Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2010

Μια υποδειγματική μονογραφία

Μα­ρί-Πωλ Μασ­σό­ν-Βεν­κού­ρ
«Ο Παύ­λος Καλ­λι­γάς
(1814-1896) και η ί­δρυ­ση
του ελ­λη­νι­κού κρά­τους»
Με­τά­φρα­ση: Άρης Αλε­ξά­κης,
Αγγ. Πα­πα­δο­πού­λου,

Κ. Τσι­νά­ρης
Εκδό­σεις Μ.Ι.Ε.Τ.

Αθή­να, 2009

Στη σει­ρά «Νε­ο­ελ­λη­νι­κή Προ­σω­πο­γρα­φία» του ΜΙΕ­Τ, τον Δε­κέμ­βριο του 2009, προ­στέ­θη­κε ο 16ος τό­μος για τον Παύ­λο Καλ­λι­γά, 23 χρό­νια με­τά τον 6ο τό­μο για τον Κων­στα­ντί­νο Πα­παρ­ρη­γό­που­λο. Δυο κο­ρυ­φαίες προ­σω­πι­κό­τη­τες του 19ου αιώ­να, που γεν­νή­θη­καν, α­ντι­στοί­χως, στην Σμύρ­νη και την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, στο μέ­σο της δεύ­τε­ρης δε­κα­ε­τίας, σε α­πό­στα­ση ο­λί­γων μη­νών, και α­πε­βίω­σαν ε­ντός της τε­λευ­ταίας δε­κα­ε­τίας. Την βιο­γρα­φία του Πα­παρ­ρη­γό­που­λου την συ­ντάσ­σει ο Κ. Θ. Δη­μα­ράς, που στά­θη­κε ο ε­μπνευ­στής και αυ­τής του Καλ­λι­γά. Το 1986, ο Δη­μα­ράς, στον πρό­λο­γό του, δια­πι­στώ­νει ό­τι μας λεί­πουν ο­λό­τε­λα οι βιο­γρα­φίες. Κι αυ­τό, για­τί το εί­δος έ­χει πε­ρι­πέ­σει σε α­νυ­πο­λη­ψία στην “φω­τι­σμέ­νη Ευ­ρώ­πη”, που ζη­τά στον συλ­λο­γι­κό πα­ρά­γο­ντα και ό­χι πλέ­ον στον α­το­μι­κό, ό­πως πα­λαιό­τε­ρα, τον κι­νη­τή­ριο μο­χλό της Ιστο­ρίας. Θυ­μί­ζει, ω­στό­σο, ό­τι η Δύ­ση, ε­πί αιώ­νες καλ­λιέρ­γη­σε γό­νι­μα τη βιο­γρα­φία, ώ­στε να δια­θέ­τει πλού­σιο α­πό­θε­μα πλη­ρο­φο­ριών για τα ά­το­μα, ως α­πα­ραί­τη­τη υ­πο­δο­μή για την νέα ι­στο­ρι­κή θεώ­ρη­ση. Ας γνω­ρί­σου­με τα ά­το­μα, πα­ρο­τρύ­νει, και μα­κά­ρι κα­τό­πιν να τα ξε­πε­ρά­σου­με.
Ένα τέ­ταρ­το του αιώ­να αρ­γό­τε­ρα, το εί­δος της βιο­γρα­φίας πρω­τεύει σε με­τα­φρά­σεις λό­γω του με­γά­λου α­να­γνω­στι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος που προ­κα­λεί, κα­τ’ α­ντα­νά­κλα­ση του α­ντί­στοι­χου εν­δια­φέ­ρο­ντος στην Δύ­ση. Βιο­γρα­φίες, ό­μως, προ­σώ­πων του ελ­λη­νι­κού κό­σμου ε­ξα­κο­λου­θούν να σπα­νί­ζουν. Βε­βαίως, η κα­τά­στα­ση εί­ναι λί­γο κα­λύ­τε­ρη, α­πό ε­κεί­νη που πε­ρι­γρά­φει ο Δη­μα­ράς, κι αυ­τό, εν μέ­ρει, ο­φεί­λε­ται και στις δι­κές του πα­ρο­τρύν­σεις. Η μο­νο­γρα­φία για τον Παύ­λο Καλ­λι­γά ξε­κί­νη­σε με προ­τρο­πή του, το 1978, και α­πο­τέ­λε­σε το δι­δα­κτο­ρι­κό της ελ­λη­νί­στριας Μα­ρί-Πωλ Μασ­σόν, το ο­ποίο ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε εν­νέα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα και με­τά άλ­λα δέ­κα χρό­νια, το 1997, εκ­δό­θη­κε στη Γαλ­λία. Η με­τά­φρα­ση στα ελ­λη­νι­κά ξε­κί­νη­σε το 1994 και η έκ­δο­ση σχε­δια­ζό­ταν για την ε­πέ­τειο των 100 χρό­νων α­πό το θά­να­το του Καλ­λι­γά, στις 16 Σε­πτεμ­βρίου 1896. Τε­λι­κά, η σκυ­τά­λη του με­τα­φρα­στι­κού α­γώ­να πέ­ρα­σε α­πό τρία χέ­ρια. Με­σο­λά­βη­σαν οι θά­να­τοι των δυο με­τα­φρα­στών, πριν ο­λο­κλη­ρω­θεί, με κα­θο­ρι­στι­κή τη συμ­βο­λή του τε­λευ­ταίου με­τα­φρα­στή, Άρη Αλε­ξά­κη, που πέ­θα­νε το 2008, χω­ρίς να δει εκ­δο­μέ­νο το έρ­γο. Πά­ντως, προ­σφέ­ρε­ται για με­λέ­τη α­πό ι­στο­ρι­κούς και φι­λο­λό­γους μέ­χρι τον ε­ορ­τα­σμό της ε­πε­τείου των 200 χρό­νων α­πό τη γέν­νη­ση του Καλ­λι­γά, στις 20 Σε­πτεμ­βρίου 1814.
Ο Δη­μα­ράς διευ­κρι­νί­ζει ό­τι η μο­νο­γρα­φία για τον Πα­παρ­ρη­γό­που­λο δεν α­πευ­θύ­νε­ται σε ό­σους α­γνοούν ή γνω­ρί­ζουν α­νε­παρ­κώς το πρό­σω­πο, αλ­λά σε ε­κεί­νους που το γνω­ρί­ζουν ή­δη και ε­πι­θυ­μούν να ε­ντρυ­φή­σουν πε­ραι­τέ­ρω, συ­νο­μι­λώ­ντας μα­ζί του. Αντι­θέ­τως, η μο­νο­γρα­φία Καλ­λι­γά, υ­περ­βαί­νου­σα κα­τά 300 σε­λί­δες ε­κεί­νη του Δη­μα­ρά, εί­ναι ε­ξαν­τλη­τι­κή σε πλη­ρο­φο­ρίες γύ­ρω α­πό το ε­κά­στο­τε ι­στο­ρι­κό πλαί­σιο και τα ε­μπλε­κό­με­να πρό­σω­πα, κα­λύ­πτο­ντας τις α­νά­γκες ε­νός ευ­ρύ­τε­ρου α­να­γνω­στι­κού κοι­νού. Αυ­τό, πι­θα­νώς, ο­φεί­λε­ται στην η­λι­κία, που εί­χαν οι βιο­γρά­φοι κα­τά τη συγ­γρα­φή, και κυ­ρίως στους στό­χους τους. Άλλες οι στο­χεύ­σεις μιας δια­τρι­βής κι άλ­λες μιας με­λέ­της, που γί­νε­ται σε η­λι­κία “ώ­ρι­μου γή­ρα­τος”. Όπως και να έ­χει, η μο­νο­γρα­φία της Μασ­σόν εί­ναι συ­στη­μα­τι­κή ως προς την ε­ρευ­νη­τι­κή υ­πο­δο­μή και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση, ως προς την πα­ρου­σία­ση. Χω­ρί­ζε­ται σε τέσ­σε­ρα μέ­ρη, με­τά προ­λό­γου και ε­πι­λό­γου. Το πρώ­το κα­λύ­πτει τα παι­δι­κά χρό­νια του Καλ­λι­γά και ε­κεί­να των σπου­δών του. Το δεύ­τε­ρο πα­ρα­κο­λου­θεί τη στα­διο­δρο­μία του α­πό 23 ε­τών, που ε­γκα­θί­στα­ται στην Αθή­να, μέ­χρι τα 40. Πα­ρεμ­βάλ­λε­ται έ­να τρί­το μέ­ρος, συ­ντο­μό­τε­ρο των άλ­λων, που κα­λύ­πτει μό­λις μια διε­τία, πο­λύ ση­μα­ντι­κή, ό­μως, α­φού α­να­φέ­ρε­ται στη συγ­γρα­φή του μο­να­δι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Καλ­λι­γά, του «Θά­νου Βλέ­κα». Τέ­λος, το τέ­ταρ­το μέ­ρος κα­λύ­πτει τα ε­πό­με­να 40 χρό­νια του βίου του, τιτ­λο­φο­ρού­με­νο «Η κα­τα­ξίω­ση». Του κυ­ρίως σώ­μα­τος της με­λέ­της προ­τάσ­σε­ται α­να­λυ­τι­κό χρο­νο­λό­γιο και έ­πε­ται ερ­γο­γρα­φία Καλ­λι­γά και γε­νι­κό­τε­ρη βι­βλιο­γρα­φία.
Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των νε­α­νι­κών χρό­νων του Καλ­λι­γά εί­ναι οι συ­νε­χείς με­τα­το­πί­σεις. Ο πα­τέ­ρας του κα­τα­γό­ταν α­πό τα Καλ­λι­γά­τα Κε­φα­λο­νιάς και ο­νο­μα­ζό­ταν Πα­να­γής Άννι­νος ή Πα­να­γής Καλ­λι­γάς-Άννι­νος. Πι­θα­νο­λο­γεί­ται ό­τι η ε­μπλο­κή της οι­κο­γέ­νειάς του στους ξε­ση­κω­μούς των Λη­ξου­ριω­τών ε­να­ντίον των ξέ­νων αρ­χών, Γάλ­λων και με­τά Ρώ­σων, συ­νέ­βα­λε στη φυ­γή του α­πό το νη­σί και την αλ­λα­γή του ε­πι­θέ­του του. Όπως και να έ­χει, το 1810, ή­ταν 36 ε­τών και εί­χε ε­γκα­τα­στα­θεί στη Σμύρ­νη. Τό­τε, αρ­ρα­βω­νιά­στη­κε την δε­κα­τε­τρά­χρο­νη Σο­φία Μαυ­ρο­γορ­δά­του, που, πέ­ραν του νε­α­ρού της η­λι­κίας της, ή­ταν και μια πο­λύ­φερ­νη νύ­φη. Απέ­κτη­σαν δυο παι­διά, την Μα­ρία και τον Παύ­λο, και μια διώ­ρο­φη πο­λυ­τε­λή κα­τοι­κία στον πα­ρα­κεί­με­νο ε­ξο­χι­κό συ­νοι­κι­σμό του Μπουρ­νό­βα. Φαί­νε­ται, ό­μως, ό­τι ο Πα­να­γής Καλ­λι­γάς χρειά­στη­κε, για δεύ­τε­ρη φο­ρά, να ε­γκα­τα­λεί­ψει το σπί­τι του και τη Σμύρ­νη, πι­θα­νο­λο­γεί­ται λό­γω α­νά­μι­ξής του σε ε­νέρ­γειες ε­να­ντίον των Οθω­μα­νι­κών Αρχών. Αυ­τή τη φο­ρά, ε­γκα­τα­στά­θη­κε στην Τερ­γέ­στη, ό­που και πέ­θα­νε, στις 18 Ια­νουα­ρίου 1832.
Από την πλευ­ρά του, ο Παύ­λος Καλ­λι­γάς γρά­φτη­κε μεν, μό­λις τε­τρα­ε­τής, στην Ευαγ­γε­λι­κή Σχο­λή Σμύρ­νης, αλ­λά έ­μελ­λε να σπου­δά­σει στη Δύ­ση και να θεω­ρεί ε­αυ­τόν Έλλη­να της Τερ­γέ­στης. Ανθη­ρή η ε­κεί ελ­λη­νι­κή κοι­νό­τη­τα, διέ­θε­τε και ελ­λη­νι­κό σχο­λείο. Ωστό­σο, ο Πα­να­γής Καλ­λι­γάς προ­τί­μη­σε να στεί­λει τον γιο του στο Φλαγ­γι­νια­νό Γυ­μνά­σιο της Βε­νε­τίας. Ση­μα­ντι­κό εκ­παι­δευ­τή­ριο α­πό την ί­δρυ­σή του τον 17ο αιώ­να, εί­χε κλεί­σει το 1797 με την κα­τά­λυ­ση της Βε­νε­τι­κής Δη­μο­κρα­τίας α­πό τους Γάλ­λους και μό­λις το 1823, ε­πα­να­λει­τούρ­γη­σε και πά­λι ως έ­να ελ­λη­νι­κό σχο­λείο. Ο Παύ­λος έ­μει­νε μό­νο δυο χρό­νια στη Βε­νε­τία, με­τά ε­στά­λη στο Κο­λέ­γιο Έγερ της Γε­νεύης, ε­γκα­τα­λεί­πο­ντας ο­ρι­στι­κά την ελ­λη­νι­κή εκ­παί­δευ­ση. Όπως φαί­νε­ται, ο Πα­να­γής Καλ­λι­γάς δεν το ε­πέ­λε­ξε για να του προ­σφέ­ρει γαλ­λό­φω­νη και προ­τε­στα­ντι­κή παι­δεία - για έ­μπο­ρο, άλ­λω­στε, τον προό­ρι­ζε - αλ­λά για το κλί­μα της Ελβε­τίας, λό­γω της ευαί­σθη­της κρά­σης του. Με­τά το θά­να­το του πα­τέ­ρα του, ο Παύ­λος στρά­φη­κε στην γερ­μα­νι­κή παι­δεία, α­κο­λου­θώ­ντας τις δι­κές του προ­τι­μή­σεις. Σπού­δα­σε νο­μι­κά, δια­δο­χι­κά, σε Μό­να­χο, Βε­ρο­λί­νο και Χαϊδελ­βέρ­γη. Ρω­μαϊκό Δί­καιο δι­δά­χτη­κε α­πό τον πρω­το­πό­ρο γερ­μα­νό νο­μο­μα­θή Φρή­ντριχ Καρλ φον Σα­βι­νιύ, ι­δρυ­τή της “ι­στο­ρι­κής σχο­λής” του Δι­καίου, που υ­πο­στή­ρι­ζε ό­τι το πνεύ­μα του Δι­καίου πρέ­πει να ερ­μη­νεύε­ται με βά­ση τις ι­στο­ρι­κές πη­γές. Πά­νω σε αυ­τό το θέ­μα πα­ρου­σία­σε το δι­δα­κτο­ρι­κό του στην Χαϊδελ­βέρ­γη, που στά­θη­κε το πρώ­το βή­μα για την πε­ντά­το­μη πραγ­μα­τεία του Ρω­μαϊκού Δι­καίου, την ο­ποία ε­ξέ­δω­σε α­πό το 1848 μέ­χρι το 1866.
Ιδιαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον έ­χει έ­να πα­ρέμ­βλη­το κε­φά­λαιο, στο ο­ποίο πα­ρου­σιά­ζε­ται η δια­σω­θεί­σα βι­βλιο­θή­κη του Καλ­λι­γά. Με σχε­δια­γράμ­μα­τα και στα­τι­στι­κές α­να­λύ­σεις δί­νε­ται μια ευ­κρι­νής ι­δέα για τις α­να­γνώ­σεις του. Η ει­κό­να συ­μπλη­ρώ­νε­ται α­πό έ­να δια­σω­θέν ση­μειω­μα­τά­ριό του. Ακο­λου­θεί πο­σο­τι­κή και θε­μα­τι­κή α­νά­λυ­ση του συ­νο­λι­κού του έρ­γου, που φτά­νει τους 72 τίτ­λους. Όπως φαί­νε­ται, ο με­γα­λύ­τε­ρος α­ριθ­μός των σε­λί­δων εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νες στο Βυ­ζά­ντιο και συ­γκε­κρι­μέ­να, στην ε­φαρ­μο­γή ε­κεί του Ρω­μαϊκού Δι­καίου. Στο χώ­ρο του Βυ­ζα­ντίου και στην αυ­στη­ρή κρι­τι­κή του για τη βυ­ζα­ντι­νή κοι­νω­νία ε­ντο­πί­ζε­ται και η α­ντι­δι­κία του με τον Πα­παρ­ρη­γό­που­λο, που, αρ­χι­κά, εκ­φρά­στη­κε σε ο­ξείς τό­νους α­πό την πλευ­ρά του Καλ­λι­γά. Χά­ρις, ό­μως, στην με­τροέ­πεια του Πα­παρ­ρη­γό­που­λου, οι τό­νοι κα­τέ­βη­καν στο ε­πί­πε­δο μιας θεω­ρη­τι­κής δια­φω­νίας, ό­πως ση­μειώ­νει ο Δη­μα­ράς.
Ως έ­νας έ­μπει­ρος “ξε­νό­φερ­τος” έ­φτα­σε ο Καλ­λι­γάς, το 1837, στο Ναύ­πλιο. Εκεί κα­τοι­κού­σε η α­δελ­φή του, Μα­ρία, σύ­ζυ­γος πλέ­ον του για­τρού Νι­κό­λα­ου Κω­στή, και η μη­τέ­ρα του. Λί­γο αρ­γό­τε­ρα, ε­γκα­τα­στά­θη­κε στην Αθή­να, ό­που προ­σπά­θη­σε να συν­δυά­σει τη νο­μι­κή με την πα­νε­πι­στη­μια­κή στα­διο­δρο­μία. Και το κα­τόρ­θω­σε. Ήδη, το 1842, διο­ρί­στη­κε πρώ­τος πρό­ε­δρος στον Άρειο Πά­γο και το ε­πό­με­νο έ­τος, κα­θη­γη­τής Ρω­μαϊκού Δι­καίου. Ανε­ξάρ­τη­τα αν, δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, τον α­πέ­λυ­σε ο Κω­λέτ­της, ε­πει­δή αρ­νή­θη­κε να υ­πο­στη­ρί­ξει τον δι­κό του υ­πο­ψή­φιο για την εκ­προ­σώ­πη­ση του πα­νε­πι­στη­μίου στο κοι­νο­βού­λιο. Επα­να­διο­ρί­στη­κε στα κα­το­πι­νά χρό­νια και το 1865, α­να­γο­ρεύ­θη­κε τα­κτι­κός κα­θη­γη­τής. Συ­νο­λι­κά, χρη­μά­τι­σε κα­θη­γη­τής του Ρω­μαϊκού Δι­καίου για πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τριά­ντα χρό­νια. Πα­ρό­μοιες βρα­χυ­χρό­νιες θη­τείες, που α­κο­λου­θού­σαν τα πο­λι­τι­κά σκα­μπα­νε­βά­σμα­τα, εί­χε και στα διά­φο­ρα υ­πουρ­γεία: Δι­καιο­σύ­νης, το 1854, Εξω­τε­ρι­κών, το 1863 και πά­λι το ε­πό­με­νο έ­τος, Δι­καιο­σύ­νης και προ­σω­ρι­νά Παι­δείας και Θρη­σκευ­μά­των, το 1865, Οι­κο­νο­μι­κών, το 1882.
Τις φι­λε­λεύ­θε­ρες α­πό­ψεις του τις δη­μο­σιο­ποιεί, ή­δη, με το πρώ­το του σύγ­γραμ­μα, που α­φο­ρά τον Τύ­πο. Σε αυ­τό, ξε­κι­νά, θέ­το­ντας το ε­ρώ­τη­μα: «Εί­ναι ε­πω­φε­λής εις την κοι­νω­νίαν η ε­λευ­θε­ρο­τυ­πία, ή εί­ναι ε­πι­ζή­μιος;» Στη συ­νέ­χεια, δια­τυ­πώ­νει την ά­πο­ψη ό­τι για την α­νά­πτυ­ξη πο­λι­τι­κού βίου, πρέ­πει να δια­μορ­φω­θεί μια κοι­νή γνώ­μη, ι­κα­νή να ξε­φύ­γει α­πό το ε­πί­πε­δο των προ­σω­πι­κών δια­φο­ρών. Τα ε­πό­με­να συγ­γράμ­μα­τά του α­φο­ρούν τη σύ­ντα­ξη α­στι­κού κώ­δι­κα. Χά­ρις σε αυ­τά διο­ρί­στη­κε στην αρ­μό­δια ε­πι­τρο­πή για τη σύ­ντα­ξή του. Ενώ, κα­θο­ρι­στι­κή στά­θη­κε και η συμ­με­το­χή του στη σύ­ντα­ξη του Συ­ντάγ­μα­τος, που εκ­χω­ρή­θη­κε με­τά το Κί­νη­μα της 3ης Σε­πτεμ­βρίου 1843. Πρό­τυ­πο δη­μό­σιου άν­δρα ο Καλ­λι­γάς, διέ­πρε­ψε με τις α­γο­ρεύ­σεις του, τό­σο στο Κοι­νο­βού­λιο και τα Δι­κα­στή­ρια ό­σο και στις πα­νε­πι­στη­μια­κές πα­ρα­δό­σεις, που χα­ρα­κτη­ρί­στη­καν “ε­πι­στη­μο­νι­κά συλ­λα­λη­τή­ρια” χά­ρις στο πλή­θος ε­πι­στη­μό­νων που προ­σήρ­χε­το, πέ­ραν των φοι­τη­τών.
Το 1844, ο Καλ­λι­γάς έ­κα­νε έ­να μα­κρύ τα­ξί­δι στην Ανα­το­λή, Σύ­ρο – Σμύρ­νη – Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, α­πό το ο­ποίο προέ­κυ­ψε έ­να τα­ξι­διω­τι­κό, με τη μορ­φή 14 ε­πι­στο­λών. Και λί­γα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, έ­να δεύ­τε­ρο τα­ξί­δι στην Τερ­γέ­στη, γύ­ρω στο 1849, α­πό το ο­ποίο προέ­κυ­ψε έ­να δεύ­τε­ρο τα­ξι­διω­τι­κό, αλ­λά και έ­νας αρ­ρα­βώ­νας. Όσο α­φο­ρά τον οι­κο­γε­νεια­κό του βίο, α­κο­λού­θη­σε το πα­ρά­δειγ­μα του πα­τέ­ρα του. Στα 35 του αρ­ρα­βω­νιά­στη­κε την 18χρο­νη Μα­ρία Μα­νού­ση, κό­ρη πλού­σιας οι­κο­γέ­νειας της Τερ­γέ­στης, την ο­ποία και πα­ντρεύ­τη­κε δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα. Τό­τε, ξε­κί­νη­σε και αυ­τός να χτί­ζει οι­κία νε­ο­κλα­σι­κού ρυθ­μού στην ο­δό Στα­δίου, α­πέ­να­ντι α­πό τα τό­τε βα­σι­λι­κά ιπ­πο­στά­σια. Σή­με­ρα, στο χώ­ρο των βα­σι­λι­κών ιπ­πο­στα­σίων υ­ψώ­νε­ται το μέ­γα­ρο του Με­το­χι­κού Τα­μείου Στρα­τού και α­πό την οι­κία Καλ­λι­γά α­πέ­μει­νε, εις α­νά­μνη­ση, η ο­μώ­νυ­μη Στοά.
Με μια μι­κρή πα­ρέν­θε­ση για τη συγ­γρα­φή του «Θά­νου Βλέ­κα», ο Καλ­λι­γάς πα­ρέ­μει­νε δια βίου α­φο­σιω­μέ­νος στα νο­μι­κά και την πο­λι­τι­κή. Με­τά το 1856, ω­στό­σο, τα εν­δια­φέ­ρο­ντά του ε­πι­κε­ντρώ­θη­καν στην οι­κο­νο­μία και την ι­στο­ριο­γρα­φία. Πί­στευε ό­τι “ως τέ­χνη η ι­στο­ριο­γρα­φία δεν εί­ναι του τυ­χό­ντος”. Γι’ αυ­τό και το 1858, υ­πο­στή­ρι­ζε ό­τι πρέ­πει να γρα­φεί η ι­στο­ρία της Ελλη­νι­κής Επα­νά­στα­σης, πα­ρό­λο που υ­πήρ­χαν οι Ιστο­ρίες του Σπυ­ρί­δω­νος Τρι­κού­πη και του σκώ­του φι­λέλ­λη­να Τό­μας Γκόρ­ντον, κα­θώς και η πρώ­τη μορ­φή της Ιστο­ρίας του Πα­παρ­ρη­γό­που­λου. Εκφρά­ζει μια ου­μα­νι­στι­κή ά­πο­ψη πε­ρί ι­στο­ριο­γρα­φίας, α­ντα­να­κλώ­ντας τις α­πό­ψεις των δια­φω­τι­στών. Αυ­τές τις α­πό­ψεις υ­πε­ρα­σπί­στη­κε και στον πο­λι­τι­κό στί­βο, αρ­χής γε­νο­μέ­νης α­πό την Συ­ντα­κτι­κή Εθνο­συ­νέ­λευ­ση του 1862, στην ο­ποία συμ­με­τεί­χε ε­πί μια διε­τία. Την ε­πό­με­νη χρο­νιά, ως υ­πουρ­γός Εξω­τε­ρι­κών, εί­χε τη χα­ρά να α­να­κοι­νώ­σει την έ­νω­ση των πά­τριων ε­δα­φών, του­τέ­στιν της Επτα­νή­σου, με την Ελλά­δα.
Την ε­να­σχό­λη­σή του με τα οι­κο­νο­μι­κά θέ­μα­τα δεί­χνει και ο ρό­λος που δια­δρα­μά­τι­σε στην Εθνι­κή Τρά­πε­ζα αλ­λά και σε άλ­λα τρα­πε­ζο-οι­κο­νο­μι­κά ι­δρύ­μα­τα. Από το 1841 ή­ταν σύμ­βου­λος της Εθνι­κής Τρά­πε­ζας, νο­μι­κός σύμ­βου­λος το 1860, και το 1885, ό­ντας έ­νας α­πό τους με­γά­λους με­τό­χους της, α­νέ­λα­βε υ­πο­διοι­κη­τής και το 1890 διοι­κη­τής. Του α­πέ­δω­σαν, μά­λι­στα, την προ­σω­νυ­μία “κέρ­βε­ρος του δη­μο­σίου χρή­μα­τος”.
Εφ’ ό­ρου ζωής ο Καλ­λι­γάς στά­θη­κε έ­νας α­κά­μα­τος συγ­γρα­φέ­ας. Ωστό­σο, η Μασ­σόν ε­κτι­μά­ει ό­τι, α­πό τα γρα­πτά του, α­ντέ­χουν σή­με­ρα μό­νο το «Σύ­στη­μα Ρω­μαϊκού Δι­καίου» και το μυ­θι­στό­ρη­μά του. Ενώ, συ­νο­ψί­ζει τη δια­τρι­βή της με τον ε­πι­γραμ­μα­τι­κό χα­ρα­κτη­ρι­σμό: “ο Καλ­λι­γάς ή­ταν έ­νας φι­λε­λεύ­θε­ρος νο­μο­μα­θής”. Έργο αυ­τού του φι­λε­λεύ­θε­ρου νο­μο­μα­θούς έ­μελ­λε να εί­ναι “το πρώ­το μας κοι­νω­νι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα”, κα­τά την α­πό­φαν­ση Δη­μα­ρά, η ο­ποία, σε α­ντί­θε­ση με άλ­λες κρί­σεις του, έ­γι­νε γε­νι­κό­τε­ρα α­πο­δε­κτή. Το «Θά­νος Βλέ­κας» δη­μο­σιεύ­θη­κε σε συ­νέ­χειες στο πε­ριο­δι­κό «Παν­δώ­ρα» α­πό τις 15 Οκτω­βρίου 1855 έως τις 15 Φε­βρουα­ρίου 1856. Ο Καλ­λι­γάς δεν εμ­φα­νί­στη­κε ως συγ­γρα­φέ­ας του, αλ­λά, με ε­πι­στο­λή του προς τον εκ­δό­τη του πε­ριο­δι­κού Νι­κό­λαο Δρα­γού­μη, που δη­μο­σιεύ­τη­κε ως πρό­λο­γος, το πα­ρου­σία­σε ως έρ­γο ε­νός α­πο­θα­νό­ντος α­πό την σο­βού­σα τό­τε ε­πι­δη­μία χο­λέ­ρας, τον ο­ποίο και δεν κα­το­νο­μά­ζει.
Ει­ση­γη­τής, λοι­πόν, στα κα­θ’ η­μάς, του κοι­νω­νι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος δεν υ­πήρ­ξε έ­νας Μπαλ­ζάκ ή έ­νας Ντί­κε­νς, αλ­λά έ­νας νο­μο­μα­θής, που θεω­ρού­σε το εν λό­γω έρ­γο του α­σή­μα­ντο “νε­α­νίευ­μα”. Επι­προ­σθέ­τως, ή­ταν έ­νας νο­μο­μα­θής, που η βι­βλιο­θή­κη του δεί­χνει ό­τι δεν διά­βα­ζε ι­διαί­τε­ρα λο­γο­τε­χνία. Η Μασ­σόν πα­ρου­σιά­ζει πρι­σμα­τι­κά το μυ­θι­στό­ρη­μα και θέ­τει το εν­δια­φέ­ρον ε­ρώ­τη­μα, κα­τά πό­σο ο «Θά­νος Βλέ­κας» ε­πη­ρέ­α­σε τον Εντμόν Αμπού κα­τά τη συγ­γρα­φή του μυ­θι­στο­ρή­μα­τός του, «Ο βα­σι­λεύς των ο­ρέων», που εκ­δό­θη­κε στο Πα­ρί­σι, τον Οκτώ­βριο του 1856. Όπως και να έ­χει, ο «Θά­νος Βλέ­κας» και γε­νι­κό­τε­ρα το μυ­θι­στό­ρη­μα της πρώ­της πε­ντη­κο­ντα­ε­τίας του ελ­λη­νι­κού κρά­τους πα­ρα­μέ­νει έ­να α­νοι­κτό θέ­μα. Στη βι­βλιο­γρα­φία , η Μασ­σόν δί­νει κα­τά­λο­γο των αυ­το­τε­λών εκ­δό­σεων του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Το “νε­α­νίευ­μα” του, με τη μορ­φή βι­βλίου, ο Καλ­λι­γάς το πή­ρε στα χέ­ρια του το 1887. Να θυ­μί­σου­με πως α­πο­τέ­λε­σε τον πρώ­το τό­μο στη σει­ρά «Η πε­ζο­γρα­φι­κή μας πα­ρά­δο­ση» του Μα­νό­λη Ανα­γνω­στά­κη, α­ντα­να­κλώ­ντας την πα­λαιό­τε­ρη ά­πο­ψη ό­τι με αυ­τό ξε­κι­νά η πε­ζο­γρα­φι­κή μας πα­ρά­δο­ση.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Τρεις βυζαντινοί χρονικογράφοι

Ιωάν­νης Κα­μι­νιά­της
Ευ­στά­θιος Θεσ­σα­λο­νί­κης
Ιωάν­νης Ανα­γνώ­στης
«Χρο­νι­κά των Αλώ­σεων
της Θεσ­σα­λο­νί­κης»
Με­τά­φρα­ση: Χά­ρης Μέσ­σης
Ει­σα­γω­γή-σχό­λια:
Paolo Odorico
Εκδό­σεις Άγρα Μάρ­τιος 2010

Δυο εί­ναι οι Αλώ­σεις της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης και α­πό αυ­τές έ­μει­ναν γνω­στά ο­ρι­σμέ­να χρο­νι­κά, που κα­τέ­γρα­ψαν ό­σα συ­νέ­βη­σαν στη διάρ­κειά τους. Για την πρώ­τη Άλω­ση, ε­κεί­νη του 1204, ό­ταν οι ιπ­πό­τες - μάλ­λον συρ­φε­τός Ευ­ρω­παίων κα­τ' ευ­φη­μι­σμόν ιπ­πό­τες - της Τέ­ταρ­της Σταυ­ρο­φο­ρίας πα­ρε­ξέ­κλι­ναν της πο­ρείας τους προς τους Άγιους Τό­πους και μπού­κα­ραν στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, υ­πάρ­χει το χρο­νι­κό του φρά­γκου ιπ­πό­τη Γο­δε­φρεί­δου Βιλ­λαρ­δουί­νου και η λε­πτο­με­ρής “χρο­νι­κή διή­γη­σις” του Νι­κή­τα Χω­νιά­τη. Για τη δεύ­τε­ρη και ο­ρι­στι­κή, ε­κεί­νη του 1453, υ­πάρ­χουν πολ­λά χρο­νι­κά και συγ­γρα­φές. Τέσ­σε­ρις, ό­μως, ι­στο­ρι­κοί θεω­ρού­νται ως οι ση­μα­ντι­κό­τε­ροι: Ο Γεώρ­γιος Σφρα­ντ­ζής με το “μι­κρό” και “με­γά­λο” χρο­νι­κό του, ο Λαό­νι­κος Χαλ­κο­κον­δύ­λης, ο Δού­κας και ο Ίμβριος Μι­χαήλ Κρι­τό­βου­λος.
Τρεις, α­ντι­στοί­χως, εί­ναι οι Αλώ­σεις της Θεσ­σα­λο­νί­κης και λι­γό­τε­ρο γνω­στά τα σχε­τι­κά χρο­νι­κά. Ανα­με­νό­με­νο, α­φού η Θεσ­σα­λο­νί­κη στη Βυ­ζα­ντι­νή Αυ­το­κρα­το­ρία εί­χε πά­ντο­τε το ρό­λο το δεύ­τε­ρο. Η πρώ­τη Άλω­ση της Θεσ­σα­λο­νί­κης έ­γι­νε το 904 α­πό τους Σα­ρα­κη­νούς, που έ­φτα­σαν μέ­χρι τα Δαρ­δα­νέ­λια, α­πεί­λη­σαν την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, αλ­λά τε­λι­κά πο­λιόρ­κη­σαν και κα­τέ­λα­βαν τη Θεσ­σα­λο­νί­κη. Φο­βε­ροί πει­ρα­τές οι Σα­ρα­κη­νοί, ερ­χό­με­νοι α­πό τη Βο­ρειο­δυ­τι­κή Αρα­βία, εί­χαν ως έ­δρα τους την Κρή­τη, ό­που και σώ­ζε­ται μέ­χρι σή­με­ρα ο μύ­θος τους σαν ό­ντα δαι­μο­νι­κά. Στην εν λό­γω πο­λιορ­κία αρ­χη­γός ή­ταν ο δια­βό­η­τος πει­ρα­τής Λέων ο Τρι­πο­λί­της, ό­πως α­πο­κα­λεί­το, λό­γω της κα­τα­γω­γής του α­πό την Τρί­πο­λη της Φοι­νί­κης, ο ο­ποίος αιχ­μα­λω­τί­στη­κε και ε­ξισ­λα­μί­στη­κε α­πό τους Άρα­βες. Ο βυ­ζα­ντι­νός στό­λος εί­χε πο­λύ υ­πο­φέ­ρει α­πό τη ναυ­τι­κή και πο­λε­μι­κή δε­ξιό­τη­τά του.
Η δεύ­τε­ρη Άλω­ση της Θεσ­σα­λο­νί­κης έ­γι­νε το 1185 α­πό τους Νορ­μαν­δούς. Ωστό­σο, λί­γο αρ­γό­τε­ρα, με την πρώ­τη Άλω­ση της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, υ­πέ­στη κι αυ­τή τις συ­νέ­πειες και βρέ­θη­κε πρω­τεύου­σα λα­τι­νι­κού βα­σι­λείου. Τό­τε οι Σταυ­ρο­φό­ροι, κα­τά το μοί­ρα­σμα των ι­μα­τίων, την πα­ρα­χώ­ρη­σαν στον Βο­νι­φά­τιο τον Μομ­φερ­ρα­τι­κό. Μέ­χρι την Άλω­ση του 1430 α­πό τους Οθω­μα­νούς, άλ­λα­ξε χέ­ρια, περ­νώ­ντας α­πό τους Βυ­ζα­ντι­νούς στους Βε­νε­τούς και τού­μπα­λιν. Το 1387 την κα­τέ­λα­βαν για έ­να μι­κρό διά­στη­μα οι Οθω­μα­νοί. Πά­ντως, η Άλω­ση του 1430 στά­θη­κε η ο­ρι­στι­κή, η ο­ποία κρά­τη­σε μέ­χρι τον Οκτώ­βρη του 1912.
Στον πρό­σφα­το τό­μο, ο ο­ποίος α­φο­ρά και τις τρεις Αλώ­σεις της Θεσ­σα­λο­νί­κης, ε­πι­λέχ­θη­καν τρία χρο­νι­κά: του Ιωάν­νη Κα­μι­νιά­τη, του μη­τρο­πο­λί­τη Ευ­στα­θίου και του Ιωάν­νη Ανα­γνώ­στη. Με­μο­νω­μέ­νες εκ­δό­σεις αυ­τών των χρο­νι­κών έ­χουν κυ­κλο­φο­ρή­σει κα­τά το πα­ρελ­θόν. Με­τα­ξύ αυ­τών, ε­κεί­νες του Γ. Τσά­ρα, οι ο­ποίες και α­να­φέ­ρο­νται στη βι­βλιο­γρα­φία του τό­μου. Θα έ­πρε­πε, ω­στό­σο, να διευ­κρι­νί­ζε­ται, αν πρό­κει­ται για τον Γιάν­νη ή τον Γιώρ­γο Τσά­ρα και α­κό­μη, αν πρό­κει­ται για πρώ­τες εκ­δό­σεις ή ε­πα­νεκ­δό­σεις. Πά­ντως, ο Γιάν­νης Τσά­ρας ε­ξέ­δω­σε το χρο­νι­κό της τρί­της ά­λω­σης το 1958. Πα­ρα­δό­ξως, στην πα­ρού­σα έκ­δο­ση, τα χρο­νι­κά με­τα­γρά­φο­νται α­πό τη λα­τι­νι­κή με­τά­φρα­ση. Πρό­κει­ται για έρ­γο δύο βυ­ζα­ντι­νο­λό­γων του Κέ­ντρου Βυ­ζα­ντι­νών, Νε­ο­ελ­λη­νι­κών και Νο­τιο­ευ­ρω­παϊκών Σπου­δών της Ανω­τά­της Σχο­λής Κοι­νω­νι­κών Επι­στη­μών στο Πα­ρί­σι, ό­που ο Πά­ο­λο Οντε­ρί­κο, που εί­ναι και ο διευ­θυ­ντής του Κέ­ντρου, α­νέ­λα­βε την ει­σα­γω­γή και τα σχό­λια, ε­νώ ο Χά­ρης Μέσ­σης, τη με­τά­φρα­ση. Κα­τα­το­πι­στι­κή η ει­σα­γω­γή, εί­ναι γραμ­μέ­νη με το νέο πνεύ­μα των ι­στο­ρι­κών. Υπο­γραμ­μί­ζε­ται ό­τι η Ιστο­ρία εί­ναι κι αυ­τή μια α­φή­γη­ση, η ο­ποία “κα­τα­σκευά­ζει” μια ει­κό­να των συμ­βά­ντων κα­τά τα δο­κού­ντα του συγ­γρα­φέα. Η ει­σα­γω­γή κα­τα­λή­γει με τη χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή φρά­ση: “Με­γά­λοι τε­χνί­τες των χάρ­τι­νων ο­νεί­ρων, οι Βυ­ζα­ντι­νοί μπό­ρε­σαν να μας ξε­γε­λούν για πά­ντα”.
Δεν γνω­ρί­ζου­με αν τα συ­γκε­κρι­μέ­να χρο­νι­κά για τις τρεις Αλώ­σεις εί­ναι τα ση­μα­ντι­κό­τε­ρα ή τα θεω­ρού­με­να ως πλη­ρέ­στε­ρα. Πά­ντως, για τη δεύ­τε­ρη Άλω­ση υ­πάρ­χει και η “χρο­νι­κή διή­γη­ση” του Χω­νιά­τη, που κα­λύ­πτει το σύ­νο­λο της δρά­σης των ιπ­πο­τών της Τέ­ταρ­της Σταυ­ρο­φο­ρίας. Ενώ, στην τε­λευ­ταία Άλω­ση α­να­φέ­ρο­νται και οι ι­στο­ρι­κοί της Άλω­σης της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, οι ο­ποίοι, ό­μως, δεν υ­πήρ­ξαν αυ­τό­πτες μάρ­τυ­ρες. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό και των τριών χρο­νι­κών, που συ­γκε­ντρώ­θη­καν στον τό­μο, εί­ναι ό­τι οι συγ­γρα­φείς τους υ­πήρ­ξαν αυ­τό­πτες μάρ­τυ­ρες. Επί­σης, και οι τρεις α­νή­κουν στον κλή­ρο και πα­ρου­σιά­ζουν την κα­τα­στρο­φή της πό­λης ως θεία τι­μω­ρία, που ά­ξι­ζε σε έ­ναν α­μαρ­τω­λό λαό.
Ελά­χι­στα πράγ­μα­τα εί­ναι γνω­στά για τον πρώ­το χρο­νι­κο­γρά­φο του τό­μου, τον Ιωάν­νη Κα­μι­νιά­τη ή Κα­με­νιά­τη, ό­πως α­πο­δί­δε­ται συ­νή­θως. Τα πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό αυ­τά τεκ­μαί­ρο­νται α­πό το κεί­με­νό του. Γεν­νη­θείς, το πι­θα­νό­τε­ρο, στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, πε­ρί το 875, ή­ταν πα­ντρε­μέ­νος και εί­χε τρία παι­διά. Ανή­κε στον κα­τώ­τε­ρο κλή­ρο, κα­τέ­χο­ντας το α­ξίω­μα του κου­βου­κλεί­σιου, δη­λα­δή του φέ­ρο­ντος την ποι­μα­ντο­ρι­κή ρά­βδο του ε­πι­σκό­που. Στη συγ­γρα­φή του έρ­γου τον πα­ρα­κί­νη­σε κά­ποιος Γρη­γό­ριος α­πό την Καπ­πα­δο­κία, τον ο­ποίο γνώ­ρι­σε κα­τά την αιχ­μα­λω­σία του στην Τρί­πο­λη του Λι­βά­νου. Το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος των αιχ­μα­λώ­των εί­χε με­τα­φερ­θεί στην Κρή­τη, ω­στό­σο η οι­κο­γέ­νεια του Κα­μι­νιά­τη βρέ­θη­κε στην Τρί­πο­λη, α­πό ό­που, πι­θα­νώς, με­τα­φέρ­θη­καν στην Ταρ­σό για την α­νταλ­λα­γή αιχ­μα­λώ­των.
Στο χρο­νι­κό του, α­να­φέ­ρει ό­σα ο ί­διος έ­ζη­σε. Πε­ρι­γρά­φει λε­πτο­με­ρώς την πό­λη, τα πε­ρί­χω­ρα και τα α­μυ­ντι­κά έρ­γα, που πραγ­μα­το­ποίη­σαν τρεις δια­δο­χι­κοί στρα­τη­γοί, το­νί­ζο­ντας ό­τι αυ­τά, συ­χνά α­πό ο­λι­γω­ρία, έ­μει­ναν α­νο­λο­κλή­ρω­τα. Πα­ρα­στα­τι­κά α­φη­γεί­ται τα τε­χνά­σμα­τα των πει­ρα­τών, οι ο­ποίοι, με τη δο­λιό­τη­τά τους, κα­τόρ­θω­σαν, μέ­σα σε τρεις η­μέ­ρες, να κα­τα­λά­βουν την πό­λη. Με­γα­λύ­τε­ρη έ­κτα­ση δί­νει στα δει­νά της οι­κο­γέ­νειάς του και στην τα­λαι­πω­ρία των αιχ­μα­λώ­των κα­τά τη με­τα­φο­ρά τους στην Κρή­τη. Στο ει­σα­γω­γι­κό μέ­ρος, το­νί­ζει την πα­λαιό­τε­ρη ευη­με­ρία της Θεσ­σα­λο­νί­κης, κυ­ρίως, την αλ­λο­τι­νή θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα των κα­τοί­κων της. Το «Εις την ά­λω­σιν της Θεσ­σα­λο­νί­κης», ό­πως εί­ναι ο τίτ­λος του χρο­νι­κού του, δεν α­να­φέ­ρε­ται α­πό τους βυ­ζα­ντι­νούς συγ­γρα­φείς. Αυ­τό ο­δή­γη­σε στην υ­πό­θε­ση ό­τι θα μπο­ρού­σε να πρό­κει­ται για ψευ­δο­χρο­νι­κό, γραμ­μέ­νο με­τά την Άλω­ση της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης.
Ο γνω­στό­τε­ρος α­πό τους τρεις χρο­νι­κο­γρά­φους και ο πλέ­ον καλ­λιερ­γη­μέ­νος εί­ναι ο Ευ­στά­θιος ο Κα­τά­φλω­ρος, ό­πως κα­τα­γρά­φε­ται - λαν­θα­σμέ­να κα­τά τους νεό­τε­ρους με­λε­τη­τές - στις ε­γκυ­κλο­παί­δειες. Πα­ρά τη ζω­ντά­νια της α­φή­γη­σής του, δεν ή­ταν τρια­ντά­χρο­νος ό­πως ο Κα­μι­νιά­της, ό­ταν έ­γρα­φε το χρο­νι­κό του, αλ­λά πλη­σία­ζε ή και εί­χε υ­περ­βεί τα ο­γδό­ντα. Γεν­νη­θείς στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, η χρο­νο­λο­γία γέν­νη­σής του το­πο­θε­τεί­ται με­τα­ξύ 1106 και 1114. Φι­λό­λο­γος και ε­πι­φα­νής θε­ο­λό­γος, συ­νέ­βα­λε κα­θο­ρι­στι­κά στην α­να­γέν­νη­ση των κλα­σι­κών γραμ­μά­των, με ση­μα­ντι­κό­τε­ρο έρ­γο του το «Πα­ρεκ­βο­λαί εις την Ομή­ρου Οδύσ­σειαν και Ιλιά­δα». Έγι­νε αρ­χιε­πί­σκο­πος στα ε­ξή­ντα του και α­νέ­λα­βε την μη­τρό­πο­λη Θεσ­σα­λο­νί­κης το 1175. Εκτός α­πό αυ­τήν κα­θ' ε­αυ­τήν την πε­ρι­γρα­φή της πο­λιορ­κίας, α­να­φέ­ρε­ται εν ε­κτά­σει στην α­νι­κα­νό­τη­τα του στρα­τη­γού Δα­βίδ Κο­μνη­νού, κα­θώς και στον μελ­λο­ντι­κό αυ­το­κρά­το­ρα Ανδρό­νι­κο Κο­μνη­νό. Δι­καιο­λο­γη­μέ­να, α­φού οι βιαιο­πρα­γίες ε­να­ντίον της λα­τι­νι­κής κοι­νό­τη­τας της Θεσ­σα­λο­νί­κης, που έ­γι­ναν με την ά­φι­ξη του Ανδρό­νι­κου, με­τά το θά­να­το του Μα­νουήλ Α', πι­στεύε­ται ό­τι προ­κά­λε­σαν ή έ­δω­σαν την α­φορ­μή στους Νορ­μαν­δούς για την ε­πί­θε­ση.
Με τον τρό­πο του Ηρό­δο­του α­φη­γεί­ται ο Ευ­στά­θιος, σε έ­κτα­ση και α­να­λυ­τι­κά, τα αν­δρα­γα­θή­μα­τα των πο­λιορ­κη­μέ­νων, ποι­κίλ­λο­ντας τη διή­γη­σή του με ο­μη­ρι­κές εκ­φρά­σεις αλ­λά και χω­ρία α­πό τους τρα­γι­κούς συγ­γρα­φείς, μα­ζί με πε­ρι­κο­πές α­πό τη Βί­βλο και τους Πα­τέ­ρες της Εκκλη­σίας. Με­τά την πτώ­ση της πό­λης, διεκ­τρα­γω­δεί τη βα­ναυ­σό­τη­τα των Νορ­μαν­δών, κυ­ρίως τη βαρ­βα­ρό­τη­τα, που ε­πέ­δει­ξαν, κα­τα­στρέ­φο­ντας να­ούς και τραυ­μα­τί­ζο­ντας ιε­ρείς. Από τις ει­κό­νες α­φαι­ρού­σαν τον πο­λύ­τι­μο διά­κο­σμο ή και τη χρυ­σο­ποί­κιλ­τη ε­πέν­δυ­ση. Ού­τε τον τά­φο του Αγίου Δη­μη­τρίου του Μυ­ρο­βλύ­τη δεν σε­βά­στη­καν. Στο έρ­γο τους οι Λα­τί­νοι βρή­καν βο­η­θούς τους Αρμε­νίους. Ο Ευ­στά­θιος α­φιε­ρώ­νει έ­να με­γά­λο μέ­ρος του κει­μέ­νου του στους “α­πο­λί­τι­στους” κα­τα­κτη­τές και τα α­νο­σιουρ­γή­μα­τά τους. Ωστό­σο, ως βα­σι­κή αι­τία της Άλω­σης προ­βάλ­λει την ε­λευ­θε­ριό­τη­τα, που εί­χε ε­πι­κρα­τή­σει στη Θεσ­σα­λο­νί­κη. Μά­λι­στα, προς πα­ρα­στα­τι­κό­τε­ρη α­πό­δο­ση των συν­θη­κών ε­λευ­θε­ριό­τη­τας, κα­τα­φεύ­γει στο ε­πι­γραμ­μα­τι­κό μιας α­πό τό­τε γνω­στής κερ­κυ­ραϊκής πα­ροι­μίας, “ό­ποιος θέ­λει, μπο­ρεί ν' α­πο­πα­τεί ό­που θέ­λει”.
Εντε­λώς ά­γνω­στος πα­ρα­μέ­νει ο τρί­τος χρο­νι­κο­γρά­φος Ιωάν­νης Ανα­γνώ­στης, τον ο­ποίο ου­δείς βυ­ζα­ντι­νός ή με­τα­γε­νέ­στε­ρος α­να­φέ­ρει. Ού­τε, ό­μως, και ο ί­διος, στο κεί­με­νό του, δί­νει πλη­ρο­φο­ρίες για το ά­το­μό του. Πά­ντως, το πι­θα­νό­τε­ρο, α­νή­κε στον κα­τώ­τε­ρο κλή­ρο. Ο πλή­ρης τίτ­λος του χρο­νι­κού του εί­ναι «Διή­γη­σις πε­ρί της τε­λευ­ταίας α­λώ­σεως της Θεσ­σα­λο­νί­κης συ­ντε­θεί­σα προς τι­να των α­ξιο­λό­γων πολ­λά­κις αι­τή­σα­ντα πε­ρί ταύ­της εν ε­πι­τό­μω». Όπου το “τε­λευ­ταίας α­λώ­σεως” υ­πο­νο­εί το ο­ρι­στι­κής. Το χρο­νι­κό χω­ρί­ζε­ται σε 22 κε­φά­λαια. Από αυ­τά, τα 16 πρώ­τα, που α­νι­στο­ρούν ό­σα συ­νέ­βη­σαν στις τέσ­σε­ρις η­μέ­ρες της πο­λιορ­κίας, κα­τα­λή­γο­ντας με την εί­σο­δο των Οθω­μα­νών Τούρ­κων στην πό­λη, α­πο­δί­δο­νται στον Ιωάν­νη Ανα­γνώ­στη, που υ­πήρ­ξε αυ­τό­πτης μάρ­τυ­ρας. Τα ε­πό­με­να, που α­να­φέ­ρο­νται στα πά­θη των κα­τοί­κων αλ­λά και τις κα­τα­στρο­φές των εκ­κλη­σιών, μα­ζί με τον ε­πί­λο­γο, α­πο­δί­δο­νται, α­πό τον βυ­ζα­ντι­νο­λό­γο Γιάν­νη Τσά­ρα, σε άλ­λο συ­ντά­κτη. Από το γε­γο­νός ό­τι πα­ρα­θέ­τει πε­ρι­κο­πές της Βί­βλου και ο­μη­ρι­κές ρή­σεις, υ­πο­θέ­τει ό­τι πρό­κει­ται για κά­ποιο μορ­φω­μέ­νο μο­να­χό. Πά­ντως, τό­σο ο Ανα­γνώ­στης ό­σο και ο συ­νε­χι­στής του, ε­πη­ρεά­ζο­νται α­πό τον τρό­πο γρα­φής του χρο­νι­κού του Κα­μι­νιά­τη. Σύμ­φω­να με τον Κρού­μπα­χε­ρ, αυ­τός ο δεύ­τε­ρος συγ­γρα­φέ­ας ε­πι­με­λή­θη­κε ο­λό­κλη­ρο το χρο­νι­κό, προσ­δί­δο­ντάς του έ­ναν “κλαυθ­μη­ρό τό­νο ιε­ρο­κή­ρυ­κος”. Το πι­θα­νό­τε­ρο, αυ­τός συ­νέ­γρα­ψε και τη “μο­νω­δία”, με την ο­ποία κλεί­νει το χρο­νι­κό.
Σε ό­λες τις εκ­δό­σεις πα­λαιών κει­μέ­νων, εν­δεί­κνυ­ται να προ­τάσ­σο­νται τα κεί­με­να και να έ­πε­ται ο σχο­λια­σμός, ώ­στε ο α­να­γνώ­στης να τα δια­βά­ζει α­προ­κα­τά­λη­πτος και να σχη­μα­τί­ζει ι­δίαν ά­πο­ψη. Ει­δάλ­λως, χει­ρα­γω­γεί­ται α­πό τον ι­στο­ρι­κό, που συ­ντάσ­σει την ει­σα­γω­γή. Ιδίως, ό­ταν ε­κεί­νος δεν πα­ρου­σιά­ζει την ά­πο­ψή του ως υ­πό­θε­ση ερ­γα­σίας, αλ­λά την προ­βάλ­λει ως την α­πό­λυ­τη α­λή­θεια. «Ό,τι λεί­πει α­πό αυ­τές τις “ι­στο­ρίες” των α­λώ­σεων της Θεσ­σα­λο­νί­κης εί­ναι α­κρι­βώς η ι­στο­ρία», συ­νο­ψί­ζει, στην ει­σα­γω­γή του, ο Οντο­ρί­κο. Στη συ­νέ­χεια, πα­ρο­μοιά­ζει τους χρο­νι­κο­γρά­φους με τους δη­μο­σιο­γρά­φους και τους πο­λι­τι­κούς σχο­λια­στές του σή­με­ρα, για να κα­τα­λή­ξει, ε­φευ­ρί­σκο­ντας μια νέα κα­τη­γο­ρία, αυ­τή του “δη­μιουρ­γού” ή “κα­τα­σκευα­στή” ι­στο­ρίας. Το­νί­ζει, πά­ντως, πως δεν αμ­φι­σβη­τού­νται τα γε­γο­νό­τα ού­τε η α­ξία των χρο­νι­κών ως πη­γή, αλ­λά ο τρό­πος γρα­φής τους. Με άλ­λα λό­για, η ι­στο­ρία εί­ναι κα­τ' αρ­χάς ζή­τη­μα ύ­φους και με­τά ζή­τη­μα α­με­ρο­λη­ψίας στην α­πό­δο­ση των γε­γο­νό­των. Κα­τα­λή­γου­με, δη­λα­δή, σε με­τα­τό­πι­ση της ι­στο­ρίας προς την πε­ριο­χή της λο­γο­τε­χνίας. Με τη σει­ρά του, ό­μως, και ο ση­με­ρι­νός ι­στο­ρι­κός, που φαί­νε­ται, σε α­ντί­θε­ση με τους πα­λαιό­τε­ρους, να στο­χεύει στην αιω­νιό­τη­τα και να ο­μνύει στο ό­νο­μα της ι­στο­ρίας, δεν θα πρέ­πει να λη­σμο­νεί, του­λά­χι­στον σύμ­φω­να με το μο­ντέ­λο που ο ί­διος υ­πε­ρα­σπί­ζε­ται, ό­τι κι αυ­τός δεν εί­ναι πα­ρά έ­νας α­φη­γη­τής, δη­λα­δή “κα­τα­σκευα­στής” της ι­στο­ρίας. Οπό­τε, το δι­κό του κεί­με­νο, ως με­τα­γε­νέ­στε­ρο, προ­τι­μό­τε­ρο θα ή­ταν να δη­μο­σιεύε­ται στη θέ­ση των ε­πι­λε­γό­με­νων.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Αναμνήσεις - κουζινική - συγγραφικές εμμονές

Αθηνά Κακούρη
«Με τα χέρια σταυρωμένα...»
Εκδόσεις Πατάκη
Απρίλιος 2010

Τα βι­βλία της σει­ράς ή μάλ­λον των σει­ρών, «Η κου­ζί­να του συγ­γρα­φέ­α», «Η κου­ζί­να του ι­στο­ρι­κού», «Η κου­ζί­να του αρ­χι­τέ­κτο­να», «Η κου­ζί­να του σκη­νο­θέ­τη» και ο­σο­νού­πω, «Η κου­ζί­να του δη­μιουρ­γού», που διευ­θύ­νει ο Μι­σέλ Φάϊς, διευ­ρύ­νο­ντας συ­νε­χώς το κα­λυ­πτό­με­νο φά­σμα ε­παγ­γελ­μά­των, πα­ρου­σιά­ζουν πολ­λα­πλό εν­δια­φέ­ρον. Οι συγ­γρα­φείς τους ε­ξο­μο­λο­γού­νται, για τη ζωή τους, την τέ­χνη και την τε­χνι­κή τους, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό ό­σα α­πο­κα­λύ­πτουν συ­νή­θως στις κα­τά και­ρούς συ­νε­ντεύ­ξεις τους. Βε­βαίως, η έ­κτα­ση βι­βλίου, που δί­νε­ται στις α­φη­γή­σεις τους, ό­σο και το γε­γο­νός ό­τι έ­να βι­βλίο υ­πό­σχε­ται διάρ­κεια ζωής πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρη α­πό ε­κεί­νη της ε­φη­με­ρι­δο­γρα­φίας, τους ω­θεί σε διε­ξο­δι­κό­τε­ρες α­νι­στο­ρή­σεις αλ­λά και τους ε­πι­βάλ­λει με­γα­λύ­τε­ρη πει­θαρ­χία στον τρό­πο πα­ρά­θε­σης βιω­μά­των, ε­μπει­ριών και α­πό­ψεων. Εκτός α­πό την κυ­ρίως α­φή­γη­ση, λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­ναρ­πα­στι­κή, α­νά­λο­γα και με το τα­λέ­ντο ε­νός ε­κά­στου, πα­ρέ­χουν τις ι­κα­νές και α­να­γκαίες πλη­ρο­φο­ρίες για τη συγ­γρα­φή ε­νός μελ­λο­ντι­κού λήμ­μα­τος σε κά­ποια γραμ­μα­το­λο­γία νεό­τε­ρων συγ­γρα­φέων, που θα προ­κύ­ψει, ό­ταν αυ­τοί με τη σει­ρά τους δεν θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται πλέ­ον νεό­τε­ροι.
Συ­μπτω­μα­τι­κά, οι τρεις α­πό τους έ­ξι συγ­γρα­φείς, που, μέ­χρι σή­με­ρα, έ­χουν α­νοί­ξει την κου­ζί­να τους στο “α­διά­κρι­το” βλέμ­μα του α­να­γνώ­στη, α­νή­κουν στους γε­νε­α­λο­γι­κά α­τα­ξι­νό­μη­τους, λό­γω αρ­γο­πο­ρη­μέ­νης εκ­κί­νη­σης αλ­λά και χά­ρις στα εί­δη α­φή­γη­σης με τα ο­ποία κα­τα­πιά­νο­νται. Πρό­κει­ται για τους δυο πρε­σβύ­τε­ρους της ο­μά­δας, την Αθη­νά Κα­κού­ρη και τον Πέ­τρο Μάρ­κα­ρη, και για τον νεό­τε­ρο Γιάν­νη Ξαν­θού­λη, ο ο­ποίος και ε­γκαι­νία­σε τη σει­ρά, Νοέμ­βριο 2004, με «Το με­νού των φα­ντα­σμά­των». Όσο για τους τρεις άλ­λους, και οι τρεις γυ­ναί­κες, έ­χουν μεν τα­κτο­ποιη­θεί, οι δυο - δη­λα­δή η Μα­ρώ Δού­κα και η Μα­ρία Μή­τσο­ρα - στη γε­νιά του ’70, και η νεώ­τε­ρή τους Σώ­τη Τρια­ντα­φύλ­λου στην ε­πό­με­νη γε­νε­α­λο­γι­κή ο­μά­δα. Ωστό­σο, οι αυ­το­βιο­γρα­φή­σεις τους έ­δει­ξαν νέες πλευ­ρές του βίου και του έρ­γου τους. Ακό­μη πιο α­πο­κα­λυ­πτι­κό στά­θη­κε το ά­νοιγ­μα της “κου­ζί­νας” των ε­κτός λο­γο­τε­χνίας, ό­πως της ι­στο­ρι­κού Μα­ριάν­νας Κο­ρο­μη­λά, του αρ­χι­τέ­κτο­να Αλέ­ξαν­δρου Το­μπά­ζη και πρό­σφα­τα, του σκη­νο­θέ­τη Νί­κου Πα­να­γιω­τό­που­λου. Δε­δο­μέ­νου ό­τι γνω­ρί­ζα­με πο­λύ λι­γό­τε­ρα για το βίο τους και κυ­ρίως, για το έρ­γο τους.
Πά­ντως, οι “κου­ζί­νες” των συγ­γρα­φέων πα­ρου­σιά­ζουν ποι­κι­λία, κα­θώς ο κα­θέ­νας τους δί­νει την έμ­φα­ση σε δια­φο­ρε­τι­κή κα­τεύ­θυν­ση. Ορι­σμέ­νοι ξε­χω­ρί­ζουν και ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται σε μια ση­μα­ντι­κή πε­ρίο­δο της ζωής τους, συ­νή­θως, στα παι­δι­κά χρό­νια και την ε­φη­βεία, ε­νώ με­ρι­κούς τους α­πα­σχο­λεί πε­ρισ­σό­τε­ρο η “κου­ζι­νι­κή” της ί­διας της συγ­γρα­φής. Το βι­βλίο της Αθη­νάς Κα­κού­ρη, που α­πο­τε­λεί “την κου­ζί­να του συγ­γρα­φέ­α” για το 2010, μάλ­λον δεν ε­ντάσ­σε­ται σε κα­μία α­πό αυ­τές τις δυο ο­μά­δες. Πα­ρό­λο που η Κα­κού­ρη εί­ναι γέν­νη­μα θρέμ­μα Πα­τρι­νή, δεν α­να­σταί­νει την Πά­τρα του Με­σο­πο­λέ­μου, ό­πως πι­θα­νώς να ήλ­πι­ζαν ό­σοι α­πή­λαυ­σαν το μυ­θι­στό­ρη­μά της «Πρι­μα­ρό­λια», στο ο­ποίο πρω­τα­γω­νι­στεί η Πά­τρα στις αρ­χές του 20ου αιώ­να. Το ί­διο φει­δω­λή στέ­κε­ται και ως προς τη φα­νέ­ρω­ση πτυ­χών της “κου­ζι­νι­κής” της. Από μια συγ­γρα­φέα, που έ­χει α­πλώ­σει τό­σο γλα­φυ­ρές πε­ρι­γρα­φές, ο λό­γος της αυ­το­βιο­γρά­φη­σής της φαί­νε­ται σχε­δόν λα­κω­νι­κός. Στις σχε­τι­κά λι­γο­στές α­να­φο­ρές της στα χρό­νια της Πά­τρας, δεν πα­ρεισ­δύει η συ­νή­θης νο­σταλ­γία. Στην πε­ρί­πτω­σή της, η α­να­πό­λη­ση του πα­ρελ­θό­ντος δεν κου­βα­λά θλί­ψη, ού­τε νο­ση­ρή προ­σκόλ­λη­ση σε πα­ρω­χη­μέ­νες κα­τα­στά­σεις. Σε ε­κεί­νο, που ε­πι­μέ­νει, εί­ναι η α­ντι­πα­ρά­θε­ση του τό­τε με το τώ­ρα. Και πά­λι, ό­μως, δεν κα­τα­λή­γει σε συ­μπε­ρά­σμα­τα υ­πέρ της μιας ή της άλ­λης τά­ξεως πραγ­μά­των. Προ­τι­μά να υ­πο­βάλ­λει τις α­πό­ψεις της υ­πό μορ­φή ε­ρω­τη­μά­των.
Ο πρώ­τος χώ­ρος που α­να­κα­λεί εί­ναι το Αρσά­κειο Πα­τρών, έ­να α­πό τα πα­λαιό­τε­ρα εκ­παι­δευ­τή­ρια της χώ­ρας, ι­δρυ­μέ­νο το 1891, κο­ντά τριά­ντα χρό­νια με­τά το Αρσά­κειο Αθη­νών. Σύμ­φω­να με την ι­στο­ρία της Φι­λεκ­παι­δευ­τι­κής Εται­ρείας, ή­ταν ο Δή­μος Πα­τρών, που α­νέ­λα­βε την α­νέ­γερ­ση του κτι­ρίου. Η Κα­κού­ρη, ω­στό­σο, α­να­φέ­ρει ό­τι εί­χε χτι­στεί νω­ρί­τε­ρα και αρ­χι­κά λει­τούρ­γη­σε ως ξε­νο­δο­χείο. Θυ­μά­ται την κύ­πρια διευ­θύ­ντρια, με σπου­δές στο Πα­ρί­σι, που α­νέ­λα­βε κα­θή­κο­ντα κά­που στα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του 1930. Εί­χε, μά­λι­στα, φέ­ρει α­πό το νη­σί το πο­δή­λα­τό της, που έ­μει­νε στο κα­σό­νι του. Τό­τε, στην Πά­τρα, “γυ­ναί­κα πά­νω σε πο­δή­λα­το ή­ταν πράγ­μα α­δια­νό­η­το”. Ακό­μη και δε­κα­πέ­ντε χρό­νια αρ­γό­τε­ρα και α­φού εί­χε με­σο­λα­βή­σει η κοι­νω­νι­κή α­να­στά­τω­ση που έ­φε­ρε η Κα­το­χή, κυ­κλο­φο­ρώ­ντας η ί­δια κα­θη­με­ρι­νά με πο­δή­λα­το, “α­πο­τε­λού­σε θέ­α­μα”.
Να διορ­θώ­σου­με ε­δώ έ­να lapsus calami της συγ­γρα­φέως. Η εν λό­γω διευ­θύ­ντρια δεν ο­νο­μα­ζό­ταν Αρσι­νόη Πα­πα­δο­πού­λου. Η Κα­κού­ρη, το πι­θα­νό­τε­ρο, πα­ρα­σύ­ρε­ται α­πό την α­θη­ναία πε­ζο­γρά­φο Αρσι­νόη Πα­πα­δο­πού­λου, που μπο­ρεί και να διά­βα­ζε στα νε­α­νι­κά της χρό­νια. Και ε­κεί­νη υ­πήρ­ξε Αρσα­κειά­δα, αλ­λά το 1931 ή­ταν 78 ε­τών. Ορι­σμέ­νες πη­γές, μά­λι­στα, την α­να­φέ­ρουν πε­θα­μέ­νη α­πό το 1930. Το σω­στό εί­ναι ό­τι πέ­θα­νε το 1943, μό­νη και λη­σμο­νη­μέ­νη, στο Γη­ρο­κο­μείο Αθη­νών. Όπως και να έ­χει, η δα­σκά­λα της Κα­κού­ρη ή­ταν η Περ­σε­φό­νη Πα­πα­δο­πού­λου, γεν­νη­μέ­νη σε χω­ριό της Πά­φου, το 1888. Από­φοι­τος του Αρσα­κείου Αθη­νών, πρώ­τα δί­δα­ξε σε σχο­λεία της Κύ­πρου, με­τά συ­μπλή­ρω­σε τις σπου­δές της στο Πα­ρί­σι και ε­πέ­στρε­ψε στο νη­σί και στο Δι­δα­σκα­λείο Θη­λέων της Φα­νε­ρω­μέ­νης. Στην Πά­τρα πή­γε το 1935 και έ­μει­νε ως διευ­θύ­ντρια της Αρσα­κείου Παι­δα­γω­γι­κής Ακα­δη­μίας μέ­χρι το θά­να­τό της, το 1948. Δεν πι­στεύου­με ό­τι ο ε­κεί διο­ρι­σμός της, που έ­γι­νε κα­τό­πιν πρό­σκλη­σης α­πό την Ελλη­νι­κή Κυ­βέρ­νη­ση, σχε­τί­ζε­ται με το Κί­νη­μα του 1931 στην Κύ­προ και την κα­τα­στο­λή του α­πό τους Άγγλους, ό­πως α­να­φέ­ρει η Κα­κού­ρη.
Από τα οι­κο­γε­νεια­κά της πρό­σω­πα, η συγ­γρα­φέ­ας ζω­ντα­νεύει τις δυο για­γιά­δες της και τον έ­ναν παπ­πού, που πρό­λα­βε να γνω­ρί­σει, τον Κε­φαλ­λο­νί­τη, α­πό την πλευ­ρά του πα­τέ­ρα της. Ο τίτ­λος του βι­βλίου της εί­ναι ε­μπνευ­σμέ­νος α­πό τα λό­για της μη­τέ­ρας της, που την προέ­τρε­πε να μην μέ­νει “με τα χέ­ρια σταυ­ρω­μέ­να”, αλ­λά να “κά­νει κά­τι”. Με αυ­τό εν­νοού­σε κά­ποια χρή­σι­μη α­σχο­λία, α­πό αυ­τές που γί­νο­νται με τα χέ­ρια, κα­θό­σον η ί­δια ή­ταν, αυ­τό που λέ­με μέ­χρι και σή­με­ρα, χρυ­σο­χέ­ρα. Πά­ντως, σε αυ­τές τις ε­να­σχο­λή­σεις δεν νο­εί­το το διά­βα­σμα. Ανα­φε­ρό­με­νη στα συ­γκε­κρι­μέ­να πρό­σω­πα, στο­χεύει να δεί­ξει τον τρό­πο, που με­γά­λω­νε έ­να κο­ρί­τσι στα α­στι­κά σπί­τια της ε­πο­χής της. Κυ­ρίαρ­χο πρό­σω­πο σε αυ­τά τα χρό­νια της μα­θη­τείας στά­θη­κε ο πα­τέ­ρας της Χα­ρί­λα­ος Κα­κού­ρης, τον ο­ποίο πα­ρου­σιά­ζει σαν έ­ναν εύ­πο­ρο πο­λί­τη, ερ­γα­τι­κό και δί­καιο. Αυ­το­δη­μιούρ­γη­τος, ξε­κί­νη­σε α­πό χω­ριό της Κε­φαλ­λο­νιάς. Στην Πά­τρα ε­γκα­τα­στά­θη­κε το 1909 και έ­στη­σε πρα­κτο­ρείο πλοίων και πε­τρε­λαιο­ει­δών. Με α­φορ­μή τον τρό­πο που ε­κεί­νος διηύ­θυ­νε την ε­πι­χεί­ρη­σή του, σχο­λιά­ζει πως ή­ταν τό­τε οι σχέ­σεις ερ­γο­δό­τη και ερ­γα­ζο­μέ­νων.
Ορι­σμέ­να α­πό τα πρώ­τα κε­φά­λαια του βι­βλίου, ό­που η συγ­γρα­φέ­ας α­να­πτύσ­σει το πως νο­εί­το τό­τε η φι­λαν­θρω­πία, προ­τι­μώ­ντας τη λέ­ξη φι­λαλ­λη­λία, που δεν έ­χει κα­μία κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κή χροιά, και το ση­μα­ντι­κό ρό­λο, που δια­δρα­μά­τι­ζαν ο­ρι­σμέ­νοι σύλ­λο­γοι και σύν­δε­σμοι κα­τά την πα­γκό­σμια οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση του 1929, α­πο­κτούν, στη ση­με­ρι­νή συ­γκυ­ρία, ε­πί­και­ρο χα­ρα­κτή­ρα. Αφού πε­ρι­γρά­φει την ε­τή­σια Λα­χειο­φό­ρο Αγο­ρά και ως ε­πι­στέ­γα­σμά της, τον Με­γά­λο Χο­ρό, που διορ­γά­νω­ναν, κα­τα­λή­γει με το ε­πι­μύ­θιο: «Η φι­λαλ­λη­λία της ε­πο­χής των γο­νιών μου δεν ή­ταν βλο­συ­ρή.». Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, α­να­φέ­ρει τις α­να­μνη­στι­κές φω­το­γρα­φίες, που τρα­βού­σε ο κα­λύ­τε­ρος τό­τε φω­το­γρά­φος της πό­λης, ο Ατζα­ρί­της. Προς συ­μπλή­ρω­ση και ε­πει­δή η α­να­φο­ρά μό­νο του ε­πω­νύ­μου, χω­ρίς το μι­κρό ό­νο­μα, συ­νη­θί­ζε­ται μεν στις α­φη­γή­σεις, αλ­λά α­δι­κεί τον καλ­λι­τέ­χνη, θυ­μί­ζου­με ό­τι πρό­κει­ται για τον Νι­κό­λαο Ατζα­ρί­τη ή Ατσα­ρί­τη, γιο του ι­τα­λού φω­το­γρά­φου Ιω­σήφ - Αθα­νά­σιου Ατζα­ρί­τη, που ή­ταν έ­νας α­πό τους πρώ­τους φω­το­γρά­φους της πό­λης, μα­ζί με τον κου­νιά­δο του Νι­κό­λαο Μπίρ­κο. Όταν πέ­θα­νε ο Ατζα­ρί­της, το 1926, το φω­το­γρα­φείο του το α­νέ­λα­βαν οι δυο γιοι του, ο Ονού­φριος και ο Νι­κό­λα­ος, ό­που ο δεύ­τε­ρος, φοι­τη­τής της Σχο­λής Κα­λών Τε­χνών - κα­τό­πιν δια­κρί­θη­κε ως ζω­γρά­φος και γλύ­πτης - εί­χε την καλ­λι­τε­χνι­κή διεύ­θυν­ση.
Δυο κε­φά­λαια του βι­βλίου α­φιε­ρώ­νο­νται στην προ­σω­πι­κό­τη­τα του Ιωάν­νη Με­τα­ξά και την πε­ρίο­δο της Κα­το­χής, ό­που, δί­πλα στις προ­σω­πι­κές της ε­μπει­ρίες, σκια­γρα­φεί ι­στο­ρι­κά πρό­σω­πα, που διηύ­θυ­ναν τις τύ­χες της Ελλά­δος, ξε­κι­νώ­ντας α­πό τον Κα­πο­δί­στρια και φθά­νο­ντας στον Με­τα­ξά, με ου­δό­λως εύ­φη­μο μνεία για τον εν­διά­με­σο, Ελευ­θέ­ριο Βε­νι­ζέ­λο. Ταυ­τό­χρο­να, ε­ντο­πί­ζει και ε­ξη­γεί τις πη­γές της μυ­θι­στο­ριο­γρα­φίας της, ε­πι­μέ­νο­ντας στα ι­δε­ο­λο­γι­κά της ε­ρε­θί­σμα­τα. Ιδίως, α­να­φέ­ρε­ται στο προ πε­ντα­ε­τίας ι­στο­ρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μά της «Θέ­κλη», που δια­δρα­μα­τί­ζε­ται τον και­ρό των Βαλ­κα­νι­κών Πο­λέ­μων. Πα­ρα­θέ­τει αυ­τού­σια και δυο α­φη­γή­μα­τά της, δη­μο­σιευ­μέ­να στο μα­κρό­βιο πε­ριο­δι­κό «Ευ­θύ­νη», που τε­λεύ­τη­σε προ­σφά­τως και σύ­ντο­μα θα α­νή­κει κι αυ­τό στα δυ­σεύ­ρε­τα πα­λαιά πε­ριο­δι­κά.
Κομ­βι­κό κε­φά­λαιο εί­ναι το α­φιε­ρω­μέ­νο στις βι­βλιο­θή­κες. Εντρυ­φώ­ντας σε αυ­τές δεν α­γά­πη­σε μό­νο την α­νά­γνω­ση αλ­λά έ­βα­λε και τις βά­σεις της “κου­ζι­νι­κής” της. Πα­ρα­τη­ρεί ό­τι στο Με­σο­πό­λε­μο, α­κό­μη και σε έ­να α­στι­κό σπί­τι, τα βι­βλία ή­ταν λι­γο­στά και με­τρη­μέ­να ή­ταν τα σπί­τια που εί­χαν βι­βλιο­θή­κη. Θυ­μά­ται την η­μιυ­πό­γεια Αμε­ρι­κα­νι­κή Βι­βλιο­θή­κη της Υπη­ρε­σίας Πλη­ρο­φο­ριών των Η­ΠΑ, που ά­νοι­ξε το 1948, αλ­λά και την α­χα­νή Βι­βλιο­θή­κη του Πα­νε­πι­στη­μίου του Πρίν­στον, που γνώ­ρι­σε χρό­νια αρ­γό­τε­ρα. Με συ­γκί­νη­ση α­να­κα­λεί τα πρώ­τα συγ­γρα­φι­κά της εγ­χει­ρή­μα­τα, που τις εί­χαν α­να­θέ­σει ο Χρή­στος Λα­μπρά­κης και ο Άλκης Αγγέ­λου. Μια στι­χο­μυ­θία με τον δεύ­τε­ρο της έ­δω­σε το σκού­ντη­μα για να βου­τή­ξει στα βα­θιά της έ­ρευ­νας και να α­πο­τε­λεί σή­με­ρα μια α­πό τις λί­γες συγ­γρα­φείς μας, που στη­ρί­ζουν τις ι­στο­ρι­κές μυ­θο­πλα­σίες τους σε διε­ξο­δι­κή αρ­χεια­κή έ­ρευ­να και ό­χι στα έ­τοι­μα των ι­στο­ρι­κών.
Ο Αγγέ­λου την ρώ­τη­σε: «Κυ­ρία Κα­κού­ρη, ξέ­ρε­τε να φτειά­ξε­τε μια πλο­κή; Ξέ­ρε­τε να δη­μιουρ­γή­σε­τε χα­ρα­κτή­ρες; Να κι­νή­σε­τε πρό­σω­πα; Σκε­φτή­κα­τε πο­τέ να γρά­ψε­τε έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα;» Εκεί­νη, έ­χο­ντας ή­δη έ­τοι­μα, στο συρ­τά­ρι της, τρία, κα­τέ­νευ­σε. Οπό­τε ο Αγγέ­λου έ­θε­σε το ε­ρώ­τη­μα: «Για­τί λοι­πόν δεν γρά­φε­τε έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα για την ε­πο­χή του Δια­φω­τι­σμού;» Απο­ρη­μέ­νη α­πά­ντη­σε ό­τι δεν γνω­ρί­ζει τί­πο­τα για τον Δια­φω­τι­σμό, ο­πό­τε και πή­ρε την α­πο­στο­μω­τι­κή α­πά­ντη­ση: «Ανά­γνω­ση δεν ξέ­ρε­τε; Να δια­βά­σε­τε και θα μά­θε­τε.»
Μυ­θι­στό­ρη­μα για την ε­πο­χή του Δια­φω­τι­σμού, τε­λι­κά, η Κα­κού­ρη δεν έ­γρα­ψε. Προ­τί­μη­σε να πα­ρα­μεί­νει στον 20ο αιώ­να. Με α­στυ­νο­μι­κά ξε­κί­νη­σε την συγ­γρα­φι­κή της πο­ρεία, το 1963, ε­νώ το πρώ­το ι­στο­ρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μά της, που ε­ξέ­δω­σε το 1970, ή­ταν έ­να α­πό τα δυο ι­στο­ρι­κά, που εί­χε έ­τοι­μα στο συρ­τά­ρι της, το «Δρα­πέ­της της Αυ­λώ­νας». Στην “πε­ρίερ­γη”, ό­πως την α­πο­κα­λεί, ι­στο­ρία της έκ­δο­σής του α­φιε­ρώ­νει έ­να ι­διαί­τε­ρο κε­φά­λαιο. Γι’ αυ­τό το μυ­θι­στό­ρη­μα, που πλέ­κε­ται γύ­ρω α­πό το παι­δο­μά­ζω­μα, του­τέ­στιν τη συ­γκέ­ντρω­ση, στα χρό­νια του Εμφυ­λίου, α­πό το Δη­μο­κρα­τι­κό Στρα­τό παι­διών α­πό τη Βό­ρεια Ελλά­δα και την α­πο­στο­λή τους στις Ανα­το­λι­κές Χώ­ρες, έ­κα­νε την πρώ­τη συ­στη­μα­τι­κή έ­ρευ­να σε ε­φη­με­ρί­δες, αλ­λά και στα Αρχεία του Υπουρ­γείου Εξω­τε­ρι­κών. Την α­πα­σχο­λού­σε κα­τά πό­σο πράγ­μα­τι μπο­ρεί να συ­νέ­βη ή μή­πως ε­πρό­κει­το για προ­πα­γάν­δα, ό­πως ο­ρι­σμέ­νοι υ­πο­στή­ρι­ζαν τό­τε. Βε­βαίως, το ε­ρώ­τη­μα, που θέ­τουν ό­σοι, α­κό­μη και σή­με­ρα, προ­βλη­μα­τί­ζο­νται, α­φο­ρά την ί­δια τη λέ­ξη, “παι­δο­μά­ζω­μα”, και τη φόρ­τι­ση που κου­βα­λά α­πό τα ο­θω­μα­νι­κά χρό­νια. Πά­ντως, δί­νει την πλη­ρο­φο­ρία, ό­τι, εν και­ρώ Δι­κτα­το­ρίας, ου­δείς εί­χε την διά­θε­ση να εκ­δώ­σει βι­βλίο με πα­ρό­μοιο θέ­μα, ε­κτός α­πό τις εκ­δό­σεις «Κι­βω­τός» του Χρή­στου Κα­κού­ρη. Ανα­φέ­ρει και το σχε­τι­κό με το “παι­δο­μά­ζω­μα” βι­βλίο του α­πο­σκιρ­τή­σα­ντα α­πό το ΚΚΕ Γεωρ­γίου Μα­νού­κα. Βι­βλίο “κλα­σι­κό” ε­πί του θέ­μα­τος, ό­πως το εμ­φα­νί­ζει, το ο­ποίο η Απρι­λια­νή Δι­κτα­το­ρία α­να­τύ­πω­σε στις εκ­δό­σεις του Γε­νι­κού Επι­τε­λείου Στρα­τού.
Ενδια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει η θη­τεία της στη με­τα­φρα­στι­κή δου­λειά ό­χι βι­βλίων αλ­λά στα πλαί­σια ε­νός πε­ριο­δι­κού, με­τά το 1967, στον «Τα­χυ­δρό­μο», με ε­πι­κε­φα­λής τον χαλ­κέ­ντε­ρο συγ­γρα­φέα Γεώρ­γιο Ρούσ­σο. Η νοο­τρο­πία ως προς την ποιό­τη­τα και το ψα­λί­δι­σμα δεν δια­φέ­ρει και πο­λύ α­πό ε­κεί­νη της ε­πο­χής του Πα­πα­δια­μά­ντη, έ­να πε­ρί­που αιώ­να νω­ρί­τε­ρα. Ιδιαί­τε­ρο κε­φά­λαιο α­φιε­ρώ­νε­ται στο μο­να­δι­κό φαι­νό­με­νο, που α­πο­τέ­λε­σε ο «Τα­χυ­δρό­μος» κα­τά την προ­η­γού­με­νη δε­κα­ε­τία. Την ε­πο­χή του Γ. Π. Σαβ­βί­δη και της Λέ­νας Σαβ­βί­δη. Όπως ε­πι­γραμ­μα­τι­κά γρά­φει, “οι Σαβ­βί­δη­δες εί­χαν κα­τά νου να πουν πράγ­μα­τα ζου­με­ρά” και τα εί­παν. “Ήταν δά­σκα­λος”, ο Σαβ­βί­δης, “και ε­πει­δή γνώ­ρι­ζε και α­γα­πού­σε την ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία, ό­λες μας τις α­πό­πει­ρες, α­κό­μη και σε εί­δη που δεν εί­ναι κα­θα­ρώς λο­γο­τε­χνι­κά τις μέ­τρα­γε χω­ρίς να κά­νει σκό­ντα”.
Εν τέ­λει, η “κου­ζί­να της συγ­γρα­φέως” Αθη­νάς Κα­κού­ρη εί­ναι εν­δια­φέ­ρου­σα, για­τί εί­ναι φτιαγ­μέ­νη με τα ί­δια υ­λι­κά, που χρη­σι­μο­ποιεί και στα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά της.
Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου