Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

Τρελός από έρωτα

Ανδρέ­ας Μή­τσου

«Η ε­ξαί­σια γυ­ναί­κα
και τα ψά­ρια»
Εκδό­σεις Κα­στα­νιώ­τη
Μάρ­τιος 2014

Ο Ανδρέ­ας Μή­τσου θα α­νέ­με­νε κα­νείς να προ­βλη­θεί ευ­ρύ­τε­ρα με το τε­λευ­ταίο μυ­θι­στό­ρη­μά του, το προ­πέρ­σι­νο, «Ο κί­τρι­νος στρα­τιώ­της». Άλλω­στε, ως μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος έ­χει α­πο­σπά­σει τις δυο ση­μα­ντι­κές βρα­βεύ­σεις της 33 ε­τών θη­τείας του στη γρα­φή. Η κρι­τι­κή, ό­μως, το προ­σπέ­ρα­σε, α­να­φε­ρό­με­νη κυ­ρίως στο ι­στο­ρι­κό του πε­ριε­χό­με­νο, το ο­ποίο α­νά­γε­ται στο Αφρι­κα­νι­κό Μέ­τω­πο του τε­λευ­ταίου Πο­λέ­μου, έ­ναν σχε­δόν παρ­θέ­νο χώ­ρο για την με­τά τον Τσίρ­κα και τις «Ακυ­βέρ­νη­τες πο­λι­τείες» πε­ζο­γρα­φία. Το βι­βλίο, βε­βαίως, προ­κά­λε­σε ι­κα­νό α­ριθ­μό συ­νε­ντεύ­ξεων και κρι­τι­κών, ό­πως συ­νή­θως συμ­βαί­νει  με τα βι­βλία του Μή­τσου, έ­χου­με, ω­στό­σο, την ε­ντύ­πω­ση ό­τι δεν ε­πι­ση­μάν­θη­καν  οι λο­γο­τε­χνι­κές του α­ξιώ­σεις.  Ίσως και για­τί εμ­φα­νί­στη­κε, α­φού η μό­δα του ι­στο­ρι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος με­τα-α­να­θεω­ρη­τι­κού  χα­ρα­κτή­ρα εί­χε υ­πο­χω­ρή­σει.
Την α­να­με­νό­με­νη κα­τα­ξίω­ση  φαί­νε­ται να την φέρ­νει η πρό­σφα­τη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των. Γε­γο­νός, που, εκ πρώ­της ό­ψεως, ξε­νί­ζει, κα­θώς, μέ­χρι σή­με­ρα, ο Μή­τσου σχο­λιά­στη­κε πε­ρισ­σό­τε­ρο ως μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος πα­ρά ως διη­γη­μα­το­γρά­φος. Εί­ναι εν­δει­κτι­κό ό­τι, πα­ρό­λο που το κυ­ρίως έρ­γο του το α­παρ­τί­ζουν συλ­λο­γές διη­γη­μά­των, δεν έ­χει τι­μη­θεί με κά­ποιο βρα­βείο διη­γή­μα­τος, πέ­ραν του Βρα­βείου Ου­ρά­νη, το ο­ποίο λο­γα­ριά­ζε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο ως γε­νι­κό­τε­ρη συγ­γρα­φι­κή α­να­γνώ­ρι­ση. Με το που κυ­κλο­φό­ρη­σε, ω­στό­σο, η πρό­σφα­τη έ­να­τη συλ­λο­γή του, η κρι­τι­κή κι­νή­θη­κε σε υ­ψη­λούς τό­νους, α­πο­δί­δο­ντάς του χα­ρα­κτη­ρι­σμούς, ό­πως “έ­ξο­χος δη­μιουρ­γός”, “μά­στο­ρας” και τα λοι­πά συ­να­φή. Κα­μιά α­πό τις προ­η­γού­με­νες συλ­λο­γές του δεν έ­τυ­χε τό­σο εν­θου­σιώ­δους υ­πο­δο­χής. Τα ευ­με­νή, μά­λι­στα, σχό­λια ήρ­θαν και α­πό κρι­τι­κούς, που, στο πα­ρελ­θόν, εί­χαν στα­θεί φει­δω­λοί σε ε­παί­νους. Ενώ, για την πρό­σφα­τη, ου­δείς ε­πε­σή­μα­νε πι­θα­νές α­δυ­να­μίες. Αντι­θέ­τως, φαί­νε­ται να υ­πάρ­χει ο­μο­φω­νία για το α­ψε­γά­δια­στο του εγ­χει­ρή­μα­τος. Μπο­ρεί και πά­λι κα­νείς να ει­κά­σει, ό­τι αυ­τό ο­φεί­λε­ται σε μία ό­ψι­μη λο­γο­τε­χνι­κή μό­δα, αυ­τήν του διη­γή­μα­τος.     
Πέ­ραν, ό­μως, α­πό τις τυ­χόν κρα­τού­σες μό­δες, κα­θο­ρι­στι­κά συμ­βάλ­λει η θε­μα­τι­κή πε­ριο­χή, στην ο­ποία κι­νού­νται τα διη­γή­μα­τα μίας ο­ποιασ­δή­πο­τε συλ­λο­γής. Το εν­δια­φέ­ρον ε­νός πλα­τύ­τε­ρου α­να­γνω­στι­κού κοι­νού, γα­λου­χη­μέ­νου με μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, συ­νή­θως κερ­δί­ζουν συλ­λο­γές με έ­να θε­μα­τι­κό κύ­κλο. Πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο, λοι­πόν, στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, που η συλ­λο­γή εμ­φα­νί­ζε­ται με α­μι­γή θε­μα­τι­κό πυ­ρή­να, τον ε­ρω­τι­κό. Επι­προ­σθέ­τως, αυ­τός ο πυ­ρή­νας την τε­λευ­ταία πε­ρίο­δο βρί­σκε­ται σε υ­πο­χώ­ρη­ση, κα­θώς, στα χρό­νια της κρί­σης, οι πε­ζο­γρά­φοι μας έ­χουν στρέ­ψει την προ­σο­χή τους στα πά­θη των πά­σης φύ­σεως α­θλίων της χώ­ρας.
Εξαρ­χής, στα βι­βλία του Μή­τσου, το ε­ρω­τι­κό στοι­χείο εί­ναι έ­ντο­νο.  Διη­γή­μα­τα αλ­λά και μυ­θι­στο­ρή­μα­τα α­πο­πνέ­ουν έ­ναν ι­διό­μορ­φο ε­ρω­τι­σμό, που, εν πολ­λοίς, ο­φεί­λε­ται στον α­φη­γη­τή. Σαν έ­τοι­μο α­πό και­ρό, τον πα­ρου­σιά­ζει ο Μή­τσου στην πρώ­τη ο­λι­γο­σέ­λι­δη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των του, «Ένα μή­λο, έ­να κυ­δώ­νι, έ­να κλω­νί βα­σι­λι­κό», και έ­κτο­τε μό­νο α­ραιά και πού τον α­πο­χω­ρί­ζε­ται. Μα­ζί του  ω­ρι­μά­ζει συγ­γρα­φι­κά, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας τον να χά­νει το κάλ­λος της νεό­τη­τας αλ­λά ό­χι και το σφρί­γος του. Το βα­σι­κό­τε­ρο, ο α­φη­γη­τής του πα­ρα­μέ­νει έ­νας “ε­ξαί­σιος” νάρ­κισ­σος. Στην πρό­σφα­τη συλ­λο­γή, του δί­νει το ρό­λο του ε­γκα­τα­λε­λειμ­μέ­νου ε­ρα­στή. Ρό­λος, που α­πο­βαί­νει κο­ρυ­φαίος, α­φού η ε­γκα­τά­λει­ψη ήρ­θε με­τά α­πό έ­ναν με­γά­λο έ­ρω­τα. Επι­στρα­τεύου­με αυ­τόν τον υ­περ­θε­τι­κού βαθ­μού χα­ρα­κτη­ρι­σμό, ό­χι για­τί ο ε­ρω­τι­κός δε­σμός μα­κρο­η­μέ­ρευ­σε – έ­τσι κι αλ­λιώς, η διάρ­κειά του δεν προσ­διο­ρί­ζε­ται – αλ­λά για δυο δια­φο­ρε­τι­κούς λό­γους: Πρώ­τον, εί­ναι έ­νας έ­ρω­τας πα­ρά­νο­μος και ως γνω­στόν ό­λοι οι έ­ρω­τες που μέ­νουν ε­κτός θρη­σκευ­τι­κών και θε­σμι­κών πλαι­σίων εί­ναι πλέ­ον συ­ντα­ρα­κτι­κοί. Δεύ­τε­ρον και ση­μα­ντι­κό­τε­ρο, το ο­ποίο α­να­φέ­ρε­ται στο κει­με­νά­κι του ο­πι­σθό­φυλ­λου ώ­στε να λει­τουρ­γή­σει ως δέ­λε­α­ρ, εί­ναι έ­νας έ­ρω­τας “για μία πο­λύ μι­κρό­τε­ρή του γυ­ναί­κα”. Αν, μά­λι­στα, λά­βου­με υ­πό­ψη ό­τι ο ε­ρα­στής φέ­ρει το βά­ρος συ­ζύ­γου και τέ­κνων, γί­νε­ται κα­λύ­τε­ρα α­ντι­λη­πτό το πό­σο λυ­τρω­τι­κά αυ­τός βίω­σε τον έ­ρω­τα με “την ε­ξαί­σια γυ­ναί­κα”.
Η ε­ρω­τι­κή ι­στο­ρία, με την έν­νοια της πα­ρελ­θο­ντι­κής α­να­δρο­μής, λαν­θά­νει. Άλλω­στε, σε μία δο­κι­μα­σία, ό­πως αυ­τή της ε­γκα­τά­λει­ψης, τα πριν ό­πως και τα με­τά σκο­τει­νιά­ζουν. Οπό­τε η α­φή­γη­ση δια­γρά­φει κύ­κλους στο α­καν­θώ­δες πα­ρόν. Ο ε­γκα­τα­λει­φθείς, με πει­σι­θά­να­τους συ­νειρ­μούς, κλώ­θει τον ι­στό της χω­ρίς να κρα­τά συ­νέ­χεια και δια­δο­χή στο χρό­νο. Δεν α­να­κα­λεί τη σκη­νή της ε­γκα­τά­λει­ψης, αλ­λά α­φή­νε­ται σε φα­ντα­σιώ­σεις εκ­δί­κη­σης. Όπως γλεί­φεις έ­να πο­νε­μέ­νο δά­χτυ­λο για να μα­λα­κώ­σει ο πό­νος, έ­τσι και ε­κεί­νος πλά­θει ποι­κι­λία ευ­φά­ντα­στων ι­στο­ριών. Αλλά­ζει σε τέ­τοιο ση­μείο τα συμ­βά­ντα, ώ­στε σε μία ι­στο­ρία να εμ­φα­νί­ζε­ται ως θύ­της α­ντί για θύ­μα («Οι α­τμοί του κορ­μιού»), ε­νώ, κα­τά μία άλ­λη, φθά­νει στο ση­μείο να λοι­δο­ρεί την α­γα­πη­μέ­νη γυ­ναί­κα («Η ε­ξαί­σια γυ­ναί­κα και τα ψά­ρια»). Γί­νε­ται φα­νε­ρό μέ­σα α­πό τους α­φη­γη­μα­τι­κούς τρό­πους, ό­τι νο­θεύει την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που βίω­σε με τις ε­πι­θυ­μίες του, αλ­λά και δη­λη­τη­ριά­ζει τις η­μέ­ρες του με τα ε­φιαλ­τι­κά ό­νει­ρα που γεν­νούν οι ο­λι­γόυ­πνες νύ­χτες του.
Σε πεί­σμα των εκ­δο­τών, που ζη­τούν α­πό τους συγ­γρα­φείς μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, μέ­χρι να τα α­παι­τούν ό­ταν πρό­κει­ται για κά­ποιον νεό­τε­ρο, ο Μή­τσου, αυ­τήν τη φο­ρά, προ­σήλ­θε με διη­γή­μα­τα. Πα­ρό­τι διέ­θε­τε τα υ­λι­κά για έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα, προ­τί­μη­σε να στή­σει δέ­κα εν­νέα διη­γή­μα­τα. Όπως δη­λώ­νε­ται και με τον τίτ­λο της συλ­λο­γής, ό­λες οι α­φη­γή­σεις, που πλά­σθη­καν α­πό την “διά­σπα­ση” της ε­ρω­τι­κής ι­στο­ρίας,  στρέ­φο­νται γύ­ρω α­πό “την ε­ξαί­σια γυ­ναί­κα”. Ακό­μη και συμ­βά­ντα της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας του α­φη­γη­τή, λό­γω της ψυ­χο­λο­γι­κής του κα­τά­στα­σης, α­πο­κτούν αλ­λό­κο­τη προο­πτι­κή και έκ­βα­ση («Ο “Λα­μπρά­κης” κι ε­γώ»). Πα­ρο­μοίως, παι­δι­κές ή ε­φη­βι­κές α­να­μνή­σεις, κα­θώς φορ­τί­ζο­νται α­πό τα πρό­σφα­τα αι­σθή­μα­τα, φθά­νουν σε α­πρό­σμε­νες κο­ρυ­φώ­σεις («Το σερ­σέ­γκι», «Ο δί­χρω­μος λύ­κος»). Αλλά και ό­ταν ε­κεί­νος θυ­μά­ται την συγ­γρα­φι­κή του ι­διό­τη­τα και α­φη­γη­μα­τι­κά πα­ρα­χω­ρεί τη θέ­ση του σε άλ­λα πρό­σω­πα, ε­γκι­βω­τί­ζο­ντας, κα­τά μία ερ­μη­νεία, τις ι­στο­ρίες τους, οι πα­ρά­ται­ροι έ­ρω­τες που ε­κεί­να πλέ­κουν και οι α­κραίες συ­μπε­ρι­φο­ρές των  η­ρώων τους δεί­χνουν σαν α­ντι­κα­το­πτρι­σμοί του έμ­μο­νου πά­θους α­πό το ο­ποίο κα­τα­τρύ­χε­ται («Το τέ­ρας», «Ει­κα­σίες για τα ά­γρια ζώα», «Οι έ­ρω­τες των άλ­λων», «Κλη­ρο­νο­μι­κά συ­μπτώ­μα­τα»). Με άλ­μα­τα α­πό τις ξέ­νες ι­στο­ρίες στη δι­κή του, ε­πι­τα­χύ­νει τον ρυθ­μό της α­φή­γη­σης, ε­γκα­τα­λεί­πο­ντας το στέ­ρεο πλαί­σιο της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Εδώ, ο Μή­τσου α­να­μι­γνύει ει­κό­νες ε­νός εγ­γο­νο­που­λι­κού υ­περ­ρε­α­λι­σμού, που α­πα­ντώ­νται σε πα­λαιό­τε­ρα διη­γή­μα­τά του, με σκη­νές μα­γι­κού ρε­α­λι­σμού, μέ­σω των ο­ποίων α­πο­δί­δει τις με­τα­μορ­φώ­σεις “της ε­ξαί­σιας γυ­ναί­κας” και του α­φη­γη­τή.  Σε έ­να διή­γη­μα, ε­κεί­νη  παίρ­νει τη μορ­φή μίας με­γα­λό­σω­μης γί­δας με λευ­κό τρί­χω­μα και γα­λά­ζια μά­τια. Πα­ρα­μέ­νει, ό­μως, και ως γί­δα, ε­ρω­τι­κή και ά­πι­στη («Το πιο βο­λι­κό ψέ­μα»). Σε έ­να άλ­λο διή­γη­μα, εί­ναι ε­κεί­νος που με­τα­μορ­φώ­νε­ται σε κά­τι “σαν δι­κέ­φα­λος α­ε­τός”, ε­γκα­τα­λεί­πο­ντας την οι­κο­γε­νεια­κή ε­στία, ό­πως θα ε­πι­θυ­μού­σε να κά­νει ο ά­τολ­μος α­φη­γη­τής («Το που­λί»). Επί­σης, σε έ­να δεύ­τε­ρο, ο α­φη­γη­τής, “κλη­ρο­νό­μος που­λιώ­ν”, πε­τά­ει, “έ­στω και με σπα­σμέ­να φτε­ρά”, ε­πα­λη­θεύο­ντας το στί­χο του Σα­χτού­ρη, που το­πο­θε­τεί­ται ως μό­το («Κων­στα­ντί­νος ο τε­τρα­δά­χτυ­λος»). Πα­ρεν­θε­τι­κά να ση­μειώ­σου­με, ό­τι τα πε­ρισ­σό­τε­ρα μό­το στα διη­γή­μα­τα εί­ναι ε­πι­λεγ­μέ­να ώ­στε να προ­ε­τοι­μά­ζουν για την έκ­βα­ση των ι­στο­ριών. 
Δε­δο­μέ­νου ό­τι η πο­σό­τη­τα ο­ρί­ζει την ποιό­τη­τα, κά­ποιοι ί­σως να α­πο­φαν­θούν, ό­τι το ε­ξαι­ρε­τι­κό των ευ­ρη­μά­των – πρω­τό­τυ­πων, α­να­κυ­κλού­με­νων α­πό πα­λαιό­τε­ρες διη­γή­σεις ή και δά­νειων – λει­τουρ­γεί πλη­θω­ρι­στι­κά. Μία προ­σε­κτι­κό­τε­ρη, ω­στό­σο, α­νά­γνω­ση δεί­χνει πως, στον κύ­κλο των συ­γκε­κρι­μέ­νων διη­γη­μά­των, τα ε­πα­να­λαμ­βα­νό­με­να μο­τί­βα, ό­πως η στά­χτη που κα­τα­κά­θε­ται με­τά την ε­ρω­τι­κή πυρ­κα­γιά ή η ε­ντύ­πω­ση του σά­πιου ε­κεί που έ­τρε­χαν τα ζωο­ποιά νε­ρά του έ­ρω­τα, σκια­γρα­φούν το ψυ­χι­κό το­πίο με­τά την ε­γκα­τά­λει­ψη.
“Την ε­ξαί­σια γυ­ναί­κα” ό­λα την θυ­μί­ζουν. Εκεί­νη ε­μπνέει στον α­φη­γη­τή τα αι­σθή­μα­τα κα­κε­ντρέ­χειας μέ­χρι και μί­σους, που τον ο­δη­γούν σε πρά­ξεις βίας. Με ε­κεί­νη α­να­με­τριέ­ται, ό­ταν βλέ­πει όρ­θια μπρο­στά του τη “με­γά­λη χε­λώ­να”, με το ό­νο­μά της χα­ραγ­μέ­νο α­πό τον ί­διο στο καύ­κα­λο της κοι­λιάς («Μια χε­λώ­να τον Δε­κα­πε­νταύ­γου­στο»). Ή α­γριε­μέ­νο το  “ο­λό­λευ­κο Λα­μπρα­ντό­ρ”, το σκυ­λί της, που ε­κεί­νη τού εί­χε δώ­σει το ό­νο­μά της («Φτη­νό τί­μη­μα»). Ανθρω­πό­μορ­φα τα ζω­ντα­νά στις φα­ντα­σιώ­σεις του,  τον πα­ρα­σύ­ρουν σε ά­γριους τρό­πους θα­νά­τω­σής τους. Τα δυο διη­γή­μα­τα, ι­διαί­τε­ρα το δεύ­τε­ρο, υ­πο­δη­λώ­νουν τα συ­γκρουό­με­να αι­σθή­μα­τα, που γεν­νά μία αιφ­νί­δια και α­ναί­τια ε­γκα­τά­λει­ψη. Μο­να­δι­κό σφάλ­μα του ε­ρα­στή στά­θη­κε το γε­γο­νός ό­τι α­γά­πη­σε πο­λύ και ε­πι­πλέ­ον, έ­κα­νε το λά­θος να το ε­ξο­μο­λο­γη­θεί. Έτσι δια­λύ­θη­κε η γο­η­τεία ε­νός με­γά­λου έ­ρω­τα, που φα­νε­ρώ­νε­ται και α­πό τις πρά­ξεις α­πο­κο­τιάς, στις ο­ποίες κα­τα­φεύ­γει. Μέ­χρι “μπου­κα­δό­ρος” σε ξέ­νους κή­πους έ­γι­νε, για να της προ­σφέ­ρει κά­θε μέ­ρα α­πό έ­να τρια­ντά­φυλ­λο («Ο μπου­κα­δό­ρος και οι ά­πι­στες γυ­ναί­κες»). Πι­στεύο­ντας ό­τι τα ρό­δα για­τρεύουν μέ­χρι και νε­ο­πλα­σίες, έ­φθα­σε να της προ­σφέ­ρει, ε­πί τριά­ντα μή­νες, κο­ντά χί­λια ρό­δα («Ο Αι­γύ­πτιος»). 
Μό­λις σε δυο διη­γή­μα­τα, ο χρό­νος γυ­ρί­ζει πί­σω, στον ευ­τυ­χι­σμέ­νο και­ρό πριν την διά­λυ­ση του ε­ρω­τι­κού δε­σμού. Στο ο­μό­τιτ­λο της συλ­λο­γής και στο «Άντρες ευά­λω­τοι το Πά­σχα». Το πρώ­το θα α­να­με­νό­ταν να εί­ναι έ­νας ύ­μνος, πλεγ­μέ­νος με την α­νά­μνη­σή της. Δεί­χνει, ω­στό­σο, πε­ρισ­σό­τε­ρο σαν μίας νο­ση­ρής έ­μπνευ­σης εκ­δί­κη­ση. Ο α­φη­γη­τής φα­ντα­σιώ­νε­ται έ­ναν έ­ρω­τα  της ε­φη­βείας, που πα­ρέ­μει­νε για δε­κα­ε­τίες α­νεκ­πλή­ρω­τος, με ε­κεί­νη να πα­ντρεύε­ται φί­λο του και ο ί­διος να αρ­κεί­ται στο ρό­λο του κου­μπά­ρου. Τριά­ντα χρό­νια χρειά­στη­κε να α­να­μέ­νει ο κου­μπά­ρος, μέ­χρι να έρ­θει η σει­ρά του. Στην πρώ­τη α­πό­πει­ρα συ­νεύ­ρε­σης, ε­κεί­νη, καί­τοι πλέ­ον σα­ρα­ντα­πε­ντά­ρα, τού φαί­νε­ται ως α­να­δυό­με­νη Αφρο­δί­τη. Μό­νο που “το υ­πέ­ρο­χο αι­δοίο” της α­νέ­δι­δε μία α­παί­σια μυ­ρω­διά “ψα­ρί­λας”. Μέ­σω της ε­ντέ­χνως στη­μέ­νης μυ­θο­πλα­σίας, ε­ξη­γεί­ται η αι­τία της α­δε­νι­κής α­νω­μα­λίας που την προ­ξε­νού­σε. Ωστό­σο, και μό­νο η α­να­φο­ρά της λέ­ξης “ψα­ρί­λα” πα­ρα­πέ­μπει σε μία α­πό τις χυ­δαίες α­να­φο­ρές στο γυ­ναι­κείο αι­δοίο, που συ­νη­θι­ζό­ταν πα­λαιό­τε­ρα και η ο­ποία ε­δώ λει­τουρ­γεί ε­ντε­λώς α­πο­μυ­θο­ποιη­τι­κά, υ­πο­βι­βά­ζο­ντας έ­ναν με­γά­λο έ­ρω­τα στο ε­πί­πε­δο συ­νεύ­ρε­σης με κοι­νή γυ­ναί­κα.
Στο δεύ­τε­ρο διή­γη­μα πε­ρι­γρά­φε­ται έ­νας πα­ρά­νο­μος έ­ρω­τας, μέ­σα α­πό τις τα­κτι­κές συ­νευ­ρέ­σεις του ζεύ­γους σε α­πό­με­ρο ξε­νο­δο­χείο. Το σκη­νι­κό εί­ναι γνώ­ρι­μο α­πό πα­λαιό­τε­ρα πε­ζά του Μή­τσου. Εδώ, ό­μως, προ­χω­ρά­ει σε μία εν­δια­φέ­ρου­σα α­πο­τύ­πω­ση της ψυ­χο­λο­γι­κής ε­ξάρ­τη­σης και της α­νά­γκης με­τά τον χω­ρι­σμό για υ­πο­κα­τά­στα­το. Εκεί­νος μέ­νει προ­σκολ­λη­μέ­νος στη ρου­τί­να των ε­πι­σκέ­ψεων στο ξε­νο­δο­χείο, ε­νώ α­γκι­στρώ­νε­ται στην πρώ­τη γυ­ναί­κα που τυ­χαί­νει να χτυ­πή­σει την πόρ­τα του δω­μα­τίου. Τε­λι­κά, ο α­φη­γη­τής, ού­τε και­νού­ρια ε­ρω­τι­κή σύ­ντρο­φο σταυ­ρώ­νει, α­φού ο αγ­χώ­δης ε­να­γκα­λι­σμός ε­νός α­πέλ­πι­δος α­πω­θεί, ού­τε τις ε­νο­χές του ξορ­κί­ζει. Αυ­τό το δεύ­τε­ρο φα­νε­ρώ­νε­ται σε έ­να άλ­λο διή­γη­μα, που κι­νεί­ται στο χώ­ρο του υ­περ­βα­τι­κού. Με­τα­ξύ πραγ­μα­τι­κό­τη­τας και ε­νυ­πνίου, η φω­νή της μά­νας, δε­κα­τρία χρό­νια νε­κρής, α­να­κα­λεί τον μοι­χό υιό στον ορ­θό δρό­μο («Η φω­νή της»).
Αρη­τα σπον­δυ­λω­τό μυ­θι­στό­ρη­μα τα 19 διη­γή­μα­τα, συ­μπλη­ρώ­νο­νται με έ­να ύ­στα­το, το ει­κο­στό, γραμ­μέ­νο με εμ­φα­νώς δια­φο­ρε­τι­κή στό­χευ­ση. Εί­ναι το πρώ­το πε­ζό, στο ο­ποίο ο Μή­τσου α­πο­πει­ρά­ται α­να­νο­η­μα­το­δό­τη­ση των ι­στο­ρι­κών δε­δο­μέ­νων. Κά­πως κα­θυ­στε­ρη­μέ­να, α­κο­λου­θεί κι αυ­τός το πα­ρά­δειγ­μα άλ­λων συγ­γρα­φέων της ί­διας γε­νιάς, που έ­χουν υιο­θε­τή­σει τα με­τα-α­να­θεω­ρη­τι­κά α­νοίγ­μα­τα του Θα­νά­ση Βαλ­τι­νού.   Στο διή­γη­μα, ο προσ­διο­ρι­σμός του τό­που πα­ρα­μέ­νει αό­ρι­στος. Ανα­φέ­ρε­ται μία κω­μό­πο­λη στον Αμβρα­κι­κό, η ο­ποία  ε­πα­νέρ­χε­ται στα βι­βλία του και ταυ­τί­ζε­ται με την Αμφι­λο­χία. Η α­φή­γη­ση εκ­κι­νεί με την ε­κτέ­λε­ση Γερ­μα­νών α­πό α­ντάρ­τες χω­ρίς ο­νο­μα­στι­κές α­να­φο­ρές. Θα μπο­ρού­σε να συ­νι­στά ευ­θεία α­ντα­νά­κλα­ση της υ­πο­χώ­ρη­σης των α­νταρ­τών με­τά τη Μά­χη της Αμφι­λο­χίας, Ιού­νιο 1944.  Αφού ε­κεί­νοι εί­χαν κα­τα­λά­βει εξ ε­φό­δου την κω­μό­πο­λη, αιφ­νι­διά­ζο­ντας γερ­μα­νι­κή φρου­ρά και χω­ρο­φυ­λα­κή, με την ά­φι­ξη γερ­μα­νι­κών ε­νι­σχύ­σεων, ε­πα­νήλ­θαν στα ο­ρει­νά της Ευ­ρυ­τα­νίας, παίρ­νο­ντας μα­ζί τους Γερ­μα­νούς αιχ­μα­λώ­τους. Κα­τά τα ι­στο­ρι­κώς μαρ­τυ­ρη­μέ­να,  μό­λις έ­φθα­σαν σε α­σφα­λείς θέ­σεις, τους α­πε­λευ­θέ­ρω­σαν, α­φού τους α­φαί­ρε­σαν ο­πλι­σμό και ρου­χι­σμό. Τον τε­λευ­ταίο τον α­ντάλ­λα­ξαν με τον δι­κό τους. Μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή α­δεία, πρό­κει­ται για έ­να “τσούρ­μο” κα­κο­μού­τσου­νων και κο­ντό­χο­ντρων αν­δρών, πά­νο­πλων, που γυ­μνώ­νει ο­λο­σχε­ρώς τους Γερ­μα­νούς και η­δο­νι­ζό­με­νο σα­δι­στι­κά τους ε­κτε­λεί. 
Η α­φή­γη­ση α­να­πα­ρα­γά­γει την ι­στο­ρία μίας α­ντάρ­τισ­σας α­πό χω­ριό του Βάλ­του, τό­πο κα­τα­γω­γής του συγ­γρα­φέα, που στά­θη­κε μάρ­τυ­ρας της ε­κτέ­λε­σης, συν­δρά­μο­ντας έ­ναν Γερ­μα­νό κα­τά τη δια­φυ­γή του. Η γυ­ναί­κα εί­ναι το μο­να­δι­κό πρό­σω­πο, που α­πο­κτά ι­στο­ρι­κή υ­πό­στα­ση, κα­θώς α­να­φέ­ρε­ται πως ά­γαλ­μά της έ­χει στη­θεί σε πα­ρά­λια πλα­τεία της κω­μό­πο­λης. Υπάρ­χει πράγ­μα­τι ά­γαλ­μα α­ντάρ­τισ­σας σε πλα­τεία της Αμφι­λο­χίας και δη, ε­πώ­νυ­μης, που ε­κτε­λέ­στη­κε ως πλη­ρο­φο­ριο­δό­της των α­νταρ­τών. Η α­φή­γη­ση, ό­μως, ε­πι­φυ­λάσ­σει μία πιο πι­πε­ρά­τη εκ­δο­χή. Η γυ­ναί­κα δεν γυ­ρό­φερ­νε το Διοι­κη­τή­ριο των Γερ­μα­νών για να πα­ρα­κο­λου­θεί τις κι­νή­σεις τους, αλ­λά για να βλέ­πει, έ­στω και εκ του μα­κρό­θεν, τον δια­σω­θέ­ντα Γερ­μα­νό, τον ο­ποίο εί­χε ε­ρω­τευ­τεί κε­ραυ­νο­βό­λα. «Το θαύ­μα του έ­ρω­τα», ό­πως εί­ναι ο τί­λος του διη­γή­μα­τος, συ­ντε­λέ­στη­κε, ό­ταν τον εί­δε ο­λό­γυ­μνο και α­ντί­κρι­σε την “στη­τή κι ο­λόρ­θη” φύ­ση του. 
        Το διή­γη­μα έ­χει δη­μο­σιευ­τεί πριν την έκ­δο­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος «Ο   κί­τρι­νος στρα­τιώ­της». Μάλ­λον εκ πα­ρα­δρο­μής, δεν α­να­φέ­ρε­ται α­νά­με­σα στα δη­μο­σιευ­μέ­να της συλ­λο­γής. Εκ πρώ­της ό­ψεως, δεί­χνει σαν πα­ρεί­σα­κτο. Μπο­ρεί, ω­στό­σο, να το­πο­θε­τη­θεί κά­τω α­πό την ο­μπρέ­λα ε­νός τρε­λού, μέ­χρι θα­νά­του, έ­ρω­τα. Άλλω­στε και ο α­φη­γη­τής του κυ­ρίως σώ­μα­τος του βι­βλίου, κα­τά μία εκ­δο­χή («Κων­στα­ντί­νος ο τε­τρα­δά­χτυ­λος»), φθά­νει μέ­χρι την αυ­το­κτο­νία.
      Πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι οι συγ­γρα­φείς της γε­νιάς του ‘80 ό­χι μό­νο α­να­ζη­τούν ό­λο και συ­χνό­τε­ρα την έ­μπνευ­ση στα προ­σω­πι­κά τους βιώ­μα­τα, αλ­λά και το δη­λώ­νουν ευ­θαρ­σώς στις συ­νε­ντεύ­ξεις τους. Στην πε­ρί­πτω­ση του Μή­τσου, ό­πως και σε ο­ρι­σμέ­νες άλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις, μέ­νει ζη­τού­με­νο κα­τά πό­σο η με­τα­νε­ο­τε­ρι­κού χα­ρα­κτή­ρα α­να­διή­γη­ση ξε­κι­νά α­πό α­κού­σμα­τα ή εί­ναι α­πο­κύη­μα γό­νι­μης φα­ντα­σίας. Λ.χ., στο πρώ­το διή­γη­μα της συλ­λο­γής, «Πρό­βα­τα ε­πί σφα­γή», ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό “την ε­ξαί­σια γυ­ναί­κα”, πα­ρα­τί­θε­ται ως κα­τα­κλεί­δα διή­γη­ση του “κί­τρι­νου στρα­τιώ­τη”, πα­τέ­ρα του α­φη­γη­τή, ό­που οι στρα­τιώ­τες στο Αλα­μέιν, ε­πι­τι­θέ­με­νοι στους Γερ­μα­νούς, α­ντί να κραυ­γά­ζουν “Αέ­ρααα!”, “βέ­λα­ζαν ως πρό­βα­τα ε­πί σφα­γή”. Έρω­τας - θά­να­τος, δη­λα­δή. 

 Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 31/8/2014.
Φωτογραφία:  Έργο του Σαλβαντόρ Νταλί.

Δεν υπάρχουν σχόλια: