Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2010

Αναμνήσεις - κουζινική - συγγραφικές εμμονές

Αθηνά Κακούρη
«Με τα χέρια σταυρωμένα...»
Εκδόσεις Πατάκη
Απρίλιος 2010

Τα βι­βλία της σει­ράς ή μάλ­λον των σει­ρών, «Η κου­ζί­να του συγ­γρα­φέ­α», «Η κου­ζί­να του ι­στο­ρι­κού», «Η κου­ζί­να του αρ­χι­τέ­κτο­να», «Η κου­ζί­να του σκη­νο­θέ­τη» και ο­σο­νού­πω, «Η κου­ζί­να του δη­μιουρ­γού», που διευ­θύ­νει ο Μι­σέλ Φάϊς, διευ­ρύ­νο­ντας συ­νε­χώς το κα­λυ­πτό­με­νο φά­σμα ε­παγ­γελ­μά­των, πα­ρου­σιά­ζουν πολ­λα­πλό εν­δια­φέ­ρον. Οι συγ­γρα­φείς τους ε­ξο­μο­λο­γού­νται, για τη ζωή τους, την τέ­χνη και την τε­χνι­κή τους, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό ό­σα α­πο­κα­λύ­πτουν συ­νή­θως στις κα­τά και­ρούς συ­νε­ντεύ­ξεις τους. Βε­βαίως, η έ­κτα­ση βι­βλίου, που δί­νε­ται στις α­φη­γή­σεις τους, ό­σο και το γε­γο­νός ό­τι έ­να βι­βλίο υ­πό­σχε­ται διάρ­κεια ζωής πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρη α­πό ε­κεί­νη της ε­φη­με­ρι­δο­γρα­φίας, τους ω­θεί σε διε­ξο­δι­κό­τε­ρες α­νι­στο­ρή­σεις αλ­λά και τους ε­πι­βάλ­λει με­γα­λύ­τε­ρη πει­θαρ­χία στον τρό­πο πα­ρά­θε­σης βιω­μά­των, ε­μπει­ριών και α­πό­ψεων. Εκτός α­πό την κυ­ρίως α­φή­γη­ση, λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­ναρ­πα­στι­κή, α­νά­λο­γα και με το τα­λέ­ντο ε­νός ε­κά­στου, πα­ρέ­χουν τις ι­κα­νές και α­να­γκαίες πλη­ρο­φο­ρίες για τη συγ­γρα­φή ε­νός μελ­λο­ντι­κού λήμ­μα­τος σε κά­ποια γραμ­μα­το­λο­γία νεό­τε­ρων συγ­γρα­φέων, που θα προ­κύ­ψει, ό­ταν αυ­τοί με τη σει­ρά τους δεν θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται πλέ­ον νεό­τε­ροι.
Συ­μπτω­μα­τι­κά, οι τρεις α­πό τους έ­ξι συγ­γρα­φείς, που, μέ­χρι σή­με­ρα, έ­χουν α­νοί­ξει την κου­ζί­να τους στο “α­διά­κρι­το” βλέμ­μα του α­να­γνώ­στη, α­νή­κουν στους γε­νε­α­λο­γι­κά α­τα­ξι­νό­μη­τους, λό­γω αρ­γο­πο­ρη­μέ­νης εκ­κί­νη­σης αλ­λά και χά­ρις στα εί­δη α­φή­γη­σης με τα ο­ποία κα­τα­πιά­νο­νται. Πρό­κει­ται για τους δυο πρε­σβύ­τε­ρους της ο­μά­δας, την Αθη­νά Κα­κού­ρη και τον Πέ­τρο Μάρ­κα­ρη, και για τον νεό­τε­ρο Γιάν­νη Ξαν­θού­λη, ο ο­ποίος και ε­γκαι­νία­σε τη σει­ρά, Νοέμ­βριο 2004, με «Το με­νού των φα­ντα­σμά­των». Όσο για τους τρεις άλ­λους, και οι τρεις γυ­ναί­κες, έ­χουν μεν τα­κτο­ποιη­θεί, οι δυο - δη­λα­δή η Μα­ρώ Δού­κα και η Μα­ρία Μή­τσο­ρα - στη γε­νιά του ’70, και η νεώ­τε­ρή τους Σώ­τη Τρια­ντα­φύλ­λου στην ε­πό­με­νη γε­νε­α­λο­γι­κή ο­μά­δα. Ωστό­σο, οι αυ­το­βιο­γρα­φή­σεις τους έ­δει­ξαν νέες πλευ­ρές του βίου και του έρ­γου τους. Ακό­μη πιο α­πο­κα­λυ­πτι­κό στά­θη­κε το ά­νοιγ­μα της “κου­ζί­νας” των ε­κτός λο­γο­τε­χνίας, ό­πως της ι­στο­ρι­κού Μα­ριάν­νας Κο­ρο­μη­λά, του αρ­χι­τέ­κτο­να Αλέ­ξαν­δρου Το­μπά­ζη και πρό­σφα­τα, του σκη­νο­θέ­τη Νί­κου Πα­να­γιω­τό­που­λου. Δε­δο­μέ­νου ό­τι γνω­ρί­ζα­με πο­λύ λι­γό­τε­ρα για το βίο τους και κυ­ρίως, για το έρ­γο τους.
Πά­ντως, οι “κου­ζί­νες” των συγ­γρα­φέων πα­ρου­σιά­ζουν ποι­κι­λία, κα­θώς ο κα­θέ­νας τους δί­νει την έμ­φα­ση σε δια­φο­ρε­τι­κή κα­τεύ­θυν­ση. Ορι­σμέ­νοι ξε­χω­ρί­ζουν και ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται σε μια ση­μα­ντι­κή πε­ρίο­δο της ζωής τους, συ­νή­θως, στα παι­δι­κά χρό­νια και την ε­φη­βεία, ε­νώ με­ρι­κούς τους α­πα­σχο­λεί πε­ρισ­σό­τε­ρο η “κου­ζι­νι­κή” της ί­διας της συγ­γρα­φής. Το βι­βλίο της Αθη­νάς Κα­κού­ρη, που α­πο­τε­λεί “την κου­ζί­να του συγ­γρα­φέ­α” για το 2010, μάλ­λον δεν ε­ντάσ­σε­ται σε κα­μία α­πό αυ­τές τις δυο ο­μά­δες. Πα­ρό­λο που η Κα­κού­ρη εί­ναι γέν­νη­μα θρέμ­μα Πα­τρι­νή, δεν α­να­σταί­νει την Πά­τρα του Με­σο­πο­λέ­μου, ό­πως πι­θα­νώς να ήλ­πι­ζαν ό­σοι α­πή­λαυ­σαν το μυ­θι­στό­ρη­μά της «Πρι­μα­ρό­λια», στο ο­ποίο πρω­τα­γω­νι­στεί η Πά­τρα στις αρ­χές του 20ου αιώ­να. Το ί­διο φει­δω­λή στέ­κε­ται και ως προς τη φα­νέ­ρω­ση πτυ­χών της “κου­ζι­νι­κής” της. Από μια συγ­γρα­φέα, που έ­χει α­πλώ­σει τό­σο γλα­φυ­ρές πε­ρι­γρα­φές, ο λό­γος της αυ­το­βιο­γρά­φη­σής της φαί­νε­ται σχε­δόν λα­κω­νι­κός. Στις σχε­τι­κά λι­γο­στές α­να­φο­ρές της στα χρό­νια της Πά­τρας, δεν πα­ρεισ­δύει η συ­νή­θης νο­σταλ­γία. Στην πε­ρί­πτω­σή της, η α­να­πό­λη­ση του πα­ρελ­θό­ντος δεν κου­βα­λά θλί­ψη, ού­τε νο­ση­ρή προ­σκόλ­λη­ση σε πα­ρω­χη­μέ­νες κα­τα­στά­σεις. Σε ε­κεί­νο, που ε­πι­μέ­νει, εί­ναι η α­ντι­πα­ρά­θε­ση του τό­τε με το τώ­ρα. Και πά­λι, ό­μως, δεν κα­τα­λή­γει σε συ­μπε­ρά­σμα­τα υ­πέρ της μιας ή της άλ­λης τά­ξεως πραγ­μά­των. Προ­τι­μά να υ­πο­βάλ­λει τις α­πό­ψεις της υ­πό μορ­φή ε­ρω­τη­μά­των.
Ο πρώ­τος χώ­ρος που α­να­κα­λεί εί­ναι το Αρσά­κειο Πα­τρών, έ­να α­πό τα πα­λαιό­τε­ρα εκ­παι­δευ­τή­ρια της χώ­ρας, ι­δρυ­μέ­νο το 1891, κο­ντά τριά­ντα χρό­νια με­τά το Αρσά­κειο Αθη­νών. Σύμ­φω­να με την ι­στο­ρία της Φι­λεκ­παι­δευ­τι­κής Εται­ρείας, ή­ταν ο Δή­μος Πα­τρών, που α­νέ­λα­βε την α­νέ­γερ­ση του κτι­ρίου. Η Κα­κού­ρη, ω­στό­σο, α­να­φέ­ρει ό­τι εί­χε χτι­στεί νω­ρί­τε­ρα και αρ­χι­κά λει­τούρ­γη­σε ως ξε­νο­δο­χείο. Θυ­μά­ται την κύ­πρια διευ­θύ­ντρια, με σπου­δές στο Πα­ρί­σι, που α­νέ­λα­βε κα­θή­κο­ντα κά­που στα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του 1930. Εί­χε, μά­λι­στα, φέ­ρει α­πό το νη­σί το πο­δή­λα­τό της, που έ­μει­νε στο κα­σό­νι του. Τό­τε, στην Πά­τρα, “γυ­ναί­κα πά­νω σε πο­δή­λα­το ή­ταν πράγ­μα α­δια­νό­η­το”. Ακό­μη και δε­κα­πέ­ντε χρό­νια αρ­γό­τε­ρα και α­φού εί­χε με­σο­λα­βή­σει η κοι­νω­νι­κή α­να­στά­τω­ση που έ­φε­ρε η Κα­το­χή, κυ­κλο­φο­ρώ­ντας η ί­δια κα­θη­με­ρι­νά με πο­δή­λα­το, “α­πο­τε­λού­σε θέ­α­μα”.
Να διορ­θώ­σου­με ε­δώ έ­να lapsus calami της συγ­γρα­φέως. Η εν λό­γω διευ­θύ­ντρια δεν ο­νο­μα­ζό­ταν Αρσι­νόη Πα­πα­δο­πού­λου. Η Κα­κού­ρη, το πι­θα­νό­τε­ρο, πα­ρα­σύ­ρε­ται α­πό την α­θη­ναία πε­ζο­γρά­φο Αρσι­νόη Πα­πα­δο­πού­λου, που μπο­ρεί και να διά­βα­ζε στα νε­α­νι­κά της χρό­νια. Και ε­κεί­νη υ­πήρ­ξε Αρσα­κειά­δα, αλ­λά το 1931 ή­ταν 78 ε­τών. Ορι­σμέ­νες πη­γές, μά­λι­στα, την α­να­φέ­ρουν πε­θα­μέ­νη α­πό το 1930. Το σω­στό εί­ναι ό­τι πέ­θα­νε το 1943, μό­νη και λη­σμο­νη­μέ­νη, στο Γη­ρο­κο­μείο Αθη­νών. Όπως και να έ­χει, η δα­σκά­λα της Κα­κού­ρη ή­ταν η Περ­σε­φό­νη Πα­πα­δο­πού­λου, γεν­νη­μέ­νη σε χω­ριό της Πά­φου, το 1888. Από­φοι­τος του Αρσα­κείου Αθη­νών, πρώ­τα δί­δα­ξε σε σχο­λεία της Κύ­πρου, με­τά συ­μπλή­ρω­σε τις σπου­δές της στο Πα­ρί­σι και ε­πέ­στρε­ψε στο νη­σί και στο Δι­δα­σκα­λείο Θη­λέων της Φα­νε­ρω­μέ­νης. Στην Πά­τρα πή­γε το 1935 και έ­μει­νε ως διευ­θύ­ντρια της Αρσα­κείου Παι­δα­γω­γι­κής Ακα­δη­μίας μέ­χρι το θά­να­τό της, το 1948. Δεν πι­στεύου­με ό­τι ο ε­κεί διο­ρι­σμός της, που έ­γι­νε κα­τό­πιν πρό­σκλη­σης α­πό την Ελλη­νι­κή Κυ­βέρ­νη­ση, σχε­τί­ζε­ται με το Κί­νη­μα του 1931 στην Κύ­προ και την κα­τα­στο­λή του α­πό τους Άγγλους, ό­πως α­να­φέ­ρει η Κα­κού­ρη.
Από τα οι­κο­γε­νεια­κά της πρό­σω­πα, η συγ­γρα­φέ­ας ζω­ντα­νεύει τις δυο για­γιά­δες της και τον έ­ναν παπ­πού, που πρό­λα­βε να γνω­ρί­σει, τον Κε­φαλ­λο­νί­τη, α­πό την πλευ­ρά του πα­τέ­ρα της. Ο τίτ­λος του βι­βλίου της εί­ναι ε­μπνευ­σμέ­νος α­πό τα λό­για της μη­τέ­ρας της, που την προέ­τρε­πε να μην μέ­νει “με τα χέ­ρια σταυ­ρω­μέ­να”, αλ­λά να “κά­νει κά­τι”. Με αυ­τό εν­νοού­σε κά­ποια χρή­σι­μη α­σχο­λία, α­πό αυ­τές που γί­νο­νται με τα χέ­ρια, κα­θό­σον η ί­δια ή­ταν, αυ­τό που λέ­με μέ­χρι και σή­με­ρα, χρυ­σο­χέ­ρα. Πά­ντως, σε αυ­τές τις ε­να­σχο­λή­σεις δεν νο­εί­το το διά­βα­σμα. Ανα­φε­ρό­με­νη στα συ­γκε­κρι­μέ­να πρό­σω­πα, στο­χεύει να δεί­ξει τον τρό­πο, που με­γά­λω­νε έ­να κο­ρί­τσι στα α­στι­κά σπί­τια της ε­πο­χής της. Κυ­ρίαρ­χο πρό­σω­πο σε αυ­τά τα χρό­νια της μα­θη­τείας στά­θη­κε ο πα­τέ­ρας της Χα­ρί­λα­ος Κα­κού­ρης, τον ο­ποίο πα­ρου­σιά­ζει σαν έ­ναν εύ­πο­ρο πο­λί­τη, ερ­γα­τι­κό και δί­καιο. Αυ­το­δη­μιούρ­γη­τος, ξε­κί­νη­σε α­πό χω­ριό της Κε­φαλ­λο­νιάς. Στην Πά­τρα ε­γκα­τα­στά­θη­κε το 1909 και έ­στη­σε πρα­κτο­ρείο πλοίων και πε­τρε­λαιο­ει­δών. Με α­φορ­μή τον τρό­πο που ε­κεί­νος διηύ­θυ­νε την ε­πι­χεί­ρη­σή του, σχο­λιά­ζει πως ή­ταν τό­τε οι σχέ­σεις ερ­γο­δό­τη και ερ­γα­ζο­μέ­νων.
Ορι­σμέ­να α­πό τα πρώ­τα κε­φά­λαια του βι­βλίου, ό­που η συγ­γρα­φέ­ας α­να­πτύσ­σει το πως νο­εί­το τό­τε η φι­λαν­θρω­πία, προ­τι­μώ­ντας τη λέ­ξη φι­λαλ­λη­λία, που δεν έ­χει κα­μία κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κή χροιά, και το ση­μα­ντι­κό ρό­λο, που δια­δρα­μά­τι­ζαν ο­ρι­σμέ­νοι σύλ­λο­γοι και σύν­δε­σμοι κα­τά την πα­γκό­σμια οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση του 1929, α­πο­κτούν, στη ση­με­ρι­νή συ­γκυ­ρία, ε­πί­και­ρο χα­ρα­κτή­ρα. Αφού πε­ρι­γρά­φει την ε­τή­σια Λα­χειο­φό­ρο Αγο­ρά και ως ε­πι­στέ­γα­σμά της, τον Με­γά­λο Χο­ρό, που διορ­γά­νω­ναν, κα­τα­λή­γει με το ε­πι­μύ­θιο: «Η φι­λαλ­λη­λία της ε­πο­χής των γο­νιών μου δεν ή­ταν βλο­συ­ρή.». Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, α­να­φέ­ρει τις α­να­μνη­στι­κές φω­το­γρα­φίες, που τρα­βού­σε ο κα­λύ­τε­ρος τό­τε φω­το­γρά­φος της πό­λης, ο Ατζα­ρί­της. Προς συ­μπλή­ρω­ση και ε­πει­δή η α­να­φο­ρά μό­νο του ε­πω­νύ­μου, χω­ρίς το μι­κρό ό­νο­μα, συ­νη­θί­ζε­ται μεν στις α­φη­γή­σεις, αλ­λά α­δι­κεί τον καλ­λι­τέ­χνη, θυ­μί­ζου­με ό­τι πρό­κει­ται για τον Νι­κό­λαο Ατζα­ρί­τη ή Ατσα­ρί­τη, γιο του ι­τα­λού φω­το­γρά­φου Ιω­σήφ - Αθα­νά­σιου Ατζα­ρί­τη, που ή­ταν έ­νας α­πό τους πρώ­τους φω­το­γρά­φους της πό­λης, μα­ζί με τον κου­νιά­δο του Νι­κό­λαο Μπίρ­κο. Όταν πέ­θα­νε ο Ατζα­ρί­της, το 1926, το φω­το­γρα­φείο του το α­νέ­λα­βαν οι δυο γιοι του, ο Ονού­φριος και ο Νι­κό­λα­ος, ό­που ο δεύ­τε­ρος, φοι­τη­τής της Σχο­λής Κα­λών Τε­χνών - κα­τό­πιν δια­κρί­θη­κε ως ζω­γρά­φος και γλύ­πτης - εί­χε την καλ­λι­τε­χνι­κή διεύ­θυν­ση.
Δυο κε­φά­λαια του βι­βλίου α­φιε­ρώ­νο­νται στην προ­σω­πι­κό­τη­τα του Ιωάν­νη Με­τα­ξά και την πε­ρίο­δο της Κα­το­χής, ό­που, δί­πλα στις προ­σω­πι­κές της ε­μπει­ρίες, σκια­γρα­φεί ι­στο­ρι­κά πρό­σω­πα, που διηύ­θυ­ναν τις τύ­χες της Ελλά­δος, ξε­κι­νώ­ντας α­πό τον Κα­πο­δί­στρια και φθά­νο­ντας στον Με­τα­ξά, με ου­δό­λως εύ­φη­μο μνεία για τον εν­διά­με­σο, Ελευ­θέ­ριο Βε­νι­ζέ­λο. Ταυ­τό­χρο­να, ε­ντο­πί­ζει και ε­ξη­γεί τις πη­γές της μυ­θι­στο­ριο­γρα­φίας της, ε­πι­μέ­νο­ντας στα ι­δε­ο­λο­γι­κά της ε­ρε­θί­σμα­τα. Ιδίως, α­να­φέ­ρε­ται στο προ πε­ντα­ε­τίας ι­στο­ρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μά της «Θέ­κλη», που δια­δρα­μα­τί­ζε­ται τον και­ρό των Βαλ­κα­νι­κών Πο­λέ­μων. Πα­ρα­θέ­τει αυ­τού­σια και δυο α­φη­γή­μα­τά της, δη­μο­σιευ­μέ­να στο μα­κρό­βιο πε­ριο­δι­κό «Ευ­θύ­νη», που τε­λεύ­τη­σε προ­σφά­τως και σύ­ντο­μα θα α­νή­κει κι αυ­τό στα δυ­σεύ­ρε­τα πα­λαιά πε­ριο­δι­κά.
Κομ­βι­κό κε­φά­λαιο εί­ναι το α­φιε­ρω­μέ­νο στις βι­βλιο­θή­κες. Εντρυ­φώ­ντας σε αυ­τές δεν α­γά­πη­σε μό­νο την α­νά­γνω­ση αλ­λά έ­βα­λε και τις βά­σεις της “κου­ζι­νι­κής” της. Πα­ρα­τη­ρεί ό­τι στο Με­σο­πό­λε­μο, α­κό­μη και σε έ­να α­στι­κό σπί­τι, τα βι­βλία ή­ταν λι­γο­στά και με­τρη­μέ­να ή­ταν τα σπί­τια που εί­χαν βι­βλιο­θή­κη. Θυ­μά­ται την η­μιυ­πό­γεια Αμε­ρι­κα­νι­κή Βι­βλιο­θή­κη της Υπη­ρε­σίας Πλη­ρο­φο­ριών των Η­ΠΑ, που ά­νοι­ξε το 1948, αλ­λά και την α­χα­νή Βι­βλιο­θή­κη του Πα­νε­πι­στη­μίου του Πρίν­στον, που γνώ­ρι­σε χρό­νια αρ­γό­τε­ρα. Με συ­γκί­νη­ση α­να­κα­λεί τα πρώ­τα συγ­γρα­φι­κά της εγ­χει­ρή­μα­τα, που τις εί­χαν α­να­θέ­σει ο Χρή­στος Λα­μπρά­κης και ο Άλκης Αγγέ­λου. Μια στι­χο­μυ­θία με τον δεύ­τε­ρο της έ­δω­σε το σκού­ντη­μα για να βου­τή­ξει στα βα­θιά της έ­ρευ­νας και να α­πο­τε­λεί σή­με­ρα μια α­πό τις λί­γες συγ­γρα­φείς μας, που στη­ρί­ζουν τις ι­στο­ρι­κές μυ­θο­πλα­σίες τους σε διε­ξο­δι­κή αρ­χεια­κή έ­ρευ­να και ό­χι στα έ­τοι­μα των ι­στο­ρι­κών.
Ο Αγγέ­λου την ρώ­τη­σε: «Κυ­ρία Κα­κού­ρη, ξέ­ρε­τε να φτειά­ξε­τε μια πλο­κή; Ξέ­ρε­τε να δη­μιουρ­γή­σε­τε χα­ρα­κτή­ρες; Να κι­νή­σε­τε πρό­σω­πα; Σκε­φτή­κα­τε πο­τέ να γρά­ψε­τε έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα;» Εκεί­νη, έ­χο­ντας ή­δη έ­τοι­μα, στο συρ­τά­ρι της, τρία, κα­τέ­νευ­σε. Οπό­τε ο Αγγέ­λου έ­θε­σε το ε­ρώ­τη­μα: «Για­τί λοι­πόν δεν γρά­φε­τε έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα για την ε­πο­χή του Δια­φω­τι­σμού;» Απο­ρη­μέ­νη α­πά­ντη­σε ό­τι δεν γνω­ρί­ζει τί­πο­τα για τον Δια­φω­τι­σμό, ο­πό­τε και πή­ρε την α­πο­στο­μω­τι­κή α­πά­ντη­ση: «Ανά­γνω­ση δεν ξέ­ρε­τε; Να δια­βά­σε­τε και θα μά­θε­τε.»
Μυ­θι­στό­ρη­μα για την ε­πο­χή του Δια­φω­τι­σμού, τε­λι­κά, η Κα­κού­ρη δεν έ­γρα­ψε. Προ­τί­μη­σε να πα­ρα­μεί­νει στον 20ο αιώ­να. Με α­στυ­νο­μι­κά ξε­κί­νη­σε την συγ­γρα­φι­κή της πο­ρεία, το 1963, ε­νώ το πρώ­το ι­στο­ρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μά της, που ε­ξέ­δω­σε το 1970, ή­ταν έ­να α­πό τα δυο ι­στο­ρι­κά, που εί­χε έ­τοι­μα στο συρ­τά­ρι της, το «Δρα­πέ­της της Αυ­λώ­νας». Στην “πε­ρίερ­γη”, ό­πως την α­πο­κα­λεί, ι­στο­ρία της έκ­δο­σής του α­φιε­ρώ­νει έ­να ι­διαί­τε­ρο κε­φά­λαιο. Γι’ αυ­τό το μυ­θι­στό­ρη­μα, που πλέ­κε­ται γύ­ρω α­πό το παι­δο­μά­ζω­μα, του­τέ­στιν τη συ­γκέ­ντρω­ση, στα χρό­νια του Εμφυ­λίου, α­πό το Δη­μο­κρα­τι­κό Στρα­τό παι­διών α­πό τη Βό­ρεια Ελλά­δα και την α­πο­στο­λή τους στις Ανα­το­λι­κές Χώ­ρες, έ­κα­νε την πρώ­τη συ­στη­μα­τι­κή έ­ρευ­να σε ε­φη­με­ρί­δες, αλ­λά και στα Αρχεία του Υπουρ­γείου Εξω­τε­ρι­κών. Την α­πα­σχο­λού­σε κα­τά πό­σο πράγ­μα­τι μπο­ρεί να συ­νέ­βη ή μή­πως ε­πρό­κει­το για προ­πα­γάν­δα, ό­πως ο­ρι­σμέ­νοι υ­πο­στή­ρι­ζαν τό­τε. Βε­βαίως, το ε­ρώ­τη­μα, που θέ­τουν ό­σοι, α­κό­μη και σή­με­ρα, προ­βλη­μα­τί­ζο­νται, α­φο­ρά την ί­δια τη λέ­ξη, “παι­δο­μά­ζω­μα”, και τη φόρ­τι­ση που κου­βα­λά α­πό τα ο­θω­μα­νι­κά χρό­νια. Πά­ντως, δί­νει την πλη­ρο­φο­ρία, ό­τι, εν και­ρώ Δι­κτα­το­ρίας, ου­δείς εί­χε την διά­θε­ση να εκ­δώ­σει βι­βλίο με πα­ρό­μοιο θέ­μα, ε­κτός α­πό τις εκ­δό­σεις «Κι­βω­τός» του Χρή­στου Κα­κού­ρη. Ανα­φέ­ρει και το σχε­τι­κό με το “παι­δο­μά­ζω­μα” βι­βλίο του α­πο­σκιρ­τή­σα­ντα α­πό το ΚΚΕ Γεωρ­γίου Μα­νού­κα. Βι­βλίο “κλα­σι­κό” ε­πί του θέ­μα­τος, ό­πως το εμ­φα­νί­ζει, το ο­ποίο η Απρι­λια­νή Δι­κτα­το­ρία α­να­τύ­πω­σε στις εκ­δό­σεις του Γε­νι­κού Επι­τε­λείου Στρα­τού.
Ενδια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει η θη­τεία της στη με­τα­φρα­στι­κή δου­λειά ό­χι βι­βλίων αλ­λά στα πλαί­σια ε­νός πε­ριο­δι­κού, με­τά το 1967, στον «Τα­χυ­δρό­μο», με ε­πι­κε­φα­λής τον χαλ­κέ­ντε­ρο συγ­γρα­φέα Γεώρ­γιο Ρούσ­σο. Η νοο­τρο­πία ως προς την ποιό­τη­τα και το ψα­λί­δι­σμα δεν δια­φέ­ρει και πο­λύ α­πό ε­κεί­νη της ε­πο­χής του Πα­πα­δια­μά­ντη, έ­να πε­ρί­που αιώ­να νω­ρί­τε­ρα. Ιδιαί­τε­ρο κε­φά­λαιο α­φιε­ρώ­νε­ται στο μο­να­δι­κό φαι­νό­με­νο, που α­πο­τέ­λε­σε ο «Τα­χυ­δρό­μος» κα­τά την προ­η­γού­με­νη δε­κα­ε­τία. Την ε­πο­χή του Γ. Π. Σαβ­βί­δη και της Λέ­νας Σαβ­βί­δη. Όπως ε­πι­γραμ­μα­τι­κά γρά­φει, “οι Σαβ­βί­δη­δες εί­χαν κα­τά νου να πουν πράγ­μα­τα ζου­με­ρά” και τα εί­παν. “Ήταν δά­σκα­λος”, ο Σαβ­βί­δης, “και ε­πει­δή γνώ­ρι­ζε και α­γα­πού­σε την ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία, ό­λες μας τις α­πό­πει­ρες, α­κό­μη και σε εί­δη που δεν εί­ναι κα­θα­ρώς λο­γο­τε­χνι­κά τις μέ­τρα­γε χω­ρίς να κά­νει σκό­ντα”.
Εν τέ­λει, η “κου­ζί­να της συγ­γρα­φέως” Αθη­νάς Κα­κού­ρη εί­ναι εν­δια­φέ­ρου­σα, για­τί εί­ναι φτιαγ­μέ­νη με τα ί­δια υ­λι­κά, που χρη­σι­μο­ποιεί και στα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά της.
Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δεν υπάρχουν σχόλια: