Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2010

Ημερολόγιο 2010 «Ο Πειραιάς αθλείται και θυμάται...»

Εφέ­τος το ε­τή­σιο η­με­ρο­λό­γιο του «Λι­μα­νιού της Αγω­νίας» ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στον α­θλη­τι­σμό του Πει­ραιά. Ανα­τρέ­χει στο πα­ρελ­θόν και προ­βλη­μα­τί­ζε­ται για το μέλ­λον. Ση­μείο έ­ναρ­ξης εί­ναι η 15η Ιου­νίου 1885, ό­ταν ι­δρύ­θη­κε, με βα­σι­λι­κό διά­ταγ­μα του Γεωρ­γίου Α΄, ο Όμι­λος Ερε­τών Φα­λή­ρου. Η πρω­το­βου­λία α­νή­κε στον εκ Γαλ­λίας ερ­χό­με­νο Παύ­λο Δα­μα­λά, α­πό την α­ρι­στο­κρα­τι­κή χιώ­τι­κη οι­κο­γέ­νεια των Δα­μα­λά­δων. Τό­τε το Φά­λη­ρο ή­ταν το νε­ο­πα­γές θέ­ρε­τρο της εκ­κο­λα­πτό­με­νης α­στι­κής τά­ξης, στην ο­ποία και ταί­ρια­ζε το ά­θλη­μα της κω­πη­λα­σίας. Την ε­πό­με­νη χρο­νιά διορ­γα­νώ­θη­καν οι πρώ­τοι κω­πη­λα­τι­κοί α­γώ­νες, ό­που συμ­με­τεί­χαν και τα πλη­ρώ­μα­τα των πο­λε­μι­κών πλοίων Άγγλων, Γάλ­λων και Ρώ­σων, που ναυ­λο­χού­σαν ε­κεί­να τα χρό­νια στον Φα­λη­ρι­κό Όρμο. Στα μέ­λη του συλ­λό­γου συ­γκα­τα­λε­γό­ταν η α­φρό­κρε­μα του τό­που. Τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το 1888, ο σύλ­λο­γος ε­πα­νι­δρύ­θη­κε ως Όμι­λος Ερε­τών και έ­κτι­σε τη μό­νι­μη στέ­γη του στο Πα­σα­λι­μά­νι. Δια­τη­ρη­τέο το κτί­ριο, α­να­και­νί­στη­κε στους Πρώ­τους Ολυ­μπια­κούς Αγώ­νες του 1896.
Στη συ­νέ­χεια, ι­δρύ­θη­καν και άλ­λοι α­θλη­τι­κοί σύλ­λο­γοι: το 1891, ο Όμι­λος Πο­δη­λα­τών Πει­ραιώς, το 1893 ο γυ­μνα­στι­κός ό­μι­λος «Τα Ολύ­μπια» και ο Όμι­λος Πε­ζο­πό­ρων Πει­ραιώς, το 1894 ο Πει­ραϊκός Σύν­δε­σμος και ο Όμι­λος Κυ­νη­γών Πει­ραιώς, το 1895 η Πο­δη­λα­τι­κή Ένω­σις Πει­ραιώς, το 1899 ο Κο­λυμ­βη­τι­κός Όμι­λος Πει­ραιώς-Αθη­νών και το 1903 ο Ναυ­τι­κός Όμι­λος Νέ­ου Φα­λή­ρου. Κο­ρυ­φαίο σω­μα­τείο για την πό­λη στά­θη­κε ο Πει­ραϊκός Σύν­δε­σμος, που ι­δρύ­θη­κε α­πό μια συ­ντρο­φιά μου­σι­κό­φι­λων. Από αυ­τόν προέ­κυ­ψε, το 1903, το Ωδείο Πει­ραιώς, με διευ­θυ­ντές τους Με­νέ­λαο Παλ­λά­ντιο και Κων­στα­ντί­νο Κυ­δω­νιά­τη, αλ­λά και το πρώ­το γυ­μνα­στή­ριο, το 1896. Λέ­γε­ται πως α­πό τα φυ­τώ­ρια του Πει­ραϊκού Συν­δέ­σμου ξε­πή­δη­σαν και οι πρώ­τοι ά­σοι του πο­δο­σφαί­ρου, ό­πως οι α­δελ­φοί Ανδρια­νό­που­λοι.
Όπως και να έ­χει, το ά­θλη­μα της κω­πη­λα­σίας, κα­θώς και αυ­τά της πε­ζο­πο­ρίας, της πο­δη­λα­σίας ή του κυ­νη­γιού, ά­φη­νε α­διά­φο­ρα τα χα­μη­λά κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα του Πει­ραιά. Δη­λα­δή, το πλή­θος των ερ­γα­ζο­μέ­νων στις νεό­τευ­κτες βιο­μη­χα­νίες, ε­πι­χει­ρή­σεις και μη­χα­νουρ­γεία. Το δι­κό τους ά­θλη­μα ή­ταν το πο­δό­σφαι­ρο. Το εν λό­γω ά­θλη­μα εμ­φα­νί­στη­κε στα λι­μά­νια της χώ­ρας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, Πά­τρα, Πει­ραιά) λί­γο πριν εκ­πνεύ­σει ο 19ος αιώ­νας και το έ­φε­ραν οι ναύ­τες των αγ­γλι­κών πο­λε­μι­κών πλοίων. Σε ώ­ρες ε­ξό­δου, έ­παι­ζαν πο­δό­σφαι­ρο στις πα­ρα­λια­κές πε­ριο­χές. Εδώ, μάλ­λον ται­ριά­ζει το ου­δέν κα­κό α­μι­γές κα­λού. Από τον Πει­ραϊκό Σύν­δε­σμο προέ­κυ­ψαν οι πρώ­τες πο­δο­σφαι­ρι­κές ο­μά­δες.
Η ο­μά­δα του Πει­ραιά, ο Ολυ­μπια­κός, άρ­γη­σε σχε­τι­κά να εμ­φα­νι­στεί. Ιδρύ­θη­κε το 1925, με τη συγ­χώ­νευ­ση δυο πα­λαιό­τε­ρων πο­δο­σφαι­ρι­κών ο­μί­λων, που εί­χαν ι­δρυ­θεί στις αρ­χές της δε­κα­ε­τίας του 1920. Σχε­δόν ταυ­τό­χρο­να ι­δρύ­θη­κε και ο Εθνι­κός Πει­ραιώς. Ως νου­νός της ο­μά­δας του Ολυ­μπια­κού φέ­ρε­ται έ­νας α­νώ­τα­τος α­ξιω­μα­τι­κός του Πο­λε­μι­κού Ναυ­τι­κού, ο Νό­της Κα­μπέ­ρος, που θέ­λη­σε έ­ναν τίτ­λο δη­λω­τι­κό α­θλη­τι­κής ι­σχύος και ή­θους, ό­πως το ο­λυ­μπια­κό ι­δεώ­δες. Στο η­με­ρο­λό­γιο α­νι­στο­ρεί­ται η α­θλη­τι­κή πο­ρεία του Ολυ­μπια­κού, κα­θώς και το ι­στο­ρι­κό του γη­πέ­δου του. Για τους πρώ­τους Ολυ­μπια­κούς Αγώ­νες εί­χε δια­μορ­φω­θεί το Πο­δη­λα­το­δρό­μιο, το ο­ποίο άρ­χι­σε να χρη­σι­μο­ποιεί­ται ως γή­πε­δο α­πό ε­ρα­σι­τέ­χνες πο­δο­σφαι­ρι­στές και δυο δε­κα­ε­τίες αρ­γό­τε­ρα, κα­το­χυ­ρώ­θη­κε ε­πί­ση­μα ως πο­δο­σφαι­ρι­κό γή­πε­δο. Πο­λύ αρ­γό­τε­ρα, μέ­σα στη δε­κα­ε­τία του 1960, προ­στέ­θη­κε και στί­βος. Τό­τε, α­πέ­κτη­σε και τη γνω­στή ως σή­με­ρα ο­νο­μα­σία, γή­πε­δο Κα­ραϊσκά­κη, προς τι­μή του ρου­με­λιώ­τη στρα­τη­γού. Αυ­τά, μέ­χρι τις γνω­στές αλ­λα­γές, που έ­γι­ναν κα­τά τους πρό­σφα­τους Ολυ­μπια­κούς Αγώ­νες. Πε­ρισ­σό­τε­ρο, ό­μως, εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει η πλη­ρο­φο­ρία πως, αρ­χι­κά, το σω­μα­τείο φρό­ντι­ζε και για την πνευ­μα­τι­κή καλ­λιέρ­γεια των με­λών του, ό­πως του­λά­χι­στον δεί­χνει η αλ­λη­λο­γρα­φία των ε­πι­κε­φα­λής της ο­μά­δας με τον Λο­γο­τε­χνι­κό – Καλ­λι­τε­χνι­κό Όμι­λο, που συ­στά­θη­κε έ­να χρό­νο αρ­γό­τε­ρα, το 1926.
Εκτός, ό­μως, α­πό το ε­πί­ση­μο πο­δό­σφαι­ρο, το πει­ραιώ­τι­κο η­με­ρο­λό­γιο πα­ρου­σιά­ζει και τα α­θλη­τι­κά σω­μα­τεία, που άν­θι­σαν στις γει­το­νιές του Πει­ραιά και τις ο­μά­δες που κλο­τσού­σαν τη μπά­λα στις α­λά­νες. Στα Κα­μί­νια, ι­δρύ­θη­κε, το 1926, ο Ατρό­μη­τος, α­πό τον ο­ποίο ξε­κί­νη­σε ο Γιώρ­γος Σι­δέ­ρης, γνω­στός τοις πά­σι. Και τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ο Κέ­νταυ­ρος, ε­νώ, το 1972, προέ­κυ­ψε ο Ολυ­μπια­κός Κα­μι­νίων. Πα­ρο­μοίως, με­τα­πο­λε­μι­κά, ι­δρύ­θη­καν οι πο­δο­σφαι­ρι­κές ο­μά­δες των συ­νοι­κιών της Αγίας Σο­φίας, του Προ­φή­τη Ηλία Κα­στέ­λας και της Πα­λιάς Κοκ­κι­νιάς.
Ιδιαί­τε­ρης μνείας χρή­ζει ο Πο­δο­σφαι­ρι­κός και Αθλη­τι­κός Όμι­λος της Φρε­ατ­τύ­δας, που πή­ρε το ό­νο­μά του α­πό τον ποιη­τή Λά­μπρο Πορ­φύ­ρα. Όχι, ό­τι ή­ταν α­θλη­τι­κός τύ­πος ο Πορ­φύ­ρας ή Δη­μή­τρης Σύ­ψω­μος, ό­πως ή­ταν το ό­νο­μά του. Γεν­νη­μέ­νος στη Χίο, ήρ­θε πε­ντα­ε­τής στον Πει­ραιά, το 1884, και ε­κεί τε­λείω­σε το γυ­μνά­σιο. Εγκα­τα­στά­θη­κε και πά­λι στην πό­λη κα­τά τη δε­κα­ε­τία του 1920. Τό­τε, έ­κα­νε πε­ρι­πά­τους κα­τά μή­κος της Φρε­ατ­τύ­δας και σύ­χνα­ζε στις ε­κεί τα­βέρ­νες. Πέ­θα­νε το 1932. Στην πλα­τεία Φρε­ατ­τύ­δας στή­θη­κε η προ­το­μή του, έρ­γο του να­ξιώ­τη γλύ­πτη Γρη­γό­ρη Ζευ­γώ­λη. Μπρο­στά της έ­παι­ζαν τα παι­διά της γει­το­νιάς πο­δό­σφαι­ρο και εξ αυ­τού προέ­κυ­ψε η ο­νο­μα­σία του Ομί­λου. Ως νου­νός της ο­μά­δας, που ι­δρύ­θη­κε το 1957, φέ­ρε­ται ο Γε­ρά­σι­μος Βου­λάς.
Δεν υ­πάρ­χει, ό­μως, μό­νο το πο­δό­σφαι­ρο, αλ­λά και τα α­γω­νί­σμα­τα του στί­βου, στα ο­ποία ε­πι­δί­δο­νται οι Πει­ραιώ­τες α­πό πο­λύ νω­ρίς και ορ­γα­νω­μέ­να α­πό τα τέ­λη του 19ου αιώ­να, με τον Πει­ραϊκό Σύν­δε­σμο, σε γή­πε­δο “α­πό χώ­μα και καρ­βου­νό­σκο­νη”, που προϋπήρ­χε των πρώ­των Ολυ­μπια­κών Αγώ­νων. Με­τά έρ­χο­νται τα πά­σης φύ­σεως ναυ­τι­κά α­θλή­μα­τα. Ο Ναυ­τι­κός Αθλη­τι­κός Σύν­δε­σμος ι­δρύ­θη­κε στις 24 Ιου­λίου 1929 και ε­πα­νερ­γο­ποιή­θη­κε με­τα­πο­λε­μι­κά χά­ρις στον Κρί­τω­να Δη­λα­βέ­ρη, στον ο­ποίο ο­φεί­λε­ται και το νε­ο­κλα­σι­κό κτί­ριο του Συν­δέ­σμου. Ο Ιστιο­πλοϊκός Όμι­λος Πει­ραιώς ι­δρύ­θη­κε το 1937 α­πό μια τριαν­δρία· Πα­να­γιώ­της και Ιωάν­νης Πα­λαιο­λό­γος, Γεώρ­γιος Νι­κο­λέ­τος. Δεν διέ­θε­ταν σκά­φη ή άλ­λα α­να­γκαία μέ­σα. Λέ­γε­ται πως τα πα­νιά των σκα­φών ή­ταν α­πό στα­φι­δό­πα­νο και το ρά­ψι­μό τους γι­νό­ταν κα­τ’ οί­κον με τις ρα­πτο­μη­χα­νές των συ­ζύ­γων των με­λών. Ο ει­δι­κός ε­πί αυ­τού ή­ταν ο τα­βερ­νιά­ρης του Μι­κρο­λί­μα­νου Θό­δω­ρος Βαρ­βα­ρέ­σος, που τύγ­χα­νε και κα­πε­τά­νιος στο κό­τε­ρο του πα­τρός Εμπει­ρί­κου, Λεω­νί­δα. Και α­κο­λου­θούν τα υ­πό­λοι­πα θα­λάσ­σια α­θλή­μα­τα, ως η κο­λύμ­βη­ση και η υ­δα­το­σφαί­ρι­ση. Αλλά και τα χερ­σαία, με τε­λευ­ταία την πυγ­μα­χία και την άρ­ση βα­ρών.
Η ει­κο­νο­γρά­φη­ση του Ημε­ρο­λο­γίου προ­βάλ­λει τους α­θλη­τές, με φω­το­γρα­φίες α­το­μι­κές και κυ­ρίως ο­μα­δι­κές, α­πό τα αρ­χεία των Ομί­λων. Ενώ, μέ­σα σε κα­ρε­δά­κια, α­να­δη­μο­σιεύο­νται σχό­λια α­πό τις ε­φη­με­ρί­δες. Στο ε­πί­με­τρο, υ­πο­γραμ­μί­ζε­ται πως η πό­λη του Πει­ραιά, στις μέ­ρες της ακ­μής της, και θέ­α­τρα έ­κτι­σε και σω­μα­τεία ί­δρυ­σε: 1884, ο θε­μέ­λιος λί­θος του Δη­μο­τι­κού Θεά­τρου, 1885, ο Όμι­λος Ερε­τών. Σή­με­ρα, ό­μως, ο Πει­ραιάς βρί­σκε­ται ε­γκλω­βι­σμέ­νος, κα­θώς η α­θλη­τι­κή δια­δι­κα­σία έ­χει κα­τα­στεί πρω­τί­στως ε­μπο­ρι­κό προϊόν. Το Ημε­ρο­λό­γιο, έρ­γο μιας δρα­στή­ριας πει­ραιώ­τι­κης συ­ντρο­φιάς (Συ­ντο­νι­σμός: Χρ. Σα­ρί­κα, Αγγ. Φω­το­πού­λου. Συλ­λο­γή υ­λι­κού και κεί­με­να: Δ. Μπού­μπας, Αλ. Μυ­λω­νάς, Δ. Χρο­νάς, Εύη Χρο­νά, Ελ. Δη­μο­πού­λου, Στ. Δρί­τσα, Ζ. Τζο­νά­κα, Κ. Χρυ­σα­φά­κη. Φωτ. ε­ξω­φύλ­λου: Μ. Μυ­λω­νάς), α­νοί­γει με γε­λοιο­γρα­φία του Στά­θη και κλεί­νει με φω­το­γρα­φία της Με­λί­νας Μερ­κού­ρη α­πό τη «Στέλ­λα».
Μ. Θ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: