­γα­πη­μέ­νη γυ­ναί­κα («Η ε­ξαί­σια γυ­ναί­κα και τα ψά­ρια»). Γί­νε­ται φα­νε­ρό μέ­σα α­πό τους α­φη­γη­μα­τι­κούς τρό­πους, ό­τι νο­θεύει την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που βίω­σε με τις ε­πι­θυ­μίες του, αλ­λά και δη­λη­τη­ριά­ζει τις η­μέ­ρες του με τα ε­φιαλ­τι­κά ό­νει­ρα που γεν­νούν οι ο­λι­γόυ­πνες νύ­χτες του.
Σε πεί­σμα των εκ­δο­τών, που ζη­τούν α­πό τους συγ­γρα­φείς μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, μέ­χρι να τα α­παι­τούν ό­ταν πρό­κει­ται για κά­ποιον νεό­τε­ρο, ο Μή­τσου, αυ­τήν τη φο­ρά, προ­σήλ­θε με διη­γή­μα­τα. Πα­ρό­τι διέ­θε­τε τα υ­λι­κά για έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα, προ­τί­μη­σε να στή­σει δέ­κα εν­νέα διη­γή­μα­τα. Όπως δη­λώ­νε­ται και με τον τίτ­λο της συλ­λο­γής, ό­λες οι α­φη­γή­σεις, που πλά­σθη­καν α­πό την “διά­σπα­ση” της ε­ρω­τι­κής ι­στο­ρίας,  στρέ­φο­νται γύ­ρω α­πό “την ε­ξαί­σια γυ­ναί­κα”. Ακό­μη και συμ­βά­ντα της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας του α­φη­γη­τή, λό­γω της ψυ­χο­λο­γι­κής του κα­τά­στα­σης, α­πο­κτούν αλ­λό­κο­τη προο­πτι­κή και έκ­βα­ση («Ο “Λα­μπρά­κης” κι ε­γώ»). Πα­ρο­μοίως, παι­δι­κές ή ε­φη­βι­κές α­να­μνή­σεις, κα­θώς φορ­τί­ζο­νται α­πό τα πρό­σφα­τα αι­σθή­μα­τα, φθά­νουν σε α­πρό­σμε­νες κο­ρυ­φώ­σεις («Το σερ­σέ­γκι», «Ο δί­χρω­μος λύ­κος»). Αλλά και ό­ταν ε­κεί­νος θυ­μά­ται την συγ­γρα­φι­κή του ι­διό­τη­τα και α­φη­γη­μα­τι­κά πα­ρα­χω­ρεί τη θέ­ση του σε άλ­λα πρό­σω­πα, ε­γκι­βω­τί­ζο­ντας, κα­τά μία ερ­μη­νεία, τις ι­στο­ρίες τους, οι πα­ρά­ται­ροι έ­ρω­τες που ε­κεί­να πλέ­κουν και οι α­κραίες συ­μπε­ρι­φο­ρές των  η­ρώων τους δεί­χνουν σαν α­ντι­κα­το­πτρι­σμοί του έμ­μο­νου πά­θους α­πό το ο­ποίο κα­τα­τρύ­χε­ται («Το τέ­ρας», «Ει­κα­σίες για τα ά­γρια ζώα», «Οι έ­ρω­τες των άλ­λων», «Κλη­ρο­νο­μι­κά συ­μπτώ­μα­τα»). Με άλ­μα­τα α­πό τις ξέ­νες ι­στο­ρίες στη δι­κή του, ε­πι­τα­χύ­νει τον ρυθ­μό της α­φή­γη­σης, ε­γκα­τα­λεί­πο­ντας το στέ­ρεο πλαί­σιο της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Εδώ, ο Μή­τσου α­να­μι­γνύει ει­κό­νες ε­νός εγ­γο­νο­που­λι­κού υ­περ­ρε­α­λι­σμού, που α­πα­ντώ­νται σε πα­λαιό­τε­ρα διη­γή­μα­τά του, με σκη­νές μα­γι­κού ρε­α­λι­σμού, μέ­σω των ο­ποίων α­πο­δί­δει τις με­τα­μορ­φώ­σεις “της ε­ξαί­σιας γυ­ναί­κας” και του α­φη­γη­τή.  Σε έ­να διή­γη­μα, ε­κεί­νη  παίρ­νει τη μορ­φή μίας με­γα­λό­σω­μης γί­δας με λευ­κό τρί­χω­μα και γα­λά­ζια μά­τια. Πα­ρα­μέ­νει, ό­μως, και ως γί­δα, ε­ρω­τι­κή και ά­πι­στη («Το πιο βο­λι­κό ψέ­μα»). Σε έ­να άλ­λο διή­γη­μα, εί­ναι ε­κεί­νος που με­τα­μορ­φώ­νε­ται σε κά­τι “σαν δι­κέ­φα­λος α­ε­τός”, ε­γκα­τα­λεί­πο­ντας την οι­κο­γε­νεια­κή ε­στία, ό­πως θα ε­πι­θυ­μού­σε να κά­νει ο ά­τολ­μος α­φη­γη­τής («Το που­λί»). Επί­σης, σε έ­να δεύ­τε­ρο, ο α­φη­γη­τής, “κλη­ρο­νό­μος που­λιώ­ν”, πε­τά­ει, “έ­στω και με σπα­σμέ­να φτε­ρά”, ε­πα­λη­θεύο­ντας το στί­χο του Σα­χτού­ρη, που το­πο­θε­τεί­ται ως μό­το («Κων­στα­ντί­νος ο τε­τρα­δά­χτυ­λος»). Πα­ρεν­θε­τι­κά να ση­μειώ­σου­με, ό­τι τα πε­ρισ­σό­τε­ρα μό­το στα διη­γή­μα­τα εί­ναι ε­πι­λεγ­μέ­να ώ­στε να προ­ε­τοι­μά­ζουν για την έκ­βα­ση των ι­στο­ριών. 
Δε­δο­μέ­νου ό­τι η πο­σό­τη­τα ο­ρί­ζει την ποιό­τη­τα, κά­ποιοι ί­σως να α­πο­φαν­θούν, ό­τι το ε­ξαι­ρε­τι­κό των ευ­ρη­μά­των – πρω­τό­τυ­πων, α­να­κυ­κλού­με­νων α­πό πα­λαιό­τε­ρες διη­γή­σεις ή και δά­νειων – λει­τουρ­γεί πλη­θω­ρι­στι­κά. Μία προ­σε­κτι­κό­τε­ρη, ω­στό­σο, α­νά­γνω­ση δεί­χνει πως, στον κύ­κλο των συ­γκε­κρι­μέ­νων διη­γη­μά­των, τα ε­πα­να­λαμ­βα­νό­με­να μο­τί­βα, ό­πως η στά­χτη που κα­τα­κά­θε­ται με­τά την ε­ρω­τι­κή πυρ­κα­γιά ή η ε­ντύ­πω­ση του σά­πιου ε­κεί που έ­τρε­χαν τα ζωο­ποιά νε­ρά του έ­ρω­τα, σκια­γρα­φούν το ψυ­χι­κό το­πίο με­τά την ε­γκα­τά­λει­ψη.
“Την ε­ξαί­σια γυ­ναί­κα” ό­λα την θυ­μί­ζουν. Εκεί­νη ε­μπνέει στον α­φη­γη­τή τα αι­σθή­μα­τα κα­κε­ντρέ­χειας μέ­χρι και μί­σους, που τον ο­δη­γούν σε πρά­ξεις βίας. Με ε­κεί­νη α­να­με­τριέ­ται, ό­ταν βλέ­πει όρ­θια μπρο­στά του τη “με­γά­λη χε­λώ­να”, με το ό­νο­μά της χα­ραγ­μέ­νο α­πό τον ί­διο στο καύ­κα­λο της κοι­λιάς («Μια χε­λώ­να τον Δε­κα­πε­νταύ­γου­στο»). Ή α­γριε­μέ­νο το  “ο­λό­λευ­κο Λα­μπρα­ντό­ρ”, το σκυ­λί της, που ε­κεί­νη τού εί­χε δώ­σει το ό­νο­μά της («Φτη­νό τί­μη­μα»). Ανθρω­πό­μορ­φα τα ζω­ντα­νά στις φα­ντα­σιώ­σεις του,  τον πα­ρα­σύ­ρουν σε ά­γριους τρό­πους θα­νά­τω­σής τους. Τα δυο διη­γή­μα­τα, ι­διαί­τε­ρα το δεύ­τε­ρο, υ­πο­δη­λώ­νουν τα συ­γκρουό­με­να αι­σθή­μα­τα, που γεν­νά μία αιφ­νί­δια και α­ναί­τια ε­γκα­τά­λει­ψη. Μο­να­δι­κό σφάλ­μα του ε­ρα­στή στά­θη­κε το γε­γο­νός ό­τι α­γά­πη­σε πο­λύ και ε­πι­πλέ­ον, έ­κα­νε το λά­θος να το ε­ξο­μο­λο­γη­θεί. Έτσι δια­λύ­θη­κε η γο­η­τεία ε­νός με­γά­λου έ­ρω­τα, που φα­νε­ρώ­νε­ται και α­πό τις πρά­ξεις α­πο­κο­τιάς, στις ο­ποίες κα­τα­φεύ­γει. Μέ­χρι “μπου­κα­δό­ρος” σε ξέ­νους κή­πους έ­γι­νε, για να της προ­σφέ­ρει κά­θε μέ­ρα α­πό έ­να τρια­ντά­φυλ­λο («Ο μπου­κα­δό­ρος και οι ά­πι­στες γυ­ναί­κες»). Πι­στεύο­ντας ό­τι τα ρό­δα για­τρεύουν μέ­χρι και νε­ο­πλα­σίες, έ­φθα­σε να της προ­σφέ­ρει, ε­πί τριά­ντα μή­νες, κο­ντά χί­λια ρό­δα («Ο Αι­γύ­πτιος»). 
Μό­λις σε δυο διη­γή­μα­τα, ο χρό­νος γυ­ρί­ζει πί­σω, στον ευ­τυ­χι­σμέ­νο και­ρό πριν την διά­λυ­ση του ε­ρω­τι­κού δε­σμού. Στο ο­μό­τιτ­λο της συλ­λο­γής και στο «Άντρες ευά­λω­τοι το Πά­σχα». Το πρώ­το θα α­να­με­νό­ταν να εί­ναι έ­νας ύ­μνος, πλεγ­μέ­νος με την α­νά­μνη­σή της. Δεί­χνει, ω­στό­σο, πε­ρισ­σό­τε­ρο σαν μίας νο­ση­ρής έ­μπνευ­σης εκ­δί­κη­ση. Ο α­φη­γη­τής φα­ντα­σιώ­νε­ται έ­ναν έ­ρω­τα  της ε­φη­βείας, που πα­ρέ­μει­νε για δε­κα­ε­τίες α­νεκ­πλή­ρω­τος, με ε­κεί­νη να πα­ντρεύε­ται φί­λο του και ο ί­διος να αρ­κεί­ται στο ρό­λο του κου­μπά­ρου. Τριά­ντα χρό­νια χρειά­στη­κε να α­να­μέ­νει ο κου­μπά­ρος, μέ­χρι να έρ­θει η σει­ρά του. Στην πρώ­τη α­πό­πει­ρα συ­νεύ­ρε­σης, ε­κεί­νη, καί­τοι πλέ­ον σα­ρα­ντα­πε­ντά­ρα, τού φαί­νε­ται ως α­να­δυό­με­νη Αφρο­δί­τη. Μό­νο που “το υ­πέ­ρο­χο αι­δοίο” της α­νέ­δι­δε μία α­παί­σια μυ­ρω­διά “ψα­ρί­λας”. Μέ­σω της ε­ντέ­χνως στη­μέ­νης μυ­θο­πλα­σίας, ε­ξη­γεί­ται η αι­τία της α­δε­νι­κής α­νω­μα­λίας που την προ­ξε­νού­σε. Ωστό­σο, και μό­νο η α­να­φο­ρά της λέ­ξης “ψα­ρί­λα” πα­ρα­πέ­μπει σε μία α­πό τις χυ­δαίες α­να­φο­ρές στο γυ­ναι­κείο αι­δοίο, που συ­νη­θι­ζό­ταν πα­λαιό­τε­ρα και η ο­ποία ε­δώ λει­τουρ­γεί ε­ντε­λώς α­πο­μυ­θο­ποιη­τι­κά, υ­πο­βι­βά­ζο­ντας έ­ναν με­γά­λο έ­ρω­τα στο ε­πί­πε­δο συ­νεύ­ρε­σης με κοι­νή γυ­ναί­κα.
Στο δεύ­τε­ρο διή­γη­μα πε­ρι­γρά­φε­ται έ­νας πα­ρά­νο­μος έ­ρω­τας, μέ­σα α­πό τις τα­κτι­κές συ­νευ­ρέ­σεις του ζεύ­γους σε α­πό­με­ρο ξε­νο­δο­χείο. Το σκη­νι­κό εί­ναι γνώ­ρι­μο α­πό πα­λαιό­τε­ρα πε­ζά του Μή­τσου. Εδώ, ό­μως, προ­χω­ρά­ει σε μία εν­δια­φέ­ρου­σα α­πο­τύ­πω­ση της ψυ­χο­λο­γι­κής ε­ξάρ­τη­σης και της α­νά­γκης με­τά τον χω­ρι­σμό για υ­πο­κα­τά­στα­το. Εκεί­νος μέ­νει προ­σκολ­λη­μέ­νος στη ρου­τί­να των ε­πι­σκέ­ψεων στο ξε­νο­δο­χείο, ε­νώ α­γκι­στρώ­νε­ται στην πρώ­τη γυ­ναί­κα που τυ­χαί­νει να χτυ­πή­σει την πόρ­τα του δω­μα­τίου. Τε­λι­κά, ο α­φη­γη­τής, ού­τε και­νού­ρια ε­ρω­τι­κή σύ­ντρο­φο σταυ­ρώ­νει, α­φού ο αγ­χώ­δης ε­να­γκα­λι­σμός ε­νός α­πέλ­πι­δος α­πω­θεί, ού­τε τις ε­νο­χές του ξορ­κί­ζει. Αυ­τό το δεύ­τε­ρο φα­νε­ρώ­νε­ται σε έ­να άλ­λο διή­γη­μα, που κι­νεί­ται στο χώ­ρο του υ­περ­βα­τι­κού. Με­τα­ξύ πραγ­μα­τι­κό­τη­τας και ε­νυ­πνίου, η φω­νή της μά­νας, δε­κα­τρία χρό­νια νε­κρής, α­να­κα­λεί τον μοι­χό υιό στον ορ­θό δρό­μο («Η φω­νή της»).
Αρη­τα σπον­δυ­λω­τό μυ­θι­στό­ρη­μα τα 19 διη­γή­μα­τα, συ­μπλη­ρώ­νο­νται με έ­να ύ­στα­το, το ει­κο­στό, γραμ­μέ­νο με εμ­φα­νώς δια­φο­ρε­τι­κή στό­χευ­ση. Εί­ναι το πρώ­το πε­ζό, στο ο­ποίο ο Μή­τσου α­πο­πει­ρά­ται α­να­νο­η­μα­το­δό­τη­ση των ι­στο­ρι­κών δε­δο­μέ­νων. Κά­πως κα­θυ­στε­ρη­μέ­να, α­κο­λου­θεί κι αυ­τός το πα­ρά­δειγ­μα άλ­λων συγ­γρα­φέων της ί­διας γε­νιάς, που έ­χουν υιο­θε­τή­σει τα με­τα-α­να­θεω­ρη­τι­κά α­νοίγ­μα­τα του Θα­νά­ση Βαλ­τι­νού.   Στο διή­γη­μα, ο προσ­διο­ρι­σμός του τό­που πα­ρα­μέ­νει αό­ρι­στος. Ανα­φέ­ρε­ται μία κω­μό­πο­λη στον Αμβρα­κι­κό, η ο­ποία  ε­πα­νέρ­χε­ται στα βι­βλία του και ταυ­τί­ζε­ται με την Αμφι­λο­χία. Η α­φή­γη­ση εκ­κι­νεί με την ε­κτέ­λε­ση Γερ­μα­νών α­πό α­ντάρ­τες χω­ρίς ο­νο­μα­στι­κές α­να­φο­ρές. Θα μπο­ρού­σε να συ­νι­στά ευ­θεία α­ντα­νά­κλα­ση της υ­πο­χώ­ρη­σης των α­νταρ­τών με­τά τη Μά­χη της Αμφι­λο­χίας, Ιού­νιο 1944.  Αφού ε­κεί­νοι εί­χαν κα­τα­λά­βει εξ ε­φό­δου την κω­μό­πο­λη, αιφ­νι­διά­ζο­ντας γερ­μα­νι­κή φρου­ρά και χω­ρο­φυ­λα­κή, με την ά­φι­ξη γερ­μα­νι­κών ε­νι­σχύ­σεων, ε­πα­νήλ­θαν στα ο­ρει­νά της Ευ­ρυ­τα­νίας, παίρ­νο­ντας μα­ζί τους Γερ­μα­νούς αιχ­μα­λώ­τους. Κα­τά τα ι­στο­ρι­κώς μαρ­τυ­ρη­μέ­να,  μό­λις έ­φθα­σαν σε α­σφα­λείς θέ­σεις, τους α­πε­λευ­θέ­ρω­σαν, α­φού τους α­φαί­ρε­σαν ο­πλι­σμό και ρου­χι­σμό. Τον τε­λευ­ταίο τον α­ντάλ­λα­ξαν με τον δι­κό τους. Μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή α­δεία, πρό­κει­ται για έ­να “τσούρ­μο” κα­κο­μού­τσου­νων και κο­ντό­χο­ντρων αν­δρών, πά­νο­πλων, που γυ­μνώ­νει ο­λο­σχε­ρώς τους Γερ­μα­νούς και η­δο­νι­ζό­με­νο σα­δι­στι­κά τους ε­κτε­λεί. 
Η α­φή­γη­ση α­να­πα­ρα­γά­γει την ι­στο­ρία μίας α­ντάρ­τισ­σας α­πό χω­ριό του Βάλ­του, τό­πο κα­τα­γω­γής του συγ­γρα­φέα, που στά­θη­κε μάρ­τυ­ρας της ε­κτέ­λε­σης, συν­δρά­μο­ντας έ­ναν Γερ­μα­νό κα­τά τη δια­φυ­γή του. Η γυ­ναί­κα εί­ναι το μο­να­δι­κό πρό­σω­πο, που α­πο­κτά ι­στο­ρι­κή υ­πό­στα­ση, κα­θώς α­να­φέ­ρε­ται πως ά­γαλ­μά της έ­χει στη­θεί σε πα­ρά­λια πλα­τεία της κω­μό­πο­λης. Υπάρ­χει πράγ­μα­τι ά­γαλ­μα α­ντάρ­τισ­σας σε πλα­τεία της Αμφι­λο­χίας και δη, ε­πώ­νυ­μης, που ε­κτε­λέ­στη­κε ως πλη­ρο­φο­ριο­δό­της των α­νταρ­τών. Η α­φή­γη­ση, ό­μως, ε­πι­φυ­λάσ­σει μία πιο πι­πε­ρά­τη εκ­δο­χή. Η γυ­ναί­κα δεν γυ­ρό­φερ­νε το Διοι­κη­τή­ριο των Γερ­μα­νών για να πα­ρα­κο­λου­θεί τις κι­νή­σεις τους, αλ­λά για να βλέ­πει, έ­στω και εκ του μα­κρό­θεν, τον δια­σω­θέ­ντα Γερ­μα­νό, τον ο­ποίο εί­χε ε­ρω­τευ­τεί κε­ραυ­νο­βό­λα. «Το θαύ­μα του έ­ρω­τα», ό­πως εί­ναι ο τί­λος του διη­γή­μα­τος, συ­ντε­λέ­στη­κε, ό­ταν τον εί­δε ο­λό­γυ­μνο και α­ντί­κρι­σε την “στη­τή κι ο­λόρ­θη” φύ­ση του. 
        Το διή­γη­μα έ­χει δη­μο­σιευ­τεί πριν την έκ­δο­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος «Ο   κί­τρι­νος στρα­τιώ­της». Μάλ­λον εκ πα­ρα­δρο­μής, δεν α­να­φέ­ρε­ται α­νά­με­σα στα δη­μο­σιευ­μέ­να της συλ­λο­γής. Εκ πρώ­της ό­ψεως, δεί­χνει σαν πα­ρεί­σα­κτο. Μπο­ρεί, ω­στό­σο, να το­πο­θε­τη­θεί κά­τω α­πό την ο­μπρέ­λα ε­νός τρε­λού, μέ­χρι θα­νά­του, έ­ρω­τα. Άλλω­στε και ο α­φη­γη­τής του κυ­ρίως σώ­μα­τος του βι­βλίου, κα­τά μία εκ­δο­χή («Κων­στα­ντί­νος ο τε­τρα­δά­χτυ­λος»), φθά­νει μέ­χρι την αυ­το­κτο­νία.
      Πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι οι συγ­γρα­φείς της γε­νιάς του ‘80 ό­χι μό­νο α­να­ζη­τούν ό­λο και συ­χνό­τε­ρα την έ­μπνευ­ση στα προ­σω­πι­κά τους βιώ­μα­τα, αλ­λά και το δη­λώ­νουν ευ­θαρ­σώς στις συ­νε­ντεύ­ξεις τους. Στην πε­ρί­πτω­ση του Μή­τσου, ό­πως και σε ο­ρι­σμέ­νες άλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις, μέ­νει ζη­τού­με­νο κα­τά πό­σο η με­τα­νε­ο­τε­ρι­κού χα­ρα­κτή­ρα α­να­διή­γη­ση ξε­κι­νά α­πό α­κού­σμα­τα ή εί­ναι α­πο­κύη­μα γό­νι­μης φα­ντα­σίας. Λ.χ., στο πρώ­το διή­γη­μα της συλ­λο­γής, «Πρό­βα­τα ε­πί σφα­γή», ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό “την ε­ξαί­σια γυ­ναί­κα”, πα­ρα­τί­θε­ται ως κα­τα­κλεί­δα διή­γη­ση του “κί­τρι­νου στρα­τιώ­τη”, πα­τέ­ρα του α­φη­γη­τή, ό­που οι στρα­τιώ­τες στο Αλα­μέιν, ε­πι­τι­θέ­με­νοι στους Γερ­μα­νούς, α­ντί να κραυ­γά­ζουν “Αέ­ρααα!”, “βέ­λα­ζαν ως πρό­βα­τα ε­πί σφα­γή”. Έρω­τας - θά­να­τος, δη­λα­δή. 

 Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 31/8/2014.
Φωτογραφία:  Έργο του Σαλβαντόρ Νταλί.

Περί ανθολογιών

«Το ελ­λη­νι­κόν διή­γη­μα
Η αν­θο­λο­γία
του Κων­στ. Φ. Σκό­κου»
Τό­μοι Α΄Β΄
Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια
Κ. Κω­στίου – Ν. Φα­λα­γκάς
Ίδρυ­μα Ου­ρά­νη
Ια­νουά­ριος 2014

Πα­λαιό­τε­ρα, οι αν­θο­λο­γίες ποιη­μά­των και διη­γη­μά­των α­πο­τε­λού­σαν κα­θρέ­φτη της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας της ε­πο­χής τους. Σή­με­ρα, δεν έ­χουν πα­ρό­μοιο χα­ρα­κτή­ρα, ι­διαί­τε­ρα οι αν­θο­λο­γίες διη­γη­μά­των, που πλη­θαί­νουν και εί­ναι κυ­ρίως θε­μα­τι­κές. Σε αυ­τές, η ε­πι­λο­γή των συγ­γρα­φέων δεν γί­νε­ται με κρι­τή­ριο την α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό­τη­τα του συ­νό­λου, αλ­λά με βά­ση ει­δι­κό­τε­ρων πα­ρα­μέ­τρων, κά­πο­τε ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κών. Εξαί­ρε­ση α­πο­τε­λούν ο­ρι­σμέ­νες αν­θο­λο­γίες με α­ξιώ­σεις γραμ­μα­το­λο­γίας. Ως πιο πρό­σφα­τη μπο­ρεί να θεω­ρη­θεί αυ­τή των εκ­δό­σεων Σο­κό­λη, που ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε το 1998. Στα εν­διά­με­σα χρό­νια, η εν λό­γω αν­θο­λο­γία-γραμ­μα­το­λο­γία, ό­ντας και η μο­να­δι­κή, δεν α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται μό­νο ως μία α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κή αν­θο­λό­γη­ση, αλ­λά έ­χει α­πο­κτή­σει την ε­γκυ­ρό­τη­τα της ο­ρι­στι­κής κα­τα­γρα­φής. Αυ­τή η α­πο­δο­χή, χω­ρίς να έ­χει προ­η­γη­θεί η βά­σα­νος της κρι­τι­κής ι­δίως σε ό­τι α­φο­ρά “την πα­λαιό­τε­ρη πε­ζο­γρα­φία μας”, εί­ναι ε­πι­σφα­λής, κα­θώς συ­ντεί­νει στο να α­το­νή­σουν οι πε­ραι­τέ­ρω ε­ρευ­νη­τι­κές προ­σπά­θειες. 
Τη δυ­να­τό­τη­τα ε­νός πρώ­του ε­λέγ­χου της γραμ­μα­το­λο­γι­κής α­ξίας της συ­γκε­κρι­μέ­νης αν­θο­λό­γη­σης προ­σφέ­ρουν οι ε­πα­νεκ­δό­σεις πα­λαιό­τε­ρων αν­θο­λο­γιών. Ανά­με­σα σε αυ­τές, τρεις δια­κρί­νο­νται, λό­γω και του σχε­τι­κά με­γά­λου α­ριθ­μού συγ­γρα­φέων που πε­ρι­λαμ­βά­νουν. Πέ­ραν, ό­μως, του πλή­θους των προ­σώ­πων, το εν­δια­φέ­ρον τους έ­γκει­ται στο ό­τι, καί­τοι έρ­γο ε­νός, το κυ­ρίως σώ­μα των αν­θο­λο­γού­με­νων κέρ­δι­σε το στοί­χη­μα της ε­πι­βε­βαίω­σης. Κα­τά χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά έκ­δο­σης, έ­χου­με την αν­θο­λο­γία του 1896, τα «Ελλη­νι­κά Διη­γή­μα­τα», με εκ­δό­τη τον Γεώρ­γιο Κασ­δό­νη, και δυο αν­θο­λο­γίες του 1920, τα «55 Ελλη­νι­κά Διη­γή­μα­τα», σε ε­πι­μέ­λεια Κώ­στα Ι. Καρ­ζή, με εκ­δό­τη τον Μι­χαήλ Σ. Ζη­κά­κη, και τη δί­το­μη «Το Ελλη­νι­κόν Διή­γη­μα», σε ε­κλο­γή και ε­πι­μέ­λεια του Κων­στ. Φ. Σκό­κου, με εκ­δό­τη τον Ιωάν­νη Κολ­λά­ρο, διά­δο­χο του Κασ­δό­νη στο Βι­βλιο­πω­λείον της Εστίας.
Χά­ρις στην ε­πι­μο­νή του Γ. Πα­πα­κώ­στα, οι δυο α­πό αυ­τές, του 1896 και η δεύ­τε­ρη του 1920, ε­πα­νεκ­δό­θη­καν μέ­σα στην τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία. Η πρώ­τη, το 2004, σε ε­πι­μέ­λεια του ι­δίου. Εί­χε προ­η­γη­θεί, το 1998, η ε­πα­νέκ­δο­σή της, σε ε­πι­μέ­λεια Β. Τω­μα­δά­κη, στη Σει­ρά με­λε­τη­μά­των του Ιδρύ­μα­τος Μα­νό­λη Τρια­ντα­φυλ­λί­δη, που δεν έ­τυ­χε πλα­τύ­τε­ρης πα­ρου­σία­σης. Η δεύ­τε­ρη εί­ναι αυτή που επανεκδόθηκε πρόσφατα. Η σύ­γκρι­ση των τριών αν­θο­λο­γιών με ε­κεί­νη του Σο­κό­λη θέ­τει έ­να διτ­τό ε­ρώ­τη­μα. Πρέ­πει να ε­παι­νέ­σου­με τους πα­λαιούς για το α­νε­πτυγ­μέ­νο αι­σθη­τή­ριό τους ή να ψέ­ξου­με τους νεό­τε­ρους για ε­ρευ­νη­τι­κή ο­κνη­ρία και ε­φη­συ­χα­σμό με τα έ­τοι­μα;
Να θυ­μί­σου­με πως το τμή­μα της αν­θο­λο­γίας-γραμ­μα­το­λο­γίας Σο­κό­λη, το α­φιε­ρω­μέ­νο “στην πα­λαιό­τε­ρη πε­ζο­γρα­φία μας”, ο­ρί­ζε­ται χρο­νι­κά “α­πό ι­δρύ­σεως ελ­λη­νι­κού κρά­τους ως τον πρώ­το πα­γκό­σμιο πό­λε­μο” και εί­ναι χω­ρι­σμέ­νο σε τρεις πε­ριό­δους: 1830-1880, 1880-1900, 1900-1914, ό­που α­ντι­στοί­χως αν­θο­λο­γού­νται, 26, 28, 24 συγ­γρα­φείς. Πρό­κει­ται για εν­νέα τό­μους, χω­ρι­σμέ­νους σε τρεις ε­νό­τη­τες, με ε­πί μέ­ρους ε­πι­με­λη­τές τους Ν. Βα­γε­νά, Κ. Στερ­γιό­που­λο, Γ. Δάλ­λα. Επί­σης, να διευ­κρι­νί­σου­με πως οι συ­γκρί­σεις α­φο­ρούν τους συγ­γρα­φείς της γε­νιάς του 1880 και της πρώ­της ο­μά­δας του 20ου αιώ­να. Εξαι­ρού­νται, δη­λα­δή, οι συγ­γρα­φείς της πρώ­της πε­ντη­κο­ντα­ε­τίας του ελ­λη­νι­κού κρά­τους, κα­θώς οι τρεις πα­λαιό­τε­ροι αν­θο­λό­γοι πε­ριο­ρί­ζο­νται σε με­τρη­μέ­νους ε­πι­φα­νείς, ή­δη α­πο­θα­νό­ντες το 1920: ο Κασ­δό­νης στους Α. Ρ. Ρα­γκα­βή, Δ. Βι­κέ­λα, Ε. Ροΐδη και Α. Βλά­χο, ο Σκό­κος προ­σθέ­τει σε αυ­τούς τους τέσ­σε­ρις, στον δεύ­τε­ρο τό­μο, τον Ν. Δρα­γού­μη, ε­νώ ο Καρ­ζής αν­θο­λο­γεί μό­νο τους Βι­κέ­λα και Ροΐδη. 
Αρχι­κά, θα πρέ­πει να δώ­σου­με μία ει­κό­να της αν­θο­λο­γίας Καρ­ζή, που δεν έ­χει ε­πα­νεκ­δο­θεί. Στην ει­σα­γω­γή της πρό­σφα­της ε­πα­νέκ­δο­σης της αν­θο­λο­γίας Σκό­κου, δί­νε­ται μία συ­γκρι­τι­κή πε­ρι­γρα­φή, στην ο­ποία ε­ντο­πί­ζο­νται οι ε­ξής α­να­κρί­βειες: Η εν λό­γω αν­θο­λο­γία 55 διη­γη­μά­των πε­ρι­λαμ­βά­νει 52 και ό­χι 50 συγ­γρα­φείς, που ση­μαί­νει ό­τι με δυο διη­γή­μα­τα αν­θο­λο­γού­νται τρεις (Δημ. Κα­μπού­ρο­γλου, Κ. Πα­λα­μάς, Μ. Μη­τσά­κης) και ό­χι πέ­ντε, ό­πως α­να­φέ­ρε­ται. Επί­σης, οι 52 του Καρ­ζή δεν αν­θο­λο­γού­νται ό­λοι στου Σκό­κου, πα­ρά μό­νο οι 48 (29 στον πρώ­το τό­μο, 19 στον δεύ­τε­ρο). Πα­ρα­λεί­πο­νται οι Γ. Ψυ­χά­ρης, Πολ. Δη­μη­τρα­κό­που­λος, Δημ. Τα­γκό­που­λος, Ηλίας Σταύ­ρου. Με το ί­διο διή­γη­μα στις δυο αν­θο­λο­γίες, Σκό­κου και Καρ­ζή, πα­ρου­σιά­ζο­νται ε­πτά και ό­χι έ­ξι (στους Ι. Πο­λυ­λά, Γ. Δρο­σί­νη, Μη­τσά­κη, Ι. Γκί­κα, Π. Βλα­στό, Ι. Ζερ­βό, που α­να­φέ­ρο­νται, προ­στί­θε­ται ο Εμμ. Λυ­κού­δης με το «Μα­ρα­σμός»). 
Για τις δυο εν­δια­φέ­ρου­σες πε­ριό­δους 1880-1900 και 1900-1914, α­φαι­ρώ­ντας τους πα­λαιό­τε­ρους, η αν­θο­λο­γία του Κασ­δό­νη αν­θο­λο­γεί 30 στους συ­νο­λι­κά 34, του Σκό­κου 63 στους συ­νο­λι­κά 68 (27 πρώ­το τό­μο, 36 δεύ­τε­ρο), του Καρ­ζή 50 στους συ­νο­λι­κά 52 και του Σο­κό­λη 52 ε­πί συ­νό­λου 78. Οι α­ριθ­μοί συ­γκλί­νουν μεν, αλ­λά δια­φο­ρο­ποιού­νται στα ε­πι­μέ­ρους πρό­σω­πα. Ορι­σμέ­νοι συγ­γρα­φείς α­πα­ντώ­νται σε μία ή και σε δυο αν­θο­λο­γίες, αλ­λά δεν δια­σώ­ζο­νται στου Σο­κό­λη. Μέ­νει ζη­τού­με­νο κα­τά πό­σο οι εν λό­γω συγ­γρα­φείς, οι, τρό­πον τι­νά, σή­με­ρα “ά­στε­γοι”, ε­πα­νε­ξε­τά­στη­καν και α­πορ­ρί­φθη­καν. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, πρό­κει­ται για 25 συγ­γρα­φείς, που αν­θο­λο­γού­νται ως ε­ξής: Δυο της γε­νιάς του 1880 (Αρι­στ. Ρού­κης, Θ. Βελ­λια­νί­της) α­πα­ντώ­νται μό­νο στου Κασ­δό­νη. Δυο α­πό τους νεό­τε­ρους (Αντώ­νης Σπη­λιω­τό­που­λος, Λ. Αστέ­ρης) αν­θο­λο­γού­νται στου Κασ­δό­νη και στον δεύ­τε­ρο τό­μο του Σκό­κου. Ενώ, ο δεύ­τε­ρος, που προ­χω­ρά­ει σε μια ευ­ρύ­τε­ρη αν­θο­λό­γη­ση, στον πρώ­το τό­μο συ­γκρα­τεί δυο νεό­τε­ρους (Μα­ρί­νος Σι­γού­ρος, Ευ­στρά­τιος Ευ­στρα­τιά­δης), στον δεύ­τε­ρο άλ­λους 18 (τέσ­σε­ρις πα­λαιό­τε­ρους Δημ. Πα­ντα­ζής, Σκό­κος, Αγαθ. Κων­στα­ντι­νί­δης, Γ. Στρα­τή­γης, και 14 νεό­τε­ρους Π. Αξιώ­της, Γ. Τσο­κό­που­λος, Π. Πα­να­γό­που­λος, Ι. Ζερ­βός, Ι. Γκί­κας, Γ. Αδρα­κτάς, Α. Πα­πα­δό­που­λος, Ν. Πε­τι­με­ζας, Δημ. Κα­λο­γε­ρό­που­λος, Κ. Μα­κρί­δης, Λ. Κα­νελ­λό­που­λος, Μ. Φι­λή­ντας, Σ. Σκί­πης, Γ. Πελ­λε­ρέν). Από αυ­τούς, ο Καρ­ζής συ­γκρα­τεί τους δυο του πρώ­του τό­μου και τους ε­πτά πρώ­τους του δεύ­τε­ρου, ε­νώ προ­σθέ­τει τον νεό­τε­ρο Ηλ. Σταύ­ρου.
Στην ει­σα­γω­γή της πρό­σφα­της ε­πα­νέκ­δο­σης της αν­θο­λο­γίας Σκό­κου, δια­τυ­πώ­νε­ται η ά­πο­ψη πως ο Σκό­κος βα­σί­στη­κε κα­τά πο­λύ στην αν­θο­λο­γία Κασ­δό­νη. Όπως φαί­νε­ται, ως δια­πί­στω­ση, θα πρέ­πει να γε­νι­κευ­θεί. Τό­σο οι δυο αν­θο­λο­γίες του 1920 ό­σο και του Σο­κό­λη υιο­θέ­τη­σαν σχε­δόν στο α­κέ­ραιο τις ε­πι­λο­γές του Κασ­δό­νη. Οι 26 συγ­γρα­φείς του Κασ­δό­νη (α­φού α­φαι­ρέ­σου­με τους 4 “ά­στε­γους”), οι 20 της γε­νιάς του 1880 (Α. Πα­πα­δια­μά­ντης, Α. Μω­ραϊτί­δης, Γ. Βι­ζυη­νός, Μ. Μη­τσά­κης, Ι. Κον­δυ­λά­κης, Αλεξ. Πα­πα­δο­πού­λου, Εμ. Λυ­κού­δης, Ι. Πο­λυ­λάς, Χαρ. Άννι­νος, Γ. Δρο­σί­νης, Δ. Κα­μπού­ρο­γλου, Ι. Δαμ­βέρ­γης, Α. Κουρ­τί­δης, Α. Εφτα­λιώ­της, Χ. Χρη­στο­βα­σί­λης, Α. Καρ­κα­βί­τσας, Κ. Κρυ­στάλ­λης, Γ. Βλα­χο­γιάν­νης, Κ. Πα­λα­μάς, Γ. Ψυ­χά­ρης) και οι έ­ξι της ε­πό­με­νης (Π. Νιρ­βά­νας, Γ. Ξε­νό­που­λος, Ν. Επι­σκο­πό­που­λος, Κώ­στας Πα­σα­γιάν­νης, Δ. Χατ­ζό­που­λος, Γ. Βώ­κος) υ­πάρ­χουν στις δυο αν­θο­λο­γίες του 1920 (με ε­ξαί­ρε­ση τον Ψυ­χά­ρη που α­που­σιά­ζει α­πό τον Σκό­κο και τον Βώ­κο που α­που­σιά­ζει και α­πό τις δυο, ό­που συμ­βάλ­λουν οι ι­διαί­τε­ρες συν­θή­κες του βίου του με­τά το 1913), ε­νώ στου Σο­κό­λη υ­πάρ­χει α­κέ­ραιο το σώ­μα των 26. Αν και στο λήμ­μα του Βώ­κου, το έργο του α­πα­ξιώ­νε­ται, σχε­δόν κα­θ’ ο­λο­κλη­ρία. Πα­ρό­μοιας διά­θε­σης λήμ­μα­τα, ό­που οι ση­με­ρι­νοί α­πορ­ρί­πτουν το έρ­γο του συγ­γρα­φέα που α­νέ­λα­βαν να πα­ρου­σιά­σουν, συ­νι­στούν βα­σι­κή α­δυ­να­μία της εν λό­γω αν­θο­λο­γίας α­πό την ο­πτι­κή του στά­τους τής γραμ­μα­το­λο­γίας που διεκ­δι­κεί. 
Σε αυ­τούς τους 26, του Σο­κό­λη προ­σθέ­τει 13 συγ­γρα­φείς α­πό το κοι­νό σώ­μα των αν­θο­λο­γιών Σκό­κου και Καρ­ζή, δυο της γε­νιάς του 1880 (Κ. Με­τα­ξάς-Βο­σπο­ρί­της, Α. Τραυ­λα­ντώ­νης) και 11 νεό­τε­ρους (Κ. Ρά­δος, Γ. Κα­μπύ­σης, Κ. Χατ­ζό­που­λος, Κ. Θε­ο­τό­κης, Κ. Πα­ρο­ρί­της, Δ. Βου­τυ­ράς, Π. Βλα­στός, Γ. Κα­ζα­ντζά­κη, Ζ. Πα­πα­ντω­νίου, Σπ. Με­λάς, Πλ. Ρο­δο­κα­νά­κης). Επί­σης, τρεις που αν­θο­λο­γού­νται μό­νο α­πό τον Σκό­κο, έ­ναν της γε­νιάς του 1880 (Αρ. Πα­πα­δο­πού­λου) και δυο νεό­τε­ρους (Γ. Κα­μπύ­σης, Σπ. Πα­σα­γιάν­νης). Ακό­μη, δυο που αν­θο­λο­γού­νται μό­νο α­πό τον Καρ­ζή, έ­ναν πα­λαιό­τε­ρο (Πολ. Δη­μη­τρα­κό­που­λος) και έ­να νεό­τε­ρο (Δημ. Τα­γκό­που­λος). Τε­λι­κά, μέ­νει να α­να­φέ­ρου­με ποιους συγ­γρα­φείς “α­να­κά­λυ­ψα­ν” οι γραμ­μα­το­λό­γοι, που δεν υ­πάρ­χουν στις πα­λαιό­τε­ρες αν­θο­λο­γίες. Τρεις της γε­νιάς του 1880 (Αλ. Πάλ­λης, Κ. Παρ­ρέν, Ν. Σπαν­δω­νής) και τέσ­σε­ρις α­πό τους νεό­τε­ρους (Ίων Δρα­γού­μης, Π. Δέλ­τα. Δ. Κόκ­κι­νος, Χρ. Χρη­στο­μά­νος). Πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι πρό­κει­ται για ση­μα­ντι­κές προ­σω­πι­κό­τη­τες, με έρ­γο ι­στο­ρι­κό, κοι­νω­νι­κό ή και μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό του τύ­που του α­να­γνώ­σμα­τος. Δηλαδή, όχι αμιγώς λογοτεχνικό. Άρα, αν η αν­θο­λο­γία-γραμ­μα­το­λο­γία Σο­κό­λη συ­νι­στά τον “λο­γο­τε­χνι­κό κα­νό­να” για την πε­ρίο­δο 1880-1914, αυ­τός εί­χε δια­μορ­φω­θεί εκ των ε­νό­ντων α­πό τις τρεις αν­θο­λο­γίες. Μό­νο για την πρώ­τη πε­ρίο­δο, 1830-1880, υ­πήρ­ξε έ­ρευ­να που α­πέ­φε­ρε νέα ο­νό­μα­τα. 
Να ση­μειώ­σου­με ό­τι στην ει­σα­γω­γή της πρό­σφα­της έκ­δο­σης έ­χουν πα­ρει­σφρύ­σει κά­ποιες λαν­θα­σμέ­νες α­να­φο­ρές, που μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σουν σύγ­χυ­ση. Λ.χ., ό­τι οι αν­θο­λο­γού­με­νοι του Σκό­κου εί­ναι 61 α­ντί 68 ή πως αν­θο­λο­γεί δυο πα­λαιό­τε­ρους α­ντί πέ­ντε. Επί­σης, τα πο­σο­στά της γυ­ναι­κείας πε­ζο­γρα­φίας που δί­νο­νται, 3,4% και 5,9% για τις αν­θο­λο­γίες α­ντι­στοί­χως Κασ­δό­νη και Σκό­κου, συ­σκο­τί­ζουν, δε­δο­μέ­νου ό­τι ο πρώ­τος αν­θο­λο­γεί μό­λις μία, πο­σο­στό 2,9%, και ο δεύ­τε­ρος τέσ­σε­ρις, πο­σο­στό 5,88%. Αλλά και σή­με­ρα, που δί­νου­με ι­διαί­τε­ρη προ­σο­χή στις α­φα­νείς του πα­ρελ­θό­ντος, στου Σο­κό­λη προ­στέ­θη­καν μό­λις τρεις (στην πρώ­τη πε­ρίο­δο η Μ. Μη­χα­νί­δου και οι νεό­τε­ρες Παρ­ρέν, Δέλ­τα), πο­σο­στό 8,97. Στον Σκό­κο, ω­στό­σο, α­πο­δί­δε­ται “με­ρο­λη­ψία και α­πο­δε­κα­τι­στι­κή λο­γι­κή”.  
Γε­νι­κό­τε­ρα, η ει­σα­γω­γή δεν κα­λο­συ­στή­νει τον Σκό­κο. Η ε­πι­λο­γή του να πα­ρα­θέ­σει βιο­γρα­φι­κά ση­μειώ­μα­τα των συγ­γρα­φέων χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται μεν “πο­λύ­τι­μη”, αλ­λά α­κυ­ρώ­νε­ται με την πα­ρα­τή­ρη­ση ό­τι “τα υ­περ­βο­λι­κά πολ­λά πραγ­μα­το­λο­γι­κά λά­θη υ­πο­νο­μεύουν τη χρη­σι­μό­τη­τα αυ­τών των βιο­γρα­φι­κών ση­μειω­μά­τω­ν”. Όπως α­να­φέ­ρε­ται ή­δη α­πό τον πρό­λο­γο, “η Ανθο­λο­γία βρί­θει λα­θώ­ν”, τα ο­ποία  “κρί­θη­κε σκό­πι­μο να διορ­θω­θού­ν”, αλ­λά “σιω­πη­ρώς”. Ωστό­σο, μό­νο τα προ­φα­νή τυ­πο­γρα­φι­κά λά­θη διορ­θώ­νο­νται σιω­πη­ρώς, ε­νώ τα λά­θη του αν­θο­λό­γου έ­χουν την ι­στο­ρι­κό­τη­τά τους. Πα­ρά­δειγ­μα, ο εκ­δη­μο­τι­κι­σμός και οι α­πλο­ποιή­σεις πολ­λών τίτ­λων α­πό τον Σκό­κο. Επί­σης, κά­ποια σφάλ­μα­τα, ό­πως, λ.χ., η α­να­φο­ρά της χρο­νο­λο­γίας έκ­δο­σης του βι­βλίου του Ν. Δρα­γού­μη, «Ιστο­ρι­καί Ανα­μνή­σεις», το 1874, ως η­με­ρο­μη­νία θα­νά­του του. Η σιω­πη­ρή διόρ­θω­ση α­πο­κα­θι­στά την ορ­θή χρο­νο­λο­γία θα­νά­του, το 1879, αλ­λά δεν α­να­φέ­ρει τις χρο­νο­λο­γίες των δυο πρώ­των εκ­δό­σεων του βι­βλίου, 1874 και 1879. Ή, α­κό­μη, η α­να­φο­ρά του 1890 ως χρο­νο­λο­γία έκ­δο­σης της «Πά­πισ­σας Ιωάν­νας» α­ντί του 1866, που, το πι­θα­νό­τε­ρο, ο­φεί­λε­ται σε lapsus του Σκό­κου, κα­θώς το 1890 με­τα­φρά­στη­κε το βι­βλίο, «Η α­λη­θής Πά­πισ­σα Ιωάν­να». 
Ύστε­ρα, με το “σιω­πη­ρώς”, φορ­τώ­νο­νται στον Σκό­κο και λά­θη της πρό­σφα­της ε­πα­νέκ­δο­σης. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Τσο­κό­που­λος για τον ελ­λη­νο­τουρ­κι­κό πό­λε­μο του 1912, δη­μο­σίευ­σε “φυλ­λά­διο”, με “α­κρι­βή ε­ξι­στό­ρη­ση των α­φορ­μών, προ­πα­ρα­σκευής, ε­ξε­λί­ξεως και α­πο­τε­λε­σμά­των του παμ­βαλ­κα­νι­κού κα­τά της Τουρ­κίας πο­λέ­μου”, αλ­λά και βι­βλίο, «Από τα πε­δία των μα­χών», ως “ε­πι­σκέ­πτης, ό­ταν α­κό­μη τα πτώ­μα­τα ή­ταν ά­τα­φα”. Εντυ­πώ­σεις, λοι­πόν, ό­χι Ιστο­ρία. Τώ­ρα, αν αυ­τές εν­σω­μα­τώ­θη­καν σε “Ιστο­ρία” στην α­ντί­πε­ρα ό­χθη του Ατλα­ντι­κού, θα έ­πρε­πε να διευ­κρι­νί­ζε­ται. Πα­ρο­μοίως, για τα θε­α­τρι­κά του Τσο­κό­που­λου, στου Σκό­κου δί­νε­ται η χρο­νο­λο­γία α­νε­βά­σμα­τος μίας πα­ρά­στα­σης, ε­νώ, οι διορ­θώ­σεις δί­νουν αυ­τήν της έκ­δο­σης βι­βλίου. Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση και χω­ρίς διευ­κρί­νι­ση, για το έμ­με­τρο πα­ρα­μύ­θι “Της Ωριάς το κά­στρο”, τίτ­λος που συμ­φω­νεί με το δη­μο­τι­κό ά­σμα, δί­νε­ται η χρο­νο­λο­γία α­νε­βά­σμα­τος, με διορ­θω­μέ­νο τον τίτ­λο, «Το κά­στρο της Ωριάς». Όπως κι αν έ­χει, κα­τα­λή­γου­με με έ­να νό­θο βιο­γρα­φι­κό, που ού­τε το τό­τε α­ντι­κα­το­πτρί­ζει ού­τε για το σή­με­ρα εί­ναι ε­παρ­κές. Τέ­λος, για τους αν­θο­λο­γού­με­νους συγ­γρα­φείς, που δεν υ­πάρ­χουν τα έ­τοι­μα βιο­γρα­φι­κά του Σο­κό­λη, ε­κεί­να του Σκό­κου ε­λά­χι­στα δια­φο­ρο­ποιού­νται, με λαν­θα­σμέ­νες ο­ρι­σμέ­νες διορ­θώ­σεις.
Η πρώ­τη α­πό τις έ­ξι ε­νό­τη­τες της ει­σα­γω­γής α­ναγ­γέλ­λε­ται ό­τι “σκια­γρα­φεί το πορ­τρέ­το του εκ­δό­τη της Ανθο­λο­γίας”. Μό­νο που, για α­κό­μη μία φο­ρά, ο Σκό­κος μέ­νει με έ­να η­μι­τε­λές “πορ­τρέ­το”. Εκτε­νής, ως συ­νή­θως, εί­ναι η α­να­φο­ρά στο Ημε­ρο­λό­γιο, που ε­ξέ­δι­δε, ό­χι “ε­πί τριά­ντα δυο χρό­νια” αλ­λά ε­πί τριά­ντα τρία, α­πό το 1886 (συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου) έως το 1918. Ενώ, για τον βίο του, αν­τλού­νται πλη­ρο­φο­ρίες α­πό το Ημε­ρο­λό­γιο και κυ­ρίως, α­πό τα “αυ­το­βιο­γρα­φι­κά κεί­με­να” του Ξε­νό­που­λου. Μό­νο που αυ­τά γρά­φτη­καν για το πλα­τύ κοι­νό. Έτσι, μα­θαί­νου­με πε­ρισ­σό­τε­ρα για την σύ­ζυ­γο του Σκό­κου, Αδρια­νή, το γέ­νος Επι­σκο­πό­που­λου. Πα­ρά τα κε­νά, στα­χυο­λο­γώ­ντας α­πό­ψεις, η α­πό­φαν­ση εί­ναι κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κή: “Ο Σκό­κος υ­πήρ­ξε έ­νας α­κα­τα­πό­νη­τος ερ­γά­της του πνεύ­μα­τος, μια ευ­φρό­συ­νη φω­νή, που α­ντα­πο­κρι­νό­ταν στο μέ­σο γού­στο της ε­πο­χής.” 
Να ση­μειώ­σου­με την ε­ρευ­νη­τι­κή ερ­γα­σία του Ν. Φα­λα­γκά, που πα­ρου­σιά­ζε­ται στο Επί­με­τρο: κρι­τι­κά κεί­με­να για την αν­θο­λο­γία Σκό­κου, συ­γκρι­τι­κός πί­να­κας πε­ριε­χο­μέ­νων με άλ­λες αν­θο­λο­γίες, κα­τά­λο­γος προ­η­γού­με­νων και πρώ­των δη­μο­σιεύ­σεων των διη­γη­μά­των. Μέ­νει ζη­τού­με­νο, κα­τά πό­σο πα­ρει­σφρέ­ουν, και ε­δώ, κά­ποια σφάλ­μα­τα. Λ.χ., ο Λυ­κού­δης εμ­φα­νί­ζε­ται να έ­χει δη­μο­σιεύ­σει δια­φο­ρε­τι­κό διή­γη­μα στις αν­θο­λο­γίες Σκό­κου και Καρ­ζή. Σε ει­σα­γω­γι­κό “ση­μείω­μα”, δί­νο­νται “οι εκ­δο­τι­κές αρ­χές” κα­τά τη διόρ­θω­ση. Διευ­κρι­νί­ζε­ται πως “έ­γι­νε προ­σπά­θεια να δια­τη­ρη­θεί μεν η ι­στο­ρι­κό­τη­τα της ορ­θο­γρα­φίας και της γλωσ­σι­κής μορ­φής των κει­μέ­νω­ν”, αλ­λά και να μην α­πο­θαρ­ρύ­νο­νται οι νέ­οι. Στην πρά­ξη, λ.χ., η γραία εκ­συγ­χρο­νί­ζε­ται  σε γριά. Βε­βαίως, αν εί­ναι να προ­σέλ­θουν οι νέ­οι, χα­λά­λι το συγ­γρα­φι­κό ύ­φος. 


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 20/7/2014