Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2010

ΙΑΣΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ Ένας Φωτογράφος της Κυριακής από τους κόλπους της ΕΦΕ

Ξε­φυλ­λί­ζο­ντας τις ε­φη­με­ρί­δες, εί­τε φρέ­σκες, δη­λα­δή της η­μέ­ρας, εί­τε πε­ρα­σμέ­νης η­με­ρο­μη­νίας, α­πό κε­κτη­μέ­νη συ­νή­θεια ρί­χνω γρή­γο­ρες μα­τιές στα «Κοι­νω­νι­κά». Εξάλ­λου, το λε­κτι­κό τους εί­ναι πλη­κτι­κά στε­ρεό­τυ­πο, ο­πό­τε αρ­πά­ζω στα πε­τα­χτά μό­νο ο­νό­μα­τα. Σάβ­βα­το, 12 Δε­κεμ­βρίου ε­ντο­πί­ζω: «Τον πο­λυα­γα­πη­μέ­νο μας σύ­ζυ­γο, πα­τέ­ρα, παπ­πού και α­δελ­φό/ ΙΑ­ΣΩΝ Α­ΠΟ­ΣΤΟ­ΛΙ­ΔΗ / κη­δεύου­με σή­με­ρα Σαβ­βά­το 12-12-2009/» κ.λπ. Ως ε­πώ­νυ­μο δε λέει τί­πο­τα. Συ­να­ντιέ­ται εύ­κο­λα. Ωστό­σο, το σπα­νί­ζον βα­πτι­στι­κό το α­πε­γκλω­βί­ζει α­πό την δό­λια πα­γί­δα της συ­νω­νυ­μίας. Απο­στο­λί­δη­δες, ναι, υ­πάρ­χουν πολ­λοί. Ιά­σο­νες, ό­μως, με το αυ­τό ε­πώ­νυ­μο υ­περ­βαί­νει τα ό­ρια του πι­θα­νού. Προ­σθέ­το­ντας, μά­λι­στα, και την η­λι­κία, που κα­τά προ­σέγ­γι­ση ο­ρί­ζουν οι πεν­θού­ντες συγ­γε­νείς, τό­τε μοιά­ζει με τε­ρα­τώ­δη σύ­μπτω­ση.
Ιά­σων Απο­στο­λί­δης λοι­πόν. Σή­κω­σε πα­νιά για το με­γά­λο τα­ξί­δι, δη­λώ­νο­ντας την α­να­χώ­ρη­ση μό­νο με τη­λε­γρα­φι­κή μνεία στα «Κοι­νω­νι­κά». Με άλ­λα λό­για, την “έ­κα­νε” και έ­μει­νε εν στε­νώ οι­κο­γε­νεια­κώ κύ­κλω.
Δεν μπο­ρώ να πω, ού­τε ξέ­ρω εάν με­τοι­κί­ζο­ντας στους κε­κοι­μη­μέ­νους ά­φη­σε πί­σω του α­γα­θές α­να­μνή­σεις, α­φού δεν δια­σταυ­ρω­θή­κα­με πο­τέ. Μπο­ρώ, ω­στό­σο, να συ­μπε­ρά­νω ό­τι ως φω­το­γρά­φος κι­νεί­το, μάλ­λον λό­γω δια­κρι­τι­κό­τη­τας ή, πι­θα­νόν, και με­τριο­φρο­σύ­νης, πο­λύ μα­κριά α­πό τα φώ­τα της δη­μο­σιό­τη­τας, σχε­δόν στο πε­ρι­θώ­ριο. Δεν ή­ταν, πά­ντως, τυ­χαία πε­ρί­πτω­ση. Εδώ, βε­βαίως, δεν έ­χω την πρό­θε­ση να συ­ντά­ξω ε­πι­κή­δειο με τους αρ­μό­ζο­ντες ε­παί­νους. Εί­ναι, ό­μως, α­πο­καρ­διω­τι­κό να φεύ­γουν άν­θρω­ποι της φω­το­γρα­φίας χω­ρίς κα­μία, ό­χι λε­πτο­με­ρή, αλ­λά ού­τε στοι­χειώ­δη μνη­μό­νευ­ση. Ως πα­ρά­λει­ψη κα­θί­στα­ται στις μέ­ρες μας πε­ρίερ­γη και ά­κρως α­ντι­φα­τι­κή μέ­σα στον λα­μπε­ρό κό­σμο της φω­το­γρα­φίας, ο ο­ποίος δεί­χνει να ο­δεύει γε­μά­τος αυ­τοϊκα­νο­ποίη­ση, συ­χνά κού­φια, προς το μέλ­λον. Ως φαί­νε­ται, δεν έ­χου­με α­ντι­λη­φθεί ό­τι οι καλ­λι­τε­χνι­κές πρω­το­πο­ρίες έ­χουν προ­η­γη­θεί και ό­τι λί­γο πο­λύ α­πό αυ­τές βυ­ζαί­νου­με α­κό­μη ως υ­στε­ρό­το­κα τέ­κνα του μο­ντερ­νι­σμού. Δεν έ­χου­με, ε­πί­σης, α­ντι­λη­φθεί ή το πα­ρα­βλέ­που­με, ό­τι στην τέ­χνη, στη λο­γο­τε­χνία, ό­πως και σε κά­θε άλ­λη αν­θρώ­πι­νη δρα­στη­ριό­τη­τα, υ­πάρ­χει η δε­σμευ­τι­κή έν­νοια της κοι­νό­τη­τας. Ως έν­νοια δεν πε­ρι­κλείει μό­νο το πα­ρόν και το προ­γραμ­μα­τι­ζό­με­νο μέλ­λον, αλ­λά και το πα­ρελ­θόν. Έχω την ε­ντύ­πω­ση, μην πω τη βε­βαιό­τη­τα, ό­τι ως με­τα­νεω­τε­ρι­κή συλ­λο­γι­κό­τη­τα μέ­νου­με α­δι­καιο­λό­γη­τα α­διά­φο­ροι ή, συ­χνά, κα­τα­δι­κα­στι­κοί σε ό,τι έ­χει προ­η­γη­θεί. Μα­κά­ρι ό­λα κα­κής ε­κτί­μη­σης ή, κα­λύ­τε­ρα, ε­κτός τό­που και χρό­νου βε­βαιό­τη­τες.
Πά­ντως, ό­πως και να έ­χει, ο Ιά­σο­νας Απο­στο­λί­δης εί­ναι πλέ­ον πα­ρελ­θόν, πα­ρελ­θόν της φω­το­γρα­φίας και μά­λι­στα συλ­λο­γι­κό. Πρό­κει­ται για αυ­το­δί­δα­κτο, ο ο­ποίος συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στην πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κή γε­νιά φω­το­γρά­φων, που α­πέ­κτη­σε συλ­λο­γι­κό χα­ρα­κτή­ρα μέ­σα στους κόλ­πους της Ελλη­νι­κής Φω­το­γρα­φι­κής Εται­ρείας. (Ε­ΦΕ). Η δια­φο­ρά της Ε­ΦΕ προς τους α­ντί­στοι­χους με­σο­πο­λε­μι­κούς συλ­λό­γους ε­ντο­πί­ζε­ται στο ό,τι μα­ζί με τους ε­παγ­γελ­μα­τίες δέ­χε­ται ε­ξαρ­χής ως μέ­λη της και ε­ρα­σι­τέ­χνες φω­το­γρά­φους.1 Για τα δε­δο­μέ­να της ε­πο­χής α­πο­τε­λεί πρω­το­φα­νή και­νο­το­μία, για­τί έ­τσι με­τριά­ζο­νται, αν δεν εκ­μη­δε­νί­ζο­νται πα­ντε­λώς, τα ψυ­χρά συ­ντε­χνια­κά γνω­ρί­σμα­τα. Ερευ­νώ­ντας τον κα­τά­λο­γο με­λών, μέ­νει κα­νείς έκ­πλη­κτος. Απο­κα­λύ­πτε­ται ό­τι οι πε­ρισ­σό­τε­ροι εί­χαν άλ­λο κύ­ριο ε­πάγ­γελ­μα και ό­τι οι ε­παγ­γελ­μα­τίες της φω­το­γρα­φίας α­πο­τε­λού­σαν μι­κρή μειο­ψη­φία. Αυ­τό, ό­μως, ό­ρι­ζε τη δια­φο­ρά με­τα­ξύ τους μό­νο ως προς τον βιο­πο­ρι­σμό. Όσον α­φο­ρά την κύ­ρια ε­πι­δίω­ξη, δη­λα­δή την ί­δια τη φω­το­γρα­φία, δεν υ­πήρ­χε α­νι­σο­μέ­ρεια. Μό­νο που λό­γω έλ­λει­ψης χρό­νου, οι ε­ρα­σι­τέ­χνες ε­ξαν­τλού­σαν το πά­θος τους ως “φω­το­γρά­φοι της Κυ­ρια­κής”. Αυ­τό ή­ταν το μό­νο ευ­διά­κρι­το και α­να­πό­φευ­κτο χά­σμα α­νά­με­σά τους. Κα­τά τ’ άλ­λα, α­πό το ε­κά­στο­τε σύ­νο­λο με­λών σχη­μα­τί­ζο­νταν ε­πι­μέ­ρους πα­ρέες, α­το­μι­κά ο έ­νας μυού­σε τον άλ­λον στα μυ­στι­κά της καλ­λι­τε­χνι­κής φω­το­γρα­φίας, ε­νώ προς ε­νη­μέ­ρω­ση μια μειο­ψη­φία γλωσ­σο­μα­θών πα­ρα­κο­λου­θού­σε συ­στη­μα­τι­κά ξέ­να φω­το­γρα­φι­κά πε­ριο­δι­κά. Επί­σης, πέ­ραν των τα­κτι­κών δια­λέ­ξεων πε­ρί φω­το­γρα­φίας και τα ερ­γα­στή­ρια, ορ­γά­νω­ναν εκ­θέ­σεις πε­ριο­δι­κές και μό­νι­μες, συμ­με­το­χές σε εκ­θέ­σεις του ε­ξω­τε­ρι­κού και φω­το­γρα­φι­κές ε­ξορ­μή­σεις στην ε­παρ­χία ως εκ­δρο­μείς. Εν ο­λί­γοις, ο­μα­δι­κό πνεύ­μα σπά­νιο και μάλ­λον μο­να­δι­κό στην ελ­λη­νι­κή φω­το­γρα­φία. Θα ή­ταν, ό­μως, πα­ρα­πλα­νη­τι­κή ε­ξι­δα­νί­κευ­ση να δεχ­θού­με αυ­τό το γε­νι­κό πλαί­σιο λει­τουρ­γίας ως α­πό­λυ­το. Πρό­κει­ται για συ­να­να­στρο­φή αν­θρώ­πων. Συ­νε­πώς, δεν χω­ρά­ει αμ­φι­βο­λία ό­τι συ­χνά πρέ­πει να προέ­κυ­πταν με­τα­ξύ τους γκρί­νιες, προ­στρι­βές, ο­ξύν­σεις, πα­ρε­ξη­γή­σεις και ψυ­χρό­τη­τες ή α­κό­μη και μό­νι­μες α­ντι­πά­θειες. Ού­τε, βε­βαίως, μπο­ρεί κα­νείς να α­πο­κλεί­σει με­μο­νω­μέ­νες διαρ­ροές με­λών και α­πο­στα­σιο­ποιή­σεις. Αυ­τά συμ­βαί­νουν. Ωστό­σο, ου­δέ­πο­τε με­σο­λά­βη­σε, ή του­λά­χι­στον δεν έ­μει­νε γνω­στή, κά­ποια α­νοι­χτή ρή­ξη, η ο­ποία να ο­δή­γη­σε σε ο­μα­δι­κές α­πο­χω­ρή­σεις και, εν συ­νε­χεία, να πά­ρει συ­γκρο­τη­μέ­νη μορ­φή ε­νερ­γού υ­πο­κα­τά­στα­του. Ή, για να το πού­με με πιο οι­κείο τρό­πο, η ο­μα­δι­κή αυ­τή α­πο­μά­κρυν­ση να ξε­κο­πιά­ρει ως τα­κτι­κή αυ­τό που στην α­ρι­στε­ρά κω­δι­κο­ποιού­με με τον δυ­σά­ρε­στο ό­ρο “διά­σπα­ση”.
Αυ­τή, λοι­πόν, η “χρυ­σή” ε­πο­χή της Ε­ΦΕ, α­γκα­λιά­ζει, κα­τά υ­πο­κει­με­νι­κή ε­κτί­μη­ση, δύο με δυό­μι­σι δε­κα­ε­τίες. Ως α­γα­θών προ­θέ­σεων συλ­λο­γι­κό­τη­τα, αλ­λά και ως α­κτι­νο­βο­λία, συ­νέ­βα­λε κα­τά πο­λύ στο να α­να­γνω­ρι­στεί η φω­το­γρα­φία ως τέ­χνη α­πό το καλ­λι­τε­χνι­κό στε­ρέω­μα και α­πό έ­να, έ­στω πε­ριο­ρι­σμέ­νο, κοι­νό. Πα­ρό­λα αυ­τά, α­πό τα τέ­λη πε­ρί­που της δε­κα­ε­τίας του ’70 άρ­χι­σε να χά­νει τη λάμ­ψη της. Τι α­κρι­βώς λει­τούρ­γη­σε α­να­σταλ­τι­κά και, α­ντί να πρω­τα­γω­νι­στεί, κα­θη­λώ­θη­κε σε δευ­τε­ρεύο­ντα ρό­λο, εί­ναι μια με­γά­λη, ί­σως πι­κρή, ι­στο­ρία, που συ­ναρ­θρώ­νε­ται με τη γε­νι­κό­τε­ρη πο­ρεία στα με­τα­πο­λι­τευ­τι­κά πράγ­μα­τα. Στε­νό­χω­ρο και ι­διαί­τε­ρα πε­ρί­πλο­κο θέ­μα, ας μεί­νει προς το πα­ρόν στην ά­κρη χω­ρίς άλ­λο σχο­λια­σμό.
Τώ­ρα ει­δι­κά για τον Ιά­σο­να Απο­στο­λί­δη. Πριν δώ­σει στα­θε­ρό στίγ­μα πα­ρου­σίας στην Ε­ΦΕ, εί­χαν προ­η­γη­θεί, ό­πως και σε αρ­κε­τούς άλ­λους φω­το­γρά­φους, φω­το­γρα­φι­κές α­πό­πει­ρες α­πό την παι­δι­κή του η­λι­κία. Αυ­τάρ­κης φω­το­γρα­φι­κά ξε­κι­νά­ει έ­να-δύο χρό­νια με­τά τη λή­ξη του πο­λέ­μου, νο­μί­ζω το 1946. Περ­πα­τά­ει τα 24-25 και ει­σέρ­χε­ται ως συ­στη­μα­τι­κός ε­ρα­σι­τέ­χνης στο πε­δίο της φω­το­γρα­φίας α­νά­με­σα σε δύο πυ­ρα­κτω­μέ­νες για την Ελλά­δα πε­ριό­δους. Πί­σω η ζε­στή στά­χτη της Κα­το­χής, ε­μπρός το φυ­σε­ρό που κό­ρω­νε τη νέα φω­τιά του Εμφυ­λίου. Ανή­κει, δη­λα­δή, στη ά­τυ­χη γε­νιά, που πέ­φτει α­πό τον έ­ναν στον άλ­λον α­να­βρα­σμό. Συ­νυ­πο­λο­γί­ζο­ντας μα­ζί τα προ­εόρ­τια και τα με­θεόρ­τια, ου­σια­στι­κά δεν γνώ­ρι­σε πο­τέ α­πο­νή­ρευ­το μει­δία­μα.
Πα­ρεν­θε­τι­κά να ση­μειώ­σου­με ό­τι ε­δώ α­κρι­βώς ε­ντο­πί­ζε­ται και πα­ρει­σφρέει τα­κτι­κά μια με­γά­λη πα­ρε­ξή­γη­ση γύ­ρω α­πό την κα­το­πι­νή στά­ση αυ­τής της γε­νιάς. Το ό,τι στους φω­το­γρά­φους αυ­τής της γε­νιάς α­ντι­κα­το­πτρί­ζε­ται εμ­φα­νώς το στοι­χείο του “α­φε­λούς” ή του “ου­δέ­τε­ρου” α­πέ­να­ντι στην κοι­νω­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, και, κυ­ρίως, του “μη πο­λι­τι­κο­ποιη­μέ­νου”, αυ­τό ε­κτο­ξεύε­ται ως ε­πί­κρι­ση, κά­πο­τε με χροιά κο­σμο­πο­λί­τι­κης ε­πι­τί­μη­σης. Πρό­κει­ται, ω­στό­σο, για πα­ρα­νό­η­ση, που φαι­νο­με­νι­κά μό­νο βρί­σκει κά­ποια ε­ρεί­σμα­τα. Πράγ­μα­τι, ό­σο του­λά­χι­στον γνω­ρί­ζω, με­τέ­πει­τα πέ­φτει πέ­πλο α­πό­κρυ­ψης. Κα­νέ­να φω­το­γρα­φι­κό ί­χνος δεν δη­λώ­νει την ε­μπλο­κή τους σε τρα­χιές ε­μπει­ρίες. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πο­κρυ­σταλ­λώ­νουν μια λυ­ρι­κή ή, σω­στό­τε­ρα, ρεμ­βώ­δη μα­τιά, κοι­νω­νι­κά α­μέ­θε­κτη. Το ε­ρώ­τη­μα, ό­μως, εί­ναι για­τί; Μή­πως πρό­κει­ται για κρυ­φές ε­νο­χές κο­λα­σμέ­νων ψυ­χών που κα­τα­φεύ­γουν στον ε­ξα­γνι­σμό; Κα­θό­λου. Βγαί­νο­ντας α­π’ το πυ­ρω­μέ­νο το­πίο, δεν έ­κα­ναν άλ­λο α­π’ το να α­να­ζη­τούν α­νά­σες κοι­νω­νι­κής γα­λή­νης και η­ρε­μίας. Ως στά­ση, ε­κτός α­πό αυ­θόρ­μη­τη α­πώ­θη­ση, ή­ταν, συγ­χρό­νως, και μια α­πό­σβε­ση ο­φει­λής στην τα­ραγ­μέ­νη τους νεό­τη­τα. Κά­τι, δη­λα­δή, σαν α­συ­ναί­σθη­τη φυ­σι­κή α­νά­γκη. Τό­σο α­πλά ο­δη­γή­θη­καν σε μια ου­δέ­τε­ρη φω­το­γρα­φι­κά κοι­νω­νι­κή στά­ση. Εξάλ­λου, και να εκ­δή­λω­ναν φω­το­γρα­φι­κά κά­ποια διά­θε­ση μα­χη­τι­κό­τη­τας, αιω­ρού­ντο μο­νί­μως ως φό­βη­τρο τα ι­σχύο­ντα τό­τε προ­λη­πτι­κά μέ­τρα. Ας μην καλ­λιερ­γού­με ψευ­δαι­σθή­σεις και μά­λι­στα εκ του α­σφα­λούς. Με­σο­λα­βούν κα­τα­λυ­τι­κά ε­κεί­νες οι ρη­μά­δες οι κοι­νω­νι­κές συν­θή­κες, οι ο­ποίες, εάν δεν λη­φθούν υ­πό­ψη, τό­τε μια ο­λό­κλη­ρη γε­νιά φω­το­γρά­φων φα­ντά­ζει ε­γω­κε­ντρι­κή και α­διά­φο­ρη σε ό­σα συ­νέ­βαι­ναν γύ­ρω της. Μπο­ρεί, βέ­βαια, ως ερ­μη­νεία να θεω­ρη­θεί υ­πε­ρα­πλου­στευ­τι­κή ή ό­τι κά­που μπά­ζει, ο­πό­τε δια­γρά­φε­ται ως μη α­πο­δε­κτή. Εξάλ­λου, δεν υ­πάρ­χει μο­νο­πώ­λιο ερ­μη­νειών. Και ευ­τυ­χώς που δεν υ­πάρ­χει, για­τί ό­λοι θα κα­τα­λή­γα­με ευ­λα­βείς συλ­λει­τουρ­γοί σε έ­ναν και μό­νο θεό. Κα­λύ­τε­ρα, ό­μως, τα κοι­νω­νι­κο-πο­λι­τι­κά, με την ευ­ρεία τους έν­νοια, να τα πα­ρα­κάμ­ψου­με, για­τί θα πα­ρα­συρ­θού­με σε α­νε­πί­τρε­πτο πλα­τεια­σμό. Κλεί­σι­μο της πα­ρέν­θε­σης.
Ο Απο­στο­λί­δης φέ­ρε­ται ως εγ­γε­γραμ­μέ­νο τα­κτι­κό μέ­λος της Ε­ΦΕ α­πό τον Οκτώ­βρη του 1954, ου­σια­στι­κά α­πό την α­φε­τη­ρία της. Στον ί­διο κύ­κλο τα­κτι­κών με­λών, 77 τον α­ριθ­μό, πέ­ρα α­πό τον διά­ση­μο σή­με­ρα Κώ­στα Μπα­λά­φα, συ­να­ντά­με δύο α­κό­μη ε­ρα­στές της φω­το­γρα­φι­κής ει­κό­νας: τους Ευάγ­γε­λο Πα­ντά­ζο­γλου και Πέ­τρο Μπρού­σα­λη. Ο τε­λευ­ταίος θα ε­ξε­λιχ­θεί σε δρα­στή­ριο μέ­λος της Ε­ΦΕ, ό­πως και ο Απο­στο­λί­δης, ε­νώ ο προ­τε­λευ­ταίος θα μεί­νει κά­πως ξε­κομ­μέ­νος, του­λά­χι­στον α­πό τα ορ­γα­νω­τι­κά σχή­μα­τα της Εται­ρείας, λό­γω ε­παγ­γελ­μα­τι­κών υ­πο­χρεώ­σεων. Πρώ­τος ο Πα­ντά­ζο­γλου, δεύ­τε­ρος ο Μπρού­σα­λης, την “έ­κα­να­ν” κι αυ­τοί πριν α­πό λί­γα χρό­νια χω­ρίς κα­μία δη­μό­σια μνεία. Ποιος ξέ­ρει πό­τε και ποιοι άλ­λοι “με­τώ­κη­σα­ν” ο­ρι­στι­κά. Η συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία των με­λών ε­κεί­νης της πρώ­της πε­ριό­δου βρί­σκε­ται σε υ­ψη­λή η­λι­κια­κή κλί­μα­κα. Ο βιο­λο­γι­κός κύ­κλος δεν πα­ρα­βιά­ζε­ται. Εί­ναι α­μεί­λι­κτος. Όσοι εξ αυ­τών μπο­ρεί α­κό­μη εν ζωή, με­γά­λης πλέ­ον η­λι­κίας, τα πε­ρι­θώ­ρια ζο­ρί­ζουν. Ου­δείς, ό­μως, κρα­τά­ει, ό­χι διε­ξο­δι­κό, αλ­λά ού­τε καν έ­να α­πλό ο­νο­μα­στι­κό α­που­σιο­λό­γιο. Από το 1993, χρο­νιά που έ­κλει­σε το πε­ριο­δι­κό της Ε­ΦΕ (Ελλη­νι­κή Φω­το­γρα­φία) και κά­θε σχε­τι­κή πλη­ρο­φο­ρία με­τα­βι­βά­στη­κε στα ΜΜΕ, υ­ψώ­νε­ται σιω­πή. Φαί­νε­ται ό­τι υ­πέ­κυ­ψε κι αυ­τό στο γή­ρας, ο­πό­τε η σπου­δαιό­τη­τα ή η α­ση­μα­ντό­τη­τα κά­θε φω­το­γρα­φι­κής εί­δη­σης ρυθ­μί­ζε­ται πλέ­ον α­πό ε­ξω­φω­το­γρα­φι­κούς πα­ρά­γο­ντες. Κλεί­σι­μο και στη λά­θρα ε­δώ δεύ­τε­ρη πα­ρέν­θε­ση, χω­ρίς ά­νοιγ­μα άλ­λης μέ­χρι τέ­λους.
Πρώ­τη φω­το­γρα­φι­κή δη­μο­σίευ­ση του Απο­στο­λί­δη συ­να­ντά­με στο πε­ριο­δι­κό Ελλη­νι­κή Φω­το­γρα­φία, τον Δεκ. του 1955 (5ο τχ.). Εί­ναι μια ασ­πρό­μαυ­ρη λή­ψη με Leica, φέ­ρει τίτ­λο «Πορ­τρέ­το της γά­τας» και συμ­με­τέ­χει στην 1η Πα­νελ­λή­νια Έκθε­ση Φω­το­γρα­φίας στο Ζάπ­πειο. Έχει, ό­μως, πριν κα­τα­τε­θεί ως συμ­με­το­χή στον Α’ Δια­γω­νι­σμό ε­ρα­σι­τε­χνών με ε­λεύ­θε­ρο θέ­μα, που ορ­γά­νω­σε ε­κεί­νο το έ­τος η Ε­ΦΕ. Εκεί, το “έ­ντο­νο πε­ρίερ­γο εκ­φρα­στι­κό” «Πορ­τρέ­το της γά­τας», ό­πως το χα­ρα­κτη­ρί­ζει το Πρα­κτι­κό της Επι­τρο­πής Κρι­τών, α­πο­σπά έ­παι­νο. Η Επι­τρο­πή δεν εί­ναι τυ­χαία, ού­τε α­πο­τε­λού­με­νη μό­νο α­πό αν­θρώ­πους της φω­το­γρα­φίας. Προ­ε­δρεύει ο τε­χνο­κρι­τι­κός της ΚΑ­ΘΗ­ΜΕ­ΡΙ­ΝΗΣ Άγγε­λος Προ­κο­πίου, έ­χο­ντας ως μέ­λη τον πρό­σφα­τα θα­νό­ντα ζω­γρά­φο και κα­θη­γη­τής της Α­ΣΚΤ Γιάν­νη Μό­ρα­λη, τον χα­ρά­κτη Δημ. Γιαν­νου­κά­κη, ε­νώ συ­μπλη­ρώ­νε­ται με τους δό­κι­μους φω­το­γρά­φους, μέ­λη της Ε­ΦΕ, Βού­λα Πα­παϊωάν­νου, Σπύ­ρο Με­λετ­ζή και Δή­μο Πα­τρί­δη. Στον Γ΄ Δια­γω­νι­σμό του ι­δίου έ­τους, με θέ­μα «Ελλη­νι­κά νη­σιά και θά­λασ­σες», ό­που α­θλο­θέ­της εμ­φα­νί­ζε­ται η KODAK, ο Απο­στο­λί­δης α­πο­σπά το 1ο βρα­βείο για την έγ­χρω­μη φω­το­γρα­φία «Με­θυ­σμέ­να κα­ρά­βια», η ο­ποία δη­μο­σιεύε­ται ασ­πρό­μαυ­ρη και Α΄ έ­παι­νο για την α­δη­μο­σίευ­τη φω­το­γρα­φία με τίτ­λο «Μύ­κο­νος».
Αυ­τές εί­ναι α­να­λυ­τι­κά οι υ­πάρ­χου­σες πλη­ρο­φο­ρίες για τις πρώ­τες δη­μο­σιευ­μέ­νες φω­το­γρα­φίες του στο πε­ριο­δι­κό της Ε­ΦΕ. Στη συ­νέ­χεια, οι δη­μο­σιεύ­σεις α­πο­κτούν κά­ποια τα­κτι­κό­τη­τα. Μην μπού­με, ό­μως, σε συ­στη­μα­τι­κή κα­τα­γρα­φή, για­τί θα βυ­θι­στού­με σε πλη­κτι­κή α­πε­ρα­ντο­λο­γία. Να ση­μειώ­σου­με μό­νο ό­τι α­ντα­να­κλούν, ό­χι βέ­βαια λε­πτο­με­ρώς, το στα­δια­κό του ω­ρί­μα­σμα και τους κα­τά και­ρούς φω­το­γρα­φι­κούς του προ­σα­να­το­λι­σμούς. Ωστό­σο, λί­γο αρ­γό­τε­ρα, Απρ. 1968, δη­μο­σιεύει άρ­θρο στις σε­λί­δες του πε­ριο­δι­κού με τίτ­λο «Προ­σω­πι­κή προ­σέγ­γι­ση». Κεί­με­νο ω­ρι­μό­τη­τας, α­πο­κα­λύ­πτει τις ι­διαί­τε­ρες α­πό­ψεις του Απο­στο­λί­δη. Ό,τι κα­τα­θέ­τει ε­κεί, α­πο­τε­λεί έ­να εί­δος προ­σω­πι­κού μα­νι­φέ­στου γύ­ρω α­πό την φω­το­γρα­φι­κή ει­κό­να.
Κου­βα­λώ­ντας ο Απο­στο­λί­δης μια ι­διό­τρο­πη α­ντί­λη­ψη - μό­νο έ­τσι μπο­ρεί να ερ­μη­νευ­τεί - ε­κτός του πε­ριο­δι­κού Ελλη­νι­κή Φω­το­γρα­φία, ου­δέ­πο­τε δη­μο­σίευ­σε φω­το­γρα­φία σε άλ­λο έ­ντυ­πο. Πλή­ρω­σε, βε­βαίως, το τί­μη­μα, μέ­νο­ντας ε­ντε­λώς ά­γνω­στος στο ευ­ρύ κοι­νό. Εξαί­ρε­ση α­πο­τε­λεί μια πρώ­τη, ί­σως και μο­να­δι­κή, συ­στη­μα­τι­κή με­λέ­τη για το φω­το­γρα­φι­κό του έρ­γο στο πε­ριο­δι­κό OPTICON (Τχ. Ιουν. 1997). Την υ­πο­γρά­φει ο κα­θη­γη­τής φω­το­γρα­φίας Γρη­γό­ρης Βλασ­σάς. Ο ί­διος, με πρό­λο­γο του ε­πί­σης κα­θη­γη­τή φω­το­γρα­φίας Αρι­στεί­δη Κο­ντο­γεώρ­γη, υ­πο­γρά­φει και το διε­ξο­δι­κό κεί­με­νο πα­ρου­σία­σης στο λεύ­κω­μα «Ο Φω­το­γρά­φος Ιά­σων Απο­στο­λί­δης», (εκδ. Αίο­λος, Αθή­να, χ.χ.).2 Πρό­κει­ται για μο­νο­γρα­φία, η ο­ποία, πέ­ρα α­πό α­σφα­λείς πλη­ρο­φο­ρίες, δί­νει και μια α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κή ει­κό­να του φω­το­γρά­φου. Διαι­ρεί­ται σε ε­πτά θε­μα­τι­κές ε­νό­τη­τες (Ύπαι­θρος - Νη­σιά του Αι­γαίου - Πρό­σω­πα - Το­πία - Στιγ­μές - Εργα­λεία - Φω­το­τε­χνι­κές) και κα­θώς ο ί­διος φέ­ρε­ται ως ά­τυ­πος συ­νερ­γός της έκ­δο­σης, οι τίτ­λοι πρέ­πει να δη­λώ­νουν, έ­στω σχη­μα­τι­κά, τις φω­το­γρα­φι­κές του εμ­μο­νές.
Όσο μπο­ρώ να κρί­νω και με βά­ση την υ­πάρ­χου­σα μο­νο­γρα­φία, ο Απο­στο­λί­δης κι­νεί­ται στα­δια­κά προς έ­ναν μο­ντερ­νι­σμό, τον μο­ντερ­νι­σμό της ε­πο­χής του, και α­νι­χνεύε­ται κά­που α­νά­με­σα στους Δημ. Χα­ρι­σιά­δη και Βού­λα Πα­παϊωάν­νου. Εντο­πί­ζο­νται, μά­λι­στα, φω­το­γρα­φίες του, που “συ­νο­μι­λού­ν” με α­ντί­στοι­χες αυ­τών των δύο. Κα­τα­φεύ­γω στα δύο πρό­σω­πα ως κλί­μα­κα σύ­γκρι­σης και ό­χι ταύ­τι­σης, ε­πει­δή γνω­στοί πέ­ρα α­πό το συ­νά­φι της φω­το­γρα­φίας. Ξε­γλι­στρά­ει, ό­μως, α­πό αυ­τήν τη συ­μπλη­γά­δα και α­ντι­δια­στέλ­λε­ται, προ­τάσ­σο­ντας, με­τα­ξύ των άλ­λων, και έ­ναν ι­διό­τυ­πο φορ­μα­λι­σμό. Η δη­μιουρ­γι­κή του διά­θε­ση, σε συμ­με­τρι­κή σχέ­ση με τους δύο άλ­λους, δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται μό­νο στη στιγ­μή της λή­ψης. Αντι­θέ­τως, ε­πε­κτεί­νε­ται μέ­χρι τον σκο­τει­νό θά­λα­μο, ό­που τύ­πω­νε μό­νος τις φω­το­γρα­φίες του. Δεί­χνει ι­διαί­τε­ρα ε­ξοι­κειω­μέ­νος με τα μυ­στι­κά του σκο­τει­νού θα­λά­μου και οι πει­ρα­μα­τι­σμοί του τεί­νουν προς την υ­πέρ­βα­ση της πραγ­μα­τι­κής ει­κό­νας ή προς την α­φαί­ρε­ση της ως τα ό­ρια της α­δρής σχη­μα­το­ποίη­σης. Για το τε­λευ­ταίο, εί­ναι φα­νε­ρό ό­τι στην εμ­φά­νι­ση χρη­σι­μο­ποιεί τα κα­τάλ­λη­λα υ­λι­κά και α­φαι­ρώ­ντας τη στιγ­μή της ε­κτύ­πω­ση ό­λους τους εν­διά­με­σους τό­νους, ο­ρι­σμέ­νες φω­το­γρα­φίες του α­πο­κτούν α­μι­γή μορ­φή χα­ρα­κτι­κού. Σ’ αυ­τό συμ­βάλ­λει ή, σω­στό­τε­ρα, τον διευ­κο­λύ­νει η σκλη­ρή δια­βάθ­μι­ση του χαρ­τιού, αλ­λά το φω­το­γρα­φι­κό α­πο­τέ­λε­σμα προϋπο­θέ­τει ε­πι­δε­ξιό­τη­τα και, βε­βαίως, δη­μιουρ­γι­κή φα­ντα­σία. Όσο για το πρώ­το, στο ο­ποίο ε­πι­δί­δε­ται πά­λι στον σκο­τει­νό θά­λα­μο αλ­λά με πιο ι­σχυ­ρή φα­ντα­σία, κά­νει φω­το­γρα­φι­κές προ­σμί­ξεις. Με διά­θε­ση αλ­χη­μι­στή α­πο­μο­νώ­νει, συ­ναρ­μό­ζει, α­να­μι­γνύει, αλ­λοιώ­νει, υ­πο­φω­τί­ζει ή φλου­τά­ρει φω­το­γρα­φι­κά θέ­μα­τα, συν­θέ­το­ντας πρω­τό­τυ­πες ει­κό­νες, μάλ­λον ο­νει­ρι­κές, μέ­σα α­πό δι­κές του λή­ψεις.
“Όταν στα­μά­τη­σε να λει­τουρ­γεί τον σκο­τει­νό του θά­λα­μο”, γρά­φει ο Γρηγ. Βλασ­σας, “στα­μά­τη­σε και την ε­να­σχό­λη­σή του με την μαυ­ρό­ασ­πρη φω­το­γρα­φία”. Φαί­νε­ται, ό­μως, ό­τι κα­τόρ­θω­σε να υ­περ­βεί τις κα­θη­λώ­σεις της η­λι­κίας του, για­τί λί­γο πιο κά­τω ση­μειώ­νει ό­τι “περ­νά τον ε­λεύ­θε­ρο χρό­νο του δη­μιουρ­γώ­ντας με τις νέες τε­χνο­λο­γίες, μέ­σω η­λεκ­τρο­νι­κού υ­πο­λο­γι­στή”. Επι­πλέ­ον, μας πλη­ρο­φο­ρεί ό­τι έ­λα­βε μέ­ρος στον Πα­νελ­λή­νιο Δια­γω­νι­σμό Ψη­φια­κής Φω­το­γρα­φίας που διορ­γά­νω­σε η Ε­ΦΕ το 2002, ό­που πή­ρε χάλ­κι­νο με­τάλ­λιο. Με άλ­λα λό­για, πα­ρεκ­τρά­πει στα ο­γδό­ντα του και μά­λι­στα δη­μό­σια, διεκ­δι­κώ­ντας πρω­τεία ση­με­ρι­νού νε­α­νία. Έχει, λοι­πόν, εν­δια­φέ­ρον η δη­μιουρ­γι­κή προέ­κτα­ση του σκο­τει­νού θα­λά­μου στο photoshop του Η/Υ και αν ως καλ­λι­τε­χνι­κό α­πο­τέ­λε­σμα εί­ναι ε­ξί­σου ε­πι­τυ­χές. Ωστό­σο, το τι α­κρι­βώς θα α­να­σύ­ρουν μέ­σα α­πό τα ά­δυ­τα του σκλη­ρού δί­σκου οι οι­κείοι του, που υ­πο­γρά­φουν την αγ­γε­λία θα­νά­του, αμ­φι­βάλ­λω εάν θα α­πο­κα­λυ­φθεί πο­τέ δη­μό­σια.
Αυ­τά τα πολ­λά, τα γε­μά­τα πα­ρεκ­βά­σεις, ί­σως ό­μως και τα μό­να για τον θα­νό­ντα φω­το­γρά­φο Ιά­σο­να Απο­στο­λί­δη.

ΣΗ­ΜΕΙΩ­ΣΕΙΣ
1 - Ένα α­μι­γώς ε­ρα­σι­τε­χνι­κό σω­μα­τείο, ο «Σύν­δε­σμος Ελλή­νων Ερα­σι­τε­χνών Φω­το­γρά­φων», ι­δρύ­θη­κε στα τέ­λη του 1932. Το κα­τα­στα­τι­κό λει­τουρ­γίας φα­νε­ρώ­νει υ­ψη­λές ε­πι­διώ­ξεις, αλ­λά μάλ­λον δεν κα­τόρ­θω­σε να ε­πι­πλεύ­σει για πο­λύ, α­φή­νο­ντας στην ε­πο­χή του κά­ποιο ευ­διά­κρι­το στίγ­μα.
2 - Από ε­δώ αν­τλή­θη­καν ο­ρι­σμέ­νες πλη­ρο­φο­ρίες, ό­πως και οι φω­το­γρα­φίες που ει­κο­νο­γρα­φούν το κεί­με­νο

Πέ­τρος Κα­λα­βρός
Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην εβδομαδιαία εφημερίδα "Η Εποχή"

3 σχόλια:

vivi είπε...

εύγε Πέτρε Καλαβρέ για την ευαισθησία και τη διατήρηση της μνήμης των αφανών. Σοβαρή και λογική μου φαίνεται η ερμηνεία του φαινομένου των απολιτίκ φωτογράφων αυτής της γενιάς, ή με άλλα λόγια έξω από το χορό οι επικριτές σήμερα πολλά τραγούδια τραγουδάνε... Να τους έβλεπα τότε τί θα κάνανε. Αν και δεν τους βλέπουμε ούτε και σήμερα να τυρβάζουν περί τα κοινωνικά῾...

photonio είπε...

αγορασα προσφατα ενα βιβλιο του που επεσε τυχαια στα χερια μου , δεν τον γνωριζα πριν , ειναι οντως πολυ καλος φωτογραφος με δικη του ματια !!!!

efthimiak είπε...

Καλή μου Μαρή, θα ήθελα να σε ρωτήσω: πώς βρέθηκε η φωτογραφία της αγαπημένης μου Καρμενούλας την Πρωτομαγιά ανάμεσα στις φωτογραφίες του Ιάσονα Αποστολίδη; Πραγματικά,τα έχω χαμένα... Στείλε μου απάντηση όποτε μπορείς, σε παρακαλώ...