Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

Ποικίλα φορέματα

Nelly’s, «Hπειρώτισσες στις θημωνιές»
(Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείο Μπενάκη).


Σω­τή­ρης Δη­μη­τρίου
«Το κου­μπί και το φό­ρε­μα»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Νοέ­μ­βριος 2012
Ο τί­τ­λος του και­νού­ριου βι­βλίου του Σω­τή­ρη Δη­μη­τρίου και τί­τ­λος ε­νός α­πό τα 32 πε­ζά που συ­γκε­ντρώ­θη­καν σε αυ­τό, βγή­κε α­πό μια πα­ροι­μία. “Βρή­κα έ­να κου­μπί και για χά­ρη του έ­ρα­ψα έ­να φό­ρε­μα”, λέει “αυ­τή η ω­ραία πα­ροι­μία”. Δεν την έ­χου­με ξα­να­συ­να­ντή­σει, α­λ­λά για να το δια­βε­βαιώ­νει ο συ­γ­γρα­φέ­ας, που έ­χει το αυ­τί του παι­διό­θεν τε­ντω­μέ­νο στο λαϊκό λό­γο, θα υ­πά­ρ­χει. Εκτός κι αν ε­σκε­μ­μέ­να μας πα­ρα­πλα­νά, ε­πι­νοώ­ντας την πα­ροι­μία έ­τσι που να ται­ριά­ζει στο α­φη­γη­μα­τι­κό τέ­χνα­σμα, που έ­χει κα­τά νου. Όπως ε­ξη­γεί στο ο­πι­σθό­φυ­λ­λο του βι­βλίου, το κου­μπί εί­ναι έ­να ο­ποιο­δή­πο­τε στοι­χείο α­πό ό­σα κα­θη­με­ρι­νά βλέ­που­με και α­κού­με, που μας ε­ντυ­πω­σιά­ζει ι­διαί­τε­ρα. Μπο­ρεί να εί­ναι έ­νας τύ­πος α­ν­θρώ­που, μια σκη­νή, α­κό­μη κι έ­νας λό­γος, ό­πως μια πα­ροι­μία. Γυ­ρί­ζει στο μυα­λό μας μέ­χρι με κά­ποιο τρό­πο να ε­ξω­τε­ρι­κευ­θεί. Ει­δά­λ­λως, ως γνω­στόν, κα­τα­χω­νιά­ζε­ται στο υ­πο­συ­νεί­δη­το με­τά ά­λ­λων ε­μ­μο­νών, ό­που μπο­ρούν να λά­βουν χώ­ρα α­πρό­σμε­νες συ­γ­χω­νεύ­σεις και με­τα­μο­ρ­φώ­σεις. Αν, ό­μως, α­νή­κεις στην προ­νο­μιού­χο, του­λά­χι­στον α­πό ψυ­χα­να­λυ­τι­κής α­πό­ψεως, τά­ξη των συ­γ­γρα­φέων, του ρά­βεις έ­να φό­ρε­μα, του­τέ­στιν πλέ­κεις με α­φο­ρ­μή αυ­τό μια ι­στο­ρία. Τώ­ρα, το κα­τά πό­σο ο συ­γ­γρα­φέ­ας ξε­μπε­ρ­δεύει με έ­να φό­ρε­μα και δεν χρειά­ζε­ται δεύ­τε­ρο, κα­μιά φο­ρά και τρί­το, για να α­πα­λ­λα­γεί α­πό την ε­μ­μο­νή του, μέ­νει ζη­τού­με­νο. Από­δει­ξη ο Δη­μη­τρίου και το σα­κού­λι με τα κου­μπιά του. Τύ­ποι α­ν­θρώ­πων, κα­τα­στά­σεις, πα­ροι­μίες, που ό­λο και ε­πα­νέ­ρ­χο­νται στη διη­γη­μα­το­γρα­φία του. Το θέ­μα, στη δι­κή του πε­ρί­πτω­ση, εί­ναι τι εί­δους φό­ρε­μα ρά­βει κά­θε φο­ρά.
Πριν τρία χρό­νια, με α­φο­ρ­μή την προ­η­γού­με­νη συ­λ­λο­γή διη­γη­μά­των του, «Τα ζύ­για του προ­σώ­που», εί­χα­με προ­σπα­θή­σει να δια­κρί­νου­με τις στρο­φές της πο­ρείας του ως διη­γη­μα­το­γρά­φου, σε πα­ρα­λ­λη­λία με τις συ­γ­γρα­φι­κές με­τα­λ­λά­ξεις του. Εξαι­ρώ­ντας την ποιη­τι­κή συ­λ­λο­γή, «Ψη­λα­φή­σεις», που ή­ταν και το πρώ­το βι­βλίο του, το 1985, με­τρού­με πέ­ντε συ­λ­λο­γές διη­γη­μά­των, δυο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα (1993, 2002) και τρεις ε­κτε­νείς α­φη­γή­σεις (Δεκ. 2005 - Νοέμ. 2011). Απο­μο­νώ­νο­ντας τη σο­δειά των διη­γη­μά­των, α­να­φέ­ρα­με τρεις πε­ριό­δους: τα 30 διη­γή­μα­τα των δυο πρώ­των συ­λ­λο­γών (1987, 1989), τα διη­γή­μα­τα των δυο ε­πό­με­νων (1998, 2001) α­πό 18 ε­κά­στη και τα 25 της πέ­μπτης (Δεκ. 2009). Πε­ρί­που στο τέ­λος κά­θε δε­κα­ε­τίας, ε­μ­φα­νί­ζο­νται οι ό­ποιες α­λ­λα­γές, σαν να κυο­φο­ρού­νται στο ε­ν­διά­με­σο. Σε ε­κεί­νο το σχο­λια­σμό, χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με τα διη­γή­μα­τα της τε­λευ­ταίας συ­λ­λο­γής, “διη­γή­μα­τα της ω­ρι­μό­τη­τας”, και πε­ρι­μέ­να­με τη σο­δειά της έ­κτης συ­λ­λο­γής, που θα τα συ­μπλή­ρω­νε. Η συ­λ­λο­γή δεν ά­ρ­γη­σε, ε­κ­δό­θη­κε Νοέμ. 2012, μό­νο που τα και­νού­ρια πε­ζά εί­ναι ε­τε­ρο­γε­νή και ως σύ­νο­λο η συ­λ­λο­γή δεν έ­ρ­χε­ται σαν συ­νέ­χεια των δια­φο­ρο­ποιή­σεων που ση­μειώ­νο­νταν στην προ­η­γού­με­νη.
Συ­νέ­βη κά­τι που δεν εί­χα­με προ­βλέ­ψει ή, ί­σως α­κρι­βέ­στε­ρα, δεν εί­χα­με θε­λή­σει να δού­με πό­σο πι­θα­νό ή­ταν να συ­μ­βεί. Η κει­με­νι­κή ευ­ρυ­χω­ρία που προ­σφέ­ρουν οι ε­κτε­νείς α­φη­γή­σεις, με­γα­λύ­τε­ρη και α­πό ε­κεί­νη της μυ­θι­στο­ριο­γρα­φίας, φαί­νε­ται να κε­ρ­δί­ζει τον συ­γ­γρα­φέα. Ο βρα­χύ­λο­γος διη­γη­μα­το­γρά­φος υ­πο­χώ­ρη­σε, πα­ρα­χω­ρώ­ντας έ­δα­φος σε έ­ναν λα­λί­στα­το α­φη­γη­τή. Έτσι κι α­λ­λιώς, το χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό που α­λ­λά­ζει στις τρεις πε­ριό­δους της διη­γη­μα­το­γρα­φίας του Δη­μη­τρίου εί­ναι η σχέ­ση α­φη­γη­τή και χα­ρα­κτή­ρων. Αρχι­κά, ο α­φη­γη­τής ε­μ­φα­νί­ζε­ται α­πο­στα­σιο­ποιη­μέ­νος, για να γί­νει στην προ­η­γού­με­νη συ­λ­λο­γή μέ­το­χος των πα­θών τους μέ­χρι και πρω­τα­γω­νι­στής. Αλλά ας δού­με στις λε­πτο­μέ­ρειές τους τα και­νού­ρια φο­ρέ­μα­τα, που έ­ρα­ψε ο Δη­μη­τρίου. Τα πε­ρι­σ­σό­τε­ρα ο­λο­καί­νου­ρ­γα, με­ρι­κά με­τα­ποιη­μέ­να, και κά­ποια πα­λαιό­τε­ρα. Αυ­τά τα τε­λευ­ταία εί­ναι ο­κτώ, ή­δη δη­μο­σιευ­μέ­να. Δη­λα­δή, μό­λις το έ­να τέ­τα­ρ­το της συ­λ­λο­γής, σε α­ντί­θε­ση με την τρέ­χου­σα συ­νή­θεια, σε μια συ­λ­λο­γή, σχε­δόν το σύ­νο­λο να α­πο­τε­λεί­ται α­πό δη­μο­σιευ­μέ­να. Όσο για τα με­τα­ποιη­μέ­να, πρό­κει­ται για ε­κεί­να που δεί­χνουν σαν ε­να­λ­λα­κτι­κές ε­κ­δο­χές πα­λαιό­τε­ρων ι­στο­ριών ή και ως κε­φά­λαια των τριών ε­κτε­νών α­φη­γή­σεων.
Τ’ α­γνά­ντιο
Το πα­λαιό­τε­ρο δη­μο­σιευ­μέ­νο εί­ναι έ­να διή­γη­μα σε συ­λ­λο­γι­κό τό­μο του 2005, με θέ­μα τη μη­τέ­ρα. Ο τί­τ­λος βγαί­νει α­πό την ευ­χή μιας γε­ρό­ντι­σ­σας στη γει­το­νο­πού­λα που της πα­ρα­στε­κό­ταν, α­φού το μο­να­δι­κό παι­δί που της εί­χε α­πο­μεί­νει βρι­σκό­ταν κά­που στα ξέ­να, “Βρύ­σες να ’χεις στο πλευ­ρό σου και νε­ρά να σου τρέ­χου­ν”. Η ευ­χή έ­πια­σε, η γει­το­νο­πού­λα έ­γι­νε “μπά­μπω μ’ α­γ­γό­νια” και με­τρά­ει δε­κα­ε­ν­νιά βρύ­σες έ­να γύ­ρω στη γει­το­νιά της. Κι αυ­τό, μια έ­ν­δει­ξη, ό­τι το χω­ριό ε­κ­συ­γ­χρο­νί­στη­κε. Την η­πει­ρώ­τι­κη, ό­μως, ντο­πιο­λα­λιά την σώ­ζει α­λώ­βη­τη. Το δεί­χνει η κου­βέ­ντα της γει­το­νο­πού­λας με τη φί­λη της για τη γε­ρό­ντι­σ­σα, που, στα τε­λευ­ταία της, ευ­τύ­χη­σε, ό­χι μό­νο να βρει το γιο της, α­λ­λά και να ζή­σει με την φα­μί­λιά του στην Αμε­ρι­κή. Και ό­λα αυ­τά, χά­ρις στο γρά­μ­μα που έ­στει­λαν “στην ε­φη­με­ρί­δα που έ­βγα­ζε στα Γιά­ν­νε­να ο Χρη­στο­βα­σί­λης”. Πρό­κει­ται για την «Ελευ­θε­ρία», που κυ­κλο­φο­ρού­σε δυο φο­ρές την ε­βδο­μά­δα με­τά την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της Ηπεί­ρου. Ενθου­σια­σμέ­νος τό­τε ο Χρή­στος Χρη­στο­βα­σί­λης, ε­γκα­τέ­λει­ψε την Αθή­να και την «Ακρό­πο­λη» για να γυ­ρί­σει στον τό­πο του και να βγά­λει τη δι­κή του ε­φη­με­ρί­δα, που την ε­ξέ­δι­δε μέ­χρι το θά­να­τό του, το 1937.
Στον Χρη­στο­βα­σί­λη α­να­φέ­ρε­ται και το κα­τα­λη­κτι­κό πε­ζό της συ­λ­λο­γής, «Θε­λε­σου­ριά», δη­μο­σιευ­μέ­νο, Αύ­γου­στο 2011. Συ­γκε­κρι­μέ­να α­να­κα­λεί το διή­γη­μα του Χρη­στο­βα­σί­λη «Ο γυ­ρι­σμός του ξε­νι­τε­μέ­νου», έ­να α­πό τα πο­λ­λά των σχο­λι­κών α­να­γνω­στι­κών, δη­μο­τι­κού και γυ­μνα­σίου, που α­πο­σύ­ρ­θη­καν ο­λο­σχε­ρώς με τη με­τα­πο­λί­τευ­ση. Εκεί, “σ’ έ­να α­γνά­ντιο” κα­ρ­τέ­ρα­γε για χρό­νια η μά­να το γιο της να γυ­ρί­σει α­πό την ξε­νι­τιά, στο ί­διο μέ­ρος που τον εί­χε α­πο­χαι­ρε­τή­σει. Αντί­στοι­χα, στο πε­ζό, στη “Θε­λε­σου­ριά”, που εί­ναι “μια ρα­χού­λα με ει­κο­νο­στά­σι τ’ Αϊ-Θα­νά­ση”, α­πο­χαι­ρε­τού­σαν οι συ­γ­γε­νείς ό­σους έ­φευ­γαν α­πό την Πό­βλα της Μου­ρ­γκά­νας, κα­τά τα λε­γό­με­να της μά­νας του συ­γ­γρα­φέα. Κά­θε τό­πος και «Τ’ Αγνά­ντε­μά» του, για να θυ­μη­θού­με και το διή­γη­μα του δέ­κα χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρου του Χρη­στο­βα­σί­λη, Πα­πα­δια­μά­ντη. Ή και τους «Κλα­ψό­δε­ντρούς» του, στην ά­κρη των κο­ζα­νί­τι­κων χω­ριών, που α­πα­θα­να­τί­ζουν με τις πρό­σφα­τες ι­στο­ρίες τους, οι συ­νο­μή­λι­κοι του συ­γ­γρα­φέα, Κα­τε­ρί­να Μη­λιού και Γιώ­ρ­γος Σκα­μπα­ρ­δώ­νης.
Εδώ, πρό­κει­ται για μια α­πό τις αυ­το­βιο­γρα­φι­κές α­φη­γή­σεις της πρό­σφα­της συ­λ­λο­γής, που πα­ρα­τί­θε­νται με τη χα­λα­ρή α­φη­γη­μα­τι­κή οι­κο­νο­μία μιας α­νά­μνη­σης ή, α­κρι­βέ­στε­ρα, του μνη­μο­νι­κού συ­μ­φυ­ρ­μού πε­ρι­σ­σό­τε­ρων πε­ρι­στα­τι­κών. Μια πα­ρό­μοια α­φή­γη­ση, α­λ­λά δια­φο­ρε­τι­κής πνοής, κα­θώς α­ντ­λεί­ται α­πό πιο πρό­σφα­τες ει­κό­νες και συ­να­ντή­σεις, εί­ναι το «Βό­λια – μπα­ρού­τι». Ο τί­τ­λος εί­ναι ο κα­τα­λη­κτι­κός στί­χος του ποιή­μα­τος του Βί­κτω­ρος Ου­γκώ, «Ελλη­νό­που­λο», για την κα­τα­στρο­φή της Χίου. “Βό­λια, μπα­ρού­τι θέ­λω. Να.”, ό­πως α­πέ­δω­σε ο Πα­λα­μάς την α­πά­ντη­ση του παι­διού, που “κα­θό­ταν ξυ­πό­λυ­το στις ρά­χες”, μο­να­χό και θλι­μ­μέ­νο. Στην α­φή­γη­ση, η μα­θη­τι­κή α­νά­μνη­ση α­πό σχο­λι­κό ε­ο­ρ­τα­σμό της ε­θνι­κής ε­ο­ρ­τής δεν συ­γκρα­τεί το πα­ρα­μι­κρό ί­χνος α­πό το πνεύ­μα ε­θνι­κής α­νά­τα­σης. Αντι­θέ­τως, δια­ν­θί­ζε­ται με μια α­νά­μνη­ση παι­δο­φι­λι­κής ε­ξω­τε­ρί­κευ­σης δα­σκά­λου. Κα­τά τα ά­λ­λα, στο πε­ζό προ­βά­λ­λουν με έ­μ­φα­ση οι γνω­στές α­πό­λυ­τες α­πό­ψεις του συ­γ­γρα­φέα για το κα­τα­πιε­στι­κό σχο­λι­κό σύ­στη­μα, που το έ­χει πα­ρο­μοιά­σει με “κρε­α­το­μη­χα­νή” και ε­δώ, με στρα­το­κρα­τι­κό πει­θα­να­γκα­σμό.
Υπά­ρ­χουν και ά­λ­λα πε­ζά, που το­πο­θε­τού­νται στα χω­ριά της Μου­ρ­γκά­νας ή και στην Αθή­να, με πρω­τα­γω­νι­στές μέ­τοι­κους α­πό ε­κεί­να τα μέ­ρη. Σε αυ­τά, α­να­βιώ­νει, σε μι­κρό­τε­ρη ή με­γα­λύ­τε­ρη έ­κτα­ση, η η­πει­ρώ­τι­κη ντο­πιο­λα­λιά. Σε τρεις α­κό­μη ι­στο­ρίες, κου­βε­ντιά­ζουν κο­πέ­λες και γε­ρό­ντι­σ­σες. Δεί­χνουν σαν πρό­σθε­τα κε­φά­λαια στη δεύ­τε­ρη ε­κτε­νή α­φή­γη­ση, προ πε­ντα­ε­τίας, «Σαν το λί­γο το νε­ρό». Από τη ντο­πιο­λα­λιά, α­ρ­κε­τές εί­ναι οι λέ­ξεις, που η ση­μα­σία τους δεν συ­νά­γε­ται α­πό τα συ­μ­φρα­ζό­με­να. Ωστό­σο, το ε­ν­δια­φέ­ρον της α­φή­γη­σης το δια­φυ­λά­σ­σει, κυ­ρίως στις με­γα­λύ­τε­ρες ι­διω­μα­τι­κές νη­σί­δες, η ποιη­τι­κή της γλώ­σ­σας. Μα­ζί με τη γλώ­σ­σα, τον τρό­πο ζωής, την πα­ρα­κα­τια­νή θέ­ση της κο­πέ­λας, μέ­χρι να της δί­νουν το πα­ρω­νύ­μιο Διώ­χνω, ό­ταν τυ­χαί­νει να εί­ναι η τε­λευ­ταία α­πό έ­ξι κο­πέ­λες πριν το α­ρ­σε­νι­κό, ο α­φη­γη­τής σώ­ζει τα πα­λαιά ο­νό­μα­τα των χω­ριών. Πρώ­το με­τα­ξύ αυ­τών, ο γε­νέ­θλιος τό­πος του συ­γ­γρα­φέα, η Πό­βλα, που σή­με­ρα ο­νο­μά­ζε­ται Αμπε­λώ­νας.
Ένα α­πό τα κα­λύ­τε­ρα α­φη­γή­μα­τα με ε­πή­λυ­δες εξ ε­πα­ρ­χίας εί­ναι «Το νε­ρό της ψυ­χής». Μπο­ρεί αυ­τά τα α­φη­γή­μα­τα να μην ρά­βουν πά­ντο­τε φό­ρε­μα, του­λά­χι­στον με τα μέ­τρα και στα­θ­μά ε­νός α­μι­γούς διη­γή­μα­τος, α­λ­λά σκια­γρα­φούν τύ­πους πα­λαιό­τε­ρων χρό­νων. Ένας α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κός εί­ναι ο ε­βδο­μη­ντά­χρο­νος, που “πέ­θα­νε η γυ­ναί­κα του και η κό­ρη του τον έ­φε­ρε” α­πό το χω­ριό ε­κών ά­κων στην Αθή­να. Μό­νος και έ­ρη­μος, κρε­μα­σμέ­νος στο τη­λέ­φω­νο, ε­πα­να­λά­μ­βα­νε: “Το νε­ρό και το ψω­μί της ψυ­χής εί­ναι η ε­πι­κοι­νω­νία.”
Υπά­ρ­χει και έ­να πε­ζό, που θα μπο­ρού­σε να εί­ναι κε­φά­λαιο στο βι­βλίο «Τα ο­πω­ρο­φό­ρα δέ­ντρα της Αθή­νας». Ήδη, ο τί­τ­λος του, «Ο κα­ρ­που­ζο­κέ­φα­λος σε νέες πε­ρι­πέ­τειες», προϊδεά­ζει για τη διά­θε­ση του συ­γ­γρα­φέα να σπρώ­ξει πε­ραι­τέ­ρω τη δια­κω­μώ­δη­ση. Όσο, ό­μως, αυ­ξά­νει ο ε­μπαι­γ­μός του γη­γε­νούς κοι­νω­νι­κού πε­ρί­γυ­ρου, τό­σο ε­ξω­ραΐζο­νται α­φη­γη­μα­τι­κά, α­λ­λά και προ­βι­βά­ζο­νται α­πό κο­μπά­ρ­σοι σε πρω­τα­γω­νι­στές, οι εξ Αλβα­νίας ε­ρ­χό­με­νοι. Άλλω­στε, τέ­σ­σε­ρα και­νού­ρια φο­ρέ­μα­τα, το έ­να α­πό αυ­τά δη­μο­σιευ­μέ­νο πέ­ρυ­σι, ρά­βο­νται με κου­μπιά Αλβα­νούς. Δεν πρό­κει­ται, ω­στό­σο, για συ­γκε­κρι­μέ­νους τύ­πους, α­λ­λά μά­λ­λον για κά­ποιες ψυ­χο­λο­γι­κές κα­τα­στά­σεις πίε­σης και κα­τα­πίε­σης. Όπως το πρώ­το πέ­ρα­σμα της συ­νο­ρια­κής γρα­μ­μής, το κα­τά την α­ντί­στρο­φη πο­ρεία πέ­ρα­σμα στον ε­πα­να­πα­τρι­σμό, την κα­κο­με­τα­χεί­ρι­ση α­πό Έλλη­να α­φε­ντι­κό ή, α­κό­μη, τη με­τα­μ­φίε­ση σε Ιτα­λό προς α­πο­φυ­γή της α­πα­ξίω­σης α­πό τη γει­το­νιά. Φο­ρέ­μα­τα, που δεί­χνουν κο­μ­μέ­να και ρα­μ­μέ­να στο πα­τρόν του πο­λι­τι­κώς ο­ρ­θού.
Τα πο­λύ­τι­μα κου­μπιά
Απο­μέ­νει έ­να σώ­μα εί­κο­σι πε­ζών, με κου­μπιά που κε­ρ­δί­ζουν το ε­ν­δια­φέ­ρον, α­λ­λά, ί­σως, με­ρι­κά α­πό τα φο­ρέ­μα­τα που ρά­φτη­καν για χά­ρη τους, να α­παι­τού­σαν πε­ρι­σ­σό­τε­ρη προ­σο­χή στο φι­νί­ρι­σμα. Θε­μα­τι­κά συ­γ­γε­νεύουν με πα­λαιό­τε­ρες ι­στο­ρίες του Δη­μη­τρίου. Λ.χ., «Ο διο­ρι­σμός» θυ­μί­ζει διη­γή­μα­τα α­πό τις δυο πρώ­τες συ­λ­λο­γές διη­γη­μά­των, που α­ντ­λού­σαν έ­μπνευ­ση α­πό συ­μ­βά­ντα στον το­μέα κα­θα­ριό­τη­τας του Δή­μου Αθη­ναίων. Το συ­γκε­κρι­μέ­νο κου­μπί εί­ναι και ε­πί­και­ρο, κα­θώς δί­νει μια πρω­τό­τυ­πη ε­κ­δο­χή στη σε­ξουα­λι­κή πλευ­ρά του δού­ναι και λα­βείν για έ­ναν διο­ρι­σμό στο Δη­μό­σιο. Με πιο πρό­σφα­τα διη­γή­μα­τα συ­γ­γε­νεύουν δυο πε­ζά, που το­πο­θε­τού­νται πα­ρά θί­ν’ α­λός, στις πα­ρά­πλευ­ρες πα­ρα­λίες Φλοί­σβου και Αλί­μου. Ο α­φη­γη­τής του Δη­μη­τρίου, ε­κτός α­πό την τρέ­λα του για τα ο­πω­ρο­φό­ρα των α­θη­ναϊκών συ­νοι­κιών, νιώ­θει σχε­δόν ε­ρω­τι­κά με τη θά­λα­σ­σα. Στο διή­γη­μα «Προ­σφυ­γά­κια», πλη­θαί­νουν οι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοί τύ­ποι. Τό­σα κου­μπιά σε έ­να φό­ρε­μα, και ρα­μ­μέ­να κο­ντά κο­ντά, μέ­χρι να μπλέ­κο­νται τα μο­τί­βα τους, και το φό­ρε­μα α­δι­κούν και ε­κεί­να πά­νε στρά­φι. Θα μπο­ρού­σε ο συ­γ­γρα­φέ­ας να ε­πα­νέ­λ­θει. Άλλω­στε το γκρι­ζο­γά­λα­ζο ψά­ρι, που του έ­δω­σε έ­ναν ά­σχε­το θε­μα­τι­κά α­λ­λά τό­σο ω­ραίο τί­τ­λο, μπο­ρεί να του δώ­σει κι ά­λ­λους πρω­τό­τυ­πους τί­τ­λους, κα­θώς το α­πο­κα­λούν και γου­ρ­λο­μά­τα και τσι­μπλά­κι. Στο δεύ­τε­ρο διή­γη­μα, ο τί­τ­λος, «Η βα­ρ­βα­ρό­τη­τα του γέ­νους», εί­ναι ό­χι μό­νο ω­ραίος α­λ­λά και πλα­γίως πε­ρι­παι­κτι­κός. Εδώ, το διή­γη­μα ε­πι­τεύ­χ­θη­κε.
Μέ­σα στη θε­μα­τι­κή του συ­γ­γρα­φέα, οι πα­ρά­ξε­νοι τύ­ποι α­ν­θρώ­πων, ά­λ­λο­τε μο­νό­χνο­τοι κι ά­λ­λο­τε α­πο­συ­νά­γω­γοι, κά­πο­τε και τα δυο μα­ζί, εί­ναι α­πό τα πο­λύ­τι­μα κου­μπιά, α­νε­ξά­ρ­τη­τα του φο­ρέ­μα­τος που προ­κύ­πτει. Στο «Μό­σχος και κα­νέ­λα» ε­πι­τυ­γ­χά­νε­ται ο α­συ­νή­θης στη διη­γη­μα­το­γρα­φία του Δη­μη­τρίου συ­γκε­ρα­σμός του ι­λα­ρού με το μο­ρ­φι­κά ε­ντε­λές. Ενώ, στο «Ξέ­νο ο­στούν», τα δά­νεια α­πό δια­βά­σμα­τα και η σώ­ρευ­ση ά­σχε­των πα­θο­λο­γι­κών συ­μπτω­μά­των θο­λώ­νουν το α­πο­τέ­λε­σμα. Ενώ ο χα­ρι­σμα­τι­κός τύ­πος στο πε­ζό «Η ο­μο­ρ­φιά της α­πώ­λειας» μό­λις που σκια­γρα­φεί­ται, πα­ρα­πέ­μπο­ντας στον χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό νά­ρ­κι­σ­σο ή­ρωα του Ανδρέα Μή­τσου.
Ένα α­πό τα προ­σφι­λή θέ­μα­τα του Δη­μη­τρίου εί­ναι το στε­νό δέ­σι­μο του γο­νιού με το παι­δί του. Του πα­τέ­ρα με το γιο α­να­δει­κνύε­ται στο προ­τα­σ­σό­με­νο, «Η ση­μα­δού­ρα», ό­που το φό­ρε­μα θα βε­λ­τιω­νό­ταν με α­φαί­ρε­ση ή, έ­στω, με­τρια­σμό του κα­τα­λη­κτι­κού δρα­μα­τι­κού τό­νου. Το δέ­σι­μο μά­νας-γιου, μέ­σα α­πό την ο­πτι­κή του γιου, εί­ναι το θέ­μα σε του­λά­χι­στον δυο διη­γή­μα­τα, πα­ρει­σφρέ­ο­ντας ως δευ­τε­ρεύον και σε ά­λ­λα. Το έ­να, «Η ο­δο­ντό­βου­ρ­τσα», πι­θα­νώς και χά­ρις στη δια­λο­γι­κή μο­ρ­φή, α­πο­κτά τη δρα­στι­κό­τη­τα, που α­να­μέ­νε­ται α­πό έ­να διή­γη­μα. Το ά­λ­λο, «Οι κύ­κλοι της ζωής», στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό το πρό­βλη­μα του ά­γα­μου, που βρί­σκε­ται έ­ρ­μαιο στο κου­τσο­μπο­λιό του μι­κρού πε­ρί­γυ­ρου. Nα ση­μειώ­σου­με πως, για πρώ­τη φο­ρά, ο Δη­μη­τρίου πε­ρι­γρά­φει και θαύ­μα­τα Αγίων στα πε­ζά του. Μά­λι­στα, τη δεύ­τε­ρη φο­ρά, στο διή­γη­μα, «Η λα­μπά­δα», φαί­νε­ται να πα­τά­ει στα βή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη. Όπως σε ε­κεί­νου «Το νη­σί της Ου­ρα­νί­τσας», έ­τσι και ε­δώ, μια νιό­πα­ντρη ζει με την πε­θε­ρά, κα­θώς ο ά­ντρας της στη βδο­μά­δα πά­νω με­τά το γά­μο έ­φυ­γε στα ξέ­να. Και σε αυ­τήν τυ­χαί­νει α­νε­πι­θύ­μη­τη ε­γκυ­μο­σύ­νη, χω­ρίς ό­μως αυ­το­κτο­νία. Γί­νε­ται το θαύ­μα ε­γκαί­ρως, για να έ­χει η ι­στο­ρία χά­πυ ε­ντ.
Από τα και­νού­ρια θέ­μα­τα εί­ναι η α­γα­μία και με τις δυο ό­ψεις της. Τα πά­θη του γε­ρο­ντο­πα­λί­κα­ρου διε­κ­τρα­γω­δού­νται σε δυο διη­γή­μα­τα, «Το κου­μπί και το φό­ρε­μα» και «Με­γά­λε Μπί­λυ», προ­κρί­νο­ντας μο­ρ­φι­κά την πα­ρά­τα­ξη συ­μ­βά­ντων. Στο δεύ­τε­ρο, η κα­τά­λη­ξη κλεί­νει τον κύ­κλο ζωής ό­χι μό­νο του Τσί­λυ Δή­μου α­λ­λά και ο­λό­κλη­ρου του χω­ριού. Από ζω­ντα­νή κοι­νό­τη­τα, σχε­δόν ε­ρη­μώ­νει, με τις ε­πό­με­νες γε­νιές, σκό­ρ­πιες α­νά τον κό­σμο, να συ­να­ντιού­νται στο Δια­δί­κτυο α­ντί στο κα­φε­νείο των πα­π­πού­δων τους. Σε έ­να τρί­το πε­ζό, «Μην πρά­τ­τεις ό,τι δεν μπο­ρείς να πεις», το συ­νοι­κέ­σιο φέ­ρ­νει έ­στω και με κα­θυ­στέ­ρη­ση τη λύ­ση, μό­νο το φό­ρε­μα μέ­νει σαν η­μι­τε­λές, με με­τέω­ρη την ψυ­χο­γρά­φη­ση. Σε α­ντί­στι­ξη, πά­ντως, υ­πά­ρ­χουν δυο πε­ζά γύ­ρω α­πό τα πά­θη του συ­ζυ­γι­κού ή και γε­νι­κώς ε­ρω­τι­κού δε­σμού: το «Το­πο­τη­ρη­τής ή πα­τριά­ρ­χης» και το ευ­ρη­μα­τι­κό «Τρεις αυ­γου­λιέ­ρες και πα­ρα­λί­γο τέ­σ­σε­ρις». Μέ­νου­με με την ε­ντύ­πω­ση πως αυ­τό το δεύ­τε­ρο το έ­χου­με δια­βά­σει, καί­τοι α­πό τα α­νέ­κ­δο­τα. Την ί­δια ε­ντύ­πω­ση του γνω­στού μας δη­μιου­ρ­γεί και το «Η βοή­θεια της Πα­να­γίας».
Η ά­λ­λη ό­ψη της α­γα­μίας, αυ­τή της σε­ξουα­λι­κής στέ­ρη­σης, κυ­ρίως του α­νι­κα­νο­ποίη­του, που α­να­ζη­τά το δια­φο­ρε­τι­κό, πο­λιο­ρ­κεί­ται σε τέ­σ­σε­ρα διη­γή­μα­τα. Το πρώ­το, «Κα­ρ­φί με κα­ρ­φί», ξε­κι­νά με μια πυ­κνή σε­λί­δα πε­ρί ε­ρω­τι­κής ε­μ­μο­νής, που προ­ε­τοι­μά­ζει για τα κα­λύ­τε­ρα. Όταν, ό­μως, ε­στιά­ζει στη συ­γκε­κρι­μέ­νη ε­μ­μο­νή του ή­ρωα, το α­πί­θα­νο του ευ­ρή­μα­τος α­πο­δυ­να­μώ­νει την α­φή­γη­ση. Στο ε­πό­με­νο, «Γλύ­κα στα γό­να­τα», η ε­μ­μο­νή δεν ξε­νί­ζει, ε­νώ η ε­μπλο­κή του ψυ­χία­τρου α­να­δει­κνύει το πό­σο δύ­σκο­λη εί­ναι η ε­κλο­γί­κευ­ση των ε­ρω­τι­κών ε­ρε­θι­σμά­των. Κά­τι που φα­νε­ρώ­νε­ται ευ­κρι­νέ­στε­ρα στο ε­πό­με­νο, το «Τι κρί­μα». Και α­πο­μέ­νει, «Το μέ­νος των σω­μά­των», ό­που η ε­μ­μο­νή παί­ρ­νει την ο­λο­κλη­ρω­μέ­νη μο­ρ­φή του πά­θους και το πε­ζό του διη­γή­μα­τος.
Να ση­μειώ­σου­με ό­τι οι συ­γ­γρα­φείς, σχο­λια­σμούς σαν τον δι­κό μας, τους α­πο­κα­λούν φι­λο­λο­γι­σμούς και τους α­πο­ρ­ρί­πτουν. Ακό­μη και οι κα­λύ­τε­ροι θέ­λουν να τους βα­θ­μο­λο­γείς. Δεν α­πο­δέ­χο­νται, μά­λ­λον δεν κα­τα­δέ­χο­νται, τη συ­νο­μι­λία με τον κρι­τι­κό. Αλλά και ο κρι­τι­κός, ό­ταν βλέ­πει πα­ρα­παίο­ντα τον συ­γ­γρα­φέα, νιώ­θει σχε­δόν υ­πο­χρέω­σή του να το ε­πι­ση­μά­νει.

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 28/7/2013.

Δεν υπάρχουν σχόλια: