Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Από το κόμικς στο διήγημα

Τάκης Γιαννούσας,
«Ο Γερμανός».
















Γιάννης Παλαβός
«Αστείο»
Εκδόσεις Νεφέλη
Απρίλιος 2012
  
Ο Γιάν­νης Πα­λα­βός α­πο­τε­λεί μια εν­δια­φέ­ρου­σα πε­ρί­πτω­ση της νεό­τε­ρης σή­με­ρα ο­μά­δας συγ­γρα­φέων, εν­δει­κτι­κή, ως έ­να βαθ­μό, των και­νού­ριων τά­σεων. Κα­τ’ αρ­χήν, πα­ρά το νε­α­ρό της η­λι­κίας του, εί­ναι πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος. Ίσως, ορ­θό­τε­ρα, λό­γω του νε­α­ρού της η­λι­κίας του, κα­θώς, τε­λευ­ταία, έ­χουν πλη­θύ­νει α­νά την ε­πι­κρά­τεια τα λο­γο­τε­χνι­κά βρα­βεία για νέ­ους. Ακό­μη και βρα­βεία, που οι κρι­τι­κές ε­πι­τρο­πές α­πέ­νει­μαν σε πρε­σβύ­τε­ρους συγ­γρα­φείς, στο ση­μείο να λέ­γε­ται ό­τι α­κο­λου­θούν α­τύ­πως ε­πε­τη­ρί­δα αρ­χαιό­τη­τας, άρ­χι­σαν να δί­νο­νται σε νεό­τε­ρους. 
Ανα­λυ­τι­κό­τε­ρα, ο Πα­λα­βός έ­κα­νε την πρώ­τη του συγ­γρα­φι­κή εμ­φά­νι­ση το 2005, συμ­με­τέ­χο­ντας σε δια­γω­νι­σμό διη­γή­μα­τος για νέ­ους συγ­γρα­φείς του Βρε­τα­νι­κού Συμ­βου­λίου, που εί­χε πραγ­μα­το­ποιη­θεί σε συ­νερ­γα­σία με τις εκ­δό­σεις Πε­ρί­πλους, οι ο­ποίες και ε­ξέ­δω­σαν το ε­πό­με­νο έ­τος σε βι­βλίο τις 19 κα­λύ­τε­ρες ι­στο­ρίες ε­πί συ­νό­λου 197. Η τρι­με­λής ε­πι­τρο­πή, στην ο­ποία συμ­με­τεί­χε ως πε­ζο­γρά­φος ο Χρή­στος Χω­με­νί­δης, του εί­χε α­πο­νεί­μει το πρώ­το βρα­βείο. Η ε­πι­τυ­χία ε­πα­να­λή­φθη­κε δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, με την πρω­τιά στον 2ο πα­νελ­λή­νιο δια­γω­νι­σμό διη­γή­μα­τος του 2007, που εί­χε διορ­γα­νώ­σει το free press πε­ριο­δι­κό της Άρτας σε συ­νερ­γα­σία με τις εκ­δό­σεις Με­ταίχ­μιο και την υ­πο­στή­ρι­ξη του Ε.ΚΕ.ΒΙ. Αυ­τήν τη φο­ρά, στην πε­ντα­με­λή κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή συμ­με­τεί­χαν οι πε­ζο­γρά­φοι Βαγ­γέ­λης Ρα­πτό­που­λος και Κώ­στας Κα­τσου­λά­ρης. Το ί­διο έ­τος, με την έκ­δο­ση του πρώ­του βι­βλίου του, ήρ­θε και μια τρί­τη διά­κρι­ση. Η συλ­λο­γή διη­γη­μά­των του, «Αλη­θι­νή α­γά­πη και άλ­λες ι­στο­ρίες», συ­μπε­ρι­λή­φθη­κε στον βρα­χύ κα­τά­λο­γο του Βρα­βείου πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου συγ­γρα­φέα του πε­ριο­δι­κού «Δια­βά­ζω». Εκεί­νο το έ­τος, το Βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου δό­θη­κε στην ποιή­τρια Κα­τε­ρί­να Ηλιο­πού­λου. Η με­γά­λη, ό­μως, διά­κρι­ση προέ­κυ­ψε πέ­ντε χρό­νια με­τά, με την έκ­δο­ση της δεύ­τε­ρης συλ­λο­γής του. Το «Αστείο» ε­πι­λέ­χθη­κε για το Βρα­βείο διη­γή­μα­τος του η­λεκ­τρο­νι­κού πε­ριο­δι­κού «Ανα­γνώ­στης».

Βρα­βεία 

Να θυ­μί­σου­με ό­τι τα νεό­τευ­κτα Βρα­βεία του «Ανα­γνώ­στη» δεν α­πο­τε­λούν συ­νέ­χεια του Βρα­βείου Ανα­γνω­στών, ό­πως θα μπο­ρού­σε κά­ποιος να υ­πο­θέ­σει, πα­ρα­συ­ρό­με­νος α­πό τον τίτ­λο τους, αλ­λά των Βρα­βείων του πε­ριο­δι­κού «Δια­βά­ζω», που α­νέ­κο­ψε την κυ­κλο­φο­ρία του τον Ιού­νιο του 2012, με­τά την α­πο­νο­μή των Βρα­βείων για τις εκ­δό­σεις του 2011. Μια πρω­το­τυ­πία αυ­τών των πρώ­των βρα­βεύ­σεων του η­λεκ­τρο­νι­κού πε­ριο­δι­κού στά­θη­κε ο πα­ρα­με­ρι­σμός των εκ­δο­τι­κών οί­κων, που έ­χουν τις με­γά­λες με­ρί­δες της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας. Τα πέ­ντε βρα­βεία που α­πο­νε­μή­θη­καν μοι­ρά­στη­καν σε τρεις εκ­δό­τες, με μι­κρό α­ριθ­μό ε­τη­σίως βι­βλίων ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας: α­πό δυο οι εκ­δό­σεις Πό­λις και Νε­φέ­λη, έ­να οι εκ­δό­σεις Κί­χλη. 
Μια δεύ­τε­ρη πρω­το­τυ­πία ή­ταν η ε­πι­λο­γή ε­νός νεό­τε­ρου για το Βρα­βείο διη­γή­μα­τος. Το 2012, ο Πα­λα­βός ή­ταν 32 ε­τών και εί­ναι ο νεό­τε­ρος που τι­μά­ται με αυ­τό το βρα­βείο, το ο­ποίο, ως συ­νέ­χεια του α­ντί­στοι­χου βρα­βείου του «Δια­βά­ζω», θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί ι­στο­ρι­κό. Από το 1995, που ξε­κί­νη­σαν τα βρα­βεία του «Δια­βά­ζω», το Βρα­βείο διη­γή­μα­τος, α­κο­λου­θώ­ντας την πρα­κτι­κή του α­ντί­στοι­χου Κρα­τι­κού Βρα­βείου, α­πο­νε­μό­ταν σε συγ­γρα­φείς με πο­λυε­τή πο­ρεία στο χώ­ρο του διη­γή­μα­τος. Το πρώ­το, του 1995, δό­θη­κε στον Η.Χ.Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λο, που τι­μή­θη­κε για δεύ­τε­ρη φο­ρά το  2010. Δυο φο­ρές α­πο­νε­μή­θη­κε το βρα­βείο και στον Σω­τή­ρη Δη­μη­τρίου. Την πρώ­τη φο­ρά, το 1998, ε­κεί­νος ή­ταν 43 ε­τών, πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος το 1987. Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, το 2007, δό­θη­κε στην 36χρο­νη τό­τε Λέ­να Κι­τσο­πού­λου.
Γε­νι­κό­τε­ρα, τα βρα­βεία πε­ζο­γρα­φίας του «Δια­βά­ζω» α­πο­νέ­μο­νταν σε συγ­γρα­φείς  με­γα­λύ­τε­ρης η­λι­κίας, α­κό­μη και το Βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου. Πα­ρά­δειγ­μα, η φε­τι­νή βρα­βευ­μέ­νη με το Βρα­βείο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του «Ανα­γνώ­στη» Νί­κη Ανα­στα­σέα, που, το 1998, πα­τη­μέ­να τα πε­νή­ντα, εί­χε πά­ρει το Βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου. Ήταν η τρί­τη χρο­νιά του εν λό­γω Βρα­βείου, την πρώ­τη δεν εί­χε α­πο­νε­μη­θεί και τη δεύ­τε­ρη εί­χε τι­μη­θεί ο ο­μή­λι­κός της Τά­σος Χατ­ζη­τά­τσης. Και έ­τσι συ­νέ­χι­σαν. Αυ­τά για το ι­στο­ρι­κό του θε­σμού. Για­τί, κα­τά τα άλ­λα, τό­σο το ε­κτό­πι­σμα του εκ­δό­τη ό­σο και η η­λι­κία του συγ­γρα­φέα συ­νι­στούν ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κά κρι­τή­ρια.           
Όσο α­φο­ρά τα ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κά κρι­τή­ρια, να ση­μειώ­σου­με ό­τι τα και­νού­ρια Βρα­βεία του «Ανα­γνώ­στη» κοι­νο­ποίη­σαν βρα­χείς κα­τα­λό­γους α­πό τους ο­ποίους έ­γι­νε η τε­λι­κή ε­πι­λο­γή. Αυ­τή η τα­κτι­κή των δυο γύ­ρων κα­τά το αγ­γλο­α­με­ρι­κα­νι­κό πρό­τυ­πο, που υιο­θε­τή­θη­κε τα τε­λευ­ταία χρό­νια α­πό τις γη­γε­νείς βρα­βεύ­σεις, έ­χει θε­σπι­στεί με το σκε­πτι­κό να προω­θού­νται πε­ρισ­σό­τε­ρα βι­βλία. Οπό­τε, ό­πως εί­ναι γνω­στό, πα­ρεμ­βαί­νουν αλ­λό­τριοι πα­ρά­γο­ντες σχε­τι­κοί με την α­γο­ρα­στι­κή εμ­βέ­λεια ε­νός βι­βλίου. Η κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή των Βρα­βείων του «Ανα­γνώ­στη» πρω­το­τύ­πη­σε και στην κα­τάρ­τι­ση του βρα­χέ­ος κα­τα­λό­γου του Βρα­βείου διη­γή­μα­τος. Στη δε­κά­δα α­πό την ο­ποία ε­πε­λέ­γη ο Πα­λα­βός, υ­πήρ­χαν και δυο νεό­τε­ροί του (Δ. Πα­πα­μάρ­κος, Β. Πέ­τσα), ε­νώ, στους δέ­κα υ­πο­ψη­φίους, οι μι­σοί θα μπο­ρού­σαν να α­πο­τε­λούν προ­τά­σεις για το Βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου συγ­γρα­φέα, αν δεν εί­χαν ή­δη εκ­δώ­σει μια πρώ­τη συλ­λο­γή. Αντι­θέ­τως, φαί­νε­ται σαν να έ­χουν ε­ξαι­ρε­θεί οι συγ­γρα­φείς μέ­σης και με­γα­λύ­τε­ρης η­λι­κίας. Αν, ό­μως, οι βρα­χείς κα­τά­λο­γοι δεν έ­χουν μό­νο α­γο­ρα­στι­κή σκο­πι­μό­τη­τα αλ­λά ε­πι­ζη­τούν να δώ­σουν και ει­κό­να της λο­γο­τε­χνι­κής σκη­νής, τό­τε αυ­τή κα­τα­λή­γει ελ­λι­πής ό­ταν α­που­σιά­ζουν οι συλ­λο­γές διη­γη­μά­των των Δ. Νόλ­λα, Γ. Για­τρο­μα­νω­λά­κη, Δ. Πε­τσε­τί­δη, Σ. Δη­μη­τρίου.

Τό­πο στα νιά­τα

Στην προώ­θη­ση των νέων, γε­νι­κό­τε­ρα, σε ό­λα τα Βρα­βεία, φαί­νε­ται ό­τι λει­τούρ­γη­σε κα­θο­ρι­στι­κά η πο­λι­τι­κή που θέ­λη­σε να ε­φαρ­μό­σει ο προ­η­γού­με­νος Υπουρ­γός Πο­λι­τι­σμού, Παύ­λος Γε­ρου­λά­νος, και η ο­ποία θα μπο­ρού­σε να συ­νο­ψι­σθεί με το σύν­θη­μα, ‘‘Τό­πο στα νιά­τα’’. Σε α­ντα­πό­κρι­ση, μά­λι­στα, προς το κέ­λευ­σμα του Υπουρ­γού, το 2011, το Ε.ΚΕ.ΒΙ. διορ­γά­νω­σε το 1ο Φε­στι­βάλ Νέων Λο­γο­τε­χνών, με τίτ­λο, «Κό­μι­κς και Λο­γο­τε­χνία». Πρώ­το και μάλ­λον μο­να­δι­κό, α­φού οι δυο ορ­γα­νω­τι­κές Αρχές υ­πο­λει­τουρ­γούν. Ο Πα­λα­βός, πά­ντως, συμ­με­τεί­χε στο Φε­στι­βάλ με την α­νά­γνω­ση ε­νός διη­γή­μα­τος της κα­τό­πιν βρα­βευ­μέ­νης συλ­λο­γής του. Κα­θώς, μά­λι­στα, το 2011 εί­χε γρά­ψει το σε­νά­ριο για το πρώ­το του κό­μι­κς, συμ­με­τεί­χε και στη στρογ­γυ­λή τρά­πε­ζα πε­ρί κό­μι­κς. Με άλ­λα λό­για, πα­τού­σε και στις δυο βάρ­κες. Η πο­λυ­πραγ­μο­σύ­νη φαί­νε­ται να προ­βάλ­λει ως ί­διον των νεό­τε­ρων. Ο Πα­λα­βός, ταυ­τό­χρο­να, με την πρώ­τη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, έ­γρα­ψε το σε­νά­ριο μι­κρού μή­κους ται­νίας, που συμ­με­τεί­χε στο Φε­στι­βάλ των Καν­νών, το 2008, ό­ταν η συλ­λο­γή του προ­κρι­νό­ταν στον βρα­χύ κα­τά­λο­γο της γη­γε­νούς βρά­βευ­σης.
Η πο­λυ­πραγ­μο­σύ­νη συ­νή­θως συν­δυά­ζε­ται με με­τα­μο­ντερ­νί­στι­κη ε­ξω­στρέ­φεια. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Πα­λα­βός ε­πέ­λε­ξε αρ­χι­κά ως σκη­νι­κό των ι­στο­ριών του την α­με­ρι­κα­νι­κή ε­παρ­χία και με­τά την ελ­λη­νι­κή, που ε­ναλ­λάσ­σει με το α­στι­κό το­πίο. Με την ί­δια ά­νε­ση, α­να­μι­γνύει α­να­γνω­στι­κές ε­μπει­ρίες ξέ­νης και ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας με βιω­μα­τι­κές. Αυ­τή η πο­λυ­συλ­λε­κτι­κό­τη­τα ως προς την έ­μπνευ­ση α­φή­νει ευ­διά­κρι­τα ί­χνη στις ι­στο­ρίες του.  Πο­λυ­συλ­λε­κτι­κό­τη­τα χα­ρα­κτη­ρί­ζει και τα πα­ρα­κει­με­νι­κά στοι­χεία του βι­βλίου του, που εί­ναι ε­μπνευ­σμέ­να α­πό την ξέ­νη λο­γο­τε­χνία, την κυ­πρια­κή και τη γε­νέ­τει­ρά του, το Βελ­βε­ντό Κο­ζά­νης. Ως τίτ­λο ε­πι­λέ­γει έ­να ε­πίρ­ρη­μα α­ντί του συ­νη­θέ­στε­ρου που εί­ναι το ου­σια­στι­κό, με ή και χω­ρίς προσ­διο­ρι­στι­κό ε­πί­θε­το. Η δια­φο­ρά θα γί­νει εμ­φα­νέ­στε­ρη κα­τά τη με­τά­φρα­ση του βι­βλίου, λ.χ. στην αγ­γλι­κή, ο­πό­τε ο τίτ­λος θα πρέ­πει να α­πο­δο­θεί ως funny και ό­χι ως the joke. Στο ο­μό­τιτ­λο της συλ­λο­γής διή­γη­μα, ω­στό­σο, θα ταί­ρια­ζε πε­ρισ­σό­τε­ρο  το ου­σια­στι­κό, α­φού τί­πο­τα το α­στείο δεν συμ­βαί­νει στη ζωή του ή­ρωα, ε­νώ του α­ρέ­σει να κά­νει α­στεία. Μό­νο που το γνω­στό μυ­θι­στό­ρη­μα του Μί­λαν Κού­ντε­ρα δεν ά­φη­νε πε­ρι­θώ­ρια ε­πι­λο­γής. Εκτός του τίτ­λου, εκ­πλήσ­σει και το μό­το του βι­βλίου, που εί­ναι έ­να δί­στι­χο του κύ­πριου ποιη­τή Κώ­στα Μό­ντη, με τίτ­λο «Ζωή»: “Κα­θί­στε ή­ρε­μα στο τρα­πε­ζά­κι της / και πα­ραγ­γεί­λε­τε έ­να βα­ρύ­γλυ­κο”. Υπάρ­χει και έ­να άλ­λο δί­στι­χο του Μό­ντη, με τον ί­διο τίτ­λο, που θα ταί­ρια­ζε στους κα­κο­πα­θη­μέ­νους ή­ρωες  του Πα­λα­βού: “Δεν τη νοιά­ζει αν μας δυ­σα­ρε­στεί /Ξέ­ρει πως δεν θα ξα­να­συ­να­ντη­θού­με”. Τέ­λος, ο συγ­γρα­φέ­ας κα­τόρ­θω­σε να έρ­θει στην ε­πι­και­ρό­τη­τα και με την ε­πι­λο­γή της ει­κό­νας του ε­ξω­φύλ­λου. Εί­ναι έρ­γο του συ­ντο­πί­τη του Τά­κη Γιαν­νού­σα, με τίτ­λο, «Ο Γερ­μα­νός», που ε­κτέ­θη­κε ε­φέ­τος στην πα­ρι­σι­νή έκ­θε­ση ελ­λη­νι­κής τέ­χνης, «Hell as Pavillon». Χά­ρις στο ε­ξώ­φυλ­λο του βι­βλίου, βρέ­θη­κε ο ά­γνω­στος λαϊκός ζω­γρά­φος δί­πλα σε Εγγο­νό­που­λο, Εμπει­ρί­κο, Πε­ντζί­κη, Ακρι­θά­κη.         
Οι τίτ­λοι των 17 διη­γη­μά­των της συλ­λο­γής δεν εί­ναι πρω­τό­τυ­ποι. Με μια ή δυο λέ­ξεις, σε δυο πε­ρι­πτώ­σεις πε­ρι­φρα­στι­κά, ση­μα­το­δο­τούν το κο­ρυ­φαίο γε­γο­νός ή πρό­σω­πο της ι­στο­ρίας. Απου­σιά­ζουν οι α­φιε­ρώ­σεις, ε­νώ υ­πάρ­χουν μό­νο τρία μό­το α­πό Πα­πα­δια­μά­ντη, Βι­κέ­λα και Φραν­σουά Βι­γιόν, που πρω­τα­γω­νι­στεί σε μια ι­στο­ρία, τη μο­να­δι­κή που δια­δρα­μα­τί­ζε­ται ε­κτός Ελλά­δος και σε πα­λαιό­τε­ρο αιώ­να και η ο­ποία α­να­συν­θέ­τει το βίο του ποιη­τή με­τά το 1453, που τα ί­χνη του χά­νο­νται. Πέ­ραν του μό­το, α­ντί του Βι­γιόν θα μπο­ρού­σε να εί­ναι και ο τυ­χών άλ­λος σύγ­χρο­νός του. Επτά διη­γή­μα­τα έ­χουν δη­μο­σιευ­τεί σε πε­ριο­δι­κά. Εδώ, το και­νο­φα­νές εί­ναι η ει­δο­λο­γι­κή ποι­κι­λία των ε­ντύ­πων. Τέσ­σε­ρα δη­μο­σιεύ­τη­καν το 2008, τα δυο σε δυο και­νού­ρια πε­ριο­δι­κά ποι­κί­λης ύ­λης, έ­να η­λεκ­τρο­νι­κό και έ­να έ­ντυ­πο, με κό­μι­κς και ι­στο­ρίες, το διή­γη­μα που βρα­βεύ­τη­κε α­πό το free press πε­ριο­δι­κό της Άρτας φι­λο­ξε­νή­θη­κε σε αυ­τό και ε­κεί­νο που δια­βά­στη­κε στο Φε­στι­βάλ εί­χε προ­η­γου­μέ­νως δη­μο­σιευ­τεί στο «Δέ­ντρο». Τα άλ­λα τρία δη­μο­σιεύ­τη­καν το 2011, σε α­μι­γώς λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά.
Ο συγ­γρα­φέ­ας μοι­ρά­ζει τις ι­στο­ρίες του στο χω­ριό και την πό­λη, που δεν κα­το­νο­μά­ζο­νται. Σε μια μό­νο, ο­νο­μα­τί­ζε­ται ο γε­νέ­θλιος τό­πος, ε­νώ, σε δυο ι­στο­ρίες της πό­λης, προσ­διο­ρί­ζε­ται ό­τι πρό­κει­ται για τη Θεσ­σα­λο­νί­κη και την Αθή­να. Σε α­ντί­θε­ση, πά­ντως, με η­λι­κια­κά με­γα­λύ­τε­ρους συγ­γρα­φείς, α­που­σιά­ζει το αί­σθη­μα της νο­σταλ­γίας. Επί­σης, η γλώσ­σα δεν δια­φο­ρο­ποιεί­ται, ού­τε οι νοο­τρο­πίες πα­ραλ­λάσ­σουν. Βα­σι­κή μέ­ρι­μνα του Πα­λα­βού και, ως έ­να βαθ­μό, ο­λό­κλη­ρης της νεό­τε­ρης ο­μά­δας συγ­γρα­φέων εί­ναι να προ­κα­λέ­σουν με το μύ­θο το ξάφ­νια­σμα του α­να­γνώ­στη, συ­χνά συν­δυά­ζο­ντας την έκ­πλη­ξη με την πρό­κλη­ση. Όλες οι ι­στο­ρίες της συλ­λο­γής θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν ευ­ρη­μα­τι­κές, αν και ως προς την εκ­με­τάλ­λευ­ση του ευ­ρή­μα­τος δεί­χνουν ά­νι­σες. Το εύ­ρη­μα λει­τουρ­γεί μεν ως κι­νη­τή­ριος μο­χλός, αλ­λά η πε­ραι­τέ­ρω α­νά­πτυ­ξη με­ρι­κές φο­ρές δεν έ­χει την ί­δια πνοή πρω­το­τυ­πίας. 
Ύστε­ρα, έ­να θε­μα­τι­κό εύ­ρη­μα, ι­δίως ό­ταν ε­στιά­ζει σε μια ε­ξαι­ρε­τι­κή κα­τά­στα­ση, α­το­νεί με την ε­πα­νά­λη­ψή του σε δια­φο­ρε­τι­κές ι­στο­ρίες. Πα­ρά­δειγ­μα, το ε­ντυ­πω­σια­κό­τε­ρο α­πό τα ευ­ρή­μα­τα, που ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται πα­ραλ­λασ­σό­με­νο σε τέσ­σε­ρις ι­στο­ρίες. Ο Πα­λα­βός κά­νει έ­να ά­νοιγ­μα προς το χώ­ρο του φα­ντα­στι­κού. Ή, κα­τά μια δια­φο­ρε­τι­κή α­νά­γνω­ση, διευ­ρύ­νει το ρε­α­λι­στι­κό πλαί­σιο των ι­στο­ριών του με τις πα­ραι­σθή­σεις ε­νός λι­πό­θυ­μου με­τά α­πό χτύ­πη­μα ή κά­ποιου βα­ριά τραυ­μα­τι­σμέ­νου. Η πιο ο­λο­κλη­ρω­μέ­νη εί­ναι η α­δη­μο­σίευ­τη ο­μό­τιτ­λη ι­στο­ρία, που δια­θέ­τει ό­χι μό­νο εύ­ρη­μα αλ­λά και τη συ­νε­κτι­κή δο­μή πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας μια τρια­δι­κή ε­ρω­τι­κή σχέ­ση. Στην δεύ­τε­ρη και πα­λαιό­τε­ρη ι­στο­ρία, δη­μο­σιευ­μέ­νη το 2008, ο εγ­γο­νός συ­νο­μι­λεί με τη για­γιά του. Μα­ζί γλί­στρη­σαν στο μπά­νιο,  για ε­κεί­νη το χτύ­πη­μα στά­θη­κε μοι­ραίο, ε­νώ ε­κεί­νος μό­νο λι­πο­θύ­μη­σε και φα­ντα­σιώ­νε­ται τη συ­νο­μι­λία τους. Μια πα­ρό­μοια συ­νο­μι­λία ζώ­ντος και α­πο­θα­νό­ντος στή­νει ο συγ­γρα­φέ­ας και στο κό­μι­κς. Νε­α­ρή κο­πέ­λα η για­γιά, πρώι­μη φε­μι­νί­στρια, κα­πνί­ζο­ντας, εκ­μυ­στη­ρεύε­ται πως, στην Κα­το­χή, ό­ντας πα­ντρε­μέ­νη, πή­γε μ’ έ­ναν Ιτα­λό, ‘‘Ανθυ­πο­λο­χα­γό του Πυ­ρο­βο­λι­κού’’. Και ό­χι μό­νο πή­γε, αλ­λά ή­ταν ‘‘η κα­λύ­τε­ρη στιγ­μή της ζωής της’’. Το γε­γο­νός ό­τι βρή­κε Ιτα­λό στο Βελ­βε­ντό, και ό­χι κα­νέ­να Γερ­μα­νό ή Βούλ­γα­ρο, μπο­ρεί να δεί­χνει α­νι­στό­ρη­το τον εγ­γο­νό, έ­τσι, ό­μως, το εύ­ρη­μα γί­νε­ται προ­κλη­τι­κό­τε­ρο. 

Μπου ντου­νιά...

Στην ε­πό­με­νη ι­στο­ρία με το ί­διο εύ­ρη­μα κι αυ­τή α­πό τη σο­δειά του 2008, ο ή­ρωας, ευ­ρι­σκό­με­νος στην ε­ντα­τι­κή με­τά α­πό αυ­το­κι­νη­τι­στι­κό α­τύ­χη­μα, φα­ντα­σιώ­νε­ται ό­τι στην άλ­λη ζωή έ­χει με­τα­μορ­φω­θεί σε συρ­ρα­πτι­κό. Οι πε­ρι­πέ­τειες του συρ­ρα­πτι­κού δεί­χνουν σαν τυ­χαίες ε­πι­νοή­σεις, ό­χι πά­ντο­τε εύ­στο­χες και χω­ρίς συ­νάρ­τη­ση με τη συ­γκε­κρι­μέ­νη με­τα­μόρ­φω­ση. Η χα­λα­ρή πλο­κή θα ταί­ρια­ζε πε­ρισ­σό­τε­ρο σε κό­μικς. Στην τέ­ταρ­τη ι­στο­ρία πα­ρα­κο­λου­θού­με τις πα­ραι­σθή­σεις ε­νός πι­τσι­ρι­κά που πέ­φτει α­πό το πο­δή­λα­το και χτυ­πά­ει. Το παι­δί συ­νο­μι­λεί μ’ έ­ναν ‘‘γου­λια­νό ε­νά­μι­σι μέ­τρο μή­κος’’ που βγή­κε α­πό την πα­ρα­κεί­με­νη τε­χνη­τή λί­μνη Πο­λυ­φύ­του του Αλιάκ­μο­να και α­πο­φθέγ­γε­ται: ‘‘Μπου ντου­νιά τσαρκ φι­λέ­κ’’. Εί­ναι φρά­ση α­πό το πα­πα­δια­μα­ντι­κό διή­γη­μα «Ο ξε­πε­σμέ­νος δερ­βί­σης». Την α­πά­ντη­ση του σα­λε­πτσή στο εν λό­γω διή­γη­μα, ‘‘Ασκ ολ­σουν τσι­βι­ρι­νέ­κ’’, ο Πα­λα­βός την το­πο­θε­τεί ως μό­το στην ι­στο­ρία του. Εκ των ων ουκ ά­νευ, η α­να­φο­ρά στον Πα­πα­δια­μά­ντη, α­φού το διή­γη­μα δη­μο­σιεύ­τη­κε το ε­πε­τεια­κό 2011. Εκεί­νο, που θα μπο­ρού­σε να α­πο­φύ­γει ο συγ­γρα­φέ­ας, εί­ναι ‘‘τον γου­λια­νό κο­ντά στην α­κτή’’, έ­να α­πό τα ε­ντυ­πω­σια­κό­τε­ρα διη­γή­μα­τα του Γιώρ­γου Σκα­μπα­μπαρ­δώ­νη. Μπρο­στά του ω­χριά η ε­ξορ­θο­λο­γι­σμέ­νη α­φή­γη­ση του τραυ­μα­τι­σμέ­νου πι­τσι­ρι­κά.
Γε­νι­κό­τε­ρα, τα δά­νεια α­πό την εγ­χώ­ρια πε­ζο­γρα­φία και μά­λι­στα, την πρό­σφα­τη, ό­σο δε­λε­α­στι­κά κι αν εμ­φα­νί­ζο­νται, δεί­χνουν α­πευ­κταία, κα­θώς ε­πι­φέ­ρουν συ­γκρί­σεις. Για πα­ρά­δειγ­μα, το δεύ­τε­ρο διή­γη­μα με ε­πιρ­ρη­μα­τι­κό τίτ­λο, το «Όπι­σθεν», πε­ρι­γρά­φει την πα­λιν­δρό­μη­ση ε­νός 33χρο­νου, πα­ντρε­μέ­νου με μω­ρό, σε μι­κρό­τε­ρες η­λι­κίες, την ε­φη­βι­κή, την παι­δι­κή, μέ­χρι ο­λι­κής ε­ξα­φά­νι­σης, που α­πο­δί­δε­ται α­φη­γη­μα­τι­κά με έ­να κο­μι­κί­στι­κο ‘‘πα­φ’’. Ηθε­λη­μέ­νη η α­πό­συρ­ση, κα­θώς λέει ό­τι αι­σθά­νε­ται ‘‘το μέλ­λον κλει­στό’’, μό­νο που η α­φή­γη­ση δεν κα­τορ­θώ­νει να δεί­ξει αυ­τό το α­διέ­ξο­δο. Το εύ­ρη­μα πα­ρα­πέ­μπει στο διή­γη­μα «Ο Δη­μη­τρά­κης» του Σπύ­ρου Γιαν­να­ρά α­πό τη δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή του «Ζωή χα­ρι­σά­με­νη», ό­που, ό­μως, η ψυ­χο­γρά­φη­ση του ή­ρωα και η σχέ­ση με τη μη­τέ­ρα του προ­ε­τοι­μά­ζουν για τη συμ­βο­λι­κή κα­τά­λη­ξη. Αλλά η ψυ­χο­γρά­φη­ση δεν εί­ναι α­πό τα δυ­να­τά ση­μεία του Πα­λα­βού. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό­τε­ρο πα­ρά­δειγ­μα, έ­να άλ­λο διή­γη­μα, το «Λέ­να», ό­που έ­να ε­ρω­τευ­μέ­νο ζεύ­γος πα­ρά λί­γο να χω­ρί­σει, ό­ταν α­πο­κα­λύ­πτε­ται πως ο σύ­ζυ­γος α­πό ε­φη­βι­κής η­λι­κίας εύ­ρι­σκε τη με­γί­στη σε­ξουα­λι­κή ι­κα­νο­ποίη­ση αυ­να­νι­ζό­με­νος με τη φω­το­γρα­φία ε­νός φω­το­μο­ντέ­λου. Ού­τε στα λε­γό­με­να ροζ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα οι σε­ξουα­λι­κές σχέ­σεις και οι τυ­χόν α­πο­κλί­σεις τους δεν πα­ρου­σιά­ζο­νται τό­σο α­πλου­στευ­μέ­νες. Πε­ρισ­σό­τε­ρο πει­στι­κές εί­ναι οι ε­ρω­τι­κές κα­τα­στά­σεις ε­ξάρ­τη­σης και πε­ρι­στα­σια­κού σεξ που πε­ρι­γρά­φο­νται στο διή­γη­μα «Μια α­νά­σα».
Εκτός α­πό τα δά­νεια και τις κρυ­πτο­μνη­σίες, υ­πάρ­χουν και οι ‘‘συ­νο­μι­λίες’’, α­φού οι δια­χω­ρι­στι­κές γραμ­μές πα­ρα­μέ­νουν συ­γκε­χυ­μέ­νες. Και πά­λι δί­κην πα­ρα­δείγ­μα­τος, σε διη­γή­μα­τα πολ­λών συγ­γρα­φέων, ι­δίως πα­λαιό­τε­ρων, στις α­γρο­τι­κές δου­λειές, μια οι­κο­γέ­νεια ή μό­νο η μη­τέ­ρα έ­παιρ­ναν μα­ζί τους το μω­ρό και το ά­φη­ναν πα­ρα­δί­πλα μέ­σα σε αυ­το­σχέ­δια κού­νια. Ο δρα­μα­τι­κός θά­να­τος του βρέ­φους α­πό πει­να­σμέ­να σκυ­λιά στο διή­γη­μα, «Φώ­τα», του Πα­λα­βού θυ­μί­ζει το διή­γη­μα του Στά­θη Κο­ψα­χεί­λη «Η Μα­τσάγ­γος». Σε ε­κεί­νο πρό­κει­ται για κο­πά­δι κα­ρα­κά­ξες, τη δια­φο­ρά ό­μως την κά­νει ο α­φη­γη­μα­τι­κός τρό­πος. Οι νεό­τε­ροι σαν να α­δυ­να­τούν με τα λε­ξι­λο­γι­κά και συ­ντα­κτι­κά μέ­σα που δια­θέ­τουν να δη­μιουρ­γή­σουν α­τμό­σφαι­ρα. Χω­ρίς αυ­τό να ση­μαί­νει ό­τι δεν τους α­πα­σχο­λεί η μορ­φή. Προ­φα­νώς ό­χι ό­σο η υ­πό­θε­ση και κυ­ρίως ό­χι ως συ­νάρ­τη­ση με το θέ­μα. Πε­ρισ­σό­τε­ρο σαν ά­σκη­ση. Στη συλ­λο­γή του Πα­λα­βού, σε έ­να διή­γη­μα, το «Τι­μής έ­νε­κεν», ε­πι­λέ­γε­ται η μορ­φή προ­φο­ρι­κού μο­νο­λό­γου προς βου­βό α­πο­δέ­κτη, με ση­μείο στί­ξεως μό­νο το κόμ­μα.
Ένα πα­ρα­λή­σιο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των νεό­τε­ρων α­φη­γή­σεων εί­ναι η α­πο­γύ­μνω­ση της α­φή­γη­σης α­πό το με­τα­φυ­σι­κό στοι­χείο, α­κό­μη κι ό­ταν αυ­τό εί­ναι α­να­γκαίο για να χω­νευ­τεί το φα­ντα­στι­κό στο ρε­α­λι­στι­κό πλαί­σιο, ό­πως στο διή­γη­μα «Στο δά­σος». Στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Μπουλ­γκά­κοφ «Η καρ­διά ε­νός σκύ­λου», ό­πως και στο διή­γη­μα του Γιαν­να­ρά «Ο Φα­τσέ­ας», ο σκύ­λος με­τα­μορ­φώ­νε­ται σε άν­θρω­πο, στου Πα­λα­βού, α­ντι­στρό­φως, ο άν­θρω­πος με­τα­μορ­φώ­νε­ται σε σκύ­λο, χω­ρίς αλ­λη­γο­ρι­κή ή με­τα­φυ­σι­κή α­φη­γη­μα­τι­κή προ­ε­τοι­μα­σία. Η ί­δια α­δυ­να­μία εμ­φα­νί­ζε­ται και στις α­φη­γή­σεις ο­νεί­ρων, ό­πως ε­κεί­νη που ο Πα­λα­βός α­πο­πει­ρά­ται στο «Ο Σα­ρά­ντος Ζουρ­γός δεν μπο­ρεί να το ε­ξη­γή­σει». Αντί μιας ελ­λει­πτι­κής και α­πο­σπα­σμα­τι­κής α­φή­γη­σης, ε­πι­στρα­τεύει α­φη­γη­μα­τι­κούς τρό­πους πα­ρα­μυ­θι­κούς ή και του κό­μι­κς. Ενώ ε­πι­φυ­λάσ­σει για την κα­τα­λη­κτι­κή έ­ξο­δο α­πό το ό­νει­ρο μια σκη­νή συ­γκι­νη­σια­κά φορ­τι­σμέ­νη. Πα­ρό­μοιες σκη­νές υ­πάρ­χουν και σε άλ­λα βιω­μα­τι­κά και κοι­νω­νι­κής κρι­τι­κής διη­γή­μα­τα, ό­πως το «Ο Γιώρ­γος βγαί­νει στη σύ­ντα­ξη», «Νί­κος Τσού­μπας», «Φα­γη­τό».
Το συ­γκι­νη­τι­κό­τε­ρο διή­γη­μα για τη φι­λό­ζωη ε­πο­χή μας εί­ναι το «Μα­ρία», με το ο­ποίο κλεί­νει η συλ­λο­γή. Σε αυ­τό πρω­τα­γω­νι­στεί έ­να γου­ρου­νά­κι, με μά­τια ε­μπνευ­σμέ­να α­πό «Το κα­πλά­νι της βι­τρί­νας» της Άλκης Ζέη, ‘‘το έ­να μαύ­ρο το άλ­λο γα­λά­ζιο’’, το ο­ποίο ε­ξαν­θρω­πί­ζε­ται, κα­θώς πε­ρι­μέ­νει τη σφα­γή του δέ­σμιο σε υ­περ­σύγ­χρο­νο χοι­ρο­τρο­φείο, ό­που η θα­νά­τω­ση γί­νε­ται με η­λεκ­τρι­κό ρεύ­μα και ό­χι με μά­χαι­ρα. Κά­τι σαν η­λεκ­τρι­κή κα­ρέ­κλα α­ντί της καρ­μα­νιό­λας, αλ­λά ό­χι για αν­θρω­πι­στι­κούς λό­γους, α­φού πρό­κει­ται για ζώο και δη, χοί­ρο, αλ­λά για την υ­γιει­νή δια­τρο­φή ό­σων δεν μπο­ρούν να στε­ρη­θούν το γου­ρου­νό­που­λο. Σε α­ντί­στι­ξη, το βι­βλίο α­νοί­γει με έ­να α­πό τα ευ­ρη­μα­τι­κό­τε­ρα ‘‘48 Ελλη­νι­κά Μπον­ζάϊ’’, που δη­μο­σιεύ­τη­καν στο α­πο­χαι­ρε­τι­στή­ριο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Πλα­νό­διον». Και μά­λι­στα, στο­χα­στι­κής διά­θε­σης, κα­θώς υ­πο­τον­θο­ρύ­ζει το Μα­ταιό­της Μα­ταιο­τή­των. Κα­τά τα άλ­λα, βρί­σκου­με και στις ι­στο­ρίες του Πα­λα­βού την προ­φο­ρι­κό­τη­τα και τον μι­κρο­πε­ρίο­δο λό­γο, που α­πο­τε­λεί τον κυ­ρίως τρό­πο έκ­φρα­σης αυ­τής της ο­μά­δας συγ­γρα­φέων. Και η δι­κή του α­φή­γη­ση πα­ρου­σιά­ζει α­δυ­να­μία στην ει­κο­νο­πλα­σία και έ­φε­ση στις πα­ρο­μοιώ­σεις, που δεί­χνουν συ­νή­θως το χιού­μορ του συγ­γρα­φέα. Του Πα­λα­βού έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι πα­ρα­πέ­μπει στα κό­μι­κς. Επει­δή δεν έ­χου­με σε αυ­τά και με­γά­λη α­να­γνω­στι­κή ε­μπει­ρία, εν­δει­κτι­κά α­ντι­γρά­φου­με δυο: ‘‘Το μω­ρό ή­ταν ή­συ­χο σαν αρ­νά­κι στο φούρ­νο’’. ‘‘Ο Σάβ­βας ά­φη­σε τη γυ­ναί­κα και γυ­μνός, μ’ έ­ναν πού­τσο σα μαρ­κα­δό­ρο με κόκ­κι­νο κα­πά­κι, έ­πια­σε να κυ­νη­γά­ει το σκυ­λί’’.


Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 15/9/2013.

Δεν υπάρχουν σχόλια: