Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2010

«Μανδραγόρας» Τεύχος 41 Νοέμβριος 2009

Στην εν­δια­φέ­ρου­σα ύ­λη του τρέ­χο­ντος τεύ­χους κυ­ριαρ­χεί το πο­λυ­σέ­λι­δο α­φιέ­ρω­μα στον Ε.Χ.Γο­να­τά, τρία χρό­νια με­τά το θά­να­τό του, στις 24 Μαρ­τίου 2006 .Την ε­πι­μέ­λεια του α­φιε­ρώ­μα­τος έ­χουν οι Ξέ­νη Σκαρ­τσή, Κώ­στας Κρεμ­μύ­δας και Λί­νος Ιωαν­νί­δης. Όπως ει­σα­γω­γι­κά ση­μειώ­νε­ται, ως στό­χος του α­φιε­ρώ­μα­τος τί­θε­ται η πα­ρου­σία­ση τό­σο των βα­σι­κών ό­σο και των α­διε­ρεύ­νη­των πτυ­χών του έρ­γου του. Κι αυ­τό ε­πι­χει­ρεί­ται με συ­νερ­γα­σίες κά­ποιων πα­λαιό­τε­ρων και κυ­ρίως, νεό­τε­ρων. Το α­φιέ­ρω­μα α­νοί­γει με έ­να σύ­ντο­μο βιο­γρα­φι­κό, ό­που α­να­φέ­ρο­νται και οι στε­νοί φί­λοι του Γο­να­τά, Δ.Π.Πα­πα­δί­τσας, Νί­κος Κα­χτί­τσης και Η.Χ.Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λος. Εδώ, προσ­διο­ρί­ζε­ται πως δια­τη­ρού­σε αλ­λη­λο­γρα­φία με τον Κα­χτί­τση, χω­ρίς να γί­νε­ται μνεία στην ε­πι­στο­λο­γρα­φία του με τους άλ­λους δύο. Δεν α­να­φέ­ρε­ται ού­τε καν η δη­μο­σιευ­μέ­νη αλ­λη­λο­γρα­φία Πα­πα­δί­τσα-Γο­να­τά, η ο­ποία πα­ρα­λεί­πε­ται (αν δεν σφάλ­λου­με) και στην ερ­γο­γρα­φία. Πι­θα­νώς, για­τί εν­δια­μέ­σως (και πά­λι αν δεν σφάλ­λου­με) πολ­το­ποιή­θη­κε, λό­γω ι­σχνό­τα­της ζή­τη­σης.
Ακο­λου­θεί αν­θο­λό­γιο α­πό τα πε­ζά του Γο­να­τά και α­να­δη­μο­σιεύε­ται το ποίη­μα «Η μι­κρή ε­ξο­χι­κή πό­λη», δη­μο­σιευ­μέ­νο στο πε­ριο­δι­κό «Παλ­μός», τον Ιού­λιο του 1945, που α­πο­τέ­λε­σε την πρώ­τη εμ­φά­νι­ση του Γο­να­τά στη λο­γο­τε­χνία, με το ψευ­δώ­νυ­μο Ν. Γο­νής. Έπο­νται δυο ε­πι­στο­λές του Γο­να­τά προς τον Νί­κο Εγγο­νό­που­λο, και οι δυο γραμ­μέ­νες στην Κη­φι­σιά, τον Οκτώ­βριο του 1976 και στις 14 Μαΐου 1983. Όπως πα­ρα­τη­ρεί στο κεί­με­νό του ο ποιη­τής Γιώρ­γος Γώ­της, του Γο­να­τά “του ά­ρε­σε να λέει πά­ντο­τε ό­τι θεω­ρού­σε δά­σκα­λό του τον Νί­κο Εγγο­νό­που­λο με τον ο­ποίο συν­δεό­ταν φι­λι­κά και α­πό τον ο­ποίο γνώ­ρι­σε και διά­βα­σε πλή­θος συγ­γρα­φέων. Όμως αν κα­λο­ε­ξε­τά­σου­με τη σχέ­ση δα­σκά­λου μα­θη­τή ο Γο­να­τάς εί­χε, α­πό αρ­κε­τά νω­ρίς, ό­λο το α­παι­τού­με­νο α­να­γνω­στι­κό υ­πό­βα­θρο”. Ο Γώ­της πε­ρι­γρά­φει εν ε­κτά­σει τη “δια­δι­κα­σία” της έκ­δο­σης ε­νός βι­βλίου του Γο­να­τά, α­πό το χει­ρό­γρα­φο και την α­νά­γνω­ση σε φί­λους κα­τά τις σαβ­βα­τιά­τι­κες μα­ζώ­ξεις στο τυ­πο­γρα­φείο του φί­λου και εκ­δό­τη του, Αι­μί­λιου Καλ­λια­κά­τσου, μέ­χρι το φρε­σκο­τυ­πω­μέ­νο βι­βλίο. Τον πε­ρι­γρά­φει ως άν­θρω­πο τε­λειο­μα­νή, στο βαθ­μό αυ­τή η διαρ­κής φρο­ντί­δα να α­πο­βαί­νει βα­σα­νι­στι­κή για την κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά του. Μας α­πο­κα­λύ­πτει πως μα­ζί ε­τοί­μα­σαν προς έκ­δο­ση την αλ­λη­λο­γρα­φία του με τον Κα­χτί­τση, που ο θά­να­τός του την ά­φη­σε α­νο­λο­κλή­ρω­τη, α­νά­με­σα στα κα­τά­λοι­πά του.
«Ανα­σκα­φή στο ποιη­τι­κό ερ­γα­στή­ρι του Ε. Χ. Γο­να­τά» ε­πι­χει­ρεί ο Ε.Γ.Κα­ψω­μέ­νος. Κα­τ΄αυ­τόν, “η ποίη­ση του Γο­να­τά α­πο­τε­λεί ση­μείο συ­νά­ντη­σης του υ­περ­ρε­α­λι­στι­κού ο­ρά­μα­τος με τις βα­θιές δο­μές της ελ­λη­νι­κής πο­λι­τι­σμι­κής πα­ρά­δο­σης”. Πι­στεύει πως για την πε­ρί­πτω­σή του η κρι­τι­κή δεν έ­χει πει την τε­λευ­ταία της λέ­ξη. Υπο­θέ­του­με ό­τι εν­νο­εί τους σύγ­χρο­νούς του κρι­τι­κούς, για­τί οι νεό­τε­ροι μό­λις τώ­ρα φαί­νε­ται πως αρ­χί­ζουν να ο­μι­λούν. Σε έ­να σύ­ντο­μο αλ­λά με­στό κεί­με­νο, ο Νά­νος Βα­λαω­ρί­της υ­πο­στη­ρί­ζει πως “το κλί­μα των πε­ζών του Νώ­ντα Γο­να­τά δεν ο­φεί­λει τί­πο­τα ού­τε στον Εμπει­ρί­κο ού­τε στον Σε­φέ­ρη. Για­τί ου­σια­στι­κά εί­ναι έ­νας συγ­γρα­φέ­ας πε­ζο­γρά­φος που καλ­λιέρ­γη­σε το φα­ντα­στι­κό, ό­πως στη Γαλ­λία έ­νας Marcel Bealu”. Ακό­μη, πα­ρα­τη­ρεί πως η γλώσ­σα του Γο­να­τά εί­ναι μα­λα­κή, τρυ­φε­ρή, α­πα­τη­λά “ρε­α­λι­στι­κή”.
Η συ­στη­μα­τι­κή με­λε­τή­τρια του Γο­να­τά Φρα­γκί­σκη Αμπατ­ζο­πού­λου πε­ριο­ρί­ζε­ται να “φω­τί­σει” έ­να μό­νο α­πό τα “βι­βλια­ρά­κια” του, την «Προ­ε­τοι­μα­σία». Κα­τα­λή­γο­ντας, μας πλη­ρο­φο­ρεί πως ο Γο­να­τάς, στην α­φιέ­ρω­ση ε­νός α­ντι­τύ­που, που πρό­σφε­ρε σε φί­λο του, εί­χε χα­ρα­κτη­ρί­σει το εν λό­γω “βι­βλια­ρά­κι” “un petit rien phi­-losophique”. Ο Βί­κτωρ Ιβά­νο­βι­τς α­να­φέ­ρε­ται στο με­τα­φρα­στι­κό έρ­γο του Γο­να­τά, ε­νώ, ο Βί­κτωρ Καμ­χής συ­ντάσ­σει ερ­γο­γρα­φία Γο­να­τά και κα­τ’ ε­πι­λο­γή βι­βλιο­γρα­φία, πα­ρα­θέ­το­ντας α­πο­σπά­σμα­τα α­πό κρι­τι­κές. Αρχί­ζει με την Άλκη Θρύ­λου στην ε­φη­με­ρί­δα «Ελλη­νι­κόν Αί­μα», 30 Σε­πτεμ­βρίου 1945, και κα­τα­λή­γει με την Τ. Δη­μη­τρού­λια στο η­λεκ­τρο­νι­κό πε­ριο­δι­κό «poeticanet», Απρί­λιο 2007. Στο α­φιέ­ρω­μα, ό­μως, την με­γα­λύ­τε­ρη έ­κτα­ση κα­τα­λαμ­βά­νουν τα κεί­με­να των Νί­κου Κα­ρα­κώ­στα, Κώ­στα Στα­θό­που­λου, Ηλία Γιού­ρη, Ελέ­νης Γού­λα, Σο­φίας Βούλ­γα­ρη, Ιωάν­νας-Ζωής Δε­λη­βο­ριά, Κα­τε­ρί­νας Θε­ο­δω­ρά­του και Φω­τει­νής Πα­πα­ρή­γα. Τις α­να­δύ­σεις του α­συ­νεί­δη­του και τα στοι­χεία της πα­ραί­σθη­σης στα α­φη­γή­μα­τα του Γο­να­τά προ­σεγ­γί­ζει και σχο­λιά­ζει η Ξέ­νη Σκαρ­τσή. Πε­ζά, ό­πως αυ­τά του Γο­να­τά, προ­σφέ­ρο­νται για ποι­κί­λες ερ­μη­νείες, ό­που με­ρι­κές μπο­ρεί να βρί­σκο­νται πο­λύ πέ­ραν των συγ­γρα­φι­κών προ­θέ­σεων. Μέ­νου­με με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι, λ.χ., η α­νά­γνω­ση του Γιού­ρη, ε­πη­ρε­α­σμέ­νη α­πό τις θεω­ρίες των Λε­βι­νάς και Ντερ­ρι­ντά, α­νή­κει σε αυ­τήν την κα­τη­γο­ρία. Δια­τεί­νε­ται ό­τι οι ι­στο­ρίες του Γο­να­τά μπο­ρεί να ε­κλη­φθούν ως αλ­λη­γο­ρίες α­πο­δο­χής του Άλλου. Και κά­πως έ­τσι ε­ξη­γεί τον τρό­πο που η λο­γο­τε­χνία του συμ­βάλ­λει στην η­θι­κή ε­ξέ­λι­ξη του α­να­γνω­στι­κού κοι­νού της. Κρί­μα που ο Γο­να­τάς δεν πρό­λα­βε να δια­βά­σει πα­ρό­μοιες ερ­μη­νευ­τι­κές ο­πτι­κές. Μέ­νει ζη­τού­με­νο αν θα χα­μο­γε­λού­σε ή θα ε­κνευ­ρι­ζό­ταν. Ίσως, ο εξ α­πορ­ρή­των φί­λος του Αι­μί­λιος Καλ­λια­κά­τσος να μπο­ρεί να λύ­σει την α­πο­ρία μας.
Στο τεύ­χος, δη­μο­σιεύε­ται μια εν­δια­φέ­ρου­σα συ­ζή­τη­ση του Βα­σί­λη Βα­σι­λι­κού με μα­θη­τές του Λυ­κείου και συ­ντο­νι­στή τον ποιη­τή Στά­θη Κου­τσού­νη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: