Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

Στον αστερισμό της γυναικοκρατίας

Χρι­στί­να Κα­ρά­μπε­λα
«Και­ροί τέσ­σε­ρεις»
Εκδό­σεις Πό­λις
Φε­βρουά­ριος 2014

Από πό­σα βι­βλία, τε­λι­κά, άν­τλη­σε έ­μπνευ­ση η Χρι­στί­να Κα­ρά­μπε­λα για το στή­σι­μο του πρώ­του της βι­βλίου; Ή μή­πως α­πό κα­νέ­να, α­φού, ό­πως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται στις συ­νε­ντεύ­ξεις της, δια­βά­ζει κυ­ρίως κλα­σι­κούς συγ­γρα­φείς; Η αί­σθη­ση προ­μνη­σίας, δη­λα­δή του ή­δη ι­δω­μέ­νου, που εί­χα­με δια­βά­ζο­ντας το μυ­θι­στό­ρη­μά της, μπο­ρεί να εί­ναι α­πο­κύη­μα των δι­κών μας α­να­γνώ­σεων. Ας ξε­κι­νή­σου­με α­πό τον τίτ­λο, που φα­νε­ρώ­νει ταυ­τό­χρο­να και τη δο­μή του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Εί­ναι πα­ρεμ­φε­ρής με ε­κεί­νον του προ δε­κα­ε­τίας μυ­θι­στο­ρή­μα­τος της Λί­λας Κο­νο­μά­ρα, «Τέσ­σε­ρις ε­πο­χές-λε­πτο­μέ­ρεια». Εκεί­νης ή­ταν το δεύ­τε­ρο βι­βλίο με­τά το «Μα­κά­ο», που της εί­χε ε­ξα­σφα­λί­σει το βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου του έ­τους 2002. Τα δυο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα συγ­γε­νεύουν ως έ­να βαθ­μό και μορ­φι­κά, κα­θώς, σε αμ­φό­τε­ρα, πα­ρα­τάσ­σο­νται οι λό­γοι δια­φο­ρε­τι­κών προ­σώ­πων. Τριών στης Κο­νο­μά­ρα, τεσ­σά­ρων στο πρό­σφα­το, μάλ­λον έ­ξι αν με­τρή­σου­με και τον έν­δον λό­γο δυο γυ­ναι­κών, που εί­ναι μεν κύ­ρια πρό­σω­πα της μυ­θο­πλα­σίας, αλ­λά έ­χουν ρό­λους μι­κρό­τε­ρης έ­κτα­σης. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα της Κα­ρά­μπε­λα, μά­λι­στα, προς ε­πί­τευ­ξη μίας πλέ­ον ε­πε­ξερ­γα­σμέ­νης μορ­φής, έ­κα­στος λό­γος δεν α­πο­δί­δε­ται μό­νο σε πρώ­το πρό­σω­πο, αλ­λά μέ­ρος του σε δεύ­τε­ρο, ή, συ­χνό­τε­ρα, σε τρί­το. Έτσι, η συγ­γρα­φέ­ας εκ­με­ταλ­λεύε­ται α­κό­μη μία μορ­φή, αυ­τήν του ε­λεύ­θε­ρου πλά­γιου λό­γου, για να προ­βάλ­λει την ψυ­χο­σύν­θε­ση των προ­σώ­πων.   
Η κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση χρή­ση στον τίτ­λο του και­ρού ως συ­νώ­νυ­μου της ε­πο­χής και η ε­πί­τα­ση ση­μα­σίας δια της α­ντι­στρο­φής της θέ­σης ου­σια­στι­κού ε­πι­θέ­του μπο­ρεί να έ­γι­νε α­πό ποιη­τι­κή διά­θε­ση αλ­λά και για να α­πο­φευ­χθεί η σύ­μπτω­ση, ό­χι με το βι­βλίο της Κο­νο­μά­ρα, που, το πι­θα­νό­τε­ρο, η συγ­γρα­φέ­ας να το α­γνοού­σε, αλ­λά με το πα­σί­γνω­στο έρ­γο του Βι­βάλ­ντι. Σε κα­νέ­να, πά­ντως, α­πό τα δυο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα δεν γί­νε­ται α­να­φο­ρά στο συ­γκε­κρι­μέ­νο έρ­γο. Στην αγ­γλι­κή, ω­στό­σο, με­τά­φρα­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος της Κα­ρά­μπε­λα, ό­ταν με το κα­λό έρ­θει η ώ­ρα της, την ταύ­τι­ση του τίτ­λου με το ι­στο­ρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα για τη Βε­νε­τία του Βι­βάλ­ντι της Αμε­ρι­κα­νί­δας Λώ­ρελ Κο­ρό­να, «Οι τέσ­σε­ρις ε­πο­χές», δεν θα την α­πο­φύ­γει. Η Κο­νο­μά­ρα δεν εί­χε πα­ρό­μοια έ­γνοια, κα­θώς το μυ­θι­στό­ρη­μά της εκ­δό­θη­κε τέσ­σε­ρα χρό­νια πριν το αμερι­κανικό μπεστ-σέλερ. Όπως και να έ­χει, στο μυ­θι­στό­ρη­μα της Κα­ρά­μπε­λα, την α­κοή των η­ρώων την ευ­φραί­νουν μό­νο οι ή­χοι της φύ­σης. Όσο α­φο­ρά τις δυο Ελλη­νί­δες συγ­γρα­φείς, ε­κτός α­πό την η­λι­κια­κή σύ­μπτω­ση και το εν­δια­φέ­ρον τους για την ξέ­νη λο­γο­τε­χνία – κα­θη­γή­τρια γαλ­λι­κών η Κο­νο­μά­ρα, πτυ­χιού­χος με­τα­φρά­στρια ι­τα­λι­κών η Κα­ρά­μπε­λα – έ­να άλ­λο κοι­νό τους ση­μείο εί­ναι η ι­διαί­τε­ρη α­δυ­να­μία που δεί­χνουν στις μορ­φι­κές κα­τα­σκευές, ό­που συγ­χω­νεύουν ποι­κι­λία α­φη­γη­μα­τι­κών ει­δών, πρω­τό­τυ­πων ή δά­νειων, πι­θα­νώς εν­συ­νεί­δη­των ί­σως ό­μως και α­πο­τέ­λε­σμα κρυ­πτο­μνη­σίας. Επί­σης, θε­μα­τι­κά κι­νού­νται στην ί­δια ευ­ρεία πε­ριο­χή υ­παρ­ξια­κών και κοι­νω­νι­κών προ­βλη­μά­των σε έ­να σύγ­χρο­νο, ρε­α­λι­στι­κό πλαί­σιο. Ωστό­σο, και οι δύο, η Κο­νο­μά­ρα πε­ρισ­σό­τε­ρο στα πρώ­τα της βι­βλία, προ­σπα­θούν να εν­θέ­σουν υ­περ­βα­τι­κά στοι­χεία. Μό­νο που η Κο­νο­μά­ρα δεν ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται στο φύ­λο των προ­σώ­πων, ε­νώ η Κα­ρά­μπε­λα, σε αυ­τό το πρώ­το βι­βλίο, δί­νει προ­νο­μιού­χο θέ­ση στη γυ­ναι­κεία διά­στα­ση του κό­σμου, στή­νο­ντας την ά­λυ­σο μιας μη­τριαρ­χίας σε χρο­νι­κό βά­θος τεσ­σά­ρων γε­νεών. 
Εδώ, η α­να­γνω­στι­κή μας προ­μνη­σία α­να­σύ­ρει έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα, που εί­χε εκ­δο­θεί προ ει­κο­σα­ε­τίας. Το δεύ­τε­ρο της Ευ­γε­νίας Φα­κί­νου, «Το έ­βδο­μο ρού­χο», που πα­ρα­μέ­νει α­νά­με­σα στα κα­λύ­τε­ρά της. Σε αυ­τό, η μη­τριαρ­χι­κή γε­νε­α­λο­γία α­πλώ­νε­ται σε τρεις γε­νιές και α­ντί­στοι­χα, η α­φή­γη­ση μοι­ρά­ζε­ται σε τρεις φω­νές, που ε­ναλ­λάσ­σο­νται. Πά­ντως, και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, της Φα­κί­νου και την πρό­σφα­τη, η χρο­νι­κή α­φε­τη­ρία το­πο­θε­τεί­ται στη Σμύρ­νη, τον και­ρό της Μι­κρα­σια­τι­κής Κα­τα­στρο­φής. Ένα άλ­λο κοι­νό ση­μείο, που προ­σθέ­τει ι­διά­ζου­σα πνοή στην α­φή­γη­ση εί­ναι το μυ­θο­λο­γι­κό υ­πό­στρω­μα. Σε αμ­φό­τε­ρα τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα,  στο συναισθηματικό δεσμό μάνας-κόρης προβάλλει ο μύ­θος της Δή­μη­τρας και της Περ­σε­φό­νης, ό­που, για το Δή­μη­τρα χρη­σι­μο­ποιεί­ται ε­ναλ­λα­κτι­κά το υ­πο­κο­ρι­στι­κό Ρού­λα. Στης Φα­κί­νου, μά­λι­στα, δεν έ­χει δια­κο­σμη­τι­κό ρό­λο, αλ­λά συμ­βάλ­λει στην πλο­κή, κα­θώς η Μι­κρα­σιά­τισ­σα πρό­σφυ­γας, ό­ταν χά­νει την κό­ρη της, ξε­κι­νά­ει τα­ξί­δι στα ί­χνη της συ­νο­νό­μα­τής της θεάς. Στο πρό­σφα­το, προ­βλέ­πο­νται και άλ­λες μορ­φές του Κά­τω Κό­σμου, του­λά­χι­στον ο­νο­μα­στι­κά, μία Ευ­ρυ­δί­κη και έ­νας ή­ρωας, ο­νό­μα­τι Χα­ρι­τό­που­λος, στον ο­ποίο προσ­δί­δο­νται χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ψυ­χο­πο­μπού Χά­ρο­ντα. Ωστό­σο, έ­τσι ό­πως πε­ρι­γρά­φε­ται το πα­ρου­σια­στι­κό του, σε συν­δυα­σμό με την α­κα­τα­νί­κη­τη έλ­ξη που α­σκεί σε ο­ρι­σμέ­νες γυ­ναι­κείες υ­πάρ­ξεις, φέρ­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο προς τους α­με­ρι­κα­νι­κής κο­πής βρι­κό­λα­κες. Ένα α­κό­μη μυ­θο­λο­γι­κό πρό­σω­πο εί­ναι η Ερα­τώ, προ­στά­τι­δα των ε­ρω­τι­κών σχέ­σεων. Κα­θό­λου τυ­χαία, έ­τσι  ο­νο­μά­ζε­ται η Σμυρ­νιά προ­για­γιά, που εί­ναι η μό­νη της οι­κο­γέ­νειας θερ­μή στα ε­ρω­τι­κά. 
Και για να ο­λο­κλη­ρώ­σου­με την α­νι­χνευ­τι­κή πα­ράλ­λη­λη α­νά­γνω­ση, σε αμ­φό­τε­ρα τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, προ­νο­μιού­χος δίαυ­λος υ­περ­βα­τι­κών δυ­νά­μεων α­πο­βαί­νει η φύ­ση και κυ­ρίως τα δέ­ντρα. Με έ­να μα­γι­κό δέ­ντρο α­νοί­γει και κλεί­νει το μυ­θι­στό­ρη­μα της Φα­κί­νου, προ­σφέ­ρο­ντας με­τα­φυ­σι­κή ή και πα­ρα­μυ­θη­τι­κή διά­στα­ση σε ό­σα συμ­βαί­νουν. Ενώ, η Κα­ρά­μπε­λα δο­κι­μά­ζε­ται στα δύ­σκο­λα, εμ­φα­νί­ζο­ντας την προ­για­γιά ως μία φα­σμα­τι­κή ύ­παρ­ξη, που ε­πι­τυγ­χά­νει σύν­δε­ση με τον κό­σμο των ζω­ντα­νών ε­ντός της οι­κο­γε­νεια­κής οι­κίας και του κτή­μα­τος που την πε­ρι­βάλ­λει. Από μία ά­πο­ψη, το ό­τι ο­νο­μά­ζει την οι­κία πύρ­γο προοι­κο­νο­μεί την ύ­παρ­ξη ε­νός προ­γο­νι­κού φα­ντά­σμα­τος, που να τον στοι­χειώ­νει. Από την άλ­λη, έ­νας πύρ­γος στην ο­δό Χρυ­σαν­θέ­μων στα ό­ρια Μα­ρου­σίου-Χα­λαν­δρίου, πα­ράλ­λη­λος των ο­δών Υα­κίν­θων, Ρό­δων, Κρί­νων, δεν έ­χει τί­πο­τα το ε­ξω­πραγ­μα­τι­κό, κα­θώς σε ο­λό­κλη­ρη την πε­ριο­χή, ι­δίως λί­γο βο­ρειό­τε­ρα, προς στην Κη­φι­σιά, σώ­ζο­νται α­πό τις πρώ­τες δε­κα­ε­τίες του 20ου ο­ξυ­κό­ρυ­φες ε­παύ­λεις, α­πο­κα­λού­με­νες πύρ­γοι. Χτί­στη­καν α­πό πρού­χο­ντες γη­γε­νείς ή Έλλη­νες της δια­σπο­ράς με την προο­πτι­κή του ε­πα­να­πα­τρι­σμού. Ένας α­πό αυ­τούς εί­ναι ο προ­πάπ­πος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που στά­θη­κε προ­νο­η­τι­κός και τον έ­χτι­σε πριν την Μι­κρα­σια­τι­κή Κα­τα­στρο­φή. Ει­δάλ­λως θα ερ­χό­ταν ως πρό­σφυ­γας, ό­πως οι πολ­λοί, και θα κα­τέ­λη­γε υ­πη­ρέ­της ή κη­που­ρός στον κή­πο του πύρ­γου.  
Σύμ­φω­να με τη μυ­θο­πλα­σία, το φά­ντα­σμα της προ­για­γιάς α­πο­κα­θι­στά πνευ­μα­τι­κή σύν­δε­ση με τις α­πο­γό­νους της, αλ­λά και τους υ­πό­λοι­πους ε­ντός του πύρ­γου και του κή­που, μέ­σω ι­πτά­με­νων ε­πι­στο­λών. Ακό­μη έ­να εύ­ρη­μα α­πό α­με­ρι­κα­νι­κής κο­πής μπεστ-σέλερ, τύπου Χά­ρι Πότ­τερ. Πά­ντως, το μι­κτό κα­θα­ρευου­σιά­νι­κο λε­κτι­κό, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό μίας ε­πο­χής και της α­ντί­στοι­χης η­μι­μά­θειας,  μα­ζί με το πε­ριε­χό­με­νο των ε­πι­στο­λών, νου­θε­σίες που έρ­χο­νται α­πό το υ­περ­πέ­ραν και βγά­ζουν τα ά­πλυ­τα της οι­κο­γέ­νειας στη φό­ρα, δί­νει έ­ναν ευ­τρά­πε­λο τό­νο. Το ί­διο συμ­βαί­νει και με το στοί­χειω­μα του πύρ­γου, που φέρ­νει η πα­ρου­σία του φα­ντά­σμα­τος, κα­θώς αυ­τό γί­νε­ται, σε ό­λες τις πε­ρι­πτώ­σεις, αι­σθη­τό α­πό κά­ποιον που βρί­σκε­ται σε σε­ξουα­λι­κή διέ­γερ­ση. Αυ­τά μπο­ρούν να ε­κλη­φθούν και ως δά­νεια α­πό μυ­θι­στο­ρή­μα­τα μα­γι­κού ρε­α­λι­σμού. Μό­νο που μέ­νουν εμ­βό­λι­μα, χω­ρίς να δια­πο­τί­ζουν α­φη­γη­μα­τι­κά την μυ­θο­πλα­στι­κή α­τμό­σφαι­ρα. Πα­ρό­λο, ό­μως, που δεν υ­πάρ­χει ο με­τεω­ρι­σμός με­τα­ξύ πραγ­μα­τι­κού και φα­ντα­στι­κού, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κός των λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κων μυ­θι­στο­ρη­μά­των, η συγ­γέ­νεια του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος της Κα­ρά­μπε­λα με ε­κεί­νο της Με­ξι­κά­νας Λά­ου­ρας Εσκι­βέλ, «Σαν νε­ρό για ζε­στή σο­κο­λά­τα», πα­ρα­μέ­νει. Ήταν το πρώ­το βι­βλίο της, που εκ­δό­θη­κε το 1989 και έ­γι­νε μπε­στ-σέ­λερ σε Αμε­ρι­κή και Ευ­ρώ­πη. Στα ελ­λη­νι­κά με­τα­φρά­στη­κε το 1993 α­πό την Κλαί­τη Μπα­ρά­χας, σή­με­ρα γνω­στή ως Κλαί­τη Σω­τη­ριά­δου. Πρό­κει­ται για έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα μα­γι­κού ρε­α­λι­σμού, γυ­ναι­κείας έ­μπνευ­σης, κα­θώς το κυ­ρίως δω­μά­τιο του σπι­τιού εί­ναι η κου­ζί­να και ο δρό­μος των συ­ναι­σθη­μά­των περ­νά­ει α­πό το στο­μά­χι. Λί­γο πο­λύ ό­πως συμ­βαί­νει και στο μυ­θι­στό­ρη­μα της Κα­ρά­μπε­λα. Αντί­στοι­χα, το βι­βλίο της Εσκι­βέλ δεν χω­ρί­ζε­ται σε τέσ­σε­ρις ε­πο­χές αλ­λά σε δώ­δε­κα μή­νες, ό­που το κά­θε κε­φά­λαιο α­νοί­γει με μια πα­ρα­δο­σια­κή με­ξι­κά­νι­κη συ­ντα­γή. 
Στο βι­βλίο της Κα­ρά­μπε­λα, η Σμυρ­νιά προ­για­γιά, η για­γιά Δή­μη­τρα ή Ρού­λα, μέ­χρι η Ευ­ρυ­δί­κη, που έ­χει τη θέ­ση της οι­κο­νό­μου στον πύρ­γο, αλ­λά κύ­ρια α­πα­σχό­λη­σή της εί­ναι η μα­γει­ρι­κή, ό­λες φτιά­χνουν γλυ­κά του κου­τα­λιού α­πό τα φρού­τα του κή­που. Σω­στή τε­λε­τουρ­γία συ­νι­στά η πα­ρα­σκευή τους, με τις μυ­ρω­διές και τις γεύ­σεις να συν­δέ­ουν το πα­ρόν με τα πε­ρα­σμέ­να. Ένας ε­ναλ­λα­κτι­κός τίτ­λος για το μυ­θι­στό­ρη­μα θα ή­ταν «Γλυ­κά του κου­τα­λιού», αλ­λά πρό­λα­βε η Ελέ­νη Ζα­χα­ριά­δου. Με αυ­τόν τον τίτ­λο κυ­κλο­φό­ρη­σε το δεύ­τε­ρο βι­βλίο της, μία συλ­λο­γή πέ­ντε ι­στο­ριών, το 2003. Εί­χε προ­η­γη­θεί έ­να χρό­νο πριν έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα. Στους πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους του 2002 τα­ξι­νο­μεί­ται η Ζα­χα­ριά­δου, μα­ζί με την Κο­νο­μά­ρα, την βρα­βευ­μέ­νη ε­κεί­νου του έ­τους. Τό­τε, α­κό­μη, εί­χα­με έ­να βρα­βείο για τα πρω­τά­κια. Αυ­τή δέ­κα χρό­νια νεό­τε­ρη, συ­ζη­τή­θη­κε χά­ρις στο δεύ­τε­ρο βι­βλίο της. Κά­θε ι­στο­ρία και έ­να δια­φο­ρε­τι­κό γλυ­κό του κου­τα­λιού, που α­πο­κτά συμ­βο­λι­κή ση­μα­σία για τη ζωή των η­ρώων. Η πρώ­τη ι­στο­ρία εί­ναι για μια Σμυρ­νιά, που έρ­χε­ται πρό­σφυ­γας, πα­ντρεύε­ται τον βά­ναυ­σο α­φέ­ντη ε­νός α­πό­μα­κρου ελ­λη­νι­κού χω­ριού, και τέ­λος, α­παλ­λάσ­σε­ται α­πό αυ­τόν με γλυ­κό του κου­τα­λιού βύσ­σι­νο. Η Ρού­λα στο μυ­θι­στό­ρη­μα της Κα­ρά­μπε­λα τον ταί­ζει κυ­δω­νό­πα­στο.
Μέ­σα σε μία 25ε­τία α­πό το μυ­θι­στό­ρη­μα της κου­ζί­νας της Εσκι­βέ­λ, του­λά­χι­στον τρία ελ­λη­νι­κά βι­βλία κι­νή­θη­καν στον α­στε­ρι­σμό της κου­ζί­νας: το «Γιά­ντες» της Αμά­ντας Μι­χα­λο­πού­λου, η συλ­λο­γή της Ζα­χα­ριά­δου και το μυ­θι­στό­ρη­μα της Κα­ρά­μπε­λα. Το κα­θέ­να με δια­φο­ρε­τι­κή ε­στία­ση και τη δι­κή του αυ­το­τέ­λεια. Ωστό­σο, το πρό­σφα­το δεί­χνει κα­λει­δο­σκο­πι­κό, έ­τσι που αλ­λά­ζει κέ­ντρο βά­ρους. Το πιο εν­δια­φέ­ρον και κυ­ρίαρ­χο μο­τί­βο εί­ναι η μι­σαν­δρία του χο­ρού των γυ­ναι­κών. Τα αρ­σε­νι­κά εμ­φα­νί­ζο­νται υ­πο­δεέ­στε­ρα, μέ­χρι που θα­να­τώ­νο­νται ό­ταν ε­πι­τε­λούν τον προο­ρι­σμό τους. Για τις πα­λαιό­τε­ρες γε­νιές, αυ­τός ή­ταν η γο­νι­μο­ποίη­ση, για τις νεό­τε­ρες, με την ε­ξέ­λι­ξη της τε­χνο­λο­γίας, χρειά­ζο­νται μό­νο για την ρή­ξη του υ­μέ­να, μην και βρε­θούν παρ­θέ­νες κα­τά την σπερ­μα­τέγ­χυ­ση. Προς το τέ­λος του βι­βλίου, ω­στό­σο, υ­πε­ρι­σχύει το πο­λυ­συ­ζη­τη­μέ­νο μο­τί­βο α­να­ζή­τη­σης της γυ­ναι­κείας ταυ­τό­τη­τας, εί­τε δια της μη­τρό­τη­τας εί­τε με έ­να τα­ξί­δι στις οι­κο­γε­νεια­κές ρί­ζες. Έτσι, η τε­λευ­ταία α­πό­γο­νος, η Πέρ­σα, α­πό το Περ­σε­φό­νη, βρί­σκει τον ε­αυ­τό της σε έ­να πα­γκά­κι στην πα­ρα­λία της Σμύρ­νης, α­φού έ­χει ε­πι­σκε­φτεί το σπί­τι που έ­ζη­σαν η προ­για­γιά, η για­γιά και η μά­να της. Την έ­χει κα­τα­κλύ­σει η αί­σθη­ση του deja vu, ό­πως και ε­μάς. Πά­ντως, τε­λι­κά, εί­ναι έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα της κου­ζί­νας με χά­πι-εντ. Λεί­πει, βε­βαίως, το ορ­γα­σμι­κό τέ­λος του με­ξι­κά­νι­κου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, υ­πάρ­χουν ό­μως προς ε­ξι­σορ­ρό­πη­ση ουκ ο­λί­γες σκη­νές με γυ­ναί­κες σε οι­στρη­λα­σία, που α­πο­μυ­ζούν κά­ποιον, φύ­σει ή θέ­σει, μειο­νε­κτι­κό αρ­σε­νι­κό.

   
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 9/11/2014.

Φωτογραφία:  Έπαυλη στην Κηφισιά, του 1890. Αρχιτεκτονικά, πρόκειται για μορφή γερμανικού πύργου -αγροικίας του 19ου αι.