Παρασκευή, 1 Μαΐου 2009

Πειραιάς εις τριπλούν

Κά­τια Μη­τρο­πού­λου
«Πει­ραιάς έ­να σερ­γιά­νι»
Εκδό­σεις Ι. Σι­δέ­ρη
Οκτω­βριος 2008

Ημε­ρο­λό­γιο 2009
«Πει­ραιάς, μια πό­λη-λι­μά­νι!»
Εκδό­σεις Το Λι­μά­νι της Αγω­νίας

Γιώρ­γος Μπα­λούρ­δος
«Ανθρω­πο­γεω­γρα­φι­κή Πει­ραιο­γνω­σία
24 συν 3 κεί­με­να για το Βα­σί­λη»
Εκδό­σεις Κι­βω­τός
Αθή­να 2008

Ανά­με­σα στα ποιή­μα­τα και τα πε­ζά για τον Πει­ραιά, γραμ­μέ­να α­πό συγ­γρα­φείς ε­κτός πει­ραϊκού χώ­ρου, που αν­θο­λο­γεί στο βι­βλίο του ο Γιώρ­γος Μπα­λούρ­δος, εί­ναι και το ποίη­μα, «Ο Καρ­νά­βα­λος στον Πει­ραιά», του Γεωρ­γίου Σου­ρή. Επω­φε­λού­μα­στε για να θυ­μί­σου­με πως στις 26 Αυ­γού­στου 2009 θα συ­μπλη­ρω­θούν ε­νε­νή­ντα χρό­νια α­πό το θά­να­το του Σου­ρή. Έτυ­χε να πε­θά­νει κα­λο­καί­ρι και τους θε­ρι­νούς μή­νες α­πό το 1892, που α­πέ­κτη­σε έ­παυ­λη στο Νέο Φά­λη­ρο, ό­ταν διέ­κο­πτε τον «Ρω­μιό», τους περ­νού­σε πα­ρά θι­ν’ α­λός. Γι’ αυ­τό και τε­λι­κά, ε­ξέ­πνευ­σε στην έ­παυ­λή του, πλη­σίον του Πει­ραιά. Θύ­μα της ι­σπα­νι­κής γρίπ­πης, που κου­βα­λού­σε α­πό το χει­μώ­να, πέ­θα­νε σε η­λι­κία 66 ε­τών. Ο θά­να­τός του χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε α­πό τις ε­φη­με­ρί­δες της ε­πο­χής και τους λο­γίους ως ε­θνι­κή α­πώ­λεια. Επί δε­κα­ε­τίες πα­ρω­δού­σε ο Σου­ρής, σε κα­θη­με­ρι­νή βά­ση, τα τρέ­χο­ντα πο­λι­τι­κά και κοι­νω­νι­κά συμ­βά­ντα, δια­σκε­δά­ζο­ντας με το σπιν­θη­ρο­βό­λο πνεύ­μα του τον ελ­λη­νι­κό λαό. Η κη­δεία του έ­γι­νε δη­μο­σία δα­πά­νη και του α­πο­νε­μή­θη­κε με­τα­θα­να­τίως το πα­ρά­ση­μο του α­νώ­τα­του Τα­ξιάρ­χη. Το ε­πό­με­νο έ­τος δό­θη­κε σύ­ντα­ξη στη χή­ρα του, την α­γα­πη­μέ­νη του Μού­σα, Μα­ρή Κων­στα­ντι­νί­δου, που εί­χε νυμ­φευ­θεί το 1881. Στις 12 Μαΐου 1932, έ­γι­ναν στο Ζάπ­πειο, α­πό τον Φι­λο­λο­γι­κό Σύλ­λο­γο «Παρ­νασ­σός», τα α­πο­κα­λυ­πτή­ρια της προ­το­μής του, φι­λο­τε­χνη­μέ­νης α­πό τον Γεώρ­γιο Δη­μη­τριά­δη τον Αθη­ναίο. Φυλ­λο­με­τρώ­ντας τα Άπα­ντά του, βρί­σκου­με έ­να ποιη­μά­τιο, γραμ­με­νο το 1914, το ο­ποίο, με ε­λα­φρές πα­ραλ­λα­γές, θα ταί­ρια­ζε και στα ση­με­ρι­νά οι­κο­νο­μι­κά δει­νά. Δια­βλέ­πο­ντας ο Σου­ρής την οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση που έ­φερ­νε ο Α΄ Πα­γκό­σμιος Πό­λε­μος, έ­γρα­φε: «Ο πό­λε­μος τού­τος και λόρ­δους θα κά­νει να νοιώ­σου­νε λόρ­δα / κι αν φθά­σουν οι λόρ­δοι να τρων ψω­μο­τύ­ρι / και λαί­δες και μις, / φα­ντά­σου τι ρέ­γκες, φα­ντά­σου τι τσί­ροι, / θα γί­νω­μ’ ε­μείς.» Αυ­τά τα ε­λά­χι­στα για μια ε­πέ­τειο, που κα­νείς δεν θα θυ­μη­θεί. Τον σα­τι­ρι­κό ποιη­τή Σου­ρή, που εί­χαν οι πα­λαιό­τε­ροι α­πο­κα­λέ­σει και νέο Αρι­στο­φά­νη, τον χα­ρα­κτη­ρί­σα­με στι­χο­πλό­κο και τον δια­γρά­ψα­με.
Ο Μπα­λούρ­δος, με­τά τον πρό­λο­γο, με τίτ­λο, «Ο δι­κός μου Πει­ραιάς», αι­τιο­λο­γεί τον αυ­θαί­ρε­το χα­ρα­κτή­ρα της αν­θο­λό­γη­σής του, ι­σχυ­ρι­ζό­με­νος πως πρό­κει­ται για κεί­με­να που άγ­γι­ξαν την α­να­γνω­στι­κή του ευαι­σθη­σία. Επι­πλέ­ον, δια­τεί­νε­ται πως δεί­χνουν λη­σμο­νη­μέ­νες ει­κό­νες ζωής του πα­λαιού Πει­ραιά. Και πράγ­μα­τι, το λο­γο­τε­χνι­κό του κολ­λάζ σκια­γρα­φεί έ­ναν δια­χρο­νι­κό Πει­ραιά. “Στρα­φεί­τε προς τον Πει­ραιά” πα­ρο­τρύ­νει ο Πε­ρι­κλής Γιαν­νό­που­λος. Ενώ, ο Μι­χαήλ Μη­τσά­κης ψέ­γει τους Αθη­ναίους που πε­ρι­φρο­νούν τον Πει­ραιά, α­πο­κα­λώ­ντας τον Μπα­κα­λού­πο­λη. Στη συ­νέ­χεια, πε­ρι­γρά­φει την πό­λη με τους ά­νε­τους, ευ­θείς, κα­λώς δια­γε­γραμ­μέ­νους, ή­συ­χους και δεν­δρό­φυ­τους δρό­μους, για να κα­τα­λή­ξει στο «Πε­ρι­βο­λά­κι», το κυ­ριό­τε­ρο κέ­ντρο α­να­ψυ­χής στον Πει­ραιά πε­ρί τα τέ­λη του 19ου αιώ­να. Στην αν­θο­λο­γία συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται και τρεις ε­πι­στο­λές του δε­κα­ο­κτα­ε­τούς Πα­πα­δια­μά­ντη προς τον πα­τέ­ρα του. Μπο­ρεί οι ε­πι­στο­λές να μην δί­νουν ει­κό­να για τον Πει­ραιά του 1869, ω­στό­σο πα­ρου­σιά­ζουν α­νά­γλυ­φα τα στε­νά οι­κο­νο­μι­κά ε­νός γυ­μνα­σιό­παι­δου της ε­πο­χής εξ ε­παρ­χίας ερ­χό­με­νου. Την α­κρι­βέ­στε­ρη ει­κό­να, α­φού πρό­κει­ται για λήμ­μα ε­γκυ­κλο­παί­δειας, προ­σφέ­ρει ο Ρα­γκα­βής, σε α­ντί­θε­ση με τις συ­ναι­σθη­μα­τι­κά φορ­τι­σμέ­νες ό­ψεις, που σκια­γρα­φούν συγ­γρα­φείς της γε­νιάς του Τριά­ντα. Το αν­θο­λό­γιο συ­μπλη­ρώ­νε­ται με α­πο­σπά­σμα­τα α­πό μυ­θι­στο­ρή­μα­τα νεό­τε­ρων συγ­γρα­φέων, έ­να κεί­με­νο του Βαμ­βα­κά­ρη, πο­δο­σφαι­ρό­φι­λο ποίη­μα του Άρη Δι­κταίου κ.ά. Μια εν­δια­φέ­ρου­σα πε­ρι­γρα­φή του με­τα­πο­λε­μι­κού Πει­ραιά δί­νει ο Νί­κος Τό­μπρας, που με­τα­κό­μι­σε στην πό­λη το 1963.

Με κα­θυ­στέ­ρη­ση εκ­δό­θη­κε ε­φέ­τος το η­με­ρο­λό­γιο του Λι­μα­νιού της Αγω­νίας, α­φιε­ρω­μέ­νο στο ί­διο το λι­μά­νι του Πει­ραιά. Μια ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη α­φή­γη­ση της ι­στο­ρίας του λι­μα­νιού, σε πα­ραλ­λη­λία με την ι­στο­ρία της πό­λης. Πρω­ταρ­χι­κή μέ­ρι­μνα των εκ­δο­τών εί­ναι να α­να­δειχ­θούν οι άν­θρω­ποι που δου­λεύουν στο λι­μά­νι και οι αλ­λα­γές στη μορ­φή της ερ­γα­σίας που με­σο­λά­βη­σαν μέ­χρι σή­με­ρα. Να θυ­μί­σου­με πως ο Οργα­νι­σμός Λι­μέ­νος Πει­ραιώς ι­δρύ­θη­κε το 1930 ως Νο­μι­κό Πρό­σω­πο Δη­μο­σίου Δι­καίου. Ενώ, το 2006, άρ­χι­σε αρ­γά αλ­λά στα­θε­ρά η ι­διω­τι­κο­ποίη­ση του λι­μα­νιού. Αναμ­φι­βό­λως, και το ε­φε­τει­νό η­με­ρο­λό­γιο εί­ναι χρή­σι­μο, ταυ­τό­χρο­να ό­μως θλί­βει, έ­τσι ό­πως κα­τα­λή­γει με τη με­τα­τρο­πή του Πει­ραιά σε έ­να πε­ρί­που κλει­στό λι­μά­νι. Όσο για το Δή­μο Πει­ραιώς, στε­ρού­με­νος μιας συ­γκε­κρι­μέ­νης πο­λι­τι­κής για το λι­μά­νι, φαί­νε­ται πως πα­ρα­κο­λου­θεί με σταυ­ρω­μέ­να χέ­ρια τις ε­ξε­λί­ξεις.

Πει­ραιώ­τισ­σα κα­τά το ή­μι­συ η Κά­τια Μη­τρο­πού­λου, α­πό την πλευ­ρά της μη­τέ­ρας της, Σο­φίας Λού­μου, που ή­ταν γέν­νη­μα θρέμ­μα της πό­λης. Ίσως και κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό το ή­μι­σι, μια και ο πα­τέ­ρας της, ο Γα­λα­ξει­διώ­της Γιάν­νης Μη­τρό­που­λος ε­κλέ­χτη­κε βου­λευ­τής του Πει­ραιά και χρη­μά­τι­σε πρό­ε­δρος του δη­μο­τι­κού συμ­βου­λίου της πό­λης τα χρό­νια πριν τη δι­κτα­το­ρία. Στα δέ­κα της χρό­νια γνώ­ρι­σε τον Πει­ραιά, ό­ταν κα­τέ­βαι­νε στο γρα­φείο του πα­τέ­ρα της. Τριά­ντα και πλέ­ον χρό­νια έ­χουν πε­ρά­σει α­πό το θά­να­το των γο­νιών της κι αυ­τή ε­πα­νέρ­χε­ται με τη φω­το­γρα­φι­κή μη­χα­νή στο χέ­ρι για έ­να μα­κρύ σερ­γιά­νι στην πό­λη. Ανα­τρέ­χει σε πα­λαιές φω­το­γρα­φίες και βι­βλία για να συ­μπλη­ρώ­σει την ει­κό­να. Ψη­φί­δα ψη­φί­δα συν­θέ­τει μια α­φή­γη­ση, που έ­χει την α­ρε­τή της α­κρι­βο­λο­γίας χω­ρίς να χά­νει τη χά­ρη του λό­γου. Η ε­πι­μέ­λεια στη συ­γκέ­ντρω­ση του υ­λι­κού και ο συ­στη­μα­τι­κός τρό­πος που πα­ρα­θέ­τει κεί­με­να και φω­το­γρα­φίες κα­τά ε­νό­τη­τες φτιά­χνουν έ­να βι­βλίο α­να­φο­ράς. Ακρι­βέ­στε­ρα, έ­να βι­βλίο-λεύ­κω­μα, με ό­λες τις ι­στο­ρι­κές αλ­λά και πρα­κτι­κές πλη­ρο­φο­ρίες που μπο­ρεί να εν­δια­φέ­ρουν έ­ναν α­παι­τη­τι­κό ε­πι­σκέ­πτη.
Η Μη­τρο­πού­λου α­πο­τυ­πώ­νει φω­το­γρα­φι­κά, τα πα­λαιά κτί­ρια του Πει­ραιά. Κι έ­τσι δια­σώ­ζει του­λά­χι­στον την ει­κό­να τους, κα­θώς και ο Πει­ραιάς, με πιο αρ­γό ρυθ­μό α­πό ό,τι η Αθή­να, εν­δί­δει στην α­νοι­κο­δό­μη­ση. Δί­πλα στις φω­το­γρα­φίες των οι­κη­μά­των πα­ρα­θέ­τει τις χρο­νο­λο­γίες α­νέ­γερ­σης και τα ο­νό­μα­τα των αρ­χι­τε­κτό­νων που τα σχε­δία­σαν. Με­τα­ξύ πολ­λών άλ­λων, μα­θαί­νου­με πως ο αρ­χαιό­τε­ρος α­θλη­τι­κός ό­μι­λος της Ελλά­δας εί­ναι ο Όμι­λος Ερε­τών Φα­λή­ρου, που ι­δρύ­θη­κε το 1885 και τέσ­σε­ρα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, κα­το­χυ­ρώ­θη­κε στον Πει­ραιά. Σή­με­ρα, δί­πλα στο πα­λαιό κτί­σμα, που πρό­σφα­τα α­να­και­νί­στη­κε, υ­πάρ­χει το προ­σκο­πι­κό σώ­μα κω­πη­λα­τών. Ίσως το γνω­στό­τε­ρο κτί­ριο του Πει­ραιά για τους Αθη­ναίους να εί­ναι το Χατ­ζη­κυ­ριά­κειο Ορφα­νο­τρο­φείο Θη­λέων, που η α­νέ­γερ­σή του ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε το 1904. Με το σει­σμό, ό­μως, του 1999 σφά­λι­σε μάλ­λον ο­ρι­στι­κά τα πορ­το­πα­ρά­θυ­ρά του, ε­νώ μέ­ρος της αυ­λής του κα­τέ­λα­βε το προ­κάτ κτί­σμα ε­νός γυ­μνα­σίου. Πά­ντως, οι τα­βέρ­νες της γει­το­νιάς, πα­ρό­λο που έ­χα­σαν την αλ­λο­τι­νή τους α­τμό­σφαι­ρα, ε­ξα­κο­λου­θούν, κυ­ρίως τα Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα, να προ­σελ­κύουν τους κα­τοί­κους της πρω­τεύου­σας.
Στα ε­πι­μέ­ρους κε­φά­λαια γί­νε­ται α­να­φο­ρά σε πρό­σω­πα και ι­δρύ­μα­τα, που εί­τε έ­χουν δια­σω­θεί μό­νο ως ο­νο­μα­σίες εί­τε τα α­ντι­κρί­ζου­με χω­ρίς να γνω­ρί­ζου­με την ι­στο­ρία τους. Σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις εί­ναι κρί­μα που η συγ­γρα­φέ­ας δεν α­πλώ­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο το συ­νο­δευ­τι­κό κεί­με­νο. Όπως, για πα­ρά­δειγ­μα, “το πέ­τρι­νο σπί­τι” στην Ακτή Μου­τσο­πού­λου, που θύ­μι­ζε πύρ­γο πριν να υ­ψω­θεί στην αυ­λή του μια πο­λυώ­ρο­φη ό­σο και κα­κό­γου­στη πο­λυ­κα­τοι­κία. Ένα άλ­λο πα­ρά­δειγ­μα, εί­ναι η αό­ρι­στη και α­σα­φής α­να­φο­ρά στην συ­νοι­κία της Τρού­μπας. Πα­ρα­δό­ξως, κα­νέ­νας ση­με­ρι­νός ο­δη­γός δεν κα­τα­δέ­χε­ται να προσ­διο­ρί­σει τα οι­κο­δο­μι­κά τε­τρά­γω­να που κα­τα­λάμ­βα­νε άλ­λο­τε. Επί­σης, πι­στεύου­με πως στην πε­ρί­πτω­ση των α­γαλ­μά­των δεν αρ­κεί το βιο­γρα­φι­κό του α­να­πα­ρι­στώ­με­νου, αλ­λά χρειά­ζε­ται το ό­νο­μα του γλύ­πτη και η χρο­νο­λο­γία που στή­θη­κε. Για πα­ρά­δειγ­μα, η προ­το­μή του Παύ­λου Νιρ­βά­να, στη νη­σί­δα του δρό­μου προς τη Φρε­α­τί­δα, εί­ναι έρ­γο του Ιά­σω­να Πα­πα­δη­μη­τρίου και αυ­τή, του Λά­μπρου Πορ­φύ­ρα, στην πλα­τεία Φρε­α­τί­δας, του Γρη­γό­ρη Ζευ­γώ­λη. Λεί­πει φω­το­γρα­φία α­πό την προ­το­μή του θα­λασ­σο­πό­ρου Κων­στα­ντί­νου Βο­λα­νά­κη, έρ­γο του Νι­κό­λα, που βρί­σκε­ται στην πλα­τεία πά­νω α­πό τη Μα­ρί­να Ζέ­ας.
Στο βι­βλίο της Μη­τρο­πού­λου υ­πάρ­χει ι­διαί­τε­ρο κε­φά­λαιο για το Νέο Φά­λη­ρο, ό­που α­να­φέ­ρε­ται και η έ­παυ­λη του Σου­ρή, κα­θώς και το πρώ­το οί­κη­μα του Θεά­τρου του Νέ­ου Φα­λή­ρου. Να θυ­μί­σου­με πως το Θέ­α­τρο κα­τα­στρά­φη­κε μεν α­πό πυρ­κα­γιά το 1881, ω­στό­σο, ό­χι μό­νο ξα­να­κτί­στη­κε και μά­λι­στα, πε­τρό­χτι­στο, αλ­λά γνώ­ρι­σε και με­γά­λες δό­ξες, με με­γα­λύ­τε­ρη το α­νέ­βα­σμά της υ­πε­ρε­πι­θεώ­ρη­σης «Ξι­φίρ Φα­λέρ» το κα­λο­καί­ρι του 1916. Επί­σης, εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζουν και οι κα­τά­λο­γοι προ­σώ­πων ή και ι­δρυ­μά­των, που πα­ρα­τί­θε­νται στο βι­βλίο, αρ­κεί να μπο­ρούν να χρη­σι­μο­ποιη­θούν ως πη­γή δε­δο­μέ­νων. Τέ­λος, στο λεύ­κω­μα, ε­κτός α­πό τις φω­το­γρα­φίες της Μη­τρο­πού­λου, που α­πο­τε­λούν και το κυ­ρίως σώ­μα (πι­στεύου­με πως πε­ριτ­τεύει η συ­νε­χής α­να­φο­ρά του ο­νό­μα­τος), δη­μο­σιεύο­νται φω­το­γρα­φίες του Δη­μή­τρη Χα­ρι­σιά­δη α­πό βιο­μη­χα­νι­κές ε­γκα­τα­στά­σεις και της Βού­λας Πα­παϊωάν­νου. Το βι­βλίο-λεύ­κω­μα προ­σφέ­ρε­ται ή μάλ­λον, σχε­δόν προ­σκα­λεί τον α­να­γνώ­στη του σε μια πε­ρι­διά­βα­ση του Πει­ραιά, α­κο­λου­θώ­ντας τα βή­μα­τα της φω­το­γρά­φου.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου