Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Το ελάχιστο της δόξας



Σκη­νή α­πό το «Ιωάν­νης Γα­βριήλ Μπόρ­κμαν».
Ο Νί­κος Πα­ρα­σκευάς (α­ρι­στε­ρά) στο ρό­λο του Βί­λελμ Φόλ­νταλ
και ο Αι­μί­λιος Βεά­κης (δε­ξιά) στο ρό­λο του Μπόρ­κμαν,
κα­τά το πρώ­το α­νέ­βα­σμα του ι­ψε­νι­κού έρ­γου, το 1933
(Φωτ. Τά­σου Με­λε­τό­που­λου, Φω­το­γρα­φι­κό Αρχείο Εθνι­κού Θεά­τρου).



Βαγ­γέ­λης Χατ­ζη­γιαν­νί­δης
«Το ε­λά­χι­στο ί­χνος»
Εκδό­σεις Το Ρο­δα­κιό
Απρί­λιος 2013 

Η Αμε­ρι­κα­νί­δα Έντιθ Γουέ­μπστερ ή­ταν μια δη­μο­φι­λής η­θο­ποιός, που υ­πέ­στη καρ­δια­κή προ­σβο­λή στην τε­λευ­ταία κο­ρώ­να του ά­σμα­τος που τρα­γου­δού­σε ως μέ­ρος μιας πα­ρά­στα­σης σε θέ­α­τρο της Βαλ­τι­μό­ρης. Εξέ­πνευ­σε τη στιγ­μή α­κρι­βώς που ο ρό­λος την ή­θε­λε να σω­ριά­ζε­ται ε­πί σκη­νής. Η Γουέμπστερ δεν δια­σώ­θη­κε της λή­θης χά­ρις σε ε­κεί­νο το τε­λευ­ταίο τρα­γού­δι, πα­ρό­τι ε­πρό­κει­το για έ­να πο­λύ γνω­στό κομ­μά­τι τζα­ζ, που έ­μει­νε με άλ­λες φω­νές. Ού­τε χά­ρις σε ε­κεί­νη την πα­ρά­στα­ση, πα­ρό­τι ή­ταν έ­να δη­μο­φι­λές μιού­ζι­κα­λ, που παι­ζό­ταν ε­πί ο­χτώ χρό­νια, βα­σι­σμέ­νο στο βι­κτω­ρια­νό με­λό­δρα­μα «Ο μέ­θυ­σος» του Ουίλ­λιαμ Σμι­θ, που εί­χε γνω­ρί­σει με­γά­λη ε­πι­τυ­χία την ε­πο­χή της πο­το­α­πα­γό­ρευ­σης. Μό­νο λό­γω της σύ­μπτω­σης να “ζή­σει το θά­να­το του ρό­λου της”, το ό­νο­μά της κα­τα­γρά­φτη­κε στα μι­κρά και πε­ρίερ­γα της Ιστο­ρίας του θεά­τρου. Ενώ, έ­μελ­λε χά­ρις σε έ­ναν έλ­λη­να συγ­γρα­φέα με θε­α­τρι­κή κουλ­τού­ρα να τρο­φο­δο­τή­σει με μια ε­ντυ­πω­σια­κή κα­τά­λη­ξη έ­να, έ­τσι κι αλ­λιώς, εν­δια­φέ­ρον μυ­θι­στό­ρη­μα. Ακό­μη, ό­μως, κι αν δεν εί­χε πο­τέ κα­τα­γρα­φεί έ­νας πα­ρό­μοιος θά­να­τος, ο Βαγ­γέ­λης Χατ­ζη­γιαν­νί­δης θα τον εί­χε ε­πι­νοή­σει, κα­θώς α­πό πρώ­της εμ­φα­νί­σεώς του ε­πέ­δει­ξε τη γό­νι­μη και συν­δυα­στι­κή φα­ντα­σία ως έ­να α­πό τα α­τού που διέ­θε­τε.
Στα 72 της η Γουέ­μπστερ το 1986, ή­ταν μια πα­λαί­μα­χος η­θο­ποιός, που, σί­γου­ρα, α­ντί της υ­στε­ρο­φη­μίας που ε­ξα­σφά­λι­σε με το θά­να­τό της, θα προ­τι­μού­σε να μα­κρο­η­με­ρεύ­σει. Σε α­ντί­θε­ση με τον 43χρο­νο ή­ρωα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που, σαν άλ­λος Φά­ου­στ, θα έ­δι­νε και την ψυ­χή του για την α­να­γνώ­ρι­ση. Ηθο­ποιός δια­φο­ρε­τι­κής στό­φας, ε­πέ­λε­ξε για την ε­θε­λού­σια στη δι­κή του πε­ρί­πτω­ση και ό­χι συ­μπτω­μα­τι­κή έ­ξο­δο, έ­ναν ρό­λο του κλα­σι­κού ρε­περ­το­ρίου, τον Ιωάν­νη Γα­βριήλ Μπόρ­κμαν του Ίψεν. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα, δεν α­νε­βαί­νει α­κέ­ραιο το έρ­γο, πα­ρά μό­νο η τε­λευ­ταία σκη­νή “στη χιο­νι­σμέ­νη ε­ξο­χή” ως μέ­ρος μιας πα­ρά­στα­σης, που, α­ντι­γρά­φο­ντας την τρέ­χου­σα μό­δα του ποτ­που­ρί, α­πο­τε­λεί­ται α­πό τέσ­σε­ρις πα­ρό­μοιες σκη­νές δια­φο­ρε­τι­κών έρ­γων. Ο πρώ­τος Μπόρ­κμαν του ελ­λη­νι­κού θεά­τρου εί­ναι ο Αι­μί­λιος Βεά­κης, στου ο­ποίου τη Σχο­λή φοί­τη­σε ο συγ­γρα­φέ­ας, ε­νώ δεν προσ­διο­ρί­ζει την ι­διω­τι­κή α­θη­ναϊκή Σχο­λή, που πα­ρα­κο­λού­θη­σε ο ή­ρωάς του. Το 1998 α­νε­βαί­νει η πα­ρά­στα­ση στο μυ­θι­στό­ρη­μα και τη σκη­νο­θε­σία την α­να­λαμ­βά­νει ο πρω­τα­γω­νι­στής, α­κο­λου­θώ­ντας το πα­ρά­δειγ­μα του Αλέ­ξη Μι­νω­τή, του δεύ­τε­ρου με­γά­λου στον ι­ψε­νι­κό ρό­λο, κα­τά το ε­πε­τεια­κό α­νέ­βα­σμα του 1976 για τα ο­γδο­ντά­χρο­να α­πό τη συγ­γρα­φή του έρ­γου. 

Ως η­θο­ποιοί...

Αυ­τά ως πα­ρελ­κό­με­να της α­νά­γνω­σης, α­φού, συ­μπτω­μα­τι­κά, η έκ­δο­ση γί­νε­ται 80 χρό­νια με­τά το πρώ­το ελ­λη­νι­κό α­νέ­βα­σμα του έρ­γου και ε­νώ ε­πί­κει­ται ε­πε­τεια­κό α­νέ­βα­σμα, με Μπόρ­κμαν έ­ναν ο­μή­λι­κο του ή­ρωα η­θο­ποιό, τον Γιώρ­γο Κι­μού­λη. Αυ­τός, πα­ρό­τι το ί­διο φι­λό­δο­ξος με τον ή­ρωα, δεν α­πο­τολ­μά να συ­γκρι­θεί σκη­νο­θε­τι­κά με τους πρώ­τους δι­δά­ξα­ντες. Εμπι­στεύε­ται ως κα­θο­δη­γη­τή στο χτί­σι­μο του ρό­λου τον Στα­μά­τη Φα­σου­λή. Όσο α­φο­ρά το θέ­μα της γλώσ­σας, στο μυ­θι­στό­ρη­μα, ο ή­ρωας αρ­θρώ­νει τον ι­ψε­νι­κό λό­γο στα ελ­λη­νι­κά του Παύ­λου Μά­τε­σι, που εί­χε ε­πι­λέ­ξει ο Μι­νω­τής, ενώ η με­τά­φρα­ση της πρώ­της πα­ρά­στα­σης ήταν του με­γα­λύ­τε­ρου α­δελ­φού του τό­τε σκη­νο­θέ­τη Φώ­του Πο­λί­τη, του Γιώρ­γου. Ο Κι­μού­λης προ­τί­μη­σε μια νέα με­τά­φρα­ση α­πό τον σκη­νο­θέ­τη του α­ντί ε­νός φό­ρου τι­μής στον πρό­σφα­τα α­πο­θα­νό­ντα (20.1.2013) Μά­τε­σι, συ­μπτω­μα­τι­κά στα 80 του.
Ως η­θο­ποιοί ξε­κί­νη­σαν οι Μά­τε­σις και Χατ­ζη­γιαν­νί­δης, αλ­λά αμ­φό­τε­ροι ε­γκα­τέ­λει­ψαν γρή­γο­ρα τη σκη­νή. Κο­ντά εί­κο­σι χρό­νια θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας ο πρώ­τος και με­τά μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος, α­ντι­στρό­φως, ο δεύ­τε­ρος, πρώ­τα μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος και με­τά, ε­ναλ­λάξ και θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας. Όπως και να έ­χει, ο Μά­τε­σις δεν πρό­λα­βε να γρά­ψει μυ­θι­στό­ρη­μα για το χώ­ρο του θεά­τρου ού­τε να πλά­σει τον χα­ρα­κτή­ρα ε­νός η­θο­ποιού. Ο λί­γο νεό­τε­ρός του Μά­νος Ελευ­θε­ρίου, ποιη­τής και λά­τρης του θεά­τρου, έ­γρα­ψε δυο, αλ­λά δε­σμευό­με­νος α­πό τους χα­ρα­κτή­ρες των η­θο­ποιών στους ο­ποίους α­να­φε­ρό­ταν, την Ευαγ­γε­λία Πα­ρα­σκευο­πού­λου και την Ελέ­νη Πα­πα­δά­κη, που ή­ταν η πρώ­τη Έλλα δί­πλα στον Βεά­κη, “η μοι­ραία γυ­ναί­κα” στη ζωή του Μπόρ­κμαν, α­ντί­ζη­λος της κυ­ρίας Γκούν­χιλ­ντ Μπόρ­κμαν, που έ­παι­ζε η Κα­τί­να Πα­ξι­νού. Κά­πως έ­τσι έ­λα­χε στον Χατ­ζη­γιαν­νί­δη να γρά­ψει το θε­α­τρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα και να πλά­σει το χα­ρα­κτή­ρα ε­νός η­θο­ποιού. Μέ­σα α­πό την ι­διό­μορ­φη ψυ­χο­σύ­στα­ση του ή­ρωά του, κα­τόρ­θω­σε να δεί­ξει την α­πό­στα­ση α­νά­με­σα στο ‘‘Ηθο­ποιός ση­μαί­νει φως’’, και στο ‘‘Ηθο­ποιός, ό,τι κι αν πεις/ εί­ναι κα­η­μός πο­λύ πι­κρός/ και στε­ναγ­μός πο­λύ βα­θύς’’, για να θυ­μη­θού­με και τους στί­χους του Χατ­ζι­δά­κι, ό­πως εί­χαν α­κου­στεί προ γεν­νή­σεως του συγ­γρα­φέα, Ιούν. 1962, α­πό τη βρα­χνή φω­νή του Χορν, που α­πο­χαι­ρέ­τη­σε το θέ­α­τρο με τον ι­ψε­νι­κό Αρχι­μά­στο­ρα Σόλ­νες, πριν 30 χρό­νια. 

Πε­ρί υ­στε­ρο­φη­μίας

Ήδη, ο τίτ­λος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Χατ­ζη­γιαν­νί­δη κά­νει νύ­ξη στον προ­βλη­μα­τι­σμό, που θα μπο­ρού­σε να γεν­νή­σει έ­ναν πα­ρό­μοιο ή­ρωα. Πό­σοι άν­θρω­ποι ευ­τυ­χούν να πε­ρά­σουν στην Ιστο­ρία; Το μέ­γα πλή­θος, με­ρι­κά χρό­νια με­τά θά­να­το, δια­γρά­φε­ται α­πό κά­θε μορ­φής μνή­μη. Λι­γο­στοί εί­ναι ε­κεί­νοι που α­φή­νουν έ­να ί­χνος, μια α­να­φο­ρά δυο τριών σει­ρών, συ­χνό­τε­ρα με­ρι­κών λέ­ξεων. Κά­πως πε­ρισ­σό­τε­ροι α­φή­νουν “το ε­λά­χι­στο ί­χνος” του ο­νό­μα­τός τους. Ιδιαί­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση συ­νι­στούν οι άν­θρω­ποι των γραμ­μά­των και των τε­χνών. Οι τα­λα­ντού­χοι προ­βάλ­λο­νται εν ζωή, με ε­ξα­σφα­λι­σμέ­νη μια κά­ποια υ­στε­ρο­φη­μία. Ενώ, οι α­τά­λα­ντοι μέ­νουν ε­σα­εί στη θέ­ση του κο­μπάρ­σου, ε­κτός κι αν δια­θέ­τουν μέ­σο για την α­νέ­λι­ξή τους, ό­πως ο ή­ρωας σε κά­ποια φά­ση της ζωής του, χά­ρις στο ο­ποίο α­πέ­κτη­σε δι­κό του θέ­α­τρο, ό­που και μπο­ρού­σε να ε­πι­λέ­ξει για τον ε­αυ­τό του έ­ναν ρό­λο σαν του Μπόρ­κμαν. Με­τά θά­να­το πά­ντως οι κο­μπάρ­σοι δια­γρά­φο­νται μα­ζί με τους λοι­πούς α­σή­μα­ντους, ε­κτός κι αν συμ­βεί κά­τι το ε­ξαι­ρε­τι­κό, ό­πως στην πε­ρί­πτω­ση της Γουέ­μπστερ ή και του ή­ρωα, που ε­ξα­γό­ρα­σε το ε­λά­χι­στο της δό­ξας με τον ι­διό­τυ­πο τρό­πο του αυ­το­χει­ρια­σμού του.         
Όλοι, ό­μως, οι άν­θρω­ποι δεν α­ξιο­λο­γούν στον ί­διο βαθ­μό τη δό­ξα, ού­τε νοιά­ζο­νται για την υ­στε­ρο­φη­μία τους. Υπάρ­χουν οι ευ­τυ­χείς, που αι­σθά­νο­νται αρ­κού­ντως αυ­τάρ­κεις, ώ­στε να ευ­δαι­μο­νούν και χω­ρίς τον έ­παι­νο του Άλλου. Αυ­τό εί­ναι θέ­μα χα­ρα­κτή­ρα και των συν­θη­κών υ­πό τις ο­ποίες δια­πλά­στη­κε η προ­σω­πι­κό­τη­τα κά­ποιου. Τα λε­γό­με­να σύν­δρο­μα α­πόρ­ρι­ψης και α­πο­κλει­σμού εί­ναι ε­κεί­να που δη­μιουρ­γούν α­δή­ρι­τη α­νά­γκη για διά­κρι­ση. Δεν εν­δια­φέ­ρει σε ποιον το­μέα, αρ­κεί να γί­νο­νται το ε­πί­κε­ντρο της προ­σο­χής. “Όταν γρά­φουν για σέ­να, έ­στω και αρ­νη­τι­κά, ση­μαί­νει πως εί­σαι κά­ποιος”, σκέ­φτε­ται ο ή­ρωας την ε­πο­χή που εί­ναι θια­σάρ­χης και α­πο­λαμ­βά­νει την κο­λα­κεία “των α­πο­κά­τω”, ε­νώ δι­καιο­λο­γεί την τυ­χόν πε­ρι­φρο­νη­τι­κή στά­ση “των α­πο­πά­νω”, κα­θώς έ­χει πια α­πο­δε­χθεί “την κλί­μα­κα ε­ξου­σίας” ως ι­σχυ­ρό­τε­ρη της α­ξιο­κρα­τι­κής. Σε αυ­τήν την πραγ­μα­τί­στι­κη α­ντί­λη­ψη έ­χει κα­τα­λή­ξει, α­φού κα­τέ­βα­λε πο­λυε­τείς και ε­πί­μο­νες προ­σπά­θειες να δια­πρέ­ψει σε κά­τι, ο­τι­δή­πο­τε, α­πό τη μου­σι­κή μέ­χρι το θέ­α­τρο και α­πό το πιά­νο μέ­χρι τη σκη­νο­θε­σία, για να α­να­κα­λύ­ψει τε­λι­κά ό­τι μπο­ρεί σε ό,τι κα­τα­πια­στεί να έ­χει μια ι­κα­νο­ποιη­τι­κή α­πό­δο­ση, αλ­λά σε κα­νέ­ναν το­μέα δεν θα έ­χει “την αύ­ρα του χα­ρι­σμα­τι­κού”. 

Τα­λα­ντού­χος - α­τά­λα­ντος

Στο θε­α­τρι­κό μέ­ρος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, ο συγ­γρα­φέ­ας ζω­ντα­νεύει μια τά­ξη Δρα­μα­τι­κής Σχο­λής και στη συ­νέ­χεια, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας τον ή­ρωά του, σκια­γρα­φεί την α­τμό­σφαι­ρα στο ε­λεύ­θε­ρο θέ­α­τρο, τις α­ντι­ζη­λίες, το ρό­λο της κρι­τι­κής και τον κα­θο­ρι­στι­κό ε­νός χο­ρη­γού. Με τη βοή­θεια του πα­ντε­πό­πτη α­φη­γη­τή που υιο­θε­τεί και τους δια­λό­γους, προ­σεγ­γί­ζει την έν­νοια του τα­λέ­ντου και το με­τέω­ρο ε­ρώ­τη­μα, “πά­θος για σκλη­ρή δου­λειά” ή προί­κι­σμα της φύ­σης. Μέ­σα α­πό την πλο­κή, ει­σχω­ρεί βα­θύ­τε­ρα α­πό αυ­τό το μα­νι­χαϊστι­κό ε­ρώ­τη­μα. “Όταν το μυα­λό δου­λεύει υ­περ­βο­λι­κά”, το σώ­μα δεν λύ­νε­ται. Και α­κό­μη βα­θύ­τε­ρα, “στο ε­σώ­τε­ρο ε­κεί­νο μά­τι που κρί­νει και α­να­λύει”, στη συ­μπαι­γνία του υ­πε­ρε­γώ των γο­νεϊκών ε­πι­τα­γών και το ερ­πε­τι­κό κομ­μά­τι του ε­γκε­φά­λου, που ε­λέγ­χει το αυ­τό­νο­μο νευ­ρι­κό σύ­στη­μα και το ο­ποίο έ­νας α­σκη­μέ­νος η­θο­ποιός ε­νερ­γο­ποιεί για να φθά­σει την ε­σω­τε­ρι­κή πει­θαρ­χία στο έ­σχα­το ση­μείο ε­λέγ­χου, ε­κεί­νο της πα­ρέμ­βα­σης στη λει­τουρ­γία του καρ­δια­κού μυ.
Στο θε­α­τρι­κό μέ­ρος, ε­κτός α­πό το δί­πο­λο τα­λα­ντού­χου α­τά­λα­ντου η­θο­ποιού και τον κα­θη­γη­τή υ­πο­κρι­τι­κής, έ­ναν “κο­ντο­στού­πι­κο βε­τε­ρά­νο του Εθνι­κού Θεά­τρου”, δια­κρί­νε­ται σε ρό­λο κλει­δί έ­νας α­κό­μη ή­ρωας, ο γραμ­μα­τέ­ας της Σχο­λής. Πρό­κει­ται για έ­ναν α­ντι­συμ­βα­τι­κό τύ­πο, α­πο­τυ­χη­μέ­νο η­θο­ποιό, που α­να­πτύσ­σει εν­δια­φέ­ρου­σες α­πό­ψεις γύ­ρω α­πό το θέ­α­τρο και τη σχέ­ση η­θο­ποιού και κοι­νού. Με αυ­τόν α­νοί­γει και με αυ­τόν κλεί­νει το βι­βλίο. Υπάρ­χουν, ω­στό­σο, κά­ποιες α­ντι­φά­σεις α­νά­με­σα σε ό­σα λέ­γο­νται γι’ αυ­τόν, ό­πως ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός “α­γα­θός γί­γας”, και την προ­σω­πι­κό­τη­τα που δεί­χνουν τα λό­για και οι πρά­ξεις του. Σύμ­φω­να με το μό­το του βι­βλίου, ό­λοι οι ή­ρωες εί­ναι φα­ντα­στι­κοί, πλην ε­νός, που εί­ναι ο ί­διος ο συγ­γρα­φέ­ας στο ρό­λο ε­νός νέ­ου η­θο­ποιού. Ση­μα­ντι­κό­τε­ροι, ό­μως, σε έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα, α­πό το γρή­γο­ρο πέ­ρα­σμα που κά­νει αυ­το­προ­σώ­πως ο συγ­γρα­φέ­ας, α­πο­βαί­νουν οι άν­θρω­ποι που στά­θη­καν η μα­γιά στο πλά­σι­μο κά­ποιων η­ρώων.

Η δο­μή

Το πώς δια­πλά­στη­κε έ­νας πα­ρό­μοιος ή­ρωας σκια­γρα­φεί­ται σε έ­να δεύ­τε­ρο μέ­ρος του βι­βλίου, που ε­κτυ­λίσ­σε­ται ε­κτός θεά­τρου. Αυ­τό το ε­ξω­θε­α­τρι­κό μέ­ρος, που φλερ­τά­ρει με το ρο­μά­ντσο, πι­θα­νώς και να α­πο­δυ­να­μώ­νει την ψυ­χο­γρα­φι­κή διά­στα­ση του θε­α­τρι­κού. Μια πα­ρό­μοια α­δυ­να­μία, ό­μως, εί­ναι α­πό τα συ­μπα­ρο­μαρ­τού­ντα της αι­σθη­τι­κής που α­κο­λου­θεί η μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή δο­μή. Ανα­λυ­τι­κό­τε­ρα, το μυ­θι­στό­ρη­μα χω­ρί­ζε­ται σε 39 κε­φά­λαια, κα­τα­νε­μη­μέ­να σε τέσ­σε­ρις ε­νό­τη­τες, ό­που ο τίτ­λος των κε­φα­λαίων της κά­θε ε­νό­τη­τας εί­ναι κοι­νός, συ­νο­δευό­με­νος α­πό αύ­ξο­ντα α­ριθ­μό και το έ­τος στο ο­ποίο έ­κα­στο ε­στιά­ζει: Πρώ­τη ε­νό­τη­τα, «Τέ­χνες και καλ­λι­τέ­χνες», 10 κε­φά­λαια. Δεύ­τε­ρη, «Φι­λίες και έ­χθρες», 2. Τρί­τη, «Οι­κο­γέ­νειες», 21 (το 22 εί­ναι τυ­πο­γρα­φι­κό λά­θος). Τέ­ταρ­τη, «Έρω­τες και η­δο­νές», 5. Τα δυο πρώ­τα, μα­ζί με το τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο του ε­πί σκη­νής θα­νά­του και της κη­δείας, συ­νι­στούν το θε­α­τρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα. Τα δυο άλ­λα, α­να­συ­σταί­νουν τον προ­γε­νέ­στε­ρο βίο του ή­ρωα, μέ­χρι τα 31 του, ο­πό­τε γρά­φτη­κε στη Σχο­λή, κα­θώς και την ε­ρω­τι­κή του ζωή στα υ­πο­λει­πό­με­να δώ­δε­κα χρό­νια μέ­χρι το θά­να­τό του. Τα κε­φά­λαια α­πό τις δια­φο­ρε­τι­κές ε­νό­τη­τες ε­ναλ­λάσ­σο­νται, α­πο­κα­θι­στώ­ντας χα­λα­ρή  μυ­θο­πλα­στι­κή σύν­δε­ση. 
Το βά­θος χρό­νου αυ­τού του σαν ρο­μά­ντσου μέ­ρους δεν εί­ναι το έ­τος γεν­νή­σεως του ή­ρωα αλ­λά η δε­κα­ε­τία του ’20 και η Κα­το­χή, κα­θώς βα­ραί­νουν τα πά­θη των προ­σώ­πων που συ­νέ­βα­λαν στην κα­κή μοί­ρα του, μια και εί­χε τη δι­πλή α­τυ­χία να εί­ναι και νό­θο και κλεμ­μέ­νο παι­δί. Κα­μιά, ό­μως, σχέ­ση με το εύ­ρη­μα της α­νταλ­λα­γής βρε­φών που α­πα­ντά­ται σε ροζ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα και σί­ριαλ. Η ι­στο­ρία του ή­ρωα θυ­μί­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο «Το κλεμ­μέ­νο παι­δί» του Κηθ Ντό­να­χιου, κα­θώς στην αλ­λα­γή γο­νιών α­να­κα­τώ­νο­νται δυ­νά­μεις του κα­κού. Στο πα­ρα­μύ­θι του Ντό­να­χιου, έ­να φυ­σιο­λο­γι­κό παι­δί παίρ­νει τη θέ­ση ε­νός ξω­τι­κού, ε­δώ, ε­νός χω­λού παι­διού, γέν­νη­μα ε­νός ζευ­γα­ριού, που κα­τέ­φυ­γε σε μαγ­γα­νείες για να τε­κνο­ποιή­σει. Πα­λαιό­τε­ρα πί­στευαν πως τα σα­τα­νι­κά τε­χνά­σμα­τα τι­μω­ρού­νται με τη γέν­να άρ­ρω­στων παι­διών. Μια πα­ρό­μοια διή­γη­ση, το­πο­θε­τη­μέ­νη στα τέ­λη του 19ου αιώ­να, υ­πάρ­χει στο «Ημε­ρο­λό­γιο 1836-2011» του Θα­νά­ση Βαλ­τι­νού. Η α­φή­γη­ση υ­πο­βάλ­λει την αί­σθη­ση, ό­τι τον πα­τέ­ρα του χω­λού παι­διού, που με το βρέ­φος α­γκα­λιά, α­να­ζη­τεί στη νυ­χτε­ρι­νή Αθή­να τον Καιά­δα για να α­παλ­λα­γεί, τον ο­δη­γούν υ­περ­φυ­σι­κές δυ­νά­μεις μέ­χρι την κού­νια του νό­θου, ό­που προ­τι­μά, α­ντί της σχε­δια­ζό­με­νης εν­δο­μύ­χως θα­νά­τω­σης την κλο­πή. 
Εί­ναι εν­δια­φέ­ρου­σα η με­τα­μο­ντερ­νί­στι­κη ε­πί­νοια με την ο­ποία υ­πο­νο­μεύο­νται οι η­θο­γρα­φι­κές συμ­βά­σεις. Το νό­θο εί­ναι παι­δί γιου βιο­μη­χά­νου με την τρο­φό του. Δεν πρό­κει­ται, ό­μως, για έ­να με­λο­δρα­μα­τι­κό σμί­ξι­μο, αλ­λά για το βίαιο ξε­παρ­θέ­νε­μα του έ­φη­βου α­πό την ι­κα­ριώ­τισ­σα πα­ρα­μά­να, που παίρ­νει εκ­δί­κη­ση για ό­σα δει­νά έ­χει τρα­βή­ξει α­πό το κα­κο­μα­θη­μέ­νο πλου­σιό­παι­δο. Δυ­να­μι­κός χα­ρα­κτή­ρας η νη­σιώ­τισ­σα, ό­πως και ο πα­τέ­ρας του χω­λού παι­διού, που πλη­ρώ­νει τις α­μαρ­τίες του. Στα κε­φά­λαια που ε­στιά­ζουν στα δει­νά του πα­τέ­ρα, πε­ρι­γρά­φο­νται η πα­γα­νι­στι­κή σχέ­ση που α­να­πτύσ­σει με τη φύ­ση, το νο­ε­ρό κα­νό­νι­σμα των λο­γα­ρια­σμών του με το Θεό και τα ε­νύ­πνια του πει­ρα­σμού που τον τα­ράσ­σουν. Αντί, ό­μως, για α­σκη­τι­κή ζωή, αυ­το­τι­μω­ρεί­ται νυμ­φευό­με­νος μια πόρ­νη. Ένας άλ­λος χα­ρα­κτή­ρας με με­τα­φυ­σι­κή αύ­ρα εί­ναι ε­κεί­νος της γυ­ναί­κας, που βοή­θη­σε με τις σο­λο­μω­νι­κές της το ά­τε­κνο ζευ­γά­ρι στην α­πό­κτη­ση παι­διού. Μια, μέ­χρι τέ­λους του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, μυ­στη­ριώ­δης γυ­ναί­κα, που ό­λοι την θεω­ρούν μά­γισ­σα και κά­που συγ­γε­νεύει με τις σκο­τει­νές η­ρωί­δες της Ζυ­ράν­νας Ζα­τέ­λη. Αντι­στρέ­φο­ντας τα η­θο­γρα­φι­κά πρό­τυ­πα, η μά­γισ­σα εί­ναι μια γο­η­τευ­τι­κή γυ­ναί­κα, ε­νώ η α­γα­πη­μέ­νη του ή­ρωα τέ­ρας δυ­σμορ­φίας. Η έλ­ξη, που του α­σκεί, θα μπο­ρού­σε να ερ­μη­νευ­θεί φροϋδι­κά με βά­ση την α­να­σφά­λεια του ή­ρωα, που έ­χει α­νά­γκη τον θαυ­μα­σμό των άλ­λων. Ο συγ­γρα­φέ­ας, ό­μως, ε­πι­μέ­νει στην ο­μορ­φιά της α­σχή­μιας, ό­πως την α­να­δει­κνύει ο Ου­μπέρ­το Έκο στη με­λέ­τη του, σαν τη γο­η­τεία που α­σκεί η πα­ρα­βία­ση κά­θε κλα­σι­κού κα­νό­να συμ­με­τρίας. 
Ως το πιο εν­δια­φέ­ρον στοι­χείο του και­νού­ριου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Χατ­ζη­γιαν­νί­δη μπο­ρεί να θεω­ρη­θεί ο α­ντι­κα­το­πτρι­σμός της τέ­χνης του η­θο­ποιού στη λο­γο­τε­χνία. Ο συγ­γρα­φέ­ας πλά­θει α­φη­γη­μα­τι­κά τον χα­ρα­κτή­ρα ε­νός η­θο­ποιού, δί­νο­ντας έμ­φα­ση στη φι­λο­δο­ξία του ή­ρωά του να χτί­σει έ­ναν θε­α­τρι­κό ρό­λο. 

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 22/9/2013.

Από το κόμικς στο διήγημα

Τάκης Γιαννούσας,
«Ο Γερμανός».
















Γιάννης Παλαβός
«Αστείο»
Εκδόσεις Νεφέλη
Απρίλιος 2012
  
Ο Γιάν­νης Πα­λα­βός α­πο­τε­λεί μια εν­δια­φέ­ρου­σα πε­ρί­πτω­ση της νεό­τε­ρης σή­με­ρα ο­μά­δας συγ­γρα­φέων, εν­δει­κτι­κή, ως έ­να βαθ­μό, των και­νού­ριων τά­σεων. Κα­τ’ αρ­χήν, πα­ρά το νε­α­ρό της η­λι­κίας του, εί­ναι πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος. Ίσως, ορ­θό­τε­ρα, λό­γω του νε­α­ρού της η­λι­κίας του, κα­θώς, τε­λευ­ταία, έ­χουν πλη­θύ­νει α­νά την ε­πι­κρά­τεια τα λο­γο­τε­χνι­κά βρα­βεία για νέ­ους. Ακό­μη και βρα­βεία, που οι κρι­τι­κές ε­πι­τρο­πές α­πέ­νει­μαν σε πρε­σβύ­τε­ρους συγ­γρα­φείς, στο ση­μείο να λέ­γε­ται ό­τι α­κο­λου­θούν α­τύ­πως ε­πε­τη­ρί­δα αρ­χαιό­τη­τας, άρ­χι­σαν να δί­νο­νται σε νεό­τε­ρους. 
Ανα­λυ­τι­κό­τε­ρα, ο Πα­λα­βός έ­κα­νε την πρώ­τη του συγ­γρα­φι­κή εμ­φά­νι­ση το 2005, συμ­με­τέ­χο­ντας σε δια­γω­νι­σμό διη­γή­μα­τος για νέ­ους συγ­γρα­φείς του Βρε­τα­νι­κού Συμ­βου­λίου, που εί­χε πραγ­μα­το­ποιη­θεί σε συ­νερ­γα­σία με τις εκ­δό­σεις Πε­ρί­πλους, οι ο­ποίες και ε­ξέ­δω­σαν το ε­πό­με­νο έ­τος σε βι­βλίο τις 19 κα­λύ­τε­ρες ι­στο­ρίες ε­πί συ­νό­λου 197. Η τρι­με­λής ε­πι­τρο­πή, στην ο­ποία συμ­με­τεί­χε ως πε­ζο­γρά­φος ο Χρή­στος Χω­με­νί­δης, του εί­χε α­πο­νεί­μει το πρώ­το βρα­βείο. Η ε­πι­τυ­χία ε­πα­να­λή­φθη­κε δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, με την πρω­τιά στον 2ο πα­νελ­λή­νιο δια­γω­νι­σμό διη­γή­μα­τος του 2007, που εί­χε διορ­γα­νώ­σει το free press πε­ριο­δι­κό της Άρτας σε συ­νερ­γα­σία με τις εκ­δό­σεις Με­ταίχ­μιο και την υ­πο­στή­ρι­ξη του Ε.ΚΕ.ΒΙ. Αυ­τήν τη φο­ρά, στην πε­ντα­με­λή κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή συμ­με­τεί­χαν οι πε­ζο­γρά­φοι Βαγ­γέ­λης Ρα­πτό­που­λος και Κώ­στας Κα­τσου­λά­ρης. Το ί­διο έ­τος, με την έκ­δο­ση του πρώ­του βι­βλίου του, ήρ­θε και μια τρί­τη διά­κρι­ση. Η συλ­λο­γή διη­γη­μά­των του, «Αλη­θι­νή α­γά­πη και άλ­λες ι­στο­ρίες», συ­μπε­ρι­λή­φθη­κε στον βρα­χύ κα­τά­λο­γο του Βρα­βείου πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου συγ­γρα­φέα του πε­ριο­δι­κού «Δια­βά­ζω». Εκεί­νο το έ­τος, το Βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου δό­θη­κε στην ποιή­τρια Κα­τε­ρί­να Ηλιο­πού­λου. Η με­γά­λη, ό­μως, διά­κρι­ση προέ­κυ­ψε πέ­ντε χρό­νια με­τά, με την έκ­δο­ση της δεύ­τε­ρης συλ­λο­γής του. Το «Αστείο» ε­πι­λέ­χθη­κε για το Βρα­βείο διη­γή­μα­τος του η­λεκ­τρο­νι­κού πε­ριο­δι­κού «Ανα­γνώ­στης».

Βρα­βεία 

Να θυ­μί­σου­με ό­τι τα νεό­τευ­κτα Βρα­βεία του «Ανα­γνώ­στη» δεν α­πο­τε­λούν συ­νέ­χεια του Βρα­βείου Ανα­γνω­στών, ό­πως θα μπο­ρού­σε κά­ποιος να υ­πο­θέ­σει, πα­ρα­συ­ρό­με­νος α­πό τον τίτ­λο τους, αλ­λά των Βρα­βείων του πε­ριο­δι­κού «Δια­βά­ζω», που α­νέ­κο­ψε την κυ­κλο­φο­ρία του τον Ιού­νιο του 2012, με­τά την α­πο­νο­μή των Βρα­βείων για τις εκ­δό­σεις του 2011. Μια πρω­το­τυ­πία αυ­τών των πρώ­των βρα­βεύ­σεων του η­λεκ­τρο­νι­κού πε­ριο­δι­κού στά­θη­κε ο πα­ρα­με­ρι­σμός των εκ­δο­τι­κών οί­κων, που έ­χουν τις με­γά­λες με­ρί­δες της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας. Τα πέ­ντε βρα­βεία που α­πο­νε­μή­θη­καν μοι­ρά­στη­καν σε τρεις εκ­δό­τες, με μι­κρό α­ριθ­μό ε­τη­σίως βι­βλίων ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας: α­πό δυο οι εκ­δό­σεις Πό­λις και Νε­φέ­λη, έ­να οι εκ­δό­σεις Κί­χλη. 
Μια δεύ­τε­ρη πρω­το­τυ­πία ή­ταν η ε­πι­λο­γή ε­νός νεό­τε­ρου για το Βρα­βείο διη­γή­μα­τος. Το 2012, ο Πα­λα­βός ή­ταν 32 ε­τών και εί­ναι ο νεό­τε­ρος που τι­μά­ται με αυ­τό το βρα­βείο, το ο­ποίο, ως συ­νέ­χεια του α­ντί­στοι­χου βρα­βείου του «Δια­βά­ζω», θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί ι­στο­ρι­κό. Από το 1995, που ξε­κί­νη­σαν τα βρα­βεία του «Δια­βά­ζω», το Βρα­βείο διη­γή­μα­τος, α­κο­λου­θώ­ντας την πρα­κτι­κή του α­ντί­στοι­χου Κρα­τι­κού Βρα­βείου, α­πο­νε­μό­ταν σε συγ­γρα­φείς με πο­λυε­τή πο­ρεία στο χώ­ρο του διη­γή­μα­τος. Το πρώ­το, του 1995, δό­θη­κε στον Η.Χ.Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λο, που τι­μή­θη­κε για δεύ­τε­ρη φο­ρά το  2010. Δυο φο­ρές α­πο­νε­μή­θη­κε το βρα­βείο και στον Σω­τή­ρη Δη­μη­τρίου. Την πρώ­τη φο­ρά, το 1998, ε­κεί­νος ή­ταν 43 ε­τών, πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος το 1987. Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, το 2007, δό­θη­κε στην 36χρο­νη τό­τε Λέ­να Κι­τσο­πού­λου.
Γε­νι­κό­τε­ρα, τα βρα­βεία πε­ζο­γρα­φίας του «Δια­βά­ζω» α­πο­νέ­μο­νταν σε συγ­γρα­φείς  με­γα­λύ­τε­ρης η­λι­κίας, α­κό­μη και το Βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου. Πα­ρά­δειγ­μα, η φε­τι­νή βρα­βευ­μέ­νη με το Βρα­βείο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του «Ανα­γνώ­στη» Νί­κη Ανα­στα­σέα, που, το 1998, πα­τη­μέ­να τα πε­νή­ντα, εί­χε πά­ρει το Βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου. Ήταν η τρί­τη χρο­νιά του εν λό­γω Βρα­βείου, την πρώ­τη δεν εί­χε α­πο­νε­μη­θεί και τη δεύ­τε­ρη εί­χε τι­μη­θεί ο ο­μή­λι­κός της Τά­σος Χατ­ζη­τά­τσης. Και έ­τσι συ­νέ­χι­σαν. Αυ­τά για το ι­στο­ρι­κό του θε­σμού. Για­τί, κα­τά τα άλ­λα, τό­σο το ε­κτό­πι­σμα του εκ­δό­τη ό­σο και η η­λι­κία του συγ­γρα­φέα συ­νι­στούν ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κά κρι­τή­ρια.           
Όσο α­φο­ρά τα ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κά κρι­τή­ρια, να ση­μειώ­σου­με ό­τι τα και­νού­ρια Βρα­βεία του «Ανα­γνώ­στη» κοι­νο­ποίη­σαν βρα­χείς κα­τα­λό­γους α­πό τους ο­ποίους έ­γι­νε η τε­λι­κή ε­πι­λο­γή. Αυ­τή η τα­κτι­κή των δυο γύ­ρων κα­τά το αγ­γλο­α­με­ρι­κα­νι­κό πρό­τυ­πο, που υιο­θε­τή­θη­κε τα τε­λευ­ταία χρό­νια α­πό τις γη­γε­νείς βρα­βεύ­σεις, έ­χει θε­σπι­στεί με το σκε­πτι­κό να προω­θού­νται πε­ρισ­σό­τε­ρα βι­βλία. Οπό­τε, ό­πως εί­ναι γνω­στό, πα­ρεμ­βαί­νουν αλ­λό­τριοι πα­ρά­γο­ντες σχε­τι­κοί με την α­γο­ρα­στι­κή εμ­βέ­λεια ε­νός βι­βλίου. Η κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή των Βρα­βείων του «Ανα­γνώ­στη» πρω­το­τύ­πη­σε και στην κα­τάρ­τι­ση του βρα­χέ­ος κα­τα­λό­γου του Βρα­βείου διη­γή­μα­τος. Στη δε­κά­δα α­πό την ο­ποία ε­πε­λέ­γη ο Πα­λα­βός, υ­πήρ­χαν και δυο νεό­τε­ροί του (Δ. Πα­πα­μάρ­κος, Β. Πέ­τσα), ε­νώ, στους δέ­κα υ­πο­ψη­φίους, οι μι­σοί θα μπο­ρού­σαν να α­πο­τε­λούν προ­τά­σεις για το Βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου συγ­γρα­φέα, αν δεν εί­χαν ή­δη εκ­δώ­σει μια πρώ­τη συλ­λο­γή. Αντι­θέ­τως, φαί­νε­ται σαν να έ­χουν ε­ξαι­ρε­θεί οι συγ­γρα­φείς μέ­σης και με­γα­λύ­τε­ρης η­λι­κίας. Αν, ό­μως, οι βρα­χείς κα­τά­λο­γοι δεν έ­χουν μό­νο α­γο­ρα­στι­κή σκο­πι­μό­τη­τα αλ­λά ε­πι­ζη­τούν να δώ­σουν και ει­κό­να της λο­γο­τε­χνι­κής σκη­νής, τό­τε αυ­τή κα­τα­λή­γει ελ­λι­πής ό­ταν α­που­σιά­ζουν οι συλ­λο­γές διη­γη­μά­των των Δ. Νόλ­λα, Γ. Για­τρο­μα­νω­λά­κη, Δ. Πε­τσε­τί­δη, Σ. Δη­μη­τρίου.

Τό­πο στα νιά­τα

Στην προώ­θη­ση των νέων, γε­νι­κό­τε­ρα, σε ό­λα τα Βρα­βεία, φαί­νε­ται ό­τι λει­τούρ­γη­σε κα­θο­ρι­στι­κά η πο­λι­τι­κή που θέ­λη­σε να ε­φαρ­μό­σει ο προ­η­γού­με­νος Υπουρ­γός Πο­λι­τι­σμού, Παύ­λος Γε­ρου­λά­νος, και η ο­ποία θα μπο­ρού­σε να συ­νο­ψι­σθεί με το σύν­θη­μα, ‘‘Τό­πο στα νιά­τα’’. Σε α­ντα­πό­κρι­ση, μά­λι­στα, προς το κέ­λευ­σμα του Υπουρ­γού, το 2011, το Ε.ΚΕ.ΒΙ. διορ­γά­νω­σε το 1ο Φε­στι­βάλ Νέων Λο­γο­τε­χνών, με τίτ­λο, «Κό­μι­κς και Λο­γο­τε­χνία». Πρώ­το και μάλ­λον μο­να­δι­κό, α­φού οι δυο ορ­γα­νω­τι­κές Αρχές υ­πο­λει­τουρ­γούν. Ο Πα­λα­βός, πά­ντως, συμ­με­τεί­χε στο Φε­στι­βάλ με την α­νά­γνω­ση ε­νός διη­γή­μα­τος της κα­τό­πιν βρα­βευ­μέ­νης συλ­λο­γής του. Κα­θώς, μά­λι­στα, το 2011 εί­χε γρά­ψει το σε­νά­ριο για το πρώ­το του κό­μι­κς, συμ­με­τεί­χε και στη στρογ­γυ­λή τρά­πε­ζα πε­ρί κό­μι­κς. Με άλ­λα λό­για, πα­τού­σε και στις δυο βάρ­κες. Η πο­λυ­πραγ­μο­σύ­νη φαί­νε­ται να προ­βάλ­λει ως ί­διον των νεό­τε­ρων. Ο Πα­λα­βός, ταυ­τό­χρο­να, με την πρώ­τη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, έ­γρα­ψε το σε­νά­ριο μι­κρού μή­κους ται­νίας, που συμ­με­τεί­χε στο Φε­στι­βάλ των Καν­νών, το 2008, ό­ταν η συλ­λο­γή του προ­κρι­νό­ταν στον βρα­χύ κα­τά­λο­γο της γη­γε­νούς βρά­βευ­σης.
Η πο­λυ­πραγ­μο­σύ­νη συ­νή­θως συν­δυά­ζε­ται με με­τα­μο­ντερ­νί­στι­κη ε­ξω­στρέ­φεια. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Πα­λα­βός ε­πέ­λε­ξε αρ­χι­κά ως σκη­νι­κό των ι­στο­ριών του την α­με­ρι­κα­νι­κή ε­παρ­χία και με­τά την ελ­λη­νι­κή, που ε­ναλ­λάσ­σει με το α­στι­κό το­πίο. Με την ί­δια ά­νε­ση, α­να­μι­γνύει α­να­γνω­στι­κές ε­μπει­ρίες ξέ­νης και ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας με βιω­μα­τι­κές. Αυ­τή η πο­λυ­συλ­λε­κτι­κό­τη­τα ως προς την έ­μπνευ­ση α­φή­νει ευ­διά­κρι­τα ί­χνη στις ι­στο­ρίες του.  Πο­λυ­συλ­λε­κτι­κό­τη­τα χα­ρα­κτη­ρί­ζει και τα πα­ρα­κει­με­νι­κά στοι­χεία του βι­βλίου του, που εί­ναι ε­μπνευ­σμέ­να α­πό την ξέ­νη λο­γο­τε­χνία, την κυ­πρια­κή και τη γε­νέ­τει­ρά του, το Βελ­βε­ντό Κο­ζά­νης. Ως τίτ­λο ε­πι­λέ­γει έ­να ε­πίρ­ρη­μα α­ντί του συ­νη­θέ­στε­ρου που εί­ναι το ου­σια­στι­κό, με ή και χω­ρίς προσ­διο­ρι­στι­κό ε­πί­θε­το. Η δια­φο­ρά θα γί­νει εμ­φα­νέ­στε­ρη κα­τά τη με­τά­φρα­ση του βι­βλίου, λ.χ. στην αγ­γλι­κή, ο­πό­τε ο τίτ­λος θα πρέ­πει να α­πο­δο­θεί ως funny και ό­χι ως the joke. Στο ο­μό­τιτ­λο της συλ­λο­γής διή­γη­μα, ω­στό­σο, θα ταί­ρια­ζε πε­ρισ­σό­τε­ρο  το ου­σια­στι­κό, α­φού τί­πο­τα το α­στείο δεν συμ­βαί­νει στη ζωή του ή­ρωα, ε­νώ του α­ρέ­σει να κά­νει α­στεία. Μό­νο που το γνω­στό μυ­θι­στό­ρη­μα του Μί­λαν Κού­ντε­ρα δεν ά­φη­νε πε­ρι­θώ­ρια ε­πι­λο­γής. Εκτός του τίτ­λου, εκ­πλήσ­σει και το μό­το του βι­βλίου, που εί­ναι έ­να δί­στι­χο του κύ­πριου ποιη­τή Κώ­στα Μό­ντη, με τίτ­λο «Ζωή»: “Κα­θί­στε ή­ρε­μα στο τρα­πε­ζά­κι της / και πα­ραγ­γεί­λε­τε έ­να βα­ρύ­γλυ­κο”. Υπάρ­χει και έ­να άλ­λο δί­στι­χο του Μό­ντη, με τον ί­διο τίτ­λο, που θα ταί­ρια­ζε στους κα­κο­πα­θη­μέ­νους ή­ρωες  του Πα­λα­βού: “Δεν τη νοιά­ζει αν μας δυ­σα­ρε­στεί /Ξέ­ρει πως δεν θα ξα­να­συ­να­ντη­θού­με”. Τέ­λος, ο συγ­γρα­φέ­ας κα­τόρ­θω­σε να έρ­θει στην ε­πι­και­ρό­τη­τα και με την ε­πι­λο­γή της ει­κό­νας του ε­ξω­φύλ­λου. Εί­ναι έρ­γο του συ­ντο­πί­τη του Τά­κη Γιαν­νού­σα, με τίτ­λο, «Ο Γερ­μα­νός», που ε­κτέ­θη­κε ε­φέ­τος στην πα­ρι­σι­νή έκ­θε­ση ελ­λη­νι­κής τέ­χνης, «Hell as Pavillon». Χά­ρις στο ε­ξώ­φυλ­λο του βι­βλίου, βρέ­θη­κε ο ά­γνω­στος λαϊκός ζω­γρά­φος δί­πλα σε Εγγο­νό­που­λο, Εμπει­ρί­κο, Πε­ντζί­κη, Ακρι­θά­κη.         
Οι τίτ­λοι των 17 διη­γη­μά­των της συλ­λο­γής δεν εί­ναι πρω­τό­τυ­ποι. Με μια ή δυο λέ­ξεις, σε δυο πε­ρι­πτώ­σεις πε­ρι­φρα­στι­κά, ση­μα­το­δο­τούν το κο­ρυ­φαίο γε­γο­νός ή πρό­σω­πο της ι­στο­ρίας. Απου­σιά­ζουν οι α­φιε­ρώ­σεις, ε­νώ υ­πάρ­χουν μό­νο τρία μό­το α­πό Πα­πα­δια­μά­ντη, Βι­κέ­λα και Φραν­σουά Βι­γιόν, που πρω­τα­γω­νι­στεί σε μια ι­στο­ρία, τη μο­να­δι­κή που δια­δρα­μα­τί­ζε­ται ε­κτός Ελλά­δος και σε πα­λαιό­τε­ρο αιώ­να και η ο­ποία α­να­συν­θέ­τει το βίο του ποιη­τή με­τά το 1453, που τα ί­χνη του χά­νο­νται. Πέ­ραν του μό­το, α­ντί του Βι­γιόν θα μπο­ρού­σε να εί­ναι και ο τυ­χών άλ­λος σύγ­χρο­νός του. Επτά διη­γή­μα­τα έ­χουν δη­μο­σιευ­τεί σε πε­ριο­δι­κά. Εδώ, το και­νο­φα­νές εί­ναι η ει­δο­λο­γι­κή ποι­κι­λία των ε­ντύ­πων. Τέσ­σε­ρα δη­μο­σιεύ­τη­καν το 2008, τα δυο σε δυο και­νού­ρια πε­ριο­δι­κά ποι­κί­λης ύ­λης, έ­να η­λεκ­τρο­νι­κό και έ­να έ­ντυ­πο, με κό­μι­κς και ι­στο­ρίες, το διή­γη­μα που βρα­βεύ­τη­κε α­πό το free press πε­ριο­δι­κό της Άρτας φι­λο­ξε­νή­θη­κε σε αυ­τό και ε­κεί­νο που δια­βά­στη­κε στο Φε­στι­βάλ εί­χε προ­η­γου­μέ­νως δη­μο­σιευ­τεί στο «Δέ­ντρο». Τα άλ­λα τρία δη­μο­σιεύ­τη­καν το 2011, σε α­μι­γώς λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά.
Ο συγ­γρα­φέ­ας μοι­ρά­ζει τις ι­στο­ρίες του στο χω­ριό και την πό­λη, που δεν κα­το­νο­μά­ζο­νται. Σε μια μό­νο, ο­νο­μα­τί­ζε­ται ο γε­νέ­θλιος τό­πος, ε­νώ, σε δυο ι­στο­ρίες της πό­λης, προσ­διο­ρί­ζε­ται ό­τι πρό­κει­ται για τη Θεσ­σα­λο­νί­κη και την Αθή­να. Σε α­ντί­θε­ση, πά­ντως, με η­λι­κια­κά με­γα­λύ­τε­ρους συγ­γρα­φείς, α­που­σιά­ζει το αί­σθη­μα της νο­σταλ­γίας. Επί­σης, η γλώσ­σα δεν δια­φο­ρο­ποιεί­ται, ού­τε οι νοο­τρο­πίες πα­ραλ­λάσ­σουν. Βα­σι­κή μέ­ρι­μνα του Πα­λα­βού και, ως έ­να βαθ­μό, ο­λό­κλη­ρης της νεό­τε­ρης ο­μά­δας συγ­γρα­φέων εί­ναι να προ­κα­λέ­σουν με το μύ­θο το ξάφ­νια­σμα του α­να­γνώ­στη, συ­χνά συν­δυά­ζο­ντας την έκ­πλη­ξη με την πρό­κλη­ση. Όλες οι ι­στο­ρίες της συλ­λο­γής θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν ευ­ρη­μα­τι­κές, αν και ως προς την εκ­με­τάλ­λευ­ση του ευ­ρή­μα­τος δεί­χνουν ά­νι­σες. Το εύ­ρη­μα λει­τουρ­γεί μεν ως κι­νη­τή­ριος μο­χλός, αλ­λά η πε­ραι­τέ­ρω α­νά­πτυ­ξη με­ρι­κές φο­ρές δεν έ­χει την ί­δια πνοή πρω­το­τυ­πίας. 
Ύστε­ρα, έ­να θε­μα­τι­κό εύ­ρη­μα, ι­δίως ό­ταν ε­στιά­ζει σε μια ε­ξαι­ρε­τι­κή κα­τά­στα­ση, α­το­νεί με την ε­πα­νά­λη­ψή του σε δια­φο­ρε­τι­κές ι­στο­ρίες. Πα­ρά­δειγ­μα, το ε­ντυ­πω­σια­κό­τε­ρο α­πό τα ευ­ρή­μα­τα, που ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται πα­ραλ­λασ­σό­με­νο σε τέσ­σε­ρις ι­στο­ρίες. Ο Πα­λα­βός κά­νει έ­να ά­νοιγ­μα προς το χώ­ρο του φα­ντα­στι­κού. Ή, κα­τά μια δια­φο­ρε­τι­κή α­νά­γνω­ση, διευ­ρύ­νει το ρε­α­λι­στι­κό πλαί­σιο των ι­στο­ριών του με τις πα­ραι­σθή­σεις ε­νός λι­πό­θυ­μου με­τά α­πό χτύ­πη­μα ή κά­ποιου βα­ριά τραυ­μα­τι­σμέ­νου. Η πιο ο­λο­κλη­ρω­μέ­νη εί­ναι η α­δη­μο­σίευ­τη ο­μό­τιτ­λη ι­στο­ρία, που δια­θέ­τει ό­χι μό­νο εύ­ρη­μα αλ­λά και τη συ­νε­κτι­κή δο­μή πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας μια τρια­δι­κή ε­ρω­τι­κή σχέ­ση. Στην δεύ­τε­ρη και πα­λαιό­τε­ρη ι­στο­ρία, δη­μο­σιευ­μέ­νη το 2008, ο εγ­γο­νός συ­νο­μι­λεί με τη για­γιά του. Μα­ζί γλί­στρη­σαν στο μπά­νιο,  για ε­κεί­νη το χτύ­πη­μα στά­θη­κε μοι­ραίο, ε­νώ ε­κεί­νος μό­νο λι­πο­θύ­μη­σε και φα­ντα­σιώ­νε­ται τη συ­νο­μι­λία τους. Μια πα­ρό­μοια συ­νο­μι­λία ζώ­ντος και α­πο­θα­νό­ντος στή­νει ο συγ­γρα­φέ­ας και στο κό­μι­κς. Νε­α­ρή κο­πέ­λα η για­γιά, πρώι­μη φε­μι­νί­στρια, κα­πνί­ζο­ντας, εκ­μυ­στη­ρεύε­ται πως, στην Κα­το­χή, ό­ντας πα­ντρε­μέ­νη, πή­γε μ’ έ­ναν Ιτα­λό, ‘‘Ανθυ­πο­λο­χα­γό του Πυ­ρο­βο­λι­κού’’. Και ό­χι μό­νο πή­γε, αλ­λά ή­ταν ‘‘η κα­λύ­τε­ρη στιγ­μή της ζωής της’’. Το γε­γο­νός ό­τι βρή­κε Ιτα­λό στο Βελ­βε­ντό, και ό­χι κα­νέ­να Γερ­μα­νό ή Βούλ­γα­ρο, μπο­ρεί να δεί­χνει α­νι­στό­ρη­το τον εγ­γο­νό, έ­τσι, ό­μως, το εύ­ρη­μα γί­νε­ται προ­κλη­τι­κό­τε­ρο. 

Μπου ντου­νιά...

Στην ε­πό­με­νη ι­στο­ρία με το ί­διο εύ­ρη­μα κι αυ­τή α­πό τη σο­δειά του 2008, ο ή­ρωας, ευ­ρι­σκό­με­νος στην ε­ντα­τι­κή με­τά α­πό αυ­το­κι­νη­τι­στι­κό α­τύ­χη­μα, φα­ντα­σιώ­νε­ται ό­τι στην άλ­λη ζωή έ­χει με­τα­μορ­φω­θεί σε συρ­ρα­πτι­κό. Οι πε­ρι­πέ­τειες του συρ­ρα­πτι­κού δεί­χνουν σαν τυ­χαίες ε­πι­νοή­σεις, ό­χι πά­ντο­τε εύ­στο­χες και χω­ρίς συ­νάρ­τη­ση με τη συ­γκε­κρι­μέ­νη με­τα­μόρ­φω­ση. Η χα­λα­ρή πλο­κή θα ταί­ρια­ζε πε­ρισ­σό­τε­ρο σε κό­μικς. Στην τέ­ταρ­τη ι­στο­ρία πα­ρα­κο­λου­θού­με τις πα­ραι­σθή­σεις ε­νός πι­τσι­ρι­κά που πέ­φτει α­πό το πο­δή­λα­το και χτυ­πά­ει. Το παι­δί συ­νο­μι­λεί μ’ έ­ναν ‘‘γου­λια­νό ε­νά­μι­σι μέ­τρο μή­κος’’ που βγή­κε α­πό την πα­ρα­κεί­με­νη τε­χνη­τή λί­μνη Πο­λυ­φύ­του του Αλιάκ­μο­να και α­πο­φθέγ­γε­ται: ‘‘Μπου ντου­νιά τσαρκ φι­λέ­κ’’. Εί­ναι φρά­ση α­πό το πα­πα­δια­μα­ντι­κό διή­γη­μα «Ο ξε­πε­σμέ­νος δερ­βί­σης». Την α­πά­ντη­ση του σα­λε­πτσή στο εν λό­γω διή­γη­μα, ‘‘Ασκ ολ­σουν τσι­βι­ρι­νέ­κ’’, ο Πα­λα­βός την το­πο­θε­τεί ως μό­το στην ι­στο­ρία του. Εκ των ων ουκ ά­νευ, η α­να­φο­ρά στον Πα­πα­δια­μά­ντη, α­φού το διή­γη­μα δη­μο­σιεύ­τη­κε το ε­πε­τεια­κό 2011. Εκεί­νο, που θα μπο­ρού­σε να α­πο­φύ­γει ο συγ­γρα­φέ­ας, εί­ναι ‘‘τον γου­λια­νό κο­ντά στην α­κτή’’, έ­να α­πό τα ε­ντυ­πω­σια­κό­τε­ρα διη­γή­μα­τα του Γιώρ­γου Σκα­μπα­μπαρ­δώ­νη. Μπρο­στά του ω­χριά η ε­ξορ­θο­λο­γι­σμέ­νη α­φή­γη­ση του τραυ­μα­τι­σμέ­νου πι­τσι­ρι­κά.
Γε­νι­κό­τε­ρα, τα δά­νεια α­πό την εγ­χώ­ρια πε­ζο­γρα­φία και μά­λι­στα, την πρό­σφα­τη, ό­σο δε­λε­α­στι­κά κι αν εμ­φα­νί­ζο­νται, δεί­χνουν α­πευ­κταία, κα­θώς ε­πι­φέ­ρουν συ­γκρί­σεις. Για πα­ρά­δειγ­μα, το δεύ­τε­ρο διή­γη­μα με ε­πιρ­ρη­μα­τι­κό τίτ­λο, το «Όπι­σθεν», πε­ρι­γρά­φει την πα­λιν­δρό­μη­ση ε­νός 33χρο­νου, πα­ντρε­μέ­νου με μω­ρό, σε μι­κρό­τε­ρες η­λι­κίες, την ε­φη­βι­κή, την παι­δι­κή, μέ­χρι ο­λι­κής ε­ξα­φά­νι­σης, που α­πο­δί­δε­ται α­φη­γη­μα­τι­κά με έ­να κο­μι­κί­στι­κο ‘‘πα­φ’’. Ηθε­λη­μέ­νη η α­πό­συρ­ση, κα­θώς λέει ό­τι αι­σθά­νε­ται ‘‘το μέλ­λον κλει­στό’’, μό­νο που η α­φή­γη­ση δεν κα­τορ­θώ­νει να δεί­ξει αυ­τό το α­διέ­ξο­δο. Το εύ­ρη­μα πα­ρα­πέ­μπει στο διή­γη­μα «Ο Δη­μη­τρά­κης» του Σπύ­ρου Γιαν­να­ρά α­πό τη δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή του «Ζωή χα­ρι­σά­με­νη», ό­που, ό­μως, η ψυ­χο­γρά­φη­ση του ή­ρωα και η σχέ­ση με τη μη­τέ­ρα του προ­ε­τοι­μά­ζουν για τη συμ­βο­λι­κή κα­τά­λη­ξη. Αλλά η ψυ­χο­γρά­φη­ση δεν εί­ναι α­πό τα δυ­να­τά ση­μεία του Πα­λα­βού. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό­τε­ρο πα­ρά­δειγ­μα, έ­να άλ­λο διή­γη­μα, το «Λέ­να», ό­που έ­να ε­ρω­τευ­μέ­νο ζεύ­γος πα­ρά λί­γο να χω­ρί­σει, ό­ταν α­πο­κα­λύ­πτε­ται πως ο σύ­ζυ­γος α­πό ε­φη­βι­κής η­λι­κίας εύ­ρι­σκε τη με­γί­στη σε­ξουα­λι­κή ι­κα­νο­ποίη­ση αυ­να­νι­ζό­με­νος με τη φω­το­γρα­φία ε­νός φω­το­μο­ντέ­λου. Ού­τε στα λε­γό­με­να ροζ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα οι σε­ξουα­λι­κές σχέ­σεις και οι τυ­χόν α­πο­κλί­σεις τους δεν πα­ρου­σιά­ζο­νται τό­σο α­πλου­στευ­μέ­νες. Πε­ρισ­σό­τε­ρο πει­στι­κές εί­ναι οι ε­ρω­τι­κές κα­τα­στά­σεις ε­ξάρ­τη­σης και πε­ρι­στα­σια­κού σεξ που πε­ρι­γρά­φο­νται στο διή­γη­μα «Μια α­νά­σα».
Εκτός α­πό τα δά­νεια και τις κρυ­πτο­μνη­σίες, υ­πάρ­χουν και οι ‘‘συ­νο­μι­λίες’’, α­φού οι δια­χω­ρι­στι­κές γραμ­μές πα­ρα­μέ­νουν συ­γκε­χυ­μέ­νες. Και πά­λι δί­κην πα­ρα­δείγ­μα­τος, σε διη­γή­μα­τα πολ­λών συγ­γρα­φέων, ι­δίως πα­λαιό­τε­ρων, στις α­γρο­τι­κές δου­λειές, μια οι­κο­γέ­νεια ή μό­νο η μη­τέ­ρα έ­παιρ­ναν μα­ζί τους το μω­ρό και το ά­φη­ναν πα­ρα­δί­πλα μέ­σα σε αυ­το­σχέ­δια κού­νια. Ο δρα­μα­τι­κός θά­να­τος του βρέ­φους α­πό πει­να­σμέ­να σκυ­λιά στο διή­γη­μα, «Φώ­τα», του Πα­λα­βού θυ­μί­ζει το διή­γη­μα του Στά­θη Κο­ψα­χεί­λη «Η Μα­τσάγ­γος». Σε ε­κεί­νο πρό­κει­ται για κο­πά­δι κα­ρα­κά­ξες, τη δια­φο­ρά ό­μως την κά­νει ο α­φη­γη­μα­τι­κός τρό­πος. Οι νεό­τε­ροι σαν να α­δυ­να­τούν με τα λε­ξι­λο­γι­κά και συ­ντα­κτι­κά μέ­σα που δια­θέ­τουν να δη­μιουρ­γή­σουν α­τμό­σφαι­ρα. Χω­ρίς αυ­τό να ση­μαί­νει ό­τι δεν τους α­πα­σχο­λεί η μορ­φή. Προ­φα­νώς ό­χι ό­σο η υ­πό­θε­ση και κυ­ρίως ό­χι ως συ­νάρ­τη­ση με το θέ­μα. Πε­ρισ­σό­τε­ρο σαν ά­σκη­ση. Στη συλ­λο­γή του Πα­λα­βού, σε έ­να διή­γη­μα, το «Τι­μής έ­νε­κεν», ε­πι­λέ­γε­ται η μορ­φή προ­φο­ρι­κού μο­νο­λό­γου προς βου­βό α­πο­δέ­κτη, με ση­μείο στί­ξεως μό­νο το κόμ­μα.
Ένα πα­ρα­λή­σιο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των νεό­τε­ρων α­φη­γή­σεων εί­ναι η α­πο­γύ­μνω­ση της α­φή­γη­σης α­πό το με­τα­φυ­σι­κό στοι­χείο, α­κό­μη κι ό­ταν αυ­τό εί­ναι α­να­γκαίο για να χω­νευ­τεί το φα­ντα­στι­κό στο ρε­α­λι­στι­κό πλαί­σιο, ό­πως στο διή­γη­μα «Στο δά­σος». Στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Μπουλ­γκά­κοφ «Η καρ­διά ε­νός σκύ­λου», ό­πως και στο διή­γη­μα του Γιαν­να­ρά «Ο Φα­τσέ­ας», ο σκύ­λος με­τα­μορ­φώ­νε­ται σε άν­θρω­πο, στου Πα­λα­βού, α­ντι­στρό­φως, ο άν­θρω­πος με­τα­μορ­φώ­νε­ται σε σκύ­λο, χω­ρίς αλ­λη­γο­ρι­κή ή με­τα­φυ­σι­κή α­φη­γη­μα­τι­κή προ­ε­τοι­μα­σία. Η ί­δια α­δυ­να­μία εμ­φα­νί­ζε­ται και στις α­φη­γή­σεις ο­νεί­ρων, ό­πως ε­κεί­νη που ο Πα­λα­βός α­πο­πει­ρά­ται στο «Ο Σα­ρά­ντος Ζουρ­γός δεν μπο­ρεί να το ε­ξη­γή­σει». Αντί μιας ελ­λει­πτι­κής και α­πο­σπα­σμα­τι­κής α­φή­γη­σης, ε­πι­στρα­τεύει α­φη­γη­μα­τι­κούς τρό­πους πα­ρα­μυ­θι­κούς ή και του κό­μι­κς. Ενώ ε­πι­φυ­λάσ­σει για την κα­τα­λη­κτι­κή έ­ξο­δο α­πό το ό­νει­ρο μια σκη­νή συ­γκι­νη­σια­κά φορ­τι­σμέ­νη. Πα­ρό­μοιες σκη­νές υ­πάρ­χουν και σε άλ­λα βιω­μα­τι­κά και κοι­νω­νι­κής κρι­τι­κής διη­γή­μα­τα, ό­πως το «Ο Γιώρ­γος βγαί­νει στη σύ­ντα­ξη», «Νί­κος Τσού­μπας», «Φα­γη­τό».
Το συ­γκι­νη­τι­κό­τε­ρο διή­γη­μα για τη φι­λό­ζωη ε­πο­χή μας εί­ναι το «Μα­ρία», με το ο­ποίο κλεί­νει η συλ­λο­γή. Σε αυ­τό πρω­τα­γω­νι­στεί έ­να γου­ρου­νά­κι, με μά­τια ε­μπνευ­σμέ­να α­πό «Το κα­πλά­νι της βι­τρί­νας» της Άλκης Ζέη, ‘‘το έ­να μαύ­ρο το άλ­λο γα­λά­ζιο’’, το ο­ποίο ε­ξαν­θρω­πί­ζε­ται, κα­θώς πε­ρι­μέ­νει τη σφα­γή του δέ­σμιο σε υ­περ­σύγ­χρο­νο χοι­ρο­τρο­φείο, ό­που η θα­νά­τω­ση γί­νε­ται με η­λεκ­τρι­κό ρεύ­μα και ό­χι με μά­χαι­ρα. Κά­τι σαν η­λεκ­τρι­κή κα­ρέ­κλα α­ντί της καρ­μα­νιό­λας, αλ­λά ό­χι για αν­θρω­πι­στι­κούς λό­γους, α­φού πρό­κει­ται για ζώο και δη, χοί­ρο, αλ­λά για την υ­γιει­νή δια­τρο­φή ό­σων δεν μπο­ρούν να στε­ρη­θούν το γου­ρου­νό­που­λο. Σε α­ντί­στι­ξη, το βι­βλίο α­νοί­γει με έ­να α­πό τα ευ­ρη­μα­τι­κό­τε­ρα ‘‘48 Ελλη­νι­κά Μπον­ζάϊ’’, που δη­μο­σιεύ­τη­καν στο α­πο­χαι­ρε­τι­στή­ριο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Πλα­νό­διον». Και μά­λι­στα, στο­χα­στι­κής διά­θε­σης, κα­θώς υ­πο­τον­θο­ρύ­ζει το Μα­ταιό­της Μα­ταιο­τή­των. Κα­τά τα άλ­λα, βρί­σκου­με και στις ι­στο­ρίες του Πα­λα­βού την προ­φο­ρι­κό­τη­τα και τον μι­κρο­πε­ρίο­δο λό­γο, που α­πο­τε­λεί τον κυ­ρίως τρό­πο έκ­φρα­σης αυ­τής της ο­μά­δας συγ­γρα­φέων. Και η δι­κή του α­φή­γη­ση πα­ρου­σιά­ζει α­δυ­να­μία στην ει­κο­νο­πλα­σία και έ­φε­ση στις πα­ρο­μοιώ­σεις, που δεί­χνουν συ­νή­θως το χιού­μορ του συγ­γρα­φέα. Του Πα­λα­βού έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι πα­ρα­πέ­μπει στα κό­μι­κς. Επει­δή δεν έ­χου­με σε αυ­τά και με­γά­λη α­να­γνω­στι­κή ε­μπει­ρία, εν­δει­κτι­κά α­ντι­γρά­φου­με δυο: ‘‘Το μω­ρό ή­ταν ή­συ­χο σαν αρ­νά­κι στο φούρ­νο’’. ‘‘Ο Σάβ­βας ά­φη­σε τη γυ­ναί­κα και γυ­μνός, μ’ έ­ναν πού­τσο σα μαρ­κα­δό­ρο με κόκ­κι­νο κα­πά­κι, έ­πια­σε να κυ­νη­γά­ει το σκυ­λί’’.


Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 15/9/2013.