Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2009

Άλλος αντ’ άλλου

Η φω­το­γρα­φία, μα­ζί με τη λε­ζά­ντα της, δη­μο­σιεύ­τη­κε στον τό­μο «Εμφύ­λιος Πό­λε­μος. 60 χρό­νια α­πό τη λή­ξη του», που ε­ξέ­δω­σε ε­πε­τεια­κά η ε­φη­με­ρί­δα «Ελευ­θε­ρο­τυ­πία» (29/8/09). Μα­ζί με άλ­λες, ει­κο­νο­γρα­φού­σε ε­κτε­νές κεί­με­νο του Βα­σί­λη Κα­λα­μα­ρά, με τίτ­λο «Με­λά­νι α­πό αί­μα. Δια­νοού­με­νοι και λο­γο­τέ­χνες α­πέ­να­ντι στον Εμφύ­λιο». Στις 28 Σε­πτεμ­βρίου δη­μο­σιεύ­τη­κε στην ε­φη­με­ρί­δα μια μάλ­λον θυ­μω­μέ­νη ε­πι­στο­λή του Ακα­δη­μαϊκού Θα­νά­ση Βαλ­τι­νού, στην ο­ποία ε­πι­ση­μαί­νο­νται “λα­θρο­χει­ρίες“ του συ­ντά­κτη. Σχε­τι­κά με τη φω­το­γρα­φία πα­ρα­τη­ρεί: «Αλλά οι λα­θρο­χει­ρίες δεν στα­μα­τούν ε­δώ. Το άρ­θρο συ­νο­δεύουν πολ­λές φω­το­γρα­φίες συγ­γρα­φέων κυ­ρίως, για τους ο­ποίους γί­νε­ται κά­ποια μνεία σ’ αυ­τό. Ανά­με­σά τους και χω­ρίς κα­νέ­να λό­γο, υ­πάρ­χει πορ­τρέ­το του γνω­στού Ιτα­λού με­λε­τη­τή της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας Μά­ριο Βί­τι. Χω­ρίς κα­νέ­να λό­γο;»
Στη συ­νέ­χεια, α­ντι­γρά­φει τη λε­ζά­ντα και πα­ρα­θέ­τει το α­πό­σπα­σμα α­πό την «Ιστο­ρία της Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Λο­γο­τε­χνίας» του Βίτ­τι, ό­που γί­νε­ται α­να­φο­ρά στο ε­πί­μα­χο βι­βλίο του, το «Ορθο­κω­στά». Για να κα­τα­λή­ξει με το ε­ρώ­τη­μα κα­τά πό­σο αυ­τές οι “λα­θρο­χει­ρίες” “ο­φεί­λο­νται σε α­να­γνω­στι­κή-α­ντι­λη­πτι­κή α­νε­πάρ­κεια του συ­ντά­κτη ή πρό­κει­ται για μια ε­σκεμ­μέ­νη δια­στρέ­βλω­ση”.
Η α­γα­νά­κτη­ση φαί­νε­ται πως θο­λώ­νει και το θρυ­λού­με­νο ως διαυ­γές πνεύ­μα ε­νός Ακα­δη­μαϊκού. Και μά­λι­στα, σε τέ­τοιο βαθ­μό ώ­στε να μην α­να­γνω­ρί­ζει την ό­μορ­φη κο­ψιά του Οδυσ­σέα Ελύ­τη. Πά­ντως, για την ι­στο­ρία, ε­κεί­νο το πρωι­νό, στο Πα­ρί­σι του 1951, ο Βίτ­τι βρι­σκό­ταν πί­σω α­πό το φω­το­γρα­φι­κό φα­κό και ό­χι αυ­τά­ρε­σκα έ­μπρο­σθέν του. Μά­λι­στα, την α­κρι­βή ταυ­τό­τη­τα της φω­το­γρα­φίας ο Βίτ­τι τη συ­μπλη­ρώ­νει στο φω­το­γρα­φι­κό του λεύ­κω­μα («Γρα­φείο με θέα. Φω­το­γρα­φίες 1948-1981») με το ε­πε­ξη­γη­μα­τι­κό λο­γο­παί­γνιο: «Τον έ­στη­σα για να τον φω­το­γρα­φί­σω δί­πλα στον κλο­σάρ χά­ριν του “Ελύ­της/α­λή­της”.»
Ανα­δη­μο­σιεύου­με την φω­το­γρα­φία, ό­χι μό­νο προς α­πο­κα­τά­στα­ση του ει­κο­νι­ζό­με­νου προ­σώ­που και του φω­το­γρά­φου, αλ­λά και ε­πε­τεια­κά. Υπεν­θυ­μί­ζου­με, λοι­πόν, ό­τι στις 18 Οκτω­βρίου συ­μπλη­ρώ­νο­νται δυο δε­κα­ε­τίες α­πό την α­να­κοί­νω­ση της α­πο­νο­μής του βρα­βείου Νό­μπελ στον Ελύ­τη. Άντε μή­πως και τρι­τώ­σει, αλ­λά στην πε­ζο­γρα­φία αυ­τή τη φο­ρά, χω­ρίς ε­μπά­θειες και με κα­θα­ρό­τη­τα πνεύ­μα­τος.
Π. Κ.

Ανόθευτες όψεις από τη Σίφνο

Γιώρ­γος Κα­βαλ­λιε­ρά­κης
«Σίφ­νος α­πό πη­λό και σύν­νε­φο»
Επι­λο­γή κει­μέ­νω­ν: Θ. Θ. Νιάρ­χος
Λε­ζά­ντες φω­το­γρα­φιώ­ν:
Στ. Φα­σου­λής. Δί­γλωσ­ση έκ­δο­ση
(ελ­λη­νι­κά, αγ­γλι­κά). Δή­μος Σίφ­νου,
Εκδ. Κα­στα­νιώ­της, Ιού­νιος 2009

Τα λευ­κώ­μα­τα δεν έ­χουν α­νά­γκη του βι­βλιο­πα­ρου­σια­στή, α­φού οι φω­το­γρα­φίες α­πό μό­νες τους συ­νι­στούν ι­σχυ­ρό δέ­λε­αρ. Εκτός κι αν πρό­κει­ται για ει­κα­στι­κό κρι­τι­κό, που προ­τί­θε­ται να α­πο­τι­μή­σει την αι­σθη­τι­κή τους. Ένας πα­ρό­μοιος δια­με­σο­λα­βη­τής θα μπο­ρού­σε να λει­τουρ­γή­σει ε­πι­κου­ρι­κά στην πε­ρί­πτω­ση που ο φω­το­γρά­φος δεν εί­ναι ευ­ρύ­τε­ρα γνω­στός. Για­τί, κα­κά τα ψέ­μα­τα, μπο­ρεί να λέ­νε πως μια φω­το­γρα­φία α­ξί­ζει ό­σο χί­λιες λέ­ξεις, έ­να, ό­μως, διά­ση­μο ό­νο­μα με­τρά­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο και α­πό χί­λιες φω­το­γρα­φίες. Ας μην λη­σμο­νού­με πως ζού­με στην ε­πο­χή που ξε­τρε­λαί­νε­ται με τις δια­ση­μό­τη­τες. Κυ­ρια­κή ε­κλο­γών σή­με­ρα και οι συ­μπο­λί­τες μας θα ψη­φί­σουν με το ό­ρα­μα να κα­λυ­φθούν κά­πο­τε τα έ­δρα­να της Βου­λής α­πό κά­θε εί­δους σταρ.
Εκτός, ό­μως, α­πό το ό­νο­μα του φω­το­γρά­φου, το εν­δια­φέ­ρον ε­νός λευ­κώ­μα­τος ε­ξαρ­τά­ται, σε με­γά­λο βαθ­μό, α­πό το θέ­μα των φω­το­γρα­φιών. Κι ό­ταν πρό­κει­ται για τό­πο, α­πό την ε­πω­νυ­μία, που κι αυ­τός με τη σει­ρά του α­πο­λαμ­βά­νει. Οπό­τε, αν ο τό­πος δεν α­νή­κει στα του­ρι­στι­κά θέ­ρε­τρα, με άλ­λα λό­για, στα προ­πύρ­για της λε­γό­με­νης βα­ριάς βιο­μη­χα­νίας του του­ρι­σμού, ο βι­βλιο­πα­ρου­σια­στής θα πρέ­πει να πλέ­ξει ε­γκώ­μια, μή­πως και, μέ­σω του λευ­κώ­μα­τος, σπρώ­ξει τον εν λό­γω τό­πο ως κα­τα­να­λω­τι­κό α­γα­θό στην του­ρι­στι­κή α­γο­ρά.
Στην πε­ρί­πτω­ση του συ­γκε­κρι­μέ­νου λευ­κώ­μα­τος, ο φω­το­γρά­φος Γιώρ­γος Κα­βαλ­λιε­ρά­κης δεν α­νή­κει, προ­σώ­ρας του­λά­χι­στον, στη χο­ρεία των διά­ση­μων, χω­ρίς αυ­τό να ση­μαί­νει πως δεν εί­ναι γνω­στός, ι­διαί­τε­ρα στο χώ­ρο της του­ρι­στι­κής φω­το­γρα­φίας. Επί­σης, η Σίφ­νος δεν κα­τα­χω­ρεί­ται α­πό τους διε­θνείς τα­ξι­διω­τι­κούς ο­δη­γούς στους του­ρι­στι­κούς πα­ρά­δει­σους της Ελλά­δας. Όσο για ε­μάς, που α­νή­κου­με στο, κα­τά γε­νι­κή ο­μο­λο­γία, πα­ρω­χη­μέ­νο εί­δος των βι­βλιο­πα­ρου­σια­στών, την μεν τέ­χνη του Κα­βαλ­λιε­ρά­κη εί­μα­στε α­ναρ­μό­διοι να την σχο­λιά­σου­με, α­νε­ξάρ­τη­τα αν κοι­τά­ζο­ντας τις φω­το­γρα­φίες του μας κα­τα­κλύ­ζει αί­σθη­μα γλυ­κιάς ευ­δαι­μο­νίας, την δε Σίφ­νο έ­χου­με τη διά­θε­ση μάλ­λον να την δυ­σφη­μί­σου­με πα­ρά να την κα­λο­συ­στή­σου­με, μή­πως και την κρα­τή­σου­με έ­ναν τό­πο μυ­στι­κό. Φτά­νουν τα πα­ρα­λη­ρού­ντα α­πό εν­θου­σια­σμό δη­μο­σιεύ­μα­τα ό­σων φι­λο­ξε­νού­νται στο νη­σί για δυο-τρεις μέ­ρες, συ­νή­θως με α­φορ­μή τα ε­γκαί­νια κά­ποιας κα­λο­και­ρι­νής έκ­θε­σης. Ήδη, πλη­θαί­νουν ε­πι­κίν­δυ­να οι του­ρί­στες, προ πά­ντων οι Αθη­ναίοι, που α­πο­βαί­νουν και οι πλέ­ον κα­τα­στρο­φι­κοί, δε­δο­μέ­νου ό­τι “κα­βά­λα πα­ν’ στην εκ­κλη­σιά, κα­βά­λα προ­σκυ­νά­νε”, ό­περ ε­στί με­θερ­μη­νευό­με­νον ε­πο­χού­με­νοι πα­ν’ στο νη­σί, ε­πο­χού­με­νοι το πε­ριέρ­χο­νται.
Πά­ντως, μας κα­θη­συ­χά­ζει το γε­γο­νός πως το συ­γκε­κρι­μέ­νο λεύ­κω­μα δεν φαί­νε­ται να ορ­μά­ται α­πό του­ρι­στι­κά κί­νη­τρα. Το έ­φτια­ξαν τρεις ε­πή­λυ­δες της Σίφ­νου, ο φω­το­γρά­φος και οι δύο ε­πι­με­λη­τές. Εί­ναι κά­τοι­κοι της πρω­τεύου­σας, που ε­ρω­τεύ­τη­καν το νη­σί και το ε­πέ­λε­ξαν ως προ­νο­μιού­χο τό­πο ξε­κού­ρα­σης. Γι’ αυ­τό και το λεύ­κω­μά τους πα­ρου­σιά­ζει μια Σίφ­νο, που δεν έ­χει α­κό­μη νο­θευ­τεί. Ο φω­το­γρα­φι­κός φα­κός ε­πι­λέ­γει προ­σε­κτι­κά τις ό­ψεις του νη­σιού, α­πο­φεύ­γο­ντας τις οι­κι­στι­κές αλ­λοιώ­σεις και τις του­ρι­στι­κές ε­πεμ­βά­σεις. Προ­τι­μά τις κο­ντι­νές λή­ψεις, ε­στιά­ζο­ντας στη λε­πτο­μέ­ρεια ή και στρε­φό­με­νος στα βρά­χια και τη θά­λασ­σα. Πα­ρα­κά­μπτει τις τραυ­μα­τι­σμέ­νες πλα­γιές, ι­διαί­τε­ρα τις βου­νο­κορ­φές, ό­που τα κτί­σμα­τα σαν νεό­κο­ποι βι­γλά­το­ρες κα­τα­στρέ­φουν την αρ­μο­νία των κα­μπυ­λό­γραμ­μων σχη­μά­των. Κα­τα­φεύ­γει στους δια­τη­ρη­τέ­ους οι­κι­σμούς και πά­λι, ό­μως, εκ του σύ­νεγ­γυς. Πα­ρα­δό­ξως, κα­τορ­θώ­νει α­κό­μη και οι λι­γο­στές στις φω­το­γρα­φίες αν­θρώ­πι­νες φι­γού­ρες να πα­ρου­σιά­ζο­νται σε ει­δυλ­λια­κά στιγ­μιό­τυ­πα. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα οι φω­το­γρα­φίες α­πό το Βα­θύ, ό­που έ­να α­πό τα ε­κλε­κτά τέ­κνα της Σίφ­νου πραγ­μα­το­ποίη­σε το κο­ρυ­φαίο έρ­γο α­ξιο­ποίη­σης των τε­λευ­ταίων χρό­νων, με­τα­τρέ­πο­ντας έ­ναν θα­λε­ρό ε­λαιώ­να σε ξε­νο­δο­χείο πέ­ντε α­στέ­ρων με γή­πε­δα γκολ­φ-τέ­νις και πι­σί­να πα­ρά θι­ν’ α­λός. Κι ό­μως, οι φω­το­γρα­φίες υ­πό­σχο­νται “τον ε­πί γης πα­ρά­δει­σο”, που θυ­μά­ται ο Στα­μά­της Φα­σου­λής.
Την ψευ­δαι­σθη­σια­κή και τό­σο λυ­τρω­τι­κή ει­κό­να των φω­το­γρα­φιών συν­δρά­μει η αν­θο­λό­γη­ση των κει­μέ­νω­ν: ποιή­μα­τα, τα­ξι­διω­τι­κές ε­ντυ­πώ­σεις και με­λέ­τες για την αλ­λο­τι­νή Σύ­ρο. Στα α­μι­γώς λο­γο­τε­χνι­κά προ­τάσ­σε­ται πο­λύ­στι­χο ποίη­μα α­πό τον 19ο αιώ­να, ύ­μνο στη φύ­ση και τους αν­θρώ­πους της θά­λασ­σας, του Αρι­στο­μέ­νη Προ­βε­λέγ­γιου. Εί­ναι ο σίφ­νιος ποιη­τής, που έ­χει α­φή­σει τα πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πτά ί­χνη στο νη­σί, α­πό το οι­κο­γε­νεια­κό του αρ­χο­ντι­κό στο κέ­ντρο της Σίφ­νου μέ­χρι το κε­λί στο μο­να­στή­ρι της Χρυ­σο­πη­γής, ό­που ρέμ­βα­ζε. Και α­κό­μη, οι­κο­γε­νεια­κά εκ­κλη­σί­δρια, α­φιε­ρω­μα­τι­κές ει­κό­νες και την προ­το­μή του στα Σχο­λεία, έρ­γο του φί­λου του Γιαν­νού­λη Χα­λε­πά. Στο κεί­με­νό του ο να­ξιώ­της συγ­γρα­φέ­ας Πέ­τρος Γλέ­ζος το χα­ρα­κτη­ρί­ζει “μέ­τριο έρ­γο”, χρή­σι­μο μό­νο για να δι­δά­σκει στα παι­διά πως η ποίη­ση φέρ­νει δό­ξα. Ακο­λου­θούν δύο ποιή­μα­τα με­τα­γε­νέ­στε­ρα, δια­φο­ρε­τι­κής πνοής, του έ­τε­ρου σίφ­νιου ποιη­τή, του Ιωάν­νη Γρυ­πά­ρη. Και έ­να α­κό­μη, γε­μά­το νο­σταλ­γία, του νεό­τε­ρου σίφ­νιου ποιη­τή, α­νι­ψιού του Προ­βο­λέγ­γιου, Γιώρ­γου Λί­κου, γραμ­μέ­νο στο Πα­ρί­σι, το 1961. Απο­μέ­νει το ποίη­μα της Κο­ρα­λίας Θε­ο­το­κά. Πα­ρό­τι δεν υ­πήρ­ξε Σίφ­νια -ί­σως το έ­γρα­ψε πε­ρα­στι­κή α­πό το νη­σί, ό­ταν ερ­γα­ζό­ταν ως ξε­να­γός- το ποίη­μά της δεν υ­στε­ρεί σε λυ­ρι­κούς τό­νους. Στο λεύ­κω­μα φι­λο­ξε­νεί­ται έ­νας α­κό­μη σίφ­νιος ποιη­τής, του­λά­χι­στον στην κα­τα­γω­γή, ο Τί­τος Πα­τρί­κιος. Αυ­τός, ό­μως, δεν γρά­φει στί­χους, μό­νο θυ­μά­ται, τα­ξι­δεύο­ντας για Μύ­κο­νο, την Σίφ­νο των παι­δι­κών του χρό­νων . Τη νο­σταλ­γι­κή του διά­θε­ση την κα­τα­πο­λε­μά­ει με την αι­σιό­δο­ξη σκέ­ψη πως στα εν­διά­με­σα χρό­νια δεν έ­γι­ναν μό­νο κα­τα­στρο­φές.
Δε­δο­μέ­νου ό­τι το φυλ­λο­μέ­τρη­μα ε­νός λευ­κώ­μα­τος μπο­ρεί να ε­πέ­χει τη θέ­ση και μιας πρώ­της γνω­ρι­μίας με τον τό­πο, ως ει­σα­γω­γή και ε­πί­λο­γος στο λεύ­κω­μα, α­να­δη­μο­σιεύο­νται δυο κεί­με­να α­πό έ­να προ δε­κα­τριών ε­τών α­φιέ­ρω­μα στη Σίφ­νο: μια ι­στο­ρι­κή δια­δρο­μή α­πό τους βυ­ζα­ντι­νούς χρό­νους μέ­χρι σή­με­ρα του κα­τά το ή­μι­συ σίφ­νιου ι­στο­ριο­δί­φη Σί­μου Συ­μεω­νί­δη και μια α­να­φο­ρά στα σιφ­νιώ­τι­κα πα­νη­γύ­ρια α­πό τον κα­θη­γη­τή λα­ο­γρα­φίας Στέ­φα­νο Ημέλ­λο. Όσο για τα πε­ζά, κυ­ριαρ­χεί, σε τρεις συ­νέ­χειες, το τα­ξι­διω­τι­κό του Ηλία Βε­νέ­ζη, α­πό μια ε­πί­σκε­ψή του στο νη­σί το 1960, ε­νώ την πα­ρά­στα­ση κλέ­βει η Σίφ­νος του Πα­να­γιώ­τη Τέ­τση. Σε α­νά­λα­φρα ει­ρω­νι­κούς τό­νους πε­ρι­γρά­φει την ο­δύσ­σεια, που σή­μαι­νε το τα­ξί­δι στη νη­σί εν έ­τει 1964, για να φτά­σει στο ε­πό­με­νο πρωι­νό, ό­ταν πρω­το­α­ντί­κρυ­σε το “α­πολ­λώ­νιο φως” της Σίφ­νου. Αρκεί­ται σε έ­να μό­νο κά­δρο: το Κά­τω Πε­τά­λι στα χα­μη­λά της ρε­μα­τιάς και α­ρι­στε­ρά, στην κο­ρυ­φο­γραμ­μή ο Χρυ­σό­στο­μος της Φυ­τειάς, με τον γε­ρο­φοί­νι­κα α­κό­μη όρ­θιο, πριν ο­ρι­ζο­ντιω­θεί και πριν α­νε­γερ­θεί το ο­μώ­νυ­μο ξε­νο­δο­χείο. Μια ει­κα­στι­κή ό­ψη, που, ό­πως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται, δεν τόλ­μη­σε πο­τέ να α­πο­δώ­σει ζω­γρα­φι­κά, α­φή­νο­ντάς την στον χρω­στή­ρα της γρα­φί­δας του.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου