Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2010

Ημερολόγιο 2010 Κρήτη

Οι εκ­δό­σεις Με­ταίχ­μιο συ­νε­χί­ζουν και ε­φέ­τος τη νεό­τευ­κτη σει­ρά των η­με­ρο­λο­γίων “πα­τρι­δο­γνω­σίας”. Με­τά το περ­σι­νό για την “πέ­τρι­νη” Ήπει­ρο, έρ­χε­ται το η­με­ρο­λό­γιο της θα­λάσ­σιας Κρή­της. Πρό­κει­ται και πά­λι για έ­να γνή­σιο η­με­ρο­λό­γιο πα­τρι­δο­γνω­σίας, που φι­λο­δο­ξεί να προ­σφέ­ρει κα­λύ­τε­ρη γνω­ρι­μία με την Με­γα­λό­νη­σο α­πό πλεί­στες ό­σες πλευ­ρές· ι­στο­ρι­κή, γεω­γρα­φι­κή, λα­ο­γρα­φι­κή, πο­λι­τι­σμι­κή. Απλω­μέ­νη η Κρή­τη α­νά­με­σα στις τρεις η­πεί­ρους του Πα­λαιού Κό­σμου, σύμ­φω­να και με τη σχο­λι­κή πα­τρι­δο­γνω­σία, κλεί­νει προς Νό­το το Αι­γαίο Πέ­λα­γος και με τη νή­σο Γαύ­δο κα­τέ­χει το νο­τιό­τε­ρο ά­κρο της Ευ­ρω­παϊκής Ηπεί­ρου. “Ένα κα­ρά­βι τρι­κά­ταρ­το” το νη­σί, ό­πως εί­ναι και ο τίτ­λος του Ημε­ρο­λο­γίου, δα­νει­σμέ­νος α­πό τον Νί­κο Κα­ζα­ντζά­κη, που έ­γρα­φε, “Ένα κα­ρά­βι τρι­κά­ταρ­το ή­ταν η Κρή­τη, με τις τρεις α­ψη­λές βου­νο­κορ­φές, τα Λευ­κά Όρη, τον Ψη­λο­ρεί­τη, τη Δί­χτη, κι αρ­μέ­νι­ζε μέ­σα στους α­φρούς”. Για­τί ό­μως “ή­τα­ν” και ό­χι “εί­ναι”; Τα Λευ­κά Όρη ή Μα­δά­ρες, ο Ψη­λο­ρεί­της ή Ίδη και η λί­γο χα­μη­λό­τε­ρη Δί­χτη ή Λα­σι­θιώ­τι­κα Όρη βρί­σκο­νται πά­ντο­τε στη θέ­ση τους, κα­θώς προ­χω­ρού­με α­πό Δυ­σμάς προς Ανα­το­λάς. Μέ­νει, ω­στό­σο, ζη­τού­με­νο, κα­τά πό­σο η Με­γα­λό­νη­σος ε­ξα­κο­λου­θεί να αρ­με­νί­ζει κα­τα­πώς έ­κα­νε τα πα­λαιά χρό­νια, έ­χο­ντας εν­σω­μα­τω­θεί α­πό την 1η Δε­κεμ­βρίου 1913, σύμ­φω­να και με το χρο­νο­λό­γιο του Ημε­ρο­λο­γίου, στον ελ­λα­δι­κό κορ­μό. Η Κρή­τη α­πο­τε­λεί πε­ρί­που το 6% της ελ­λη­νι­κής ε­πι­κρά­τειας, ε­νώ δια­τη­ρεί πλη­θυ­σμια­κά έ­να λί­γο μι­κρό­τε­ρο πο­σο­στό.
Γέν­νη­μα θρέμ­μα Κρη­τι­κός ο ε­πι­με­λη­τής του Ημε­ρο­λο­γίου, Δη­μή­τρης Χατ­ζη­κων­στα­ντί­νου, γνω­ρί­ζει κα­λά τον τό­πο και αυ­τό φαί­νε­ται α­πό τη με­γά­λη ποι­κι­λία του υ­λι­κού, που συ­γκε­ντρώ­νει: Ιδιό­λε­κτες “κρη­τι­κο­πού­λες” λέ­ξεις. Ένα πλή­θος α­πό μα­γει­ρι­κές συ­ντα­γές, πα­ρου­σια­σμέ­νες α­πό τις γυ­ναί­κες, που τις α­κο­λου­θούν μέ­χρι σή­με­ρα, πα­ρα­σκευά­ζο­ντας τις το­πι­κές λι­χου­διές. Κα­τα­λό­γους εν­δη­μι­κών α­ρω­μα­τι­κών φυ­τών και πε­ρι­γρα­φές κά­ποιων α­πό αυ­τά, ό­πως ο δί­κτα­μος, το φυ­τό του ό­ρους Δί­κτη, που λέ­γε­ται και Έρω­ντας και το ο­ποίο οι Σφα­κια­νοί πε­ρι­συλ­λέ­γουν σε α­πρό­σι­τους γκρε­μνούς. Πε­ρι­γρα­φές ντό­πιων φο­ρε­σιών συ­νο­δευό­με­νες α­πό φω­το­γρα­φίες. Στί­χους τρα­γου­διών και πε­ρι­γρα­φές χο­ρών. Ακό­μη, πα­ροι­μίες, παι­χνί­δια έως και για­τρο­σό­φια. Άλλα πο­λύ­πλο­κα και άλ­λα τε­λείως κα­θη­με­ρι­νά, ό­πως η ο­με­λέ­τα με τυ­ρί, που πί­στευαν πως στα­μα­τού­σε την αι­μορ­ρα­γία της λε­χώ­νας. Μέ­χρι και γε­λοιο­γρα­φίες α­πό ε­φη­με­ρί­δες πα­λαιό­τε­ρων ε­πο­χών, ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, ε­κεί­νη που εί­χε δη­μο­σιεύ­σει, εν έ­τει 1897, η βρε­τα­νι­κή «Punch», με τη λε­ζά­ντα: “Η κυ­ρά-Ευ­ρώ­πη προς τη μι­κρή Κρή­τη: «Μην κλαις, κα­λό μου· πα­ρα­κά­λε­σα αυ­τόν τον κα­λό κι ευ­γε­νι­κό τούρ­κο χω­ρο­φύ­λα­κα να μεί­νει ε­δώ, να σε φρο­ντί­ζει.»”
Διεκ­δι­κώ­ντας ο ε­πι­με­λη­τής, α­πό τις αρ­χές του τρέ­χο­ντος αιώ­να, θέ­ση στην ελ­λη­νι­κή πε­ζο­γρα­φία, ή­δη με τρία βι­βλία στο ε­νερ­γη­τι­κό του, πα­ρα­θέ­τει ως κορ­μό του Ημε­ρο­λο­γίου αν­θο­λό­γιο λο­γο­τε­χνι­κών κει­μέ­νων κρη­τι­κών συγ­γρα­φέων. Ωστό­σο, πα­ρό­λο που εί­ναι δά­σκα­λος το ε­πάγ­γελ­μα, δεν εμ­φα­νί­ζε­ται κα­θό­λου σχο­λα­στι­κός στον τρό­πο πα­ρά­θε­σης του υ­λι­κού. Σε κά­θε σε­λί­δα δη­μιουρ­γεί έ­να ευ­φά­ντα­στο κο­λά­ζ, συν­δυά­ζο­ντας κεί­με­να, φω­το­γρα­φίες και μι­κρά έγ­χρω­μα κα­ρε­δά­κια για ό,τι θέ­λει να ε­ξά­ρει. Αυ­τός ο τρό­πος πα­ρά­θε­σης κι­νεί το εν­δια­φέ­ρον ε­νός ευ­ρύ­τε­ρου κοι­νού, ί­σως, ό­μως, να δυ­σκο­λέ­ψει έ­ναν φι­λο­μα­θή. Για πα­ρά­δειγ­μα, τα σύ­ντο­μα βιο­γρα­φι­κά ση­μειώ­μα­τα, που προ­βλέ­πο­νται για τους πα­λαιό­τε­ρους συγ­γρα­φείς, δεν πα­ρα­κο­λου­θούν τα α­πο­σπά­σμα­τα α­πό τα έρ­γα τους. Επί­σης, στην πα­ρά­τα­ξη των λο­γο­τε­χνι­κών κει­μέ­νων, ι­δίως ε­κεί­νων που κα­τα­λαμ­βά­νουν μια ο­λό­κλη­ρη σε­λί­δα, δεν δια­τη­ρεί­ται η γε­νε­α­λο­γι­κή σει­ρά. Αντί­θε­τα, οι πρώ­τοι έ­σο­νται τε­λευ­ταίοι. Λ.χ., στις τε­λευ­ταίες σε­λί­δες, εμ­φα­νί­ζε­ται ο Βι­τσέ­ντζος Κορ­νά­ρος με τον «Ερω­τό­κρι­το» και ο Γεώρ­γιος Χορ­τά­τσης, αυ­τός χω­ρίς την «Ερω­φί­λη». Όπως και να έ­χει, οι συγ­γρα­φι­κές προ­τι­μή­σεις εί­ναι σα­φείς. Ο α­δια­φι­λο­νί­κη­τος συγ­γρα­φέ­ας της Κρή­της εί­ναι ο Κα­ζα­ντζά­κης. Ενώ, α­πό τον Ιωάν­νη Κον­δυ­λά­κη ή τον Πα­ντε­λή Πρε­βε­λά­κη και την Έλλη Αλε­ξίου προ­κρί­νει τους νεό­τε­ρους, της γε­νιάς του ’70 και τους κα­το­πι­νούς, μέ­χρι τους νεό­τα­τους, που εμ­φα­νί­στη­καν μα­ζί με αυ­τόν τα τε­λευ­ταία χρό­νια. Με­τα­ξύ άλ­λων, πε­ρι­λαμ­βά­νει και α­πο­σπά­σμα­τα α­πό ε­κλε­κτά πε­ζά, ό­πως, λ.χ., το «Flora Mirabilis» της Κλαί­ρης Μι­τσο­τά­κη και τα διη­γή­μα­τα της Νί­κης Τρουλ­λι­νού. Πά­ντως, ι­διαί­τε­ρη θέ­ση ε­πι­φυ­λάσ­σει στην Ρέα Γα­λα­νά­κη. Απο­ρού­με, ω­στό­σο, για­τί πα­ρα­κά­μπτει το κα­τ’ ε­ξο­χήν κρη­τι­κό μυ­θι­στό­ρη­μά της, «Αμί­λη­τα, βα­θιά νε­ρά. Η α­πα­γω­γή της Τα­σού­λας».
Εκτός α­πό λο­γο­τέ­χνες, πα­ρου­σιά­ζει ι­στο­ρι­κά πρό­σω­πα και σχε­δόν σε ί­ση έ­κτα­ση, μου­σι­κούς. Το μό­νο που α­που­σιά­ζει εί­ναι η με­τα­βυ­ζα­ντι­νή τέ­χνη της Κρή­της και οι ζω­γρά­φοι της. Χω­ρίς αυ­τή η πα­ρά­λει­ψη να δεί­χνει α­ντιεκ­κλη­σια­στι­κό πνεύ­μα, α­φού πα­ρα­τί­θε­νται βίοι α­γίων και στο Ημε­ρο­λό­γιο υ­πάρ­χει το κα­θη­με­ρι­νό ε­ορ­το­λό­γιο που, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, πα­ρα­λεί­πε­ται συ­στη­μα­τι­κά. Το Ημε­ρο­λό­γιο συ­μπλη­ρώ­νε­ται με α­κρι­βές Χρο­νο­λό­γιο Κρή­της και τη σχε­τι­κή κρη­τι­κή βι­βλιο­γρα­φία. Όσο α­φο­ρά το ει­κο­νο­γρα­φι­κό υ­λι­κό, το Ημε­ρο­λό­γιο α­πο­κτά τη διά­στα­ση λευ­κώ­μα­τος ε­πο­χής, χά­ρις και στα 42 οι­κο­γε­νεια­κά άλ­μπου­μ, που α­να­φέ­ρει ό­τι εί­χε στη διά­θε­σή του ο ε­πι­με­λη­τής. Ένα εν­δια­φέ­ρον ε­πι­τρα­πέ­ζιο η­με­ρο­λό­γιο που μπο­ρεί να δώ­σει τα ε­ρε­θί­σμα­τα για έ­να τα­ξί­δι στη Λε­βε­ντο­γέν­να Κρή­τη, ό­πως την α­πο­κα­λού­σε, με μια χροιά αυ­το­σαρ­κα­σμού, έ­νας κρη­τι­κής κα­τα­γω­γής φί­λος ζω­γρά­φος.
Για το νέο έ­τος, οι εκ­δό­σεις Με­ταίχ­μιο δεν ε­τοί­μα­σαν λο­γο­τε­χνι­κό η­με­ρο­λό­γιο. Προέ­κυ­ψε έ­τσι κε­νό στην εν­δια­φέ­ρου­σα σει­ρά η­με­ρο­λο­γίων, «Ο λό­γος των δη­μιουρ­γών», που εί­χε ξε­κι­νή­σει το 2004. Εκεί­νο το έ­τος ε­ξέ­πνευ­σε, με έ­να τε­λευ­ταίο η­με­ρο­λό­γιο α­φιε­ρω­μέ­νο στον Όμη­ρο, η σει­ρά λο­γο­τε­χνι­κών η­με­ρο­λο­γίων των χαλ­κι­δαίων εκ­δό­σεων «Διά­με­τρος», που εί­χε αρ­χί­σει το 1997 και στην ο­ποία κα­τευ­θυ­ντή­ριος μο­χλός ή­ταν ο Ν. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος. Θα πρέ­πει κα­νείς να συ­μπε­ρά­νει πως, πα­ρά το παν­θο­μο­λο­γού­με­νο εν­δια­φέ­ρον του α­να­γνω­στι­κού κοι­νού για την ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία, τα λο­γο­τε­χνι­κά η­με­ρο­λό­για δεν φτου­ρά­νε. Συ­νυ­πο­λο­γί­ζο­ντας ε­δώ και το μο­να­δι­κό η­με­ρο­λό­γιο τοί­χου, που έ­φτια­χνε με με­ρά­κι και λο­γο­τε­χνι­κή ε­πάρ­κεια η Βά­σω Κυ­ρια­ζά­κου και κυ­κλο­φο­ρού­σε α­πό τις εκ­δό­σεις Γα­βριη­λί­δης, το ο­ποίο, ε­πί­σης, έ­χει στα­μα­τή­σει.

Μ.Θ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: