Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2010

ΙΑΣΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ Ένας Φωτογράφος της Κυριακής από τους κόλπους της ΕΦΕ

Ξε­φυλ­λί­ζο­ντας τις ε­φη­με­ρί­δες, εί­τε φρέ­σκες, δη­λα­δή της η­μέ­ρας, εί­τε πε­ρα­σμέ­νης η­με­ρο­μη­νίας, α­πό κε­κτη­μέ­νη συ­νή­θεια ρί­χνω γρή­γο­ρες μα­τιές στα «Κοι­νω­νι­κά». Εξάλ­λου, το λε­κτι­κό τους εί­ναι πλη­κτι­κά στε­ρεό­τυ­πο, ο­πό­τε αρ­πά­ζω στα πε­τα­χτά μό­νο ο­νό­μα­τα. Σάβ­βα­το, 12 Δε­κεμ­βρίου ε­ντο­πί­ζω: «Τον πο­λυα­γα­πη­μέ­νο μας σύ­ζυ­γο, πα­τέ­ρα, παπ­πού και α­δελ­φό/ ΙΑ­ΣΩΝ Α­ΠΟ­ΣΤΟ­ΛΙ­ΔΗ / κη­δεύου­με σή­με­ρα Σαβ­βά­το 12-12-2009/» κ.λπ. Ως ε­πώ­νυ­μο δε λέει τί­πο­τα. Συ­να­ντιέ­ται εύ­κο­λα. Ωστό­σο, το σπα­νί­ζον βα­πτι­στι­κό το α­πε­γκλω­βί­ζει α­πό την δό­λια πα­γί­δα της συ­νω­νυ­μίας. Απο­στο­λί­δη­δες, ναι, υ­πάρ­χουν πολ­λοί. Ιά­σο­νες, ό­μως, με το αυ­τό ε­πώ­νυ­μο υ­περ­βαί­νει τα ό­ρια του πι­θα­νού. Προ­σθέ­το­ντας, μά­λι­στα, και την η­λι­κία, που κα­τά προ­σέγ­γι­ση ο­ρί­ζουν οι πεν­θού­ντες συγ­γε­νείς, τό­τε μοιά­ζει με τε­ρα­τώ­δη σύ­μπτω­ση.
Ιά­σων Απο­στο­λί­δης λοι­πόν. Σή­κω­σε πα­νιά για το με­γά­λο τα­ξί­δι, δη­λώ­νο­ντας την α­να­χώ­ρη­ση μό­νο με τη­λε­γρα­φι­κή μνεία στα «Κοι­νω­νι­κά». Με άλ­λα λό­για, την “έ­κα­νε” και έ­μει­νε εν στε­νώ οι­κο­γε­νεια­κώ κύ­κλω.
Δεν μπο­ρώ να πω, ού­τε ξέ­ρω εάν με­τοι­κί­ζο­ντας στους κε­κοι­μη­μέ­νους ά­φη­σε πί­σω του α­γα­θές α­να­μνή­σεις, α­φού δεν δια­σταυ­ρω­θή­κα­με πο­τέ. Μπο­ρώ, ω­στό­σο, να συ­μπε­ρά­νω ό­τι ως φω­το­γρά­φος κι­νεί­το, μάλ­λον λό­γω δια­κρι­τι­κό­τη­τας ή, πι­θα­νόν, και με­τριο­φρο­σύ­νης, πο­λύ μα­κριά α­πό τα φώ­τα της δη­μο­σιό­τη­τας, σχε­δόν στο πε­ρι­θώ­ριο. Δεν ή­ταν, πά­ντως, τυ­χαία πε­ρί­πτω­ση. Εδώ, βε­βαίως, δεν έ­χω την πρό­θε­ση να συ­ντά­ξω ε­πι­κή­δειο με τους αρ­μό­ζο­ντες ε­παί­νους. Εί­ναι, ό­μως, α­πο­καρ­διω­τι­κό να φεύ­γουν άν­θρω­ποι της φω­το­γρα­φίας χω­ρίς κα­μία, ό­χι λε­πτο­με­ρή, αλ­λά ού­τε στοι­χειώ­δη μνη­μό­νευ­ση. Ως πα­ρά­λει­ψη κα­θί­στα­ται στις μέ­ρες μας πε­ρίερ­γη και ά­κρως α­ντι­φα­τι­κή μέ­σα στον λα­μπε­ρό κό­σμο της φω­το­γρα­φίας, ο ο­ποίος δεί­χνει να ο­δεύει γε­μά­τος αυ­τοϊκα­νο­ποίη­ση, συ­χνά κού­φια, προς το μέλ­λον. Ως φαί­νε­ται, δεν έ­χου­με α­ντι­λη­φθεί ό­τι οι καλ­λι­τε­χνι­κές πρω­το­πο­ρίες έ­χουν προ­η­γη­θεί και ό­τι λί­γο πο­λύ α­πό αυ­τές βυ­ζαί­νου­με α­κό­μη ως υ­στε­ρό­το­κα τέ­κνα του μο­ντερ­νι­σμού. Δεν έ­χου­με, ε­πί­σης, α­ντι­λη­φθεί ή το πα­ρα­βλέ­που­με, ό­τι στην τέ­χνη, στη λο­γο­τε­χνία, ό­πως και σε κά­θε άλ­λη αν­θρώ­πι­νη δρα­στη­ριό­τη­τα, υ­πάρ­χει η δε­σμευ­τι­κή έν­νοια της κοι­νό­τη­τας. Ως έν­νοια δεν πε­ρι­κλείει μό­νο το πα­ρόν και το προ­γραμ­μα­τι­ζό­με­νο μέλ­λον, αλ­λά και το πα­ρελ­θόν. Έχω την ε­ντύ­πω­ση, μην πω τη βε­βαιό­τη­τα, ό­τι ως με­τα­νεω­τε­ρι­κή συλ­λο­γι­κό­τη­τα μέ­νου­με α­δι­καιο­λό­γη­τα α­διά­φο­ροι ή, συ­χνά, κα­τα­δι­κα­στι­κοί σε ό,τι έ­χει προ­η­γη­θεί. Μα­κά­ρι ό­λα κα­κής ε­κτί­μη­σης ή, κα­λύ­τε­ρα, ε­κτός τό­που και χρό­νου βε­βαιό­τη­τες.
Πά­ντως, ό­πως και να έ­χει, ο Ιά­σο­νας Απο­στο­λί­δης εί­ναι πλέ­ον πα­ρελ­θόν, πα­ρελ­θόν της φω­το­γρα­φίας και μά­λι­στα συλ­λο­γι­κό. Πρό­κει­ται για αυ­το­δί­δα­κτο, ο ο­ποίος συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στην πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κή γε­νιά φω­το­γρά­φων, που α­πέ­κτη­σε συλ­λο­γι­κό χα­ρα­κτή­ρα μέ­σα στους κόλ­πους της Ελλη­νι­κής Φω­το­γρα­φι­κής Εται­ρείας. (Ε­ΦΕ). Η δια­φο­ρά της Ε­ΦΕ προς τους α­ντί­στοι­χους με­σο­πο­λε­μι­κούς συλ­λό­γους ε­ντο­πί­ζε­ται στο ό,τι μα­ζί με τους ε­παγ­γελ­μα­τίες δέ­χε­ται ε­ξαρ­χής ως μέ­λη της και ε­ρα­σι­τέ­χνες φω­το­γρά­φους.1 Για τα δε­δο­μέ­να της ε­πο­χής α­πο­τε­λεί πρω­το­φα­νή και­νο­το­μία, για­τί έ­τσι με­τριά­ζο­νται, αν δεν εκ­μη­δε­νί­ζο­νται πα­ντε­λώς, τα ψυ­χρά συ­ντε­χνια­κά γνω­ρί­σμα­τα. Ερευ­νώ­ντας τον κα­τά­λο­γο με­λών, μέ­νει κα­νείς έκ­πλη­κτος. Απο­κα­λύ­πτε­ται ό­τι οι πε­ρισ­σό­τε­ροι εί­χαν άλ­λο κύ­ριο ε­πάγ­γελ­μα και ό­τι οι ε­παγ­γελ­μα­τίες της φω­το­γρα­φίας α­πο­τε­λού­σαν μι­κρή μειο­ψη­φία. Αυ­τό, ό­μως, ό­ρι­ζε τη δια­φο­ρά με­τα­ξύ τους μό­νο ως προς τον βιο­πο­ρι­σμό. Όσον α­φο­ρά την κύ­ρια ε­πι­δίω­ξη, δη­λα­δή την ί­δια τη φω­το­γρα­φία, δεν υ­πήρ­χε α­νι­σο­μέ­ρεια. Μό­νο που λό­γω έλ­λει­ψης χρό­νου, οι ε­ρα­σι­τέ­χνες ε­ξαν­τλού­σαν το πά­θος τους ως “φω­το­γρά­φοι της Κυ­ρια­κής”. Αυ­τό ή­ταν το μό­νο ευ­διά­κρι­το και α­να­πό­φευ­κτο χά­σμα α­νά­με­σά τους. Κα­τά τ’ άλ­λα, α­πό το ε­κά­στο­τε σύ­νο­λο με­λών σχη­μα­τί­ζο­νταν ε­πι­μέ­ρους πα­ρέες, α­το­μι­κά ο έ­νας μυού­σε τον άλ­λον στα μυ­στι­κά της καλ­λι­τε­χνι­κής φω­το­γρα­φίας, ε­νώ προς ε­νη­μέ­ρω­ση μια μειο­ψη­φία γλωσ­σο­μα­θών πα­ρα­κο­λου­θού­σε συ­στη­μα­τι­κά ξέ­να φω­το­γρα­φι­κά πε­ριο­δι­κά. Επί­σης, πέ­ραν των τα­κτι­κών δια­λέ­ξεων πε­ρί φω­το­γρα­φίας και τα ερ­γα­στή­ρια, ορ­γά­νω­ναν εκ­θέ­σεις πε­ριο­δι­κές και μό­νι­μες, συμ­με­το­χές σε εκ­θέ­σεις του ε­ξω­τε­ρι­κού και φω­το­γρα­φι­κές ε­ξορ­μή­σεις στην ε­παρ­χία ως εκ­δρο­μείς. Εν ο­λί­γοις, ο­μα­δι­κό πνεύ­μα σπά­νιο και μάλ­λον μο­να­δι­κό στην ελ­λη­νι­κή φω­το­γρα­φία. Θα ή­ταν, ό­μως, πα­ρα­πλα­νη­τι­κή ε­ξι­δα­νί­κευ­ση να δεχ­θού­με αυ­τό το γε­νι­κό πλαί­σιο λει­τουρ­γίας ως α­πό­λυ­το. Πρό­κει­ται για συ­να­να­στρο­φή αν­θρώ­πων. Συ­νε­πώς, δεν χω­ρά­ει αμ­φι­βο­λία ό­τι συ­χνά πρέ­πει να προέ­κυ­πταν με­τα­ξύ τους γκρί­νιες, προ­στρι­βές, ο­ξύν­σεις, πα­ρε­ξη­γή­σεις και ψυ­χρό­τη­τες ή α­κό­μη και μό­νι­μες α­ντι­πά­θειες. Ού­τε, βε­βαίως, μπο­ρεί κα­νείς να α­πο­κλεί­σει με­μο­νω­μέ­νες διαρ­ροές με­λών και α­πο­στα­σιο­ποιή­σεις. Αυ­τά συμ­βαί­νουν. Ωστό­σο, ου­δέ­πο­τε με­σο­λά­βη­σε, ή του­λά­χι­στον δεν έ­μει­νε γνω­στή, κά­ποια α­νοι­χτή ρή­ξη, η ο­ποία να ο­δή­γη­σε σε ο­μα­δι­κές α­πο­χω­ρή­σεις και, εν συ­νε­χεία, να πά­ρει συ­γκρο­τη­μέ­νη μορ­φή ε­νερ­γού υ­πο­κα­τά­στα­του. Ή, για να το πού­με με πιο οι­κείο τρό­πο, η ο­μα­δι­κή αυ­τή α­πο­μά­κρυν­ση να ξε­κο­πιά­ρει ως τα­κτι­κή αυ­τό που στην α­ρι­στε­ρά κω­δι­κο­ποιού­με με τον δυ­σά­ρε­στο ό­ρο “διά­σπα­ση”.
Αυ­τή, λοι­πόν, η “χρυ­σή” ε­πο­χή της Ε­ΦΕ, α­γκα­λιά­ζει, κα­τά υ­πο­κει­με­νι­κή ε­κτί­μη­ση, δύο με δυό­μι­σι δε­κα­ε­τίες. Ως α­γα­θών προ­θέ­σεων συλ­λο­γι­κό­τη­τα, αλ­λά και ως α­κτι­νο­βο­λία, συ­νέ­βα­λε κα­τά πο­λύ στο να α­να­γνω­ρι­στεί η φω­το­γρα­φία ως τέ­χνη α­πό το καλ­λι­τε­χνι­κό στε­ρέω­μα και α­πό έ­να, έ­στω πε­ριο­ρι­σμέ­νο, κοι­νό. Πα­ρό­λα αυ­τά, α­πό τα τέ­λη πε­ρί­που της δε­κα­ε­τίας του ’70 άρ­χι­σε να χά­νει τη λάμ­ψη της. Τι α­κρι­βώς λει­τούρ­γη­σε α­να­σταλ­τι­κά και, α­ντί να πρω­τα­γω­νι­στεί, κα­θη­λώ­θη­κε σε δευ­τε­ρεύο­ντα ρό­λο, εί­ναι μια με­γά­λη, ί­σως πι­κρή, ι­στο­ρία, που συ­ναρ­θρώ­νε­ται με τη γε­νι­κό­τε­ρη πο­ρεία στα με­τα­πο­λι­τευ­τι­κά πράγ­μα­τα. Στε­νό­χω­ρο και ι­διαί­τε­ρα πε­ρί­πλο­κο θέ­μα, ας μεί­νει προς το πα­ρόν στην ά­κρη χω­ρίς άλ­λο σχο­λια­σμό.
Τώ­ρα ει­δι­κά για τον Ιά­σο­να Απο­στο­λί­δη. Πριν δώ­σει στα­θε­ρό στίγ­μα πα­ρου­σίας στην Ε­ΦΕ, εί­χαν προ­η­γη­θεί, ό­πως και σε αρ­κε­τούς άλ­λους φω­το­γρά­φους, φω­το­γρα­φι­κές α­πό­πει­ρες α­πό την παι­δι­κή του η­λι­κία. Αυ­τάρ­κης φω­το­γρα­φι­κά ξε­κι­νά­ει έ­να-δύο χρό­νια με­τά τη λή­ξη του πο­λέ­μου, νο­μί­ζω το 1946. Περ­πα­τά­ει τα 24-25 και ει­σέρ­χε­ται ως συ­στη­μα­τι­κός ε­ρα­σι­τέ­χνης στο πε­δίο της φω­το­γρα­φίας α­νά­με­σα σε δύο πυ­ρα­κτω­μέ­νες για την Ελλά­δα πε­ριό­δους. Πί­σω η ζε­στή στά­χτη της Κα­το­χής, ε­μπρός το φυ­σε­ρό που κό­ρω­νε τη νέα φω­τιά του Εμφυ­λίου. Ανή­κει, δη­λα­δή, στη ά­τυ­χη γε­νιά, που πέ­φτει α­πό τον έ­ναν στον άλ­λον α­να­βρα­σμό. Συ­νυ­πο­λο­γί­ζο­ντας μα­ζί τα προ­εόρ­τια και τα με­θεόρ­τια, ου­σια­στι­κά δεν γνώ­ρι­σε πο­τέ α­πο­νή­ρευ­το μει­δία­μα.
Πα­ρεν­θε­τι­κά να ση­μειώ­σου­με ό­τι ε­δώ α­κρι­βώς ε­ντο­πί­ζε­ται και πα­ρει­σφρέει τα­κτι­κά μια με­γά­λη πα­ρε­ξή­γη­ση γύ­ρω α­πό την κα­το­πι­νή στά­ση αυ­τής της γε­νιάς. Το ό,τι στους φω­το­γρά­φους αυ­τής της γε­νιάς α­ντι­κα­το­πτρί­ζε­ται εμ­φα­νώς το στοι­χείο του “α­φε­λούς” ή του “ου­δέ­τε­ρου” α­πέ­να­ντι στην κοι­νω­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, και, κυ­ρίως, του “μη πο­λι­τι­κο­ποιη­μέ­νου”, αυ­τό ε­κτο­ξεύε­ται ως ε­πί­κρι­ση, κά­πο­τε με χροιά κο­σμο­πο­λί­τι­κης ε­πι­τί­μη­σης. Πρό­κει­ται, ω­στό­σο, για πα­ρα­νό­η­ση, που φαι­νο­με­νι­κά μό­νο βρί­σκει κά­ποια ε­ρεί­σμα­τα. Πράγ­μα­τι, ό­σο του­λά­χι­στον γνω­ρί­ζω, με­τέ­πει­τα πέ­φτει πέ­πλο α­πό­κρυ­ψης. Κα­νέ­να φω­το­γρα­φι­κό ί­χνος δεν δη­λώ­νει την ε­μπλο­κή τους σε τρα­χιές ε­μπει­ρίες. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πο­κρυ­σταλ­λώ­νουν μια λυ­ρι­κή ή, σω­στό­τε­ρα, ρεμ­βώ­δη μα­τιά, κοι­νω­νι­κά α­μέ­θε­κτη. Το ε­ρώ­τη­μα, ό­μως, εί­ναι για­τί; Μή­πως πρό­κει­ται για κρυ­φές ε­νο­χές κο­λα­σμέ­νων ψυ­χών που κα­τα­φεύ­γουν στον ε­ξα­γνι­σμό; Κα­θό­λου. Βγαί­νο­ντας α­π’ το πυ­ρω­μέ­νο το­πίο, δεν έ­κα­ναν άλ­λο α­π’ το να α­να­ζη­τούν α­νά­σες κοι­νω­νι­κής γα­λή­νης και η­ρε­μίας. Ως στά­ση, ε­κτός α­πό αυ­θόρ­μη­τη α­πώ­θη­ση, ή­ταν, συγ­χρό­νως, και μια α­πό­σβε­ση ο­φει­λής στην τα­ραγ­μέ­νη τους νεό­τη­τα. Κά­τι, δη­λα­δή, σαν α­συ­ναί­σθη­τη φυ­σι­κή α­νά­γκη. Τό­σο α­πλά ο­δη­γή­θη­καν σε μια ου­δέ­τε­ρη φω­το­γρα­φι­κά κοι­νω­νι­κή στά­ση. Εξάλ­λου, και να εκ­δή­λω­ναν φω­το­γρα­φι­κά κά­ποια διά­θε­ση μα­χη­τι­κό­τη­τας, αιω­ρού­ντο μο­νί­μως ως φό­βη­τρο τα ι­σχύο­ντα τό­τε προ­λη­πτι­κά μέ­τρα. Ας μην καλ­λιερ­γού­με ψευ­δαι­σθή­σεις και μά­λι­στα εκ του α­σφα­λούς. Με­σο­λα­βούν κα­τα­λυ­τι­κά ε­κεί­νες οι ρη­μά­δες οι κοι­νω­νι­κές συν­θή­κες, οι ο­ποίες, εάν δεν λη­φθούν υ­πό­ψη, τό­τε μια ο­λό­κλη­ρη γε­νιά φω­το­γρά­φων φα­ντά­ζει ε­γω­κε­ντρι­κή και α­διά­φο­ρη σε ό­σα συ­νέ­βαι­ναν γύ­ρω της. Μπο­ρεί, βέ­βαια, ως ερ­μη­νεία να θεω­ρη­θεί υ­πε­ρα­πλου­στευ­τι­κή ή ό­τι κά­που μπά­ζει, ο­πό­τε δια­γρά­φε­ται ως μη α­πο­δε­κτή. Εξάλ­λου, δεν υ­πάρ­χει μο­νο­πώ­λιο ερ­μη­νειών. Και ευ­τυ­χώς που δεν υ­πάρ­χει, για­τί ό­λοι θα κα­τα­λή­γα­με ευ­λα­βείς συλ­λει­τουρ­γοί σε έ­ναν και μό­νο θεό. Κα­λύ­τε­ρα, ό­μως, τα κοι­νω­νι­κο-πο­λι­τι­κά, με την ευ­ρεία τους έν­νοια, να τα πα­ρα­κάμ­ψου­με, για­τί θα πα­ρα­συρ­θού­με σε α­νε­πί­τρε­πτο πλα­τεια­σμό. Κλεί­σι­μο της πα­ρέν­θε­σης.
Ο Απο­στο­λί­δης φέ­ρε­ται ως εγ­γε­γραμ­μέ­νο τα­κτι­κό μέ­λος της Ε­ΦΕ α­πό τον Οκτώ­βρη του 1954, ου­σια­στι­κά α­πό την α­φε­τη­ρία της. Στον ί­διο κύ­κλο τα­κτι­κών με­λών, 77 τον α­ριθ­μό, πέ­ρα α­πό τον διά­ση­μο σή­με­ρα Κώ­στα Μπα­λά­φα, συ­να­ντά­με δύο α­κό­μη ε­ρα­στές της φω­το­γρα­φι­κής ει­κό­νας: τους Ευάγ­γε­λο Πα­ντά­ζο­γλου και Πέ­τρο Μπρού­σα­λη. Ο τε­λευ­ταίος θα ε­ξε­λιχ­θεί σε δρα­στή­ριο μέ­λος της Ε­ΦΕ, ό­πως και ο Απο­στο­λί­δης, ε­νώ ο προ­τε­λευ­ταίος θα μεί­νει κά­πως ξε­κομ­μέ­νος, του­λά­χι­στον α­πό τα ορ­γα­νω­τι­κά σχή­μα­τα της Εται­ρείας, λό­γω ε­παγ­γελ­μα­τι­κών υ­πο­χρεώ­σεων. Πρώ­τος ο Πα­ντά­ζο­γλου, δεύ­τε­ρος ο Μπρού­σα­λης, την “έ­κα­να­ν” κι αυ­τοί πριν α­πό λί­γα χρό­νια χω­ρίς κα­μία δη­μό­σια μνεία. Ποιος ξέ­ρει πό­τε και ποιοι άλ­λοι “με­τώ­κη­σα­ν” ο­ρι­στι­κά. Η συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία των με­λών ε­κεί­νης της πρώ­της πε­ριό­δου βρί­σκε­ται σε υ­ψη­λή η­λι­κια­κή κλί­μα­κα. Ο βιο­λο­γι­κός κύ­κλος δεν πα­ρα­βιά­ζε­ται. Εί­ναι α­μεί­λι­κτος. Όσοι εξ αυ­τών μπο­ρεί α­κό­μη εν ζωή, με­γά­λης πλέ­ον η­λι­κίας, τα πε­ρι­θώ­ρια ζο­ρί­ζουν. Ου­δείς, ό­μως, κρα­τά­ει, ό­χι διε­ξο­δι­κό, αλ­λά ού­τε καν έ­να α­πλό ο­νο­μα­στι­κό α­που­σιο­λό­γιο. Από το 1993, χρο­νιά που έ­κλει­σε το πε­ριο­δι­κό της Ε­ΦΕ (Ελλη­νι­κή Φω­το­γρα­φία) και κά­θε σχε­τι­κή πλη­ρο­φο­ρία με­τα­βι­βά­στη­κε στα ΜΜΕ, υ­ψώ­νε­ται σιω­πή. Φαί­νε­ται ό­τι υ­πέ­κυ­ψε κι αυ­τό στο γή­ρας, ο­πό­τε η σπου­δαιό­τη­τα ή η α­ση­μα­ντό­τη­τα κά­θε φω­το­γρα­φι­κής εί­δη­σης ρυθ­μί­ζε­ται πλέ­ον α­πό ε­ξω­φω­το­γρα­φι­κούς πα­ρά­γο­ντες. Κλεί­σι­μο και στη λά­θρα ε­δώ δεύ­τε­ρη πα­ρέν­θε­ση, χω­ρίς ά­νοιγ­μα άλ­λης μέ­χρι τέ­λους.
Πρώ­τη φω­το­γρα­φι­κή δη­μο­σίευ­ση του Απο­στο­λί­δη συ­να­ντά­με στο πε­ριο­δι­κό Ελλη­νι­κή Φω­το­γρα­φία, τον Δεκ. του 1955 (5ο τχ.). Εί­ναι μια ασ­πρό­μαυ­ρη λή­ψη με Leica, φέ­ρει τίτ­λο «Πορ­τρέ­το της γά­τας» και συμ­με­τέ­χει στην 1η Πα­νελ­λή­νια Έκθε­ση Φω­το­γρα­φίας στο Ζάπ­πειο. Έχει, ό­μως, πριν κα­τα­τε­θεί ως συμ­με­το­χή στον Α’ Δια­γω­νι­σμό ε­ρα­σι­τε­χνών με ε­λεύ­θε­ρο θέ­μα, που ορ­γά­νω­σε ε­κεί­νο το έ­τος η Ε­ΦΕ. Εκεί, το “έ­ντο­νο πε­ρίερ­γο εκ­φρα­στι­κό” «Πορ­τρέ­το της γά­τας», ό­πως το χα­ρα­κτη­ρί­ζει το Πρα­κτι­κό της Επι­τρο­πής Κρι­τών, α­πο­σπά έ­παι­νο. Η Επι­τρο­πή δεν εί­ναι τυ­χαία, ού­τε α­πο­τε­λού­με­νη μό­νο α­πό αν­θρώ­πους της φω­το­γρα­φίας. Προ­ε­δρεύει ο τε­χνο­κρι­τι­κός της ΚΑ­ΘΗ­ΜΕ­ΡΙ­ΝΗΣ Άγγε­λος Προ­κο­πίου, έ­χο­ντας ως μέ­λη τον πρό­σφα­τα θα­νό­ντα ζω­γρά­φο και κα­θη­γη­τής της Α­ΣΚΤ Γιάν­νη Μό­ρα­λη, τον χα­ρά­κτη Δημ. Γιαν­νου­κά­κη, ε­νώ συ­μπλη­ρώ­νε­ται με τους δό­κι­μους φω­το­γρά­φους, μέ­λη της Ε­ΦΕ, Βού­λα Πα­παϊωάν­νου, Σπύ­ρο Με­λετ­ζή και Δή­μο Πα­τρί­δη. Στον Γ΄ Δια­γω­νι­σμό του ι­δίου έ­τους, με θέ­μα «Ελλη­νι­κά νη­σιά και θά­λασ­σες», ό­που α­θλο­θέ­της εμ­φα­νί­ζε­ται η KODAK, ο Απο­στο­λί­δης α­πο­σπά το 1ο βρα­βείο για την έγ­χρω­μη φω­το­γρα­φία «Με­θυ­σμέ­να κα­ρά­βια», η ο­ποία δη­μο­σιεύε­ται ασ­πρό­μαυ­ρη και Α΄ έ­παι­νο για την α­δη­μο­σίευ­τη φω­το­γρα­φία με τίτ­λο «Μύ­κο­νος».
Αυ­τές εί­ναι α­να­λυ­τι­κά οι υ­πάρ­χου­σες πλη­ρο­φο­ρίες για τις πρώ­τες δη­μο­σιευ­μέ­νες φω­το­γρα­φίες του στο πε­ριο­δι­κό της Ε­ΦΕ. Στη συ­νέ­χεια, οι δη­μο­σιεύ­σεις α­πο­κτούν κά­ποια τα­κτι­κό­τη­τα. Μην μπού­με, ό­μως, σε συ­στη­μα­τι­κή κα­τα­γρα­φή, για­τί θα βυ­θι­στού­με σε πλη­κτι­κή α­πε­ρα­ντο­λο­γία. Να ση­μειώ­σου­με μό­νο ό­τι α­ντα­να­κλούν, ό­χι βέ­βαια λε­πτο­με­ρώς, το στα­δια­κό του ω­ρί­μα­σμα και τους κα­τά και­ρούς φω­το­γρα­φι­κούς του προ­σα­να­το­λι­σμούς. Ωστό­σο, λί­γο αρ­γό­τε­ρα, Απρ. 1968, δη­μο­σιεύει άρ­θρο στις σε­λί­δες του πε­ριο­δι­κού με τίτ­λο «Προ­σω­πι­κή προ­σέγ­γι­ση». Κεί­με­νο ω­ρι­μό­τη­τας, α­πο­κα­λύ­πτει τις ι­διαί­τε­ρες α­πό­ψεις του Απο­στο­λί­δη. Ό,τι κα­τα­θέ­τει ε­κεί, α­πο­τε­λεί έ­να εί­δος προ­σω­πι­κού μα­νι­φέ­στου γύ­ρω α­πό την φω­το­γρα­φι­κή ει­κό­να.
Κου­βα­λώ­ντας ο Απο­στο­λί­δης μια ι­διό­τρο­πη α­ντί­λη­ψη - μό­νο έ­τσι μπο­ρεί να ερ­μη­νευ­τεί - ε­κτός του πε­ριο­δι­κού Ελλη­νι­κή Φω­το­γρα­φία, ου­δέ­πο­τε δη­μο­σίευ­σε φω­το­γρα­φία σε άλ­λο έ­ντυ­πο. Πλή­ρω­σε, βε­βαίως, το τί­μη­μα, μέ­νο­ντας ε­ντε­λώς ά­γνω­στος στο ευ­ρύ κοι­νό. Εξαί­ρε­ση α­πο­τε­λεί μια πρώ­τη, ί­σως και μο­να­δι­κή, συ­στη­μα­τι­κή με­λέ­τη για το φω­το­γρα­φι­κό του έρ­γο στο πε­ριο­δι­κό OPTICON (Τχ. Ιουν. 1997). Την υ­πο­γρά­φει ο κα­θη­γη­τής φω­το­γρα­φίας Γρη­γό­ρης Βλασ­σάς. Ο ί­διος, με πρό­λο­γο του ε­πί­σης κα­θη­γη­τή φω­το­γρα­φίας Αρι­στεί­δη Κο­ντο­γεώρ­γη, υ­πο­γρά­φει και το διε­ξο­δι­κό κεί­με­νο πα­ρου­σία­σης στο λεύ­κω­μα «Ο Φω­το­γρά­φος Ιά­σων Απο­στο­λί­δης», (εκδ. Αίο­λος, Αθή­να, χ.χ.).2 Πρό­κει­ται για μο­νο­γρα­φία, η ο­ποία, πέ­ρα α­πό α­σφα­λείς πλη­ρο­φο­ρίες, δί­νει και μια α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κή ει­κό­να του φω­το­γρά­φου. Διαι­ρεί­ται σε ε­πτά θε­μα­τι­κές ε­νό­τη­τες (Ύπαι­θρος - Νη­σιά του Αι­γαίου - Πρό­σω­πα - Το­πία - Στιγ­μές - Εργα­λεία - Φω­το­τε­χνι­κές) και κα­θώς ο ί­διος φέ­ρε­ται ως ά­τυ­πος συ­νερ­γός της έκ­δο­σης, οι τίτ­λοι πρέ­πει να δη­λώ­νουν, έ­στω σχη­μα­τι­κά, τις φω­το­γρα­φι­κές του εμ­μο­νές.
Όσο μπο­ρώ να κρί­νω και με βά­ση την υ­πάρ­χου­σα μο­νο­γρα­φία, ο Απο­στο­λί­δης κι­νεί­ται στα­δια­κά προς έ­ναν μο­ντερ­νι­σμό, τον μο­ντερ­νι­σμό της ε­πο­χής του, και α­νι­χνεύε­ται κά­που α­νά­με­σα στους Δημ. Χα­ρι­σιά­δη και Βού­λα Πα­παϊωάν­νου. Εντο­πί­ζο­νται, μά­λι­στα, φω­το­γρα­φίες του, που “συ­νο­μι­λού­ν” με α­ντί­στοι­χες αυ­τών των δύο. Κα­τα­φεύ­γω στα δύο πρό­σω­πα ως κλί­μα­κα σύ­γκρι­σης και ό­χι ταύ­τι­σης, ε­πει­δή γνω­στοί πέ­ρα α­πό το συ­νά­φι της φω­το­γρα­φίας. Ξε­γλι­στρά­ει, ό­μως, α­πό αυ­τήν τη συ­μπλη­γά­δα και α­ντι­δια­στέλ­λε­ται, προ­τάσ­σο­ντας, με­τα­ξύ των άλ­λων, και έ­ναν ι­διό­τυ­πο φορ­μα­λι­σμό. Η δη­μιουρ­γι­κή του διά­θε­ση, σε συμ­με­τρι­κή σχέ­ση με τους δύο άλ­λους, δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται μό­νο στη στιγ­μή της λή­ψης. Αντι­θέ­τως, ε­πε­κτεί­νε­ται μέ­χρι τον σκο­τει­νό θά­λα­μο, ό­που τύ­πω­νε μό­νος τις φω­το­γρα­φίες του. Δεί­χνει ι­διαί­τε­ρα ε­ξοι­κειω­μέ­νος με τα μυ­στι­κά του σκο­τει­νού θα­λά­μου και οι πει­ρα­μα­τι­σμοί του τεί­νουν προς την υ­πέρ­βα­ση της πραγ­μα­τι­κής ει­κό­νας ή προς την α­φαί­ρε­ση της ως τα ό­ρια της α­δρής σχη­μα­το­ποίη­σης. Για το τε­λευ­ταίο, εί­ναι φα­νε­ρό ό­τι στην εμ­φά­νι­ση χρη­σι­μο­ποιεί τα κα­τάλ­λη­λα υ­λι­κά και α­φαι­ρώ­ντας τη στιγ­μή της ε­κτύ­πω­ση ό­λους τους εν­διά­με­σους τό­νους, ο­ρι­σμέ­νες φω­το­γρα­φίες του α­πο­κτούν α­μι­γή μορ­φή χα­ρα­κτι­κού. Σ’ αυ­τό συμ­βάλ­λει ή, σω­στό­τε­ρα, τον διευ­κο­λύ­νει η σκλη­ρή δια­βάθ­μι­ση του χαρ­τιού, αλ­λά το φω­το­γρα­φι­κό α­πο­τέ­λε­σμα προϋπο­θέ­τει ε­πι­δε­ξιό­τη­τα και, βε­βαίως, δη­μιουρ­γι­κή φα­ντα­σία. Όσο για το πρώ­το, στο ο­ποίο ε­πι­δί­δε­ται πά­λι στον σκο­τει­νό θά­λα­μο αλ­λά με πιο ι­σχυ­ρή φα­ντα­σία, κά­νει φω­το­γρα­φι­κές προ­σμί­ξεις. Με διά­θε­ση αλ­χη­μι­στή α­πο­μο­νώ­νει, συ­ναρ­μό­ζει, α­να­μι­γνύει, αλ­λοιώ­νει, υ­πο­φω­τί­ζει ή φλου­τά­ρει φω­το­γρα­φι­κά θέ­μα­τα, συν­θέ­το­ντας πρω­τό­τυ­πες ει­κό­νες, μάλ­λον ο­νει­ρι­κές, μέ­σα α­πό δι­κές του λή­ψεις.
“Όταν στα­μά­τη­σε να λει­τουρ­γεί τον σκο­τει­νό του θά­λα­μο”, γρά­φει ο Γρηγ. Βλασ­σας, “στα­μά­τη­σε και την ε­να­σχό­λη­σή του με την μαυ­ρό­ασ­πρη φω­το­γρα­φία”. Φαί­νε­ται, ό­μως, ό­τι κα­τόρ­θω­σε να υ­περ­βεί τις κα­θη­λώ­σεις της η­λι­κίας του, για­τί λί­γο πιο κά­τω ση­μειώ­νει ό­τι “περ­νά τον ε­λεύ­θε­ρο χρό­νο του δη­μιουρ­γώ­ντας με τις νέες τε­χνο­λο­γίες, μέ­σω η­λεκ­τρο­νι­κού υ­πο­λο­γι­στή”. Επι­πλέ­ον, μας πλη­ρο­φο­ρεί ό­τι έ­λα­βε μέ­ρος στον Πα­νελ­λή­νιο Δια­γω­νι­σμό Ψη­φια­κής Φω­το­γρα­φίας που διορ­γά­νω­σε η Ε­ΦΕ το 2002, ό­που πή­ρε χάλ­κι­νο με­τάλ­λιο. Με άλ­λα λό­για, πα­ρεκ­τρά­πει στα ο­γδό­ντα του και μά­λι­στα δη­μό­σια, διεκ­δι­κώ­ντας πρω­τεία ση­με­ρι­νού νε­α­νία. Έχει, λοι­πόν, εν­δια­φέ­ρον η δη­μιουρ­γι­κή προέ­κτα­ση του σκο­τει­νού θα­λά­μου στο photoshop του Η/Υ και αν ως καλ­λι­τε­χνι­κό α­πο­τέ­λε­σμα εί­ναι ε­ξί­σου ε­πι­τυ­χές. Ωστό­σο, το τι α­κρι­βώς θα α­να­σύ­ρουν μέ­σα α­πό τα ά­δυ­τα του σκλη­ρού δί­σκου οι οι­κείοι του, που υ­πο­γρά­φουν την αγ­γε­λία θα­νά­του, αμ­φι­βάλ­λω εάν θα α­πο­κα­λυ­φθεί πο­τέ δη­μό­σια.
Αυ­τά τα πολ­λά, τα γε­μά­τα πα­ρεκ­βά­σεις, ί­σως ό­μως και τα μό­να για τον θα­νό­ντα φω­το­γρά­φο Ιά­σο­να Απο­στο­λί­δη.

ΣΗ­ΜΕΙΩ­ΣΕΙΣ
1 - Ένα α­μι­γώς ε­ρα­σι­τε­χνι­κό σω­μα­τείο, ο «Σύν­δε­σμος Ελλή­νων Ερα­σι­τε­χνών Φω­το­γρά­φων», ι­δρύ­θη­κε στα τέ­λη του 1932. Το κα­τα­στα­τι­κό λει­τουρ­γίας φα­νε­ρώ­νει υ­ψη­λές ε­πι­διώ­ξεις, αλ­λά μάλ­λον δεν κα­τόρ­θω­σε να ε­πι­πλεύ­σει για πο­λύ, α­φή­νο­ντας στην ε­πο­χή του κά­ποιο ευ­διά­κρι­το στίγ­μα.
2 - Από ε­δώ αν­τλή­θη­καν ο­ρι­σμέ­νες πλη­ρο­φο­ρίες, ό­πως και οι φω­το­γρα­φίες που ει­κο­νο­γρα­φούν το κεί­με­νο

Πέ­τρος Κα­λα­βρός
Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην εβδομαδιαία εφημερίδα "Η Εποχή"

«Μανδραγόρας» Τεύχος 41 Νοέμβριος 2009

Στην εν­δια­φέ­ρου­σα ύ­λη του τρέ­χο­ντος τεύ­χους κυ­ριαρ­χεί το πο­λυ­σέ­λι­δο α­φιέ­ρω­μα στον Ε.Χ.Γο­να­τά, τρία χρό­νια με­τά το θά­να­τό του, στις 24 Μαρ­τίου 2006 .Την ε­πι­μέ­λεια του α­φιε­ρώ­μα­τος έ­χουν οι Ξέ­νη Σκαρ­τσή, Κώ­στας Κρεμ­μύ­δας και Λί­νος Ιωαν­νί­δης. Όπως ει­σα­γω­γι­κά ση­μειώ­νε­ται, ως στό­χος του α­φιε­ρώ­μα­τος τί­θε­ται η πα­ρου­σία­ση τό­σο των βα­σι­κών ό­σο και των α­διε­ρεύ­νη­των πτυ­χών του έρ­γου του. Κι αυ­τό ε­πι­χει­ρεί­ται με συ­νερ­γα­σίες κά­ποιων πα­λαιό­τε­ρων και κυ­ρίως, νεό­τε­ρων. Το α­φιέ­ρω­μα α­νοί­γει με έ­να σύ­ντο­μο βιο­γρα­φι­κό, ό­που α­να­φέ­ρο­νται και οι στε­νοί φί­λοι του Γο­να­τά, Δ.Π.Πα­πα­δί­τσας, Νί­κος Κα­χτί­τσης και Η.Χ.Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λος. Εδώ, προσ­διο­ρί­ζε­ται πως δια­τη­ρού­σε αλ­λη­λο­γρα­φία με τον Κα­χτί­τση, χω­ρίς να γί­νε­ται μνεία στην ε­πι­στο­λο­γρα­φία του με τους άλ­λους δύο. Δεν α­να­φέ­ρε­ται ού­τε καν η δη­μο­σιευ­μέ­νη αλ­λη­λο­γρα­φία Πα­πα­δί­τσα-Γο­να­τά, η ο­ποία πα­ρα­λεί­πε­ται (αν δεν σφάλ­λου­με) και στην ερ­γο­γρα­φία. Πι­θα­νώς, για­τί εν­δια­μέ­σως (και πά­λι αν δεν σφάλ­λου­με) πολ­το­ποιή­θη­κε, λό­γω ι­σχνό­τα­της ζή­τη­σης.
Ακο­λου­θεί αν­θο­λό­γιο α­πό τα πε­ζά του Γο­να­τά και α­να­δη­μο­σιεύε­ται το ποίη­μα «Η μι­κρή ε­ξο­χι­κή πό­λη», δη­μο­σιευ­μέ­νο στο πε­ριο­δι­κό «Παλ­μός», τον Ιού­λιο του 1945, που α­πο­τέ­λε­σε την πρώ­τη εμ­φά­νι­ση του Γο­να­τά στη λο­γο­τε­χνία, με το ψευ­δώ­νυ­μο Ν. Γο­νής. Έπο­νται δυο ε­πι­στο­λές του Γο­να­τά προς τον Νί­κο Εγγο­νό­που­λο, και οι δυο γραμ­μέ­νες στην Κη­φι­σιά, τον Οκτώ­βριο του 1976 και στις 14 Μαΐου 1983. Όπως πα­ρα­τη­ρεί στο κεί­με­νό του ο ποιη­τής Γιώρ­γος Γώ­της, του Γο­να­τά “του ά­ρε­σε να λέει πά­ντο­τε ό­τι θεω­ρού­σε δά­σκα­λό του τον Νί­κο Εγγο­νό­που­λο με τον ο­ποίο συν­δεό­ταν φι­λι­κά και α­πό τον ο­ποίο γνώ­ρι­σε και διά­βα­σε πλή­θος συγ­γρα­φέων. Όμως αν κα­λο­ε­ξε­τά­σου­με τη σχέ­ση δα­σκά­λου μα­θη­τή ο Γο­να­τάς εί­χε, α­πό αρ­κε­τά νω­ρίς, ό­λο το α­παι­τού­με­νο α­να­γνω­στι­κό υ­πό­βα­θρο”. Ο Γώ­της πε­ρι­γρά­φει εν ε­κτά­σει τη “δια­δι­κα­σία” της έκ­δο­σης ε­νός βι­βλίου του Γο­να­τά, α­πό το χει­ρό­γρα­φο και την α­νά­γνω­ση σε φί­λους κα­τά τις σαβ­βα­τιά­τι­κες μα­ζώ­ξεις στο τυ­πο­γρα­φείο του φί­λου και εκ­δό­τη του, Αι­μί­λιου Καλ­λια­κά­τσου, μέ­χρι το φρε­σκο­τυ­πω­μέ­νο βι­βλίο. Τον πε­ρι­γρά­φει ως άν­θρω­πο τε­λειο­μα­νή, στο βαθ­μό αυ­τή η διαρ­κής φρο­ντί­δα να α­πο­βαί­νει βα­σα­νι­στι­κή για την κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά του. Μας α­πο­κα­λύ­πτει πως μα­ζί ε­τοί­μα­σαν προς έκ­δο­ση την αλ­λη­λο­γρα­φία του με τον Κα­χτί­τση, που ο θά­να­τός του την ά­φη­σε α­νο­λο­κλή­ρω­τη, α­νά­με­σα στα κα­τά­λοι­πά του.
«Ανα­σκα­φή στο ποιη­τι­κό ερ­γα­στή­ρι του Ε. Χ. Γο­να­τά» ε­πι­χει­ρεί ο Ε.Γ.Κα­ψω­μέ­νος. Κα­τ΄αυ­τόν, “η ποίη­ση του Γο­να­τά α­πο­τε­λεί ση­μείο συ­νά­ντη­σης του υ­περ­ρε­α­λι­στι­κού ο­ρά­μα­τος με τις βα­θιές δο­μές της ελ­λη­νι­κής πο­λι­τι­σμι­κής πα­ρά­δο­σης”. Πι­στεύει πως για την πε­ρί­πτω­σή του η κρι­τι­κή δεν έ­χει πει την τε­λευ­ταία της λέ­ξη. Υπο­θέ­του­με ό­τι εν­νο­εί τους σύγ­χρο­νούς του κρι­τι­κούς, για­τί οι νεό­τε­ροι μό­λις τώ­ρα φαί­νε­ται πως αρ­χί­ζουν να ο­μι­λούν. Σε έ­να σύ­ντο­μο αλ­λά με­στό κεί­με­νο, ο Νά­νος Βα­λαω­ρί­της υ­πο­στη­ρί­ζει πως “το κλί­μα των πε­ζών του Νώ­ντα Γο­να­τά δεν ο­φεί­λει τί­πο­τα ού­τε στον Εμπει­ρί­κο ού­τε στον Σε­φέ­ρη. Για­τί ου­σια­στι­κά εί­ναι έ­νας συγ­γρα­φέ­ας πε­ζο­γρά­φος που καλ­λιέρ­γη­σε το φα­ντα­στι­κό, ό­πως στη Γαλ­λία έ­νας Marcel Bealu”. Ακό­μη, πα­ρα­τη­ρεί πως η γλώσ­σα του Γο­να­τά εί­ναι μα­λα­κή, τρυ­φε­ρή, α­πα­τη­λά “ρε­α­λι­στι­κή”.
Η συ­στη­μα­τι­κή με­λε­τή­τρια του Γο­να­τά Φρα­γκί­σκη Αμπατ­ζο­πού­λου πε­ριο­ρί­ζε­ται να “φω­τί­σει” έ­να μό­νο α­πό τα “βι­βλια­ρά­κια” του, την «Προ­ε­τοι­μα­σία». Κα­τα­λή­γο­ντας, μας πλη­ρο­φο­ρεί πως ο Γο­να­τάς, στην α­φιέ­ρω­ση ε­νός α­ντι­τύ­που, που πρό­σφε­ρε σε φί­λο του, εί­χε χα­ρα­κτη­ρί­σει το εν λό­γω “βι­βλια­ρά­κι” “un petit rien phi­-losophique”. Ο Βί­κτωρ Ιβά­νο­βι­τς α­να­φέ­ρε­ται στο με­τα­φρα­στι­κό έρ­γο του Γο­να­τά, ε­νώ, ο Βί­κτωρ Καμ­χής συ­ντάσ­σει ερ­γο­γρα­φία Γο­να­τά και κα­τ’ ε­πι­λο­γή βι­βλιο­γρα­φία, πα­ρα­θέ­το­ντας α­πο­σπά­σμα­τα α­πό κρι­τι­κές. Αρχί­ζει με την Άλκη Θρύ­λου στην ε­φη­με­ρί­δα «Ελλη­νι­κόν Αί­μα», 30 Σε­πτεμ­βρίου 1945, και κα­τα­λή­γει με την Τ. Δη­μη­τρού­λια στο η­λεκ­τρο­νι­κό πε­ριο­δι­κό «poeticanet», Απρί­λιο 2007. Στο α­φιέ­ρω­μα, ό­μως, την με­γα­λύ­τε­ρη έ­κτα­ση κα­τα­λαμ­βά­νουν τα κεί­με­να των Νί­κου Κα­ρα­κώ­στα, Κώ­στα Στα­θό­που­λου, Ηλία Γιού­ρη, Ελέ­νης Γού­λα, Σο­φίας Βούλ­γα­ρη, Ιωάν­νας-Ζωής Δε­λη­βο­ριά, Κα­τε­ρί­νας Θε­ο­δω­ρά­του και Φω­τει­νής Πα­πα­ρή­γα. Τις α­να­δύ­σεις του α­συ­νεί­δη­του και τα στοι­χεία της πα­ραί­σθη­σης στα α­φη­γή­μα­τα του Γο­να­τά προ­σεγ­γί­ζει και σχο­λιά­ζει η Ξέ­νη Σκαρ­τσή. Πε­ζά, ό­πως αυ­τά του Γο­να­τά, προ­σφέ­ρο­νται για ποι­κί­λες ερ­μη­νείες, ό­που με­ρι­κές μπο­ρεί να βρί­σκο­νται πο­λύ πέ­ραν των συγ­γρα­φι­κών προ­θέ­σεων. Μέ­νου­με με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι, λ.χ., η α­νά­γνω­ση του Γιού­ρη, ε­πη­ρε­α­σμέ­νη α­πό τις θεω­ρίες των Λε­βι­νάς και Ντερ­ρι­ντά, α­νή­κει σε αυ­τήν την κα­τη­γο­ρία. Δια­τεί­νε­ται ό­τι οι ι­στο­ρίες του Γο­να­τά μπο­ρεί να ε­κλη­φθούν ως αλ­λη­γο­ρίες α­πο­δο­χής του Άλλου. Και κά­πως έ­τσι ε­ξη­γεί τον τρό­πο που η λο­γο­τε­χνία του συμ­βάλ­λει στην η­θι­κή ε­ξέ­λι­ξη του α­να­γνω­στι­κού κοι­νού της. Κρί­μα που ο Γο­να­τάς δεν πρό­λα­βε να δια­βά­σει πα­ρό­μοιες ερ­μη­νευ­τι­κές ο­πτι­κές. Μέ­νει ζη­τού­με­νο αν θα χα­μο­γε­λού­σε ή θα ε­κνευ­ρι­ζό­ταν. Ίσως, ο εξ α­πορ­ρή­των φί­λος του Αι­μί­λιος Καλ­λια­κά­τσος να μπο­ρεί να λύ­σει την α­πο­ρία μας.
Στο τεύ­χος, δη­μο­σιεύε­ται μια εν­δια­φέ­ρου­σα συ­ζή­τη­ση του Βα­σί­λη Βα­σι­λι­κού με μα­θη­τές του Λυ­κείου και συ­ντο­νι­στή τον ποιη­τή Στά­θη Κου­τσού­νη.

Ημερολόγιο 2010 Κρήτη

Οι εκ­δό­σεις Με­ταίχ­μιο συ­νε­χί­ζουν και ε­φέ­τος τη νεό­τευ­κτη σει­ρά των η­με­ρο­λο­γίων “πα­τρι­δο­γνω­σίας”. Με­τά το περ­σι­νό για την “πέ­τρι­νη” Ήπει­ρο, έρ­χε­ται το η­με­ρο­λό­γιο της θα­λάσ­σιας Κρή­της. Πρό­κει­ται και πά­λι για έ­να γνή­σιο η­με­ρο­λό­γιο πα­τρι­δο­γνω­σίας, που φι­λο­δο­ξεί να προ­σφέ­ρει κα­λύ­τε­ρη γνω­ρι­μία με την Με­γα­λό­νη­σο α­πό πλεί­στες ό­σες πλευ­ρές· ι­στο­ρι­κή, γεω­γρα­φι­κή, λα­ο­γρα­φι­κή, πο­λι­τι­σμι­κή. Απλω­μέ­νη η Κρή­τη α­νά­με­σα στις τρεις η­πεί­ρους του Πα­λαιού Κό­σμου, σύμ­φω­να και με τη σχο­λι­κή πα­τρι­δο­γνω­σία, κλεί­νει προς Νό­το το Αι­γαίο Πέ­λα­γος και με τη νή­σο Γαύ­δο κα­τέ­χει το νο­τιό­τε­ρο ά­κρο της Ευ­ρω­παϊκής Ηπεί­ρου. “Ένα κα­ρά­βι τρι­κά­ταρ­το” το νη­σί, ό­πως εί­ναι και ο τίτ­λος του Ημε­ρο­λο­γίου, δα­νει­σμέ­νος α­πό τον Νί­κο Κα­ζα­ντζά­κη, που έ­γρα­φε, “Ένα κα­ρά­βι τρι­κά­ταρ­το ή­ταν η Κρή­τη, με τις τρεις α­ψη­λές βου­νο­κορ­φές, τα Λευ­κά Όρη, τον Ψη­λο­ρεί­τη, τη Δί­χτη, κι αρ­μέ­νι­ζε μέ­σα στους α­φρούς”. Για­τί ό­μως “ή­τα­ν” και ό­χι “εί­ναι”; Τα Λευ­κά Όρη ή Μα­δά­ρες, ο Ψη­λο­ρεί­της ή Ίδη και η λί­γο χα­μη­λό­τε­ρη Δί­χτη ή Λα­σι­θιώ­τι­κα Όρη βρί­σκο­νται πά­ντο­τε στη θέ­ση τους, κα­θώς προ­χω­ρού­με α­πό Δυ­σμάς προς Ανα­το­λάς. Μέ­νει, ω­στό­σο, ζη­τού­με­νο, κα­τά πό­σο η Με­γα­λό­νη­σος ε­ξα­κο­λου­θεί να αρ­με­νί­ζει κα­τα­πώς έ­κα­νε τα πα­λαιά χρό­νια, έ­χο­ντας εν­σω­μα­τω­θεί α­πό την 1η Δε­κεμ­βρίου 1913, σύμ­φω­να και με το χρο­νο­λό­γιο του Ημε­ρο­λο­γίου, στον ελ­λα­δι­κό κορ­μό. Η Κρή­τη α­πο­τε­λεί πε­ρί­που το 6% της ελ­λη­νι­κής ε­πι­κρά­τειας, ε­νώ δια­τη­ρεί πλη­θυ­σμια­κά έ­να λί­γο μι­κρό­τε­ρο πο­σο­στό.
Γέν­νη­μα θρέμ­μα Κρη­τι­κός ο ε­πι­με­λη­τής του Ημε­ρο­λο­γίου, Δη­μή­τρης Χατ­ζη­κων­στα­ντί­νου, γνω­ρί­ζει κα­λά τον τό­πο και αυ­τό φαί­νε­ται α­πό τη με­γά­λη ποι­κι­λία του υ­λι­κού, που συ­γκε­ντρώ­νει: Ιδιό­λε­κτες “κρη­τι­κο­πού­λες” λέ­ξεις. Ένα πλή­θος α­πό μα­γει­ρι­κές συ­ντα­γές, πα­ρου­σια­σμέ­νες α­πό τις γυ­ναί­κες, που τις α­κο­λου­θούν μέ­χρι σή­με­ρα, πα­ρα­σκευά­ζο­ντας τις το­πι­κές λι­χου­διές. Κα­τα­λό­γους εν­δη­μι­κών α­ρω­μα­τι­κών φυ­τών και πε­ρι­γρα­φές κά­ποιων α­πό αυ­τά, ό­πως ο δί­κτα­μος, το φυ­τό του ό­ρους Δί­κτη, που λέ­γε­ται και Έρω­ντας και το ο­ποίο οι Σφα­κια­νοί πε­ρι­συλ­λέ­γουν σε α­πρό­σι­τους γκρε­μνούς. Πε­ρι­γρα­φές ντό­πιων φο­ρε­σιών συ­νο­δευό­με­νες α­πό φω­το­γρα­φίες. Στί­χους τρα­γου­διών και πε­ρι­γρα­φές χο­ρών. Ακό­μη, πα­ροι­μίες, παι­χνί­δια έως και για­τρο­σό­φια. Άλλα πο­λύ­πλο­κα και άλ­λα τε­λείως κα­θη­με­ρι­νά, ό­πως η ο­με­λέ­τα με τυ­ρί, που πί­στευαν πως στα­μα­τού­σε την αι­μορ­ρα­γία της λε­χώ­νας. Μέ­χρι και γε­λοιο­γρα­φίες α­πό ε­φη­με­ρί­δες πα­λαιό­τε­ρων ε­πο­χών, ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, ε­κεί­νη που εί­χε δη­μο­σιεύ­σει, εν έ­τει 1897, η βρε­τα­νι­κή «Punch», με τη λε­ζά­ντα: “Η κυ­ρά-Ευ­ρώ­πη προς τη μι­κρή Κρή­τη: «Μην κλαις, κα­λό μου· πα­ρα­κά­λε­σα αυ­τόν τον κα­λό κι ευ­γε­νι­κό τούρ­κο χω­ρο­φύ­λα­κα να μεί­νει ε­δώ, να σε φρο­ντί­ζει.»”
Διεκ­δι­κώ­ντας ο ε­πι­με­λη­τής, α­πό τις αρ­χές του τρέ­χο­ντος αιώ­να, θέ­ση στην ελ­λη­νι­κή πε­ζο­γρα­φία, ή­δη με τρία βι­βλία στο ε­νερ­γη­τι­κό του, πα­ρα­θέ­τει ως κορ­μό του Ημε­ρο­λο­γίου αν­θο­λό­γιο λο­γο­τε­χνι­κών κει­μέ­νων κρη­τι­κών συγ­γρα­φέων. Ωστό­σο, πα­ρό­λο που εί­ναι δά­σκα­λος το ε­πάγ­γελ­μα, δεν εμ­φα­νί­ζε­ται κα­θό­λου σχο­λα­στι­κός στον τρό­πο πα­ρά­θε­σης του υ­λι­κού. Σε κά­θε σε­λί­δα δη­μιουρ­γεί έ­να ευ­φά­ντα­στο κο­λά­ζ, συν­δυά­ζο­ντας κεί­με­να, φω­το­γρα­φίες και μι­κρά έγ­χρω­μα κα­ρε­δά­κια για ό,τι θέ­λει να ε­ξά­ρει. Αυ­τός ο τρό­πος πα­ρά­θε­σης κι­νεί το εν­δια­φέ­ρον ε­νός ευ­ρύ­τε­ρου κοι­νού, ί­σως, ό­μως, να δυ­σκο­λέ­ψει έ­ναν φι­λο­μα­θή. Για πα­ρά­δειγ­μα, τα σύ­ντο­μα βιο­γρα­φι­κά ση­μειώ­μα­τα, που προ­βλέ­πο­νται για τους πα­λαιό­τε­ρους συγ­γρα­φείς, δεν πα­ρα­κο­λου­θούν τα α­πο­σπά­σμα­τα α­πό τα έρ­γα τους. Επί­σης, στην πα­ρά­τα­ξη των λο­γο­τε­χνι­κών κει­μέ­νων, ι­δίως ε­κεί­νων που κα­τα­λαμ­βά­νουν μια ο­λό­κλη­ρη σε­λί­δα, δεν δια­τη­ρεί­ται η γε­νε­α­λο­γι­κή σει­ρά. Αντί­θε­τα, οι πρώ­τοι έ­σο­νται τε­λευ­ταίοι. Λ.χ., στις τε­λευ­ταίες σε­λί­δες, εμ­φα­νί­ζε­ται ο Βι­τσέ­ντζος Κορ­νά­ρος με τον «Ερω­τό­κρι­το» και ο Γεώρ­γιος Χορ­τά­τσης, αυ­τός χω­ρίς την «Ερω­φί­λη». Όπως και να έ­χει, οι συγ­γρα­φι­κές προ­τι­μή­σεις εί­ναι σα­φείς. Ο α­δια­φι­λο­νί­κη­τος συγ­γρα­φέ­ας της Κρή­της εί­ναι ο Κα­ζα­ντζά­κης. Ενώ, α­πό τον Ιωάν­νη Κον­δυ­λά­κη ή τον Πα­ντε­λή Πρε­βε­λά­κη και την Έλλη Αλε­ξίου προ­κρί­νει τους νεό­τε­ρους, της γε­νιάς του ’70 και τους κα­το­πι­νούς, μέ­χρι τους νεό­τα­τους, που εμ­φα­νί­στη­καν μα­ζί με αυ­τόν τα τε­λευ­ταία χρό­νια. Με­τα­ξύ άλ­λων, πε­ρι­λαμ­βά­νει και α­πο­σπά­σμα­τα α­πό ε­κλε­κτά πε­ζά, ό­πως, λ.χ., το «Flora Mirabilis» της Κλαί­ρης Μι­τσο­τά­κη και τα διη­γή­μα­τα της Νί­κης Τρουλ­λι­νού. Πά­ντως, ι­διαί­τε­ρη θέ­ση ε­πι­φυ­λάσ­σει στην Ρέα Γα­λα­νά­κη. Απο­ρού­με, ω­στό­σο, για­τί πα­ρα­κά­μπτει το κα­τ’ ε­ξο­χήν κρη­τι­κό μυ­θι­στό­ρη­μά της, «Αμί­λη­τα, βα­θιά νε­ρά. Η α­πα­γω­γή της Τα­σού­λας».
Εκτός α­πό λο­γο­τέ­χνες, πα­ρου­σιά­ζει ι­στο­ρι­κά πρό­σω­πα και σχε­δόν σε ί­ση έ­κτα­ση, μου­σι­κούς. Το μό­νο που α­που­σιά­ζει εί­ναι η με­τα­βυ­ζα­ντι­νή τέ­χνη της Κρή­της και οι ζω­γρά­φοι της. Χω­ρίς αυ­τή η πα­ρά­λει­ψη να δεί­χνει α­ντιεκ­κλη­σια­στι­κό πνεύ­μα, α­φού πα­ρα­τί­θε­νται βίοι α­γίων και στο Ημε­ρο­λό­γιο υ­πάρ­χει το κα­θη­με­ρι­νό ε­ορ­το­λό­γιο που, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, πα­ρα­λεί­πε­ται συ­στη­μα­τι­κά. Το Ημε­ρο­λό­γιο συ­μπλη­ρώ­νε­ται με α­κρι­βές Χρο­νο­λό­γιο Κρή­της και τη σχε­τι­κή κρη­τι­κή βι­βλιο­γρα­φία. Όσο α­φο­ρά το ει­κο­νο­γρα­φι­κό υ­λι­κό, το Ημε­ρο­λό­γιο α­πο­κτά τη διά­στα­ση λευ­κώ­μα­τος ε­πο­χής, χά­ρις και στα 42 οι­κο­γε­νεια­κά άλ­μπου­μ, που α­να­φέ­ρει ό­τι εί­χε στη διά­θε­σή του ο ε­πι­με­λη­τής. Ένα εν­δια­φέ­ρον ε­πι­τρα­πέ­ζιο η­με­ρο­λό­γιο που μπο­ρεί να δώ­σει τα ε­ρε­θί­σμα­τα για έ­να τα­ξί­δι στη Λε­βε­ντο­γέν­να Κρή­τη, ό­πως την α­πο­κα­λού­σε, με μια χροιά αυ­το­σαρ­κα­σμού, έ­νας κρη­τι­κής κα­τα­γω­γής φί­λος ζω­γρά­φος.
Για το νέο έ­τος, οι εκ­δό­σεις Με­ταίχ­μιο δεν ε­τοί­μα­σαν λο­γο­τε­χνι­κό η­με­ρο­λό­γιο. Προέ­κυ­ψε έ­τσι κε­νό στην εν­δια­φέ­ρου­σα σει­ρά η­με­ρο­λο­γίων, «Ο λό­γος των δη­μιουρ­γών», που εί­χε ξε­κι­νή­σει το 2004. Εκεί­νο το έ­τος ε­ξέ­πνευ­σε, με έ­να τε­λευ­ταίο η­με­ρο­λό­γιο α­φιε­ρω­μέ­νο στον Όμη­ρο, η σει­ρά λο­γο­τε­χνι­κών η­με­ρο­λο­γίων των χαλ­κι­δαίων εκ­δό­σεων «Διά­με­τρος», που εί­χε αρ­χί­σει το 1997 και στην ο­ποία κα­τευ­θυ­ντή­ριος μο­χλός ή­ταν ο Ν. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος. Θα πρέ­πει κα­νείς να συ­μπε­ρά­νει πως, πα­ρά το παν­θο­μο­λο­γού­με­νο εν­δια­φέ­ρον του α­να­γνω­στι­κού κοι­νού για την ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία, τα λο­γο­τε­χνι­κά η­με­ρο­λό­για δεν φτου­ρά­νε. Συ­νυ­πο­λο­γί­ζο­ντας ε­δώ και το μο­να­δι­κό η­με­ρο­λό­γιο τοί­χου, που έ­φτια­χνε με με­ρά­κι και λο­γο­τε­χνι­κή ε­πάρ­κεια η Βά­σω Κυ­ρια­ζά­κου και κυ­κλο­φο­ρού­σε α­πό τις εκ­δό­σεις Γα­βριη­λί­δης, το ο­ποίο, ε­πί­σης, έ­χει στα­μα­τή­σει.

Μ.Θ.

«Οδός Πανός» Τεύχος 147 Ιανουάριος- Μάρτιος 2010

Μνη­μο­νεύο­ντας Κα­βά­φη, ξε­κί­νη­σε το πε­ριο­δι­κό, το 1981. Και στον Αλε­ξαν­δρι­νό ε­πα­νήλ­θε, δύο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, με α­φιέ­ρω­μα. Το δεύ­τε­ρο α­φιέ­ρω­μα στον Κα­βά­φη ση­μα­το­δο­τεί την έ­ναρ­ξη της δεύ­τε­ρης δε­κα­ε­τίας του τρέ­χο­ντος αιώ­να και συ­νο­δεύε­ται α­πό cd, που ε­πι­με­λή­θη­κε ο Αντώ­νης Μπο­σκοΐτης. Ποιή­μα­τα του Κα­βά­φη α­παγ­γέλ­λουν ο Ντί­νος Χρι­στια­νό­που­λος και ο Γιώρ­γος Χρο­νάς, κα­θώς και οι η­θο­ποιοί, Κα­ρυο­φυλ­λιά Κα­ρα­μπέ­τη και Θά­νος Σα­μα­ράς. Το εν λό­γω α­φιέ­ρω­μα έρ­χε­ται α­πό την Θεσ­σα­λο­νί­κη και κα­θώς αρ­μό­ζει σε πνευ­μα­τι­κό α­γα­θό, εκ­πο­ρευό­με­νο α­πό την συ­μπρω­τεύου­σα, α­νοί­γει με κεί­με­νο του Χρι­στια­νό­που­λου, με τίτ­λο, «Το χω­ριό της μη­τέ­ρας μου και ο­λί­γα κα­βα­φι­κά». Η μη­τέ­ρα του ή­ταν α­πό το Χα­ρά­κι της Κυ­ζί­κου, χω­ριό κο­ντά στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, το ο­ποίο ο Κα­βά­φης α­να­φέ­ρει σε με­λέ­τη του, δη­μο­σιευ­μέ­νη α­νω­νύ­μως στις 21 Δε­κεμ­βρίου 1901 στον «Τη­λέ­γρα­φο» της Αλε­ξάν­δρειας. Τίτ­λος της με­λέ­της: «Χρί­στος και ό­χι Χρή­στος». Δε­κα­ο­κτα­ε­τής πη­γαί­νει ο Κα­βά­φης στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη και έ­χει την οι­κο­νο­μι­κή ά­νε­ση να τα­ξι­δέ­ψει στις γύ­ρω πε­ριο­χές. “Εις το χω­ρίον Χα­ρά­κι της Κυ­ζί­κου ή­κου­σα και το ό­νο­μα Λύ­γη­ρος, εκ του λυ­γη­ρός ε­ξά­πα­ντος”, γρά­φει. Συ­μπέ­ρα­σμα, η ελ­λη­νι­κή α­νε­βά­ζει τον τό­νο σε με­ρι­κές λέ­ξεις, με­τα­τρέ­πο­ντάς τες σε κύ­ρια ο­νό­μα­τα. Εξ ου το Χρί­στος α­πό το Χρι­στός. Έκκε­ντρο ως προς το κυ­ρίως θέ­μα το ει­σα­γω­γι­κό κεί­με­νο, γι’ αυ­τό και πε­ρισ­σό­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον.
Επι­με­λη­τής του α­φιε­ρώ­μα­τος ο Διο­νύ­σης Στερ­γιού­λας, συμ­με­τέ­χει και ο ί­διος στο α­φιέ­ρω­μα με με­λέ­τη, που τιτ­λο­φο­ρεί­ται, «Το τε­λευ­ταίο ποίη­μα του Κα­βά­φη», και η ο­ποία θα μπο­ρού­σε κάλ­λι­στα να α­πο­τε­λέ­σει α­ντι­κεί­με­νο αυ­το­τε­λούς βι­βλίου. Με­τά την ε­μπε­ρι­στα­τω­μέ­νη ει­σα­γω­γή για τα ι­στο­ρι­κά ποιή­μα­τα του Κα­βά­φη και τι συμ­βο­λί­ζουν τα ι­στο­ρι­κά προ­σω­πεία σύμ­φω­να με τους με­λε­τη­τές του Αλε­ξαν­δρι­νού, δια­χω­ρί­ζει τα ποιή­μα­τα που α­να­φέ­ρο­νται στον Ιου­λια­νό: πέ­ντε δη­μο­σιευ­μέ­να ό­σο ζού­σε ο Κα­βά­φης και το ύ­στα­το, «Εις τα πε­ρί­χω­ρα της Αντιό­χειας», στα κα­τά­λοι­πά του αλ­λά έ­τοι­μο προς δη­μο­σίευ­ση. Υπάρ­χει και έ­να πρώ­το, του 1896, «Ο Ιου­λια­νός εν τοις Μυ­στη­ρίοις», το ο­ποίο ο με­λε­τη­τής ε­ξαι­ρεί α­πό τη συλ­λο­γι­στι­κή του. Με βά­ση αυ­τά, δια­τυ­πώ­νει και τεκ­μη­ριώ­νει την υ­πό­θε­ση ερ­γα­σίας ό­τι ο Κα­βά­φης, μέ­σω του Ιου­λια­νού, α­να­φέ­ρε­ται στον Ελευ­θέ­ριο Βε­νι­ζέ­λο, τον ο­ποίο και α­ντι­πα­θού­σε σφό­δρα.
Άλλοι συ­νερ­γά­τες α­πό τη Θεσ­σα­λο­νί­κη εί­ναι ο Δη­μή­τρης Κό­κο­ρης, που ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στη στά­ση του ποιη­τή Καί­σα­ρα Εμμα­νουήλ α­πέ­να­ντι στην κα­βα­φι­κή ποίη­ση, ο Πα­να­γιώ­της Γού­τας, που, ό­ντας και μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος, α­να­ζη­τά “τα κρε­βά­τια στην ποίη­ση του Αλε­ξαν­δρι­νού” και ο Βα­σί­λης Ιωαν­νί­δης, με κεί­με­νο ε­φ’ ό­λης της ύ­λης. Στα ει­σα­γω­γι­κά κεί­με­να του α­φιε­ρώ­μα­τος, με­τά τον Χρι­στια­νό­που­λο α­κο­λου­θεί ο Μέ­νης Κου­μα­ντα­ρέ­ας, με πα­λαιό­τε­ρο κεί­με­νό του, γραμ­μέ­νο ε­πε­τεια­κά, το 1983. Τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Ένας Θεός μου» και ξε­κι­νά α­πό τον Κα­βά­φη, ό­πως του τον πρω­το­δί­δα­ξε, εν έ­τει 1948, στη σχο­λή Μπερ­ζάν, ε­κτός “ω­ρο­λο­γίου προ­γράμ­μα­τος”, ο νε­α­ρός τό­τε, μό­λις τρια­ντα­κο­ντα­ε­τής, φι­λό­λο­γος Οδυσ­σέ­ας Λαμ­ψί­δης, ο κα­το­πι­νός γνω­στός βυ­ζα­ντι­νο­λό­γος. Όπως φαί­νε­ται, για τους εμ­φυ­λια­κούς νε­α­ρούς, ο Κα­βά­φης “ή­ταν ο ψυ­χα­να­λυ­τής της Ιστο­ρίας και τις Ερω­τι­κής τους διά­θε­σης”. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας θυ­μά­ται τα λό­για του Άγγε­λου Τερ­ζά­κη, “κα­λύ­τε­ρα να γρά­φεις α­πε­ρί­σπα­στος μα­κριά α­πό κά­θε ε­πάγ­γελ­μα που θα σε α­νά­γκα­ζε να προ­δί­νεις την λο­γο­τε­χνία”. Όπως έ­κα­νε ο Κα­βά­φης, πα­ρα­μέ­νο­ντας δια βίου υ­πάλ­λη­λος στην Υπη­ρε­σία Αρδεύ­σεων.
Συμ­με­τέ­χουν στο α­φιέ­ρω­μα οι Α. Πα­γου­λά­τος («Η ε­πί­δρα­ση του Νί­τσε στην ποίη­ση του Κ.Π.Κα­βά­φη»), Φ. Φι­λίπ­που («Πώς ο Κα­βά­φης έ­γι­νε ή­ρωας μυ­θι­στο­ρή­μα­τος»), Φ. Θα­λασ­σι­νός («Φω­νές»), Κ. Μπού­ρας («Στο ντι­βά­νι του Κα­βά­φη»), Ε. Ντα­νού­ρα («Η Αντιό­χεια στο έρ­γο του Κα­βά­φη»), Π. Γα­λα­νο­πού­λου («Κρι­τι­κές και σχό­λια α­πό ρώ­σους δια­νοού­με­νους για τον ποιη­τή Κα­βά­φη») και Χρ. Κρε­μνιώ­της («Το Κε­νό και ο έ­ρω­τας»). Ενώ, α­να­δη­μο­σιεύο­νται εί­κο­σι ε­πτά ποιή­μα­τα του Κα­βά­φη κα­τ’ ε­πι­λο­γή του Στερ­γιού­λα και α­πο­σπά­σμα­τα α­πό το λι­βε­λο­γρά­φη­μα του Γλαύ­κου Αλι­θέρ­ση, που εί­χε κυ­κλο­φο­ρή­σει στην Αλε­ξάν­δρεια έ­να χρό­νο με­τά το θά­να­το του ποιη­τή.
Εντός α­φιε­ρώ­μα­τος, μια ευ­χά­ρι­στη έκ­πλη­ξη ε­πι­φυ­λάσ­σει ο Θά­νος Φω­σκα­ρί­νης, πα­ρου­σιά­ζο­ντας την ποιή­τρια, με­τα­φρά­στρια και μου­σι­κό Μαρ­γα­ρί­τα Δαλ­μά­τη και τον Κα­βά­φη της. Όπως α­να­φέ­ρα­με και την προ­η­γού­με­νη Κυ­ρια­κή, η Δαλ­μά­τη πέ­θα­νε στις 20 Ιου­λίου 2009, το τεκ­μη­ριώ­νει μια μο­να­δι­κή νε­κρο­λο­γία στον Τύ­πο, αυ­τή της Ελέ­νης Μπί­στι­κα στη στή­λη της στην «Κα­θη­με­ρι­νή», κα­θώς και ο Ν.Δ.Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος στο τρέ­χον τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού του, «Τα Νε­φού­ρια». Στην «Ανθο­λο­γία ευ­βοέων ποιη­τών», που πα­ρου­σιά­ζα­με πέ­ρυ­σι, η Δαλ­μά­τη αν­θο­λο­γεί­ται με ποιή­μα­τα α­πό τις δυο πρώ­τες ποιη­τι­κές της συλ­λο­γές, του 1952 και του 1958, αλ­λά έ­λει­πε το έ­τος γέν­νη­σής της. Γεν­νη­μέ­νη στην Χαλ­κί­δα, το 1921, σπού­δα­σε μου­σι­κή στην Ιτα­λία και ή­ταν η πρώ­τη που με­τέ­φρα­σε Μο­ντά­λε και Λού­τσι στα ελ­λη­νι­κά. Όταν ή­ταν στην Ιτα­λία με­τέ­φρα­σε μα­ζί με τον Ν. Ρί­ζι Κα­βά­φη στα ι­τα­λι­κά, ε­νώ οι σκέ­ψεις και τα ε­ρω­τή­μα­τα, που προέ­κυ­ψαν στη διάρ­κεια της με­τά­φρα­σης, α­πο­τέ­λε­σαν μέ­ρος της με­λέ­της της, «Κα­βά­φης», που εκ­δό­θη­κε το 1962 α­πό την Εται­ρεία Ελλη­νι­κών Εκδό­σεων. Απο­σπά­σμα­τα της με­λέ­της α­να­δη­μο­σιεύο­νται στο τεύ­χος.
Ένα χορ­τα­στι­κό α­φιέ­ρω­μα για να έ­χου­με να πο­ρευό­μα­στε έως το ε­πε­τεια­κό 2013.

Ημερολόγιο 2010 «Ο Πειραιάς αθλείται και θυμάται...»

Εφέ­τος το ε­τή­σιο η­με­ρο­λό­γιο του «Λι­μα­νιού της Αγω­νίας» ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στον α­θλη­τι­σμό του Πει­ραιά. Ανα­τρέ­χει στο πα­ρελ­θόν και προ­βλη­μα­τί­ζε­ται για το μέλ­λον. Ση­μείο έ­ναρ­ξης εί­ναι η 15η Ιου­νίου 1885, ό­ταν ι­δρύ­θη­κε, με βα­σι­λι­κό διά­ταγ­μα του Γεωρ­γίου Α΄, ο Όμι­λος Ερε­τών Φα­λή­ρου. Η πρω­το­βου­λία α­νή­κε στον εκ Γαλ­λίας ερ­χό­με­νο Παύ­λο Δα­μα­λά, α­πό την α­ρι­στο­κρα­τι­κή χιώ­τι­κη οι­κο­γέ­νεια των Δα­μα­λά­δων. Τό­τε το Φά­λη­ρο ή­ταν το νε­ο­πα­γές θέ­ρε­τρο της εκ­κο­λα­πτό­με­νης α­στι­κής τά­ξης, στην ο­ποία και ταί­ρια­ζε το ά­θλη­μα της κω­πη­λα­σίας. Την ε­πό­με­νη χρο­νιά διορ­γα­νώ­θη­καν οι πρώ­τοι κω­πη­λα­τι­κοί α­γώ­νες, ό­που συμ­με­τεί­χαν και τα πλη­ρώ­μα­τα των πο­λε­μι­κών πλοίων Άγγλων, Γάλ­λων και Ρώ­σων, που ναυ­λο­χού­σαν ε­κεί­να τα χρό­νια στον Φα­λη­ρι­κό Όρμο. Στα μέ­λη του συλ­λό­γου συ­γκα­τα­λε­γό­ταν η α­φρό­κρε­μα του τό­που. Τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το 1888, ο σύλ­λο­γος ε­πα­νι­δρύ­θη­κε ως Όμι­λος Ερε­τών και έ­κτι­σε τη μό­νι­μη στέ­γη του στο Πα­σα­λι­μά­νι. Δια­τη­ρη­τέο το κτί­ριο, α­να­και­νί­στη­κε στους Πρώ­τους Ολυ­μπια­κούς Αγώ­νες του 1896.
Στη συ­νέ­χεια, ι­δρύ­θη­καν και άλ­λοι α­θλη­τι­κοί σύλ­λο­γοι: το 1891, ο Όμι­λος Πο­δη­λα­τών Πει­ραιώς, το 1893 ο γυ­μνα­στι­κός ό­μι­λος «Τα Ολύ­μπια» και ο Όμι­λος Πε­ζο­πό­ρων Πει­ραιώς, το 1894 ο Πει­ραϊκός Σύν­δε­σμος και ο Όμι­λος Κυ­νη­γών Πει­ραιώς, το 1895 η Πο­δη­λα­τι­κή Ένω­σις Πει­ραιώς, το 1899 ο Κο­λυμ­βη­τι­κός Όμι­λος Πει­ραιώς-Αθη­νών και το 1903 ο Ναυ­τι­κός Όμι­λος Νέ­ου Φα­λή­ρου. Κο­ρυ­φαίο σω­μα­τείο για την πό­λη στά­θη­κε ο Πει­ραϊκός Σύν­δε­σμος, που ι­δρύ­θη­κε α­πό μια συ­ντρο­φιά μου­σι­κό­φι­λων. Από αυ­τόν προέ­κυ­ψε, το 1903, το Ωδείο Πει­ραιώς, με διευ­θυ­ντές τους Με­νέ­λαο Παλ­λά­ντιο και Κων­στα­ντί­νο Κυ­δω­νιά­τη, αλ­λά και το πρώ­το γυ­μνα­στή­ριο, το 1896. Λέ­γε­ται πως α­πό τα φυ­τώ­ρια του Πει­ραϊκού Συν­δέ­σμου ξε­πή­δη­σαν και οι πρώ­τοι ά­σοι του πο­δο­σφαί­ρου, ό­πως οι α­δελ­φοί Ανδρια­νό­που­λοι.
Όπως και να έ­χει, το ά­θλη­μα της κω­πη­λα­σίας, κα­θώς και αυ­τά της πε­ζο­πο­ρίας, της πο­δη­λα­σίας ή του κυ­νη­γιού, ά­φη­νε α­διά­φο­ρα τα χα­μη­λά κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα του Πει­ραιά. Δη­λα­δή, το πλή­θος των ερ­γα­ζο­μέ­νων στις νεό­τευ­κτες βιο­μη­χα­νίες, ε­πι­χει­ρή­σεις και μη­χα­νουρ­γεία. Το δι­κό τους ά­θλη­μα ή­ταν το πο­δό­σφαι­ρο. Το εν λό­γω ά­θλη­μα εμ­φα­νί­στη­κε στα λι­μά­νια της χώ­ρας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, Πά­τρα, Πει­ραιά) λί­γο πριν εκ­πνεύ­σει ο 19ος αιώ­νας και το έ­φε­ραν οι ναύ­τες των αγ­γλι­κών πο­λε­μι­κών πλοίων. Σε ώ­ρες ε­ξό­δου, έ­παι­ζαν πο­δό­σφαι­ρο στις πα­ρα­λια­κές πε­ριο­χές. Εδώ, μάλ­λον ται­ριά­ζει το ου­δέν κα­κό α­μι­γές κα­λού. Από τον Πει­ραϊκό Σύν­δε­σμο προέ­κυ­ψαν οι πρώ­τες πο­δο­σφαι­ρι­κές ο­μά­δες.
Η ο­μά­δα του Πει­ραιά, ο Ολυ­μπια­κός, άρ­γη­σε σχε­τι­κά να εμ­φα­νι­στεί. Ιδρύ­θη­κε το 1925, με τη συγ­χώ­νευ­ση δυο πα­λαιό­τε­ρων πο­δο­σφαι­ρι­κών ο­μί­λων, που εί­χαν ι­δρυ­θεί στις αρ­χές της δε­κα­ε­τίας του 1920. Σχε­δόν ταυ­τό­χρο­να ι­δρύ­θη­κε και ο Εθνι­κός Πει­ραιώς. Ως νου­νός της ο­μά­δας του Ολυ­μπια­κού φέ­ρε­ται έ­νας α­νώ­τα­τος α­ξιω­μα­τι­κός του Πο­λε­μι­κού Ναυ­τι­κού, ο Νό­της Κα­μπέ­ρος, που θέ­λη­σε έ­ναν τίτ­λο δη­λω­τι­κό α­θλη­τι­κής ι­σχύος και ή­θους, ό­πως το ο­λυ­μπια­κό ι­δεώ­δες. Στο η­με­ρο­λό­γιο α­νι­στο­ρεί­ται η α­θλη­τι­κή πο­ρεία του Ολυ­μπια­κού, κα­θώς και το ι­στο­ρι­κό του γη­πέ­δου του. Για τους πρώ­τους Ολυ­μπια­κούς Αγώ­νες εί­χε δια­μορ­φω­θεί το Πο­δη­λα­το­δρό­μιο, το ο­ποίο άρ­χι­σε να χρη­σι­μο­ποιεί­ται ως γή­πε­δο α­πό ε­ρα­σι­τέ­χνες πο­δο­σφαι­ρι­στές και δυο δε­κα­ε­τίες αρ­γό­τε­ρα, κα­το­χυ­ρώ­θη­κε ε­πί­ση­μα ως πο­δο­σφαι­ρι­κό γή­πε­δο. Πο­λύ αρ­γό­τε­ρα, μέ­σα στη δε­κα­ε­τία του 1960, προ­στέ­θη­κε και στί­βος. Τό­τε, α­πέ­κτη­σε και τη γνω­στή ως σή­με­ρα ο­νο­μα­σία, γή­πε­δο Κα­ραϊσκά­κη, προς τι­μή του ρου­με­λιώ­τη στρα­τη­γού. Αυ­τά, μέ­χρι τις γνω­στές αλ­λα­γές, που έ­γι­ναν κα­τά τους πρό­σφα­τους Ολυ­μπια­κούς Αγώ­νες. Πε­ρισ­σό­τε­ρο, ό­μως, εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει η πλη­ρο­φο­ρία πως, αρ­χι­κά, το σω­μα­τείο φρό­ντι­ζε και για την πνευ­μα­τι­κή καλ­λιέρ­γεια των με­λών του, ό­πως του­λά­χι­στον δεί­χνει η αλ­λη­λο­γρα­φία των ε­πι­κε­φα­λής της ο­μά­δας με τον Λο­γο­τε­χνι­κό – Καλ­λι­τε­χνι­κό Όμι­λο, που συ­στά­θη­κε έ­να χρό­νο αρ­γό­τε­ρα, το 1926.
Εκτός, ό­μως, α­πό το ε­πί­ση­μο πο­δό­σφαι­ρο, το πει­ραιώ­τι­κο η­με­ρο­λό­γιο πα­ρου­σιά­ζει και τα α­θλη­τι­κά σω­μα­τεία, που άν­θι­σαν στις γει­το­νιές του Πει­ραιά και τις ο­μά­δες που κλο­τσού­σαν τη μπά­λα στις α­λά­νες. Στα Κα­μί­νια, ι­δρύ­θη­κε, το 1926, ο Ατρό­μη­τος, α­πό τον ο­ποίο ξε­κί­νη­σε ο Γιώρ­γος Σι­δέ­ρης, γνω­στός τοις πά­σι. Και τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ο Κέ­νταυ­ρος, ε­νώ, το 1972, προέ­κυ­ψε ο Ολυ­μπια­κός Κα­μι­νίων. Πα­ρο­μοίως, με­τα­πο­λε­μι­κά, ι­δρύ­θη­καν οι πο­δο­σφαι­ρι­κές ο­μά­δες των συ­νοι­κιών της Αγίας Σο­φίας, του Προ­φή­τη Ηλία Κα­στέ­λας και της Πα­λιάς Κοκ­κι­νιάς.
Ιδιαί­τε­ρης μνείας χρή­ζει ο Πο­δο­σφαι­ρι­κός και Αθλη­τι­κός Όμι­λος της Φρε­ατ­τύ­δας, που πή­ρε το ό­νο­μά του α­πό τον ποιη­τή Λά­μπρο Πορ­φύ­ρα. Όχι, ό­τι ή­ταν α­θλη­τι­κός τύ­πος ο Πορ­φύ­ρας ή Δη­μή­τρης Σύ­ψω­μος, ό­πως ή­ταν το ό­νο­μά του. Γεν­νη­μέ­νος στη Χίο, ήρ­θε πε­ντα­ε­τής στον Πει­ραιά, το 1884, και ε­κεί τε­λείω­σε το γυ­μνά­σιο. Εγκα­τα­στά­θη­κε και πά­λι στην πό­λη κα­τά τη δε­κα­ε­τία του 1920. Τό­τε, έ­κα­νε πε­ρι­πά­τους κα­τά μή­κος της Φρε­ατ­τύ­δας και σύ­χνα­ζε στις ε­κεί τα­βέρ­νες. Πέ­θα­νε το 1932. Στην πλα­τεία Φρε­ατ­τύ­δας στή­θη­κε η προ­το­μή του, έρ­γο του να­ξιώ­τη γλύ­πτη Γρη­γό­ρη Ζευ­γώ­λη. Μπρο­στά της έ­παι­ζαν τα παι­διά της γει­το­νιάς πο­δό­σφαι­ρο και εξ αυ­τού προέ­κυ­ψε η ο­νο­μα­σία του Ομί­λου. Ως νου­νός της ο­μά­δας, που ι­δρύ­θη­κε το 1957, φέ­ρε­ται ο Γε­ρά­σι­μος Βου­λάς.
Δεν υ­πάρ­χει, ό­μως, μό­νο το πο­δό­σφαι­ρο, αλ­λά και τα α­γω­νί­σμα­τα του στί­βου, στα ο­ποία ε­πι­δί­δο­νται οι Πει­ραιώ­τες α­πό πο­λύ νω­ρίς και ορ­γα­νω­μέ­να α­πό τα τέ­λη του 19ου αιώ­να, με τον Πει­ραϊκό Σύν­δε­σμο, σε γή­πε­δο “α­πό χώ­μα και καρ­βου­νό­σκο­νη”, που προϋπήρ­χε των πρώ­των Ολυ­μπια­κών Αγώ­νων. Με­τά έρ­χο­νται τα πά­σης φύ­σεως ναυ­τι­κά α­θλή­μα­τα. Ο Ναυ­τι­κός Αθλη­τι­κός Σύν­δε­σμος ι­δρύ­θη­κε στις 24 Ιου­λίου 1929 και ε­πα­νερ­γο­ποιή­θη­κε με­τα­πο­λε­μι­κά χά­ρις στον Κρί­τω­να Δη­λα­βέ­ρη, στον ο­ποίο ο­φεί­λε­ται και το νε­ο­κλα­σι­κό κτί­ριο του Συν­δέ­σμου. Ο Ιστιο­πλοϊκός Όμι­λος Πει­ραιώς ι­δρύ­θη­κε το 1937 α­πό μια τριαν­δρία· Πα­να­γιώ­της και Ιωάν­νης Πα­λαιο­λό­γος, Γεώρ­γιος Νι­κο­λέ­τος. Δεν διέ­θε­ταν σκά­φη ή άλ­λα α­να­γκαία μέ­σα. Λέ­γε­ται πως τα πα­νιά των σκα­φών ή­ταν α­πό στα­φι­δό­πα­νο και το ρά­ψι­μό τους γι­νό­ταν κα­τ’ οί­κον με τις ρα­πτο­μη­χα­νές των συ­ζύ­γων των με­λών. Ο ει­δι­κός ε­πί αυ­τού ή­ταν ο τα­βερ­νιά­ρης του Μι­κρο­λί­μα­νου Θό­δω­ρος Βαρ­βα­ρέ­σος, που τύγ­χα­νε και κα­πε­τά­νιος στο κό­τε­ρο του πα­τρός Εμπει­ρί­κου, Λεω­νί­δα. Και α­κο­λου­θούν τα υ­πό­λοι­πα θα­λάσ­σια α­θλή­μα­τα, ως η κο­λύμ­βη­ση και η υ­δα­το­σφαί­ρι­ση. Αλλά και τα χερ­σαία, με τε­λευ­ταία την πυγ­μα­χία και την άρ­ση βα­ρών.
Η ει­κο­νο­γρά­φη­ση του Ημε­ρο­λο­γίου προ­βάλ­λει τους α­θλη­τές, με φω­το­γρα­φίες α­το­μι­κές και κυ­ρίως ο­μα­δι­κές, α­πό τα αρ­χεία των Ομί­λων. Ενώ, μέ­σα σε κα­ρε­δά­κια, α­να­δη­μο­σιεύο­νται σχό­λια α­πό τις ε­φη­με­ρί­δες. Στο ε­πί­με­τρο, υ­πο­γραμ­μί­ζε­ται πως η πό­λη του Πει­ραιά, στις μέ­ρες της ακ­μής της, και θέ­α­τρα έ­κτι­σε και σω­μα­τεία ί­δρυ­σε: 1884, ο θε­μέ­λιος λί­θος του Δη­μο­τι­κού Θεά­τρου, 1885, ο Όμι­λος Ερε­τών. Σή­με­ρα, ό­μως, ο Πει­ραιάς βρί­σκε­ται ε­γκλω­βι­σμέ­νος, κα­θώς η α­θλη­τι­κή δια­δι­κα­σία έ­χει κα­τα­στεί πρω­τί­στως ε­μπο­ρι­κό προϊόν. Το Ημε­ρο­λό­γιο, έρ­γο μιας δρα­στή­ριας πει­ραιώ­τι­κης συ­ντρο­φιάς (Συ­ντο­νι­σμός: Χρ. Σα­ρί­κα, Αγγ. Φω­το­πού­λου. Συλ­λο­γή υ­λι­κού και κεί­με­να: Δ. Μπού­μπας, Αλ. Μυ­λω­νάς, Δ. Χρο­νάς, Εύη Χρο­νά, Ελ. Δη­μο­πού­λου, Στ. Δρί­τσα, Ζ. Τζο­νά­κα, Κ. Χρυ­σα­φά­κη. Φωτ. ε­ξω­φύλ­λου: Μ. Μυ­λω­νάς), α­νοί­γει με γε­λοιο­γρα­φία του Στά­θη και κλεί­νει με φω­το­γρα­φία της Με­λί­νας Μερ­κού­ρη α­πό τη «Στέλ­λα».
Μ. Θ.