Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Εξό­ρι­στος Βάρ­να­λης (Επε­τεια­κή μνεία)

Κώ­στας Βάρ­να­λης
«Αϊ-Στρά­της
Θυ­μή­μα­τα ε­ξο­ρίας»
Ει­σα­γω­γή-ε­πι­μέ­λεια-σχό­λια
Ηρα­κλής Κα­κα­βά­νης
Εκδό­σεις Κα­στα­νιώ­τη
Σε­πτέμ­βριος 2014

Αν δια­τη­ρεί­το έως σή­με­ρα ο θε­σμός των ε­πε­τεια­κών ε­τών, ο Κώ­στας Βάρ­να­λης θα μπο­ρού­σε να εί­χε α­πο­τε­λέ­σει τον τι­μώ­με­νο του 2014. Ή, έ­στω, μία υ­πο­ψη­φιό­τη­τα βα­ρύ­νου­σα, κα­θώς πρό­κει­ται για δι­πλή ε­πέ­τειο, ό­πως οι πρό­σφα­τες Πα­πα­δια­μά­ντη και Κα­βά­φη. Με­θαύ­ριο κλεί­νουν 40 χρό­νια α­πό τον θά­να­τό του, ε­νώ, στις 14/2/2014, συ­μπλη­ρώ­θη­καν 130 α­πό τη γέν­νη­σή του. Να ση­μειώ­σου­με, πως, ό­σο α­φο­ρά το έ­τος γέν­νη­σης, αυ­τό άλ­λα­ξε δυο φο­ρές, πριν ο­ρι­στι­κο­ποιη­θεί. Στα πα­λαιό­τε­ρα βιο­γρα­φι­κά του, μέ­χρι το 1974, α­να­φέ­ρε­ται ως έ­τος γέν­νη­σης το 1884, κα­τά βε­βαίω­ση του ί­διου. Ωστό­σο, σε ε­πι­στο­λή του προς τον Γιώρ­γο Βα­λέ­τα, γραμ­μέ­νη το 1973, διορ­θώ­νει: “Πρέ­πει να γεν­νή­θη­κα το 1883, για­τί βα­φτί­στη­κα στις 14 του Φλε­βά­ρη του 1884”. Με βά­ση αυ­τό το δε­δο­μέ­νο, τα βιο­γρα­φι­κά του σε με­τα­γε­νέ­στε­ρες εκ­δό­σεις α­να­φέ­ρουν το 1883. Αν και, μέ­χρι σε α­φιε­ρώ­μα­τα του 1984, μνη­μο­νεύε­ται α­κό­μη ως γεν­νη­θείς το 1884. Στα κα­τά­λοι­πά του, ό­μως, η Θε­α­νώ Μι­χα­η­λί­δου, στην ο­ποία η Να­νά Καλ­λια­νέ­ση (Κέ­δρος) εί­χε α­να­θέ­σει α­πό το 1981 την τα­κτο­ποίη­σή τους, ε­ντό­πι­σε το πι­στο­ποιη­τι­κό βά­πτι­σης, με η­με­ρο­μη­νία γέν­νη­σης την 14η Φε­βρουα­ρίου 1884 και βά­πτι­σης την 13η Μαΐου 1884. Μπο­ρεί το μνη­μο­νι­κό lapsus του Βάρ­να­λη να εί­ναι α­σή­μα­ντο, ω­στό­σο αυ­τή η μι­κρή χρο­νο­λο­γι­κή α­να­κρί­βεια πή­γε μπρος πί­σω το έ­τος γέν­νη­σης, δη­μιουρ­γώ­ντας στους α­κρι­βο­λο­γού­ντες σύγ­χυ­ση.
Όπως και να έ­χει, το εν­δε­χό­με­νο να μην του α­φιέ­ρω­ναν ε­πε­τεια­κά το 2014, μάλ­λον δεν θα ο­φει­λό­ταν σε αυ­τήν τη σύγ­χυ­ση, δη­λα­δή στο κα­τά πό­σο πρό­κει­ται για μο­νή ή δι­πλή ε­πέ­τειο. Από­δει­ξη ό­τι το 2014 με­τρά­ει τον τε­λευ­ταίο μή­να του, χω­ρίς, ου­σια­στι­κά, μνεία της ε­πε­τείου. Εκτός α­πό μία τι­μη­τι­κή εκ­δή­λω­ση, με­μο­νω­μέ­νες ο­μι­λίες και την έκ­δο­ση γραμ­μα­το­σή­μου, που θα προέ­κυ­πτε και χω­ρίς ε­πέ­τειο, κα­θώς τι­μή­θη­κε μια τε­τρά­δα συγ­γρα­φέων (Βάρ­να­λης, Σα­μα­ρά­κης, Τσίρ­κας, Δι­δώ Σω­τη­ρίου). Οπό­τε η έκ­δο­ση ε­νός βι­βλίου, εν μέ­ρει αυ­το­βιο­γρα­φι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου εν μέ­ρει ε­ρευ­νη­τι­κού, α­πο­κτά ι­διαί­τε­ρη ση­μα­σία. Εί­ναι το δεύ­τε­ρο βι­βλίο για τον Βάρ­να­λη του Ηρα­κλή Κα­κα­βά­νη. Προ­η­γή­θη­κε, το 2012, «Ο ά­γνω­στος Βάρ­να­λης και 19 α­δη­μο­σίευ­τα ποιή­μα­τά του». Κα­τά τα άλ­λα, οι με­τά θά­να­το μνη­μο­νεύ­σεις δεν εί­ναι μό­νο ζή­τη­μα πνευ­μα­τι­κού α­να­στή­μα­τος, αλ­λά και ι­σχύος αυ­τών που το ε­πι­χει­ρούν. Δη­λα­δή, κλη­ρο­νό­μοι, κά­το­χοι του αρ­χείου, με­λε­τη­τές, συ­ντο­πί­τες ή άλ­λες συγ­γε­νι­κές ο­μά­δες που τον διεκ­δι­κούν.
Στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, η κλη­ρο­νό­μος, που εί­ναι η θε­τή κό­ρη του, έ­κα­νε το κα­θή­κον της, ε­να­πο­θέ­το­ντας το 2001 το Αρχείο του στη Γεν­νά­δειο Βι­βλιο­θή­κη. Με τη σει­ρά της, η Βι­βλιο­θή­κη, το 2010, δη­μο­σίευ­σε α­να­λυ­τι­κό κα­τά­λο­γο του Αρχείου. Με­λε­τη­τές άν­τλη­σαν υ­λι­κό και προ­σθέ­το­ντας στοι­χεία, προέ­κυ­ψαν τέσ­σε­ρα βι­βλία. Όσο για συ­ντο­πί­τες, ου­δείς τό­πος ε­ρί­ζει γι’ αυ­τόν. Ού­τε η γε­νέ­τει­ρά του, “ο Πύρ­γος της Μαύ­ρης Θά­λασ­σας”, το ση­με­ρι­νό Μπουρ­γκάς της Βουλ­γα­ρίας, ού­τε οι τό­ποι, που, κα­τά και­ρούς, υ­πη­ρέ­τη­σε ως εκ­παι­δευ­τι­κός, διέ­μει­νε μό­νι­μα ή πα­ρα­θέ­ρι­ζε τα κα­λο­καί­ρια, ό­πως η Αί­γι­να, α­γα­πη­μέ­νος του τό­πος για μι­σό και πλέ­ον αιώ­να, αλ­λά και τό­πος που ευ­νό­η­σε τη συγ­γρα­φή. Υπάρ­χουν, ό­μως, άλ­λοι δε­σμοί, κά­πο­τε, πο­λύ ι­σχυ­ρό­τε­ροι της ε­ντο­πιό­τη­τας. “Στο φέ­ρε­τρο του Κώ­στα Βάρ­να­λη α­κου­μπού­σε ο­λό­κλη­ρη η ΚΝΕ με κραυ­γα­λέα πα­νό, α­νά­με­σα στα ο­ποία το: «Βάρ­να­λης ο ποιη­τής του προ­λε­τα­ριά­του», ό­ταν ο ό­ρος «προ­λε­τα­ριά­το» στο έρ­γο του α­πα­ντά ά­πα­ξ”, σχο­λιά­ζει ο Αλέξ. Αργυ­ρίου. Πα­ρά τον τό­νο ει­ρω­νείας στην πα­ρα­τή­ρη­ση, ο συ­γκε­κρι­μέ­νος ι­δε­ο­λο­γι­κός χώ­ρος ε­ξα­κο­λου­θεί να τον τι­μά. Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, το μό­νο α­φιέ­ρω­μα πε­ριο­δι­κού εί­ναι ε­κεί­νο του 2010 στο κο­μου­νι­στι­κής κα­τεύ­θυν­σης  «Θέ­μα­τα Παι­δείας», το μό­νο συ­νέ­δριο διορ­γα­νώ­νε­ται το 2011 α­πό το ΚΚΕ, δυο βι­βλία ο­φεί­λο­νται στον Κα­κα­βά­νη, πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό μία ει­κο­σα­ε­τία διορ­θω­τή του «Ρι­ζο­σπά­στη». Τέ­λος, ε­φέ­τος, μία μό­νη εκ­δή­λω­ση έ­γι­νε στο Αρι­στο­τέ­λειο με πρω­το­βου­λία της Λέ­σχης Πο­λι­τι­σμού Αναι­ρέ­σεις, όρ­γα­νου κο­μου­νι­στι­κής νε­ο­λαίας. Κι ό­μως, η ποίη­σή του α­γα­πή­θη­κε α­πό τον κό­σμο μίας ευ­ρύ­τε­ρης Αρι­στε­ράς. Ο ί­διος ή­ταν ι­δε­ο­λο­γι­κά ε­νταγ­μέ­νος, ό­χι ό­μως και στε­νά κομ­μα­τι­κά.
Πριν 40 χρό­νια, στο θά­να­τό του, α­πο­λάμ­βα­νε γε­νι­κό­τε­ρης α­πο­δο­χής. Τό­τε, ό­λες οι ε­φη­με­ρί­δες, α­νε­ξαρ­τή­τως ι­δε­ο­λο­γι­κής κα­τεύ­θυν­σης, τον εί­χαν τι­μή­σει και του­λά­χι­στον έ­ξι πε­ριο­δι­κά δη­μο­σίευ­σαν α­φιέ­ρω­μα, με πλέ­ον πο­λυ­σέ­λι­δο ε­κεί­νο της «Νέ­ας Εστίας» του Πέ­τρου Χά­ρη. Δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, υ­πήρ­ξαν τέσ­σε­ρα ε­πε­τεια­κά α­φιε­ρώ­μα­τα σε πε­ριο­δι­κά, τα δυο λο­γο­τε­χνι­κά. Ακό­μη και σε αυ­τά, ό­μως, ο Βάρ­να­λης που ε­πι­βιώ­νει, εί­ναι μάλ­λον ο ι­δε­ο­λό­γος α­γω­νι­στής πα­ρά ο λο­γο­τέ­χνης. Όλα αυ­τά ση­μαί­νουν, ά­ρα­γε, ό­τι δι­καιώ­νε­ται ο Γ.Π.Σαβ­βί­δης, ό­ταν, σε συ­νέ­ντευ­ξή του, το 1989, σχο­λία­ζε, ό­τι “τον κα­τά­πιε το κόμ­μα”; Ή, κα­τά την κομ­ψό­τε­ρη δια­τύ­πω­ση του Κώ­στα Στερ­γιό­που­λου, δη­λώ­νουν πως “πλή­ρω­σε το φό­ρο ό­λων των στρα­τευ­μέ­νω­ν”; Πά­ντως, στο βαθ­μό που τον πλή­ρω­σε, το κό­στος δεν α­φο­ρά τό­σο την υ­στε­ρο­φη­μία του και τις με­τα­θα­νά­τιες εκ­δη­λώ­σεις τι­μής και μνή­μης, αλ­λά, κυ­ρίως, τυ­χόν α­βα­ρίες στο λο­γο­τε­χνι­κό του έρ­γο. 
Δια­βά­ζο­ντας την κρι­τι­κή του Αργυ­ρίου για τον ποιη­τή Βάρ­να­λη της πρώ­της πε­ριό­δου “πριν να α­σπα­στεί τον κο­μου­νι­σμό”, που τον ε­ξε­τά­ζει σε συ­γκρι­τι­κή βά­ση με τον συ­νο­μή­λι­κό του Σι­κε­λια­νό, προ­κύ­πτουν κά­ποια ε­ρω­τή­μα­τα. Αν ο 35χρο­νος Βάρ­να­λης, με­τέω­ρος σε “μία αι­σθη­σια­κά ε­ξημ­μέ­νη α­να­πα­ρά­στα­ση του αρ­χαίου κό­σμου”, με “την τε­λειό­τη­τα των εν­δε­κα­σύλ­λα­βών του”, δεν εί­χε πά­ρει το 1919 την υ­πο­τρο­φία του Υπουρ­γείου Παι­δείας για σπου­δές στην Αι­σθη­τι­κή και την Νε­ο­ελ­λη­νι­κή Λο­γο­τε­χνία στο Πα­ρί­σι, δεν εί­χε α­κού­σει ε­κεί, σαν άλ­λος Σα­ού­λ, μέ­σα α­πό ευ­ρω­παϊκά α­ντη­χεία τα τύ­μπα­να της Οχτω­βρια­νής Επα­νά­στα­σης, δεν εί­χε συγ­χρω­τι­στεί με τον Αλε­ξαν­δρι­νό Γιάν­νη Κε­φαλ­λη­νό, θερ­μό ο­πα­δό του Σκλη­ρού, και δεν εί­χε α­να­βλέ­ψει, τι θα α­πο­γι­νό­ταν; Θα έ­με­νε στά­σι­μος ή θα ε­ξε­λισ­σό­ταν ποιη­τι­κά; Στο λήμ­μα της Πά­πυ­ρος Λα­ρούς Μπρι­τάν­νι­κα, η ε­τυ­μη­γο­ρία εί­ναι ξε­κά­θα­ρη: “Ο Βάρ­να­λης δε φέρ­νει κα­μιά σπου­δαία α­να­νέω­ση στη μορ­φή του πα­ρα­δο­σια­κού στί­χου.” Αν, ό­μως, δεν εί­χε το νου του στο πε­ριε­χό­με­νο πα­ρά στη φόρ­μα, αν δεν έ­θε­τε προ­γραμ­μα­τι­κούς στό­χους στην ποιη­τι­κή του, αν η σα­τι­ρι­κή του μα­τιά δεν ή­ταν μο­νό­ση­μη, πό­σο ά­ρα­γε θα α­να­νέω­νε μορ­φι­κά το στί­χο του; 
Πα­ρό­μοιες α­πο­ρίες έ­χουν ου­το­πι­κή διά­στα­ση. Εξα­λεί­φουν το μο­να­δι­κό δυ­να­μι­κό, που δια­θέ­τουν βι­βλία, ό­πως «Το φως που καίει», «Σκλά­βοι πο­λιορ­κη­μέ­νοι», ή το κύ­κνειο «Οργή λα­ού». Το σί­γου­ρο εί­ναι ό­τι ο καλ­λιερ­γη­μέ­νος ελ­λη­νο­κε­ντρι­κός Βάρ­να­λης θα πρέ­πει να χρειά­στη­κε με­γά­λη αυ­το­πει­θαρ­χία για να με­τα­στρα­φεί στον κοι­νω­νι­κό ποιη­τή που “ζη­τού­σε την α­λή­θεια σ’ ό,τι μά­θαι­νε και την έ­λε­γε στα πλή­θη”. Και μά­λι­στα, με αι­σιο­δο­ξία, αυ­τός έ­νας φύ­σει α­παι­σιό­δο­ξος. Από την άλ­λη, και με αυ­τό το δρό­μο που ε­πέ­λε­ξε, λό­γω χα­ρα­κτή­ρα και κα­τα­βο­λών, θα μπο­ρού­σε να εί­χε δια­φο­ρε­τι­κή ε­ξέ­λι­ξη. Αν μη τι άλ­λο, να ο­λο­κλη­ρώ­σει έ­να έρ­γο με­γα­λύ­τε­ρης έ­κτα­σης. Να μη μεί­νει στην πο­λε­μι­κή του «Σο­λω­μού χω­ρίς με­τα­φυ­σι­κή». Η συγ­γρα­φι­κή του πο­ρεία θα ή­ταν πο­λύ πιο γό­νι­μη, αν δεν εί­χε να α­ντι­με­τω­πί­σει έ­να δι­πλά αρ­νη­τι­κό πε­δίο. Από τη μία, το κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κό κα­τε­στη­μέ­νο και α­πό την άλ­λη, το γλωσ­σι­κό στη βρά­ση του. Στα χρό­νια της πνευ­μα­τι­κής ακ­μής, που έ­νας ποιη­τής δη­μιουρ­γεί, ε­κεί­νος εί­χε να α­ντι­με­τω­πί­σει, πρώ­τα, τους γλωσ­σι­κούς δι­χα­σμούς και στη συ­νέ­χεια, τις αυ­ταρ­χι­κές μορ­φές δια­κυ­βέρ­νη­σης, συ­χνά δι­κτα­το­ρι­κές, της δε­κα­ε­τίας του ’30. 
Ως σχο­λάρ­χης Αργα­λα­στής Πη­λίου, το 1911, βρέ­θη­κε κα­τη­γο­ρού­με­νος στα Αθεϊκά του Βό­λου, πα­ρό­λο που δεν δί­δα­ξε στο Ανώ­τε­ρο Παρ­θε­να­γω­γείο. Τε­λι­κά, δεν κά­θι­σε στο ε­δώ­λιο δί­πλα στον Δελ­μού­ζο και τον Σα­ρά­τση, για­τί α­πο­δεί­χθη­κε μό­νο μαλ­λια­ρός και ό­χι ά­θε­ος, του­λά­χι­στον ό­χι εκ συ­στά­σεως. Αντι­θέ­τως, στα Μα­ρασ­λεια­κά, το 1925, εί­χε πρώ­το ρό­λο, α­φού και στην Παι­δα­γω­γι­κή Ακα­δη­μία δί­δα­ξε, και το σύγ­γραμ­μά του, «Το φως που καίει», ή­ταν αυ­τό που έ­δω­σε το έ­ναυ­σμα. Αυ­τή τη φο­ρά, πλή­ρω­σε με την ο­ρι­στι­κή του α­πό­λυ­ση, στην ο­ποία, εν μέ­ρει συ­νέ­τει­νε ο ί­διος, μη α­πο­δε­χό­με­νος τη δυ­σμε­νή με­τά­θε­ση, με­τά την ε­ξά­μη­νη παύ­ση. Τον πρω­τα­γω­νι­στι­κό ρό­λο τού τον αρ­νεί­ται η Μαρία Ρεπούση στην εκτενή μελέτη της. Την γο­η­τεύει πε­ρισ­σό­τε­ρο η νε­α­ρή κα­θη­γή­τρια της Ακα­δη­μίας Ρό­ζα Ιμβριώ­τη, που τολ­μά­ει μία λι­γό­τε­ρο πα­τριω­τι­κή ερ­μη­νεία του 1821, ό­πως η ί­δια τόλ­μη­σε του 1922, πα­ρά ο πε­νη­ντά­ρης Βάρ­να­λης που “του ά­ρε­σαν οι κο­πε­λού­δες”.
Αλλά ας α­φή­σου­με τη διή­γη­ση της ζωής του Βάρ­να­λη σε ε­κεί­νον που θα την α­πο­τολ­μή­σει και που δεν θα έρ­χε­ται ού­τε α­πό ι­δε­ο­λο­γι­κό χώ­ρο ού­τε α­πό φε­μι­νι­στι­κό. Ας πε­ριο­ρι­στού­με στο και­νού­ριο βι­βλίο με τα δη­μο­σιεύ­μα­τα του Βάρ­να­λη. Κυ­κλο­φο­ρεί ε­πτά χρό­νια με­τά το «Φέιγ βο­λάν της Κα­το­χής», ό­που συ­γκε­ντρώ­νο­νται τα χρο­νο­γρα­φή­μα­τά του α­πό ε­κεί­να τα χρό­νια στην η­με­ρή­σια ε­φη­με­ρί­δα «Πρωία» των α­δελ­φών Πε­σματ­ζό­γλου. Τα μό­λις στε­γα­σθέ­ντα δη­μο­σιεύ­μα­τά του εί­ναι αυ­το­βιο­γρα­φι­κά, α­πό την πρωι­νή ε­φη­με­ρί­δα «Ανε­ξάρ­τη­τος» των α­δελ­φών Πουρ­νά­ρα, που χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν “φι­λερ­γα­τι­κή, φι­λα­γρο­τι­κή και α­ντι­φα­σι­στι­κή”. Ο Βάρ­να­λης αρ­χί­ζει να δη­μο­σιεύει με τη μορ­φή ε­πι­φυλ­λί­δων τα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά του στις 17 Φε­βρουα­ρίου 1935. Αφορ­μή στά­θη­κε το α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού «Νέ­οι Πρω­το­πό­ροι» στο δεύ­τε­ρο τεύ­χος, Φε­βρουά­ριο 1935, για τα πε­νή­ντα χρό­νια α­πό τη γέν­νη­σή του. Όπως ο ί­διος σχο­λιά­ζει ει­σα­γω­γι­κά: “Όσο σω­στές και να εί­ναι οι βιο­γρα­φι­κές πλη­ρο­φο­ρίες, που δί­νου­νε, δεν ε­ξαν­τλούν την... ι­στο­ρία μου. Αφή­νω που με­ρι­κές εί­ναι και λα­θε­μέ­νες. Γι’ αυ­τό α­πο­φά­σι­σα να ι­στο­ρή­σω μο­νά­χος μου τα διά­φο­ρα πε­ρι­στα­τι­κά της ζωής μου και μά­λι­στα της ψυ­χο­λο­γι­κής και πνευ­μα­τι­κής μου ε­ξε­λί­ξεως...”. Ο Βάρ­να­λης συ­νέ­χι­σε μέ­χρι την 11η Αυ­γού­στου 1935, ο­λο­κλη­ρώ­νο­ντας την α­φή­γη­σή του, με γε­νι­κό τίτ­λο, μάλ­λον της σύ­ντα­ξης της ε­φη­με­ρί­δας, «Τριά­ντα χρό­νια ελ­λη­νι­κής ζωής – Τα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα ε­νός με­γά­λου μας λο­γο­τέ­χνου». 
Με τον τίτ­λο «Φι­λο­λο­γι­κά α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα», σε ε­πι­μέ­λεια Κώ­στα Πα­πα­γεωρ­γίου, εκ­δό­θη­καν Ια­νουά­ριο 1998. Εκεί, ο Πα­πα­γεωρ­γίου πα­ρα­θέ­τει σε υ­πο­ση­μείω­ση την πλη­ρο­φο­ρία ό­τι ο Βάρ­να­λης ε­πα­νήλ­θε με μία δεύ­τε­ρη σει­ρά ε­πι­φυλ­λί­δων, που δη­μο­σιεύ­τη­καν α­πό τις 29 Δε­κεμ­βρίου 1935 έως τις 10 Ια­νουα­ρίου 1936. Όπως πα­ρα­τη­ρεί, αυ­τή η δεύ­τε­ρη ο­μά­δα δη­μο­σιευ­μά­των, λό­γω “του α­πό­λυ­τα συ­γκε­κρι­μέ­νου τους θέ­μα­τος, θα μπο­ρού­σε να α­πο­τε­λέ­σει το πε­ριε­χό­με­νο ε­νός ξε­χω­ρι­στού βι­βλίου”. Έστω και με κα­θυ­στέ­ρη­ση 17 ε­τών, η πρό­τα­σή του πραγ­μα­το­ποιή­θη­κε. Κα­θό­λου εύ­θυ­μο, ό­πως το πρώ­το, α­φού α­φο­ρά τον ε­κτο­πι­σμό του στον Άγιο Ευ­στρά­τιο α­πό τις 20 Οκτω­βρίου έως τις 25 Δε­κεμ­βρίου 1935. Τα εν­θυ­μή­μα­τα της ε­ξο­ρίας δεν ο­λο­κλη­ρώ­θη­καν στον «Ανε­ξάρ­τη­το». Συ­νε­χί­στη­καν, με τρία δη­μο­σιεύ­μα­τα στον «Ρι­ζο­σπά­στη», Φε­βρουά­ριο-Μάρ­τιο 1936. Αι­τία η ε­χθρι­κή προς το ΚΚΕ αρ­θρο­γρα­φία του «Ανε­ξάρ­τη­του»  τις πα­ρα­μο­νές των ε­κλο­γών της 26ης Ια­νουα­ρίου 1936, που έ­φε­ρε την ορ­γι­σμέ­νη α­ντε­πί­θε­ση του Κόμ­μα­τος α­πό τον «Ρι­ζο­σπά­στη». Διε­ξο­δι­κή α­να­φο­ρά στη σύ­γκρου­ση, που προ­κά­λε­σε την α­πο­χώ­ρη­ση του Βάρ­να­λη, πα­ρα­θέ­τει ο Κα­κα­βά­νης στο Πα­ράρ­τη­μα του βι­βλίου. 
Ο γε­νι­κός τίτ­λος των ε­πι­φυλ­λί­δων εί­ναι «Με τους ε­ξό­ρι­στους στα νη­σιά του θα­νά­του. Μια ζωή φρί­κης και η­ρωι­σμού». Ωστό­σο, ως τίτ­λος του βι­βλίου προ­βάλ­λει εμ­βλη­μα­τι­κά, με κόκ­κι­να κε­φα­λαιο­γράμ­μα­τα, το το­πω­νύ­μιο, Αϊ-Στρά­της, ο πιο “διά­ση­μος” τό­πος ε­ξο­ρίας. Η πρώ­τη ε­πι­φυλ­λί­δα τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Η ελ­λη­νι­κή Σι­βη­ρία του 1935». Αν εί­ναι πο­τέ δυ­να­τόν, το νη­σά­κι με τις γρα­φι­κές πα­ρα­λίες, που, σή­με­ρα, δια­φη­μί­ζε­ται ως θέ­ρε­τρο ι­δα­νι­κό για ή­ρε­μες δια­κο­πές. Μά­λι­στα, το λήμ­μα Άγιος Ευ­στρά­τιος στις νεό­τε­ρες ε­γκυ­κλο­παί­δειες α­πο­σιω­πά αυ­τήν τη δυ­σά­ρε­στη προ­η­γού­με­νη χρή­ση του τό­που. Κι ό­μως, την ση­μα­το­δο­τεί το ό­νο­μά του. Ο Όσιος Ευ­στρά­τιος, ο ε­πι­λε­γό­με­νος θαυ­μα­τουρ­γός, βρέ­θη­κε ε­κεί ως ε­ξό­ρι­στος του ει­κο­νο­μά­χου αυ­το­κρά­το­ρα Λέ­ο­ντα του Αρμε­νίου. Ενώ, ο Βάρ­να­λης, ε­πί α­ντι­βα­σι­λείας Γεωρ­γίου Κον­δύ­λη. Εί­χε ε­κτο­πι­στεί  μα­ζί του και ο Δη­μή­τρης Γλη­νός, προ­λη­πτι­κά, “ί­να α­πο­τρα­πή ού­τω ο κίν­δυ­νος της δια­σα­λεύ­σεως της τά­ξεως”. Συ­νε­λή­φθη Πέ­μπτη 17 Οκτω­βρίου. Μία ε­βδο­μά­δα νω­ρί­τε­ρα, ο Κον­δύ­λης εί­χε ε­ξα­να­γκά­σει σε πα­ραί­τη­ση τον Τσαλ­δά­ρη, που α­ντι­τασ­σό­ταν στην ε­πι­στρο­φή του Γεωρ­γίου Β΄, και εί­χε κα­ταρ­γή­σει την Αβα­σί­λευ­τη Δη­μο­κρα­τία, ε­πα­να­φέ­ρο­ντας την Βα­σι­λευο­μέ­νη. Επι­λο­γή, που πλή­ρω­σε α­κρι­βά. Επα­νερ­χό­με­νος ο Βα­σι­λέ­ας, στις 25 Νο­εμ­βρίου, τά­χθη­κε υ­πέρ της α­μνη­στίας των κι­νη­μα­τιών της 1ης Μαρ­τίου. Ο Κον­δύ­λης δια­φώ­νη­σε και κα­θαι­ρέ­θη­κε. Χρι­στού­γεν­να του 1935, ο Βάρ­να­λης ε­πέ­στρε­ψε στην Αθή­να, πα­ρό­λο που τα μέ­τρα του Βα­σι­λέα δεν προέ­βλε­παν τους ε­κτο­πι­σμέ­νους βά­σει του βε­νι­ζε­λι­κού Ιδιώ­νυ­μου. Ήρθε, ό­μως, η Δια­μαρ­τυ­ρία Γάλ­λων Δια­νοου­μέ­νων, με πρώ­τη υ­πο­γρα­φή αυ­τή του Ρο­μαίν Ρο­λάν, και ο Βα­σι­λεύς δυ­σα­ρε­στή­θη­κε μεν, αλ­λά ε­νέ­δω­σε. Όχι βε­βαίως, ως προς το αί­τη­μα της γε­νι­κής α­μνη­στίας, πα­ρά μό­νο ό­σο α­φο­ρού­σε τους ε­πι­φα­νείς. Γι’ αυ­τό και η πρώ­τη ε­πι­φυλ­λί­δα του Βάρ­να­λη δεν εί­ναι εν­θύ­μη­μα α­πό τον τό­πο ε­ξο­ρίας, αλ­λά κα­ταγ­γε­λία για την Ει­δι­κή Ασφά­λεια, την Γε­νι­κή Ασφά­λεια και ό­λες “τις ε­πι­τρο­πές α­σφα­λείας που ε­κτό­πι­ζαν τον ο­ποιο­δή­πο­τε σή­κω­νε κε­φά­λι ως ε­πι­κίν­δυ­νο κο­μου­νι­στή”, ζη­τώ­ντας την κα­τάρ­γη­ση του “νό­μου πε­ρί ι­διώ­νυ­μου α­δι­κή­μα­τος”, βά­σει του ο­ποίου ο Άγιος Ευ­στρά­τιος έ­μει­νε για χρό­νια τό­πος ε­κτο­πί­σεων.
Από τις αρ­χές της δε­κα­ε­τίας του 1920, το νη­σί, μα­ζί με τρία-τέσ­σε­ρα άλ­λα, ε­πι­λέ­γε­ται ως τό­πος ε­ξο­ρίας. Βα­σι­κά πλε­ο­νε­κτή­μα­τα ε­πι­λο­γής, ό­πως και των υ­πο­λοί­πων, εί­ναι η μι­κρή έ­κτα­ση και η μο­να­χι­κή θέ­ση του στο μέ­σο του Αρχι­πε­λά­γους.  Επί Πα­γκά­λου, το 1925, οι ε­κτο­πι­σθέ­ντες πλη­θαί­νουν. Ωστό­σο, ε­πι­σή­μως, α­νοί­γει με το δια­βό­η­το Ιδιώ­νυ­μο, το 1929. Η προ­σέ­λευ­ση κο­ρυ­φώ­νε­ται κα­τά την με­τα­ξι­κή πε­ντα­ε­τία. Το 1941, εν α­να­μο­νή των Γερ­μα­νών, οι α­πο­χω­ρού­ντες το­πο­τη­ρη­τές δεν ε­λευ­θε­ρώ­νουν τους ε­ξό­ρι­στους, ού­τε οι κα­τα­κτη­τές το κλεί­νουν. Θα κα­ταρ­γη­θεί με την Απε­λευ­θέ­ρω­ση, αλ­λά μό­νο για δυό­μι­σι χρό­νια. Άνοι­ξη 1947, α­νοί­γει ε­σπευ­σμέ­νως, με την προ­σε­κτι­κά ε­πι­λεγ­μέ­νη ο­νο­μα­σία, Στρα­τό­πε­δο Πει­θαρ­χη­μέ­νης Δια­βίω­σης Εκτο­πι­σμέ­νων. Σε χρο­νι­κό βά­θος πλη­σιά­ζει την τεσ­σα­ρα­κο­ντα­ε­τία, κα­θώς ο τε­λευ­ταίος ε­ξό­ρι­στος α­να­χω­ρεί αρ­χές 1963.
Τα εν­θυ­μή­μα­τα του Βάρ­να­λη εί­ναι έ­να ο­δοι­πο­ρι­κό στον τό­πο, ό­πως τον έ­ζη­σε ε­κεί­νο το φθι­νό­πω­ρο του Με­σο­πο­λέ­μου. Αφή­γη­μα αι­σιό­δο­ξης πνοής, πα­ρά τις α­ντί­ξο­ες συν­θή­κες και την τα­λαι­πω­ρία που συ­νε­πά­γο­νταν, για­τί γρά­φε­ται με την ο­πτι­κή και τον εν­θου­σια­σμό του κο­μου­νι­στή, που θέ­λει να δια­φω­τί­σει και να προ­σφέ­ρει. Πε­ρι­γρά­φει τη ζωή στο νη­σί, δί­νο­ντας με­γα­λύ­τε­ρη έμ­φα­ση στον τρό­πο λει­τουρ­γίας της κολ­λε­χτί­βας. Πρω­ταρ­χι­κό μέ­λη­μα η ορ­γά­νω­ση της ο­μα­δι­κής ζωής. Δεν μέ­νουν ά­ερ­γοι, διορ­γα­νώ­νουν δια­λέ­ξεις, θε­α­τρι­κές πα­ρα­στά­σεις, προ­λε­τα­ρια­κές γιορ­τές, φτιά­χνουν ε­φη­με­ρί­δες του τοί­χου. Τις α­να­μνή­σεις του τις συ­μπλη­ρώ­νουν μαρ­τυ­ρίες α­πό συ­νε­ξό­ρι­στους, κα­θώς και η αλ­λη­λο­γρα­φία με τη σύ­ζυ­γό του, την ποιή­τρια Δώ­ρα Μοά­τσου. Σε έ­να τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο, ο Κα­κα­βά­νης σχο­λιά­ζει δια­φω­τι­στι­κά τα δυο ποιή­μα­τα, που γρά­φτη­καν στον Αϊ-Στρά­τη.
Η πε­ρί­πτω­ση του Βάρ­να­λη ως ε­ξό­ρι­στου εί­ναι μό­νο δειγ­μα­το­λη­πτι­κή και κα­θό­λου α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κή σε χρο­νι­κή διάρ­κεια, εάν τη συ­γκρί­νου­με με τις χι­λιά­δες άλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις προ­σώ­πων της Αρι­στε­ράς, κυ­ρίως α­φα­νών, που κα­τά κύ­μα­τα ή και με­μο­νω­μέ­να ε­κτο­πί­ζο­νταν στα χρό­νια του Με­σο­πο­λέ­μου σε μι­κρά νη­σιά, ό­πως Γαύ­δος, Ανά­φη, Αμορ­γός κ.ά. Πα­ρεν­θε­τι­κά να ση­μειώ­σου­με ε­δώ, ό­τι η σχε­τι­κή βι­βλιο­γρα­φία σε πρω­το­γε­νείς πη­γές, δη­λα­δή μαρ­τυ­ρίες, αλ­λά και σε με­λέ­τες, α­να­λο­γι­κά προς ε­κεί­νες της με­τα­πο­λε­μι­κής πε­ριό­δου, εί­ναι πε­ριο­ρι­σμέ­νη. Από τις πρω­το­γε­νείς σε μορ­φή βι­βλίου, ση­μειώ­νου­με μό­νο δύο, τις πιο εν­δια­φέ­ρου­σες και χρο­νι­κά πα­λαιό­τε­ρες: Στά­βρος Τσα­κί­ρης, «Μέ­ρες και νύ­χτες στη Γαύ­δο» (νου­βέ­λα), 1934 και Γ. Ζάρ­κος, «Ομά­δα συμ­βίω­σης πο­λι­τι­κών ε­ξο­ρί­στων Ανά­φης», 1947. Η βι­βλιο­γρα­φι­κή κα­τα­γρα­φή ε­μπλου­τί­ζε­ται με­τά το ’74, χω­ρίς, ω­στό­σο, να υ­περ­βαί­νει μο­νο­ψή­φιο α­ριθ­μό. Σ’ αυ­τόν προ­στί­θε­ται τώ­ρα και το βι­βλίο του Κα­κα­βά­νη.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 14/12/2014.

Φωτο: Ο Βάρ­να­λης σε φω­το­γρα­φι­κό πορ­τρέ­το του 1914.

Ακραίες συ­μπε­ρι­φο­ρές

Νί­κη Ανα­στα­σέ­α
«Τα ά­γρια πε­ρι­στέ­ρια»
 Εκδό­σεις Κα­στα­νιώ­τη
Οκτώ­βριος 2014

Στην ο­μά­δα των συγ­γρα­φέων, που έ­κα­ναν την πρώ­τη τους εμ­φά­νι­ση στη λο­γο­τε­χνία σε μέ­ση η­λι­κία, ε­ντός της τε­λευ­ταίας ει­κο­σα­ε­τίας, η Νί­κη Ανα­στα­σέα δια­κρί­νε­ται με την α­φο­σίω­ση στη συγ­γρα­φι­κή ε­να­σχό­λη­ση που ε­πι­δει­κνύει. Τώ­ρα, που οι πε­ρισ­σό­τε­ροι πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι έ­χουν θη­τεία σε σχο­λή δη­μιουρ­γι­κής γρα­φής, θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν αυ­το­δί­δα­κτη. Ακο­λού­θη­σε τη δι­κή της μέ­θο­δο, δια­βά­ζο­ντας λο­γο­τε­χνία κα­τά μό­νας και ό­χι ευ­και­ρια­κά. Εκ του α­πο­τε­λέ­σμα­τος, κρί­νε­ται ως συγ­γρα­φέ­ας συ­στη­μα­τι­κή και μη ε­πα­να­παυό­με­νη. Φαί­νε­ται να βά­ζει ψη­λά τον πή­χυ των προσ­δο­κιών, σχε­διά­ζο­ντας μυ­θο­πλα­στι­κά εγ­χει­ρή­μα­τα σε δια­λο­γι­κή σχέ­ση με γνω­στά έρ­γα κλα­σι­κών συγ­γρα­φέων. Από το 1997 μέ­χρι σή­με­ρα, έ­χει εκ­δώ­σει τέσ­σε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα και την πρό­σφα­τη συλ­λο­γή έ­ξι ι­στο­ριών, που θα μπο­ρού­σαν να χα­ρα­κτη­ρι­στούν νου­βέ­λες. 
Θεω­ρού­με το δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μα, του 2006, «Επι­κράν­θη: δια χει­ρός Αλέ­ξη Ρα­ζή», που συ­νο­μι­λεί με το μυ­θι­στό­ρη­μα του Ντο­στο­γιέφ­σκυ, «Οι δαι­μο­νι­σμέ­νοι», ως το πιο φι­λό­δο­ξο. Ενώ, το ε­πό­με­νο, με­τά τρία χρό­νια, «Οι μι­κρές α­πο­λαύ­σεις του κυ­ρίου Ευαγ­γε­λι­νού», με την υ­φή α­στυ­νο­μι­κού και τη χροιά αλ­λό­κο­της ι­στο­ρίας, δεί­χνει σαν μία α­πό­πει­ρα α­νοίγ­μα­τος προς έ­να πλα­τύ­τε­ρο κοι­νό. Δεν γνω­ρί­ζου­με την α­γο­ρα­στι­κή α­πή­χη­ση των δυο βι­βλίων, πά­ντως η κρι­τι­κή υ­πο­δο­χή στά­θη­κε μάλ­λον υ­πο­το­νι­κή. Για πα­ρά­δειγ­μα, ού­τε καν ε­πι­ση­μάν­θη­κε το κέ­ντη­μα των δι­πλών προ­σω­πείων α­λά Πεσ­σόα, που η συγ­γρα­φέ­ας έ­χει έ­ντε­χνα εν­θέ­σει στο δεύ­τε­ρο. Αντι­θέ­τως, η κρι­τι­κή, του­λά­χι­στον η συ­στη­μι­κή, που α­πο­νέ­μει και τα βρα­βεία, ε­παί­νε­σε το πρώ­το μυ­θι­στό­ρη­μα, «Αυ­τή η αρ­γή μέ­ρα προ­χω­ρού­σε», και το πρό­σφα­το, «Πο­λύ χιό­νι μπρο­στά στο σπί­τι». Το πρώ­το α­πέ­σπα­σε το βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου συγ­γρα­φέα, το 1998. Νεό­τευ­κτο τό­τε, ή­ταν η δεύ­τε­ρη χρο­νιά α­πο­νο­μής του. Ενώ, το πρό­σφα­το, του 2012, τι­μή­θη­κε με το κρα­τι­κό βρα­βείο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος και ε­κεί­νο του «Ανα­γνώ­στη», με­τε­ξέ­λι­ξη του βρα­βείου «Δια­βά­ζω». 
Τα δυο αυ­τά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται στις οι­κο­γε­νεια­κές σχέ­σεις και ε­ντά­σεις, το πρώ­το στην Ξάν­θη της πρώ­της με­τα­πο­λε­μι­κής πε­ριό­δου, ε­νώ το δεύ­τε­ρο, στη σύγ­χρο­νη α­θη­ναϊκή κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα. Η έ­ντα­ση των εν­δοοι­κο­γε­νεια­κών συ­γκρού­σεων θυ­μί­ζει τον μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό κό­σμο του Φώ­κνερ. Πρό­κει­ται για μια συ­νο­μι­λία κει­μέ­νων ή και μυ­θι­στο­ρη­μά­των, πε­ρισ­σό­τε­ρο ή λι­γό­τε­ρο λαν­θά­νου­σα, που ε­πε­κτεί­νε­ται στους α­φη­γη­μα­τι­κούς τρό­πους και την ο­ποία η συγ­γρα­φέ­ας δεν ζη­τά να α­πο­κρύ­ψει. Εντέ­χνως θα μπο­ρού­σε, κα­θώς ο κο­ρυ­φαίος α­με­ρι­κα­νός συγ­γρα­φέ­ας, στον αγ­γλό­φω­νο χώ­ρο και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση στον ευ­ρω­παϊκό, έ­χει υ­πο­σκε­λι­στεί α­πό τα με­τα­μο­ντέρ­να εγ­χει­ρή­μα­τα των ση­με­ρι­νών. Όσο για τις με­τα­φρά­σεις στα ελ­λη­νι­κά, που κι αυ­τές έ­χουν α­ραιώ­σει, μό­νο σε γε­νι­κές γραμ­μές, ό­πως εί­ναι ο προσ­διο­ρι­σμός του τύ­που του α­φη­γη­τή, δί­νουν αί­σθη­ση του ύ­φους, ο­πό­τε και συ­νι­στούν ο­λι­σθη­ρή βά­ση για α­πο­φάν­σεις πε­ρί ο­μοιό­τη­τας, ε­πιρ­ροής ή α­κό­μη και μί­μη­σης.
Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, η κρι­τι­κή υ­πο­δο­χή ε­νός βι­βλίου φαί­νε­ται να ε­πη­ρεά­ζει αρ­κε­τούς συγ­γρα­φείς ό­σο α­φο­ρά την κα­τεύ­θυν­ση που α­κο­λου­θούν στη συ­νέ­χεια. Θα λέ­γα­με ό­τι αυ­τό συμ­βαί­νει και στην πε­ρί­πτω­ση της Ανα­στα­σέα. Με­τά την θερ­μή υ­πο­δο­χή του τε­λευ­ταίου μυ­θι­στο­ρή­μα­τός της, πλέ­κει τις πρό­σφα­τες ι­στο­ρίες της στον ί­διο καμ­βά. Αν και η ί­δια πλη­ρο­φο­ρεί ό­τι η αρ­χι­κή μορ­φή, του­λά­χι­στον μίας ι­στο­ρίας, ή­ταν γραμ­μέ­νη πα­λαιό­τε­ρα. Όπως και να έ­χει, οι τέσ­σε­ρις α­πό τις έ­ξι ι­στο­ρίες ξε­τυ­λί­γο­νται μέ­σα στο κέ­λυ­φος της οι­κο­γέ­νειας. Σύμ­φω­να με το κει­με­νά­κι του ο­πι­σθόφυλ­λου, α­φο­ρούν “αν­θρώ­πους στα ό­ρια της α­ντο­χής τους, γυ­ναί­κες και ά­ντρες που φτά­νουν στα ά­κρα”. Η δια­τύ­πω­ση, α­φε­νός μεν δεν φαί­νε­ται να ι­σχύει για το σύ­νο­λο και α­φε­τέ­ρου, προ­κα­τα­λαμ­βά­νει, προ­σα­να­το­λί­ζο­ντας τις πολ­λα­πλές δυ­να­τές ερ­μη­νείες των πρά­ξεων, προς μία, κι αυ­τή μάλ­λον λαν­θα­σμέ­νη, κα­τεύ­θυν­ση. Στις δυο ι­στο­ρίες, που προ­τάσ­σο­νται στο εν λό­γω κει­με­νά­κι, ο εν­δοοι­κο­γε­νεια­κός εμ­φύ­λιος ο­λο­κλη­ρώ­νε­ται με έ­να έ­γκλη­μα. 
Ο τίτ­λος της πρώ­της, «Εί­παν πως ή­ταν α­τύ­χη­μα», προϊδεά­ζει για την κα­τά­λη­ξη, υ­πο­νο­μεύο­ντας το ό­ποιο σα­σπέ­νς καλ­λιερ­γεί ο πρω­το­πρό­σω­πος εις ε­αυ­τόν λό­γος του θύ­τη. Πρό­κει­ται για έ­ναν ευ­κα­τά­στα­το ε­πι­χει­ρη­μα­τία, με α­κί­νη­τα και το­κο­γλυ­φι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες, που ε­πέ­λε­ξε ως σύ­ζυ­γο μία ό­μορ­φη νε­α­ρά, την ο­ποία έ­βα­λε σε χρυ­σό κλου­βί, ε­λέγ­χο­ντας και ρυθ­μί­ζο­ντας πλή­ρως τη ζωή της. Πα­λαιό­τε­ρα, προ γυ­ναι­κείας χει­ρα­φέ­τη­σης, κά­τι τέ­τοιο α­πα­ντιό­ταν συ­χνά, αλ­λά και σή­με­ρα συμ­βαί­νει, α­φού ο ρό­λος του δια­κο­σμη­τι­κού α­ντι­κεί­με­νου έ­χει κι αυ­τός τα πλε­ο­νε­κτή­μα­τά του, κυ­ρίως με τη βο­λή που προ­σφέ­ρει. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη ι­στο­ρία, η γυ­ναί­κα κά­πο­τε α­γα­να­κτεί, φθά­νο­ντας σε αυ­το­κα­τα­στρο­φι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά ως μό­νη ά­μυ­να ή και εκ­δί­κη­ση. Δεν κά­νει άλ­λο απ’ το να κα­τα­λή­γει σε α­πω­θη­τι­κό κή­τος. Εκεί­νος, α­ντι­θέ­τως, δεν φθά­νει στα ό­ρια της α­ντο­χής του. Πα­ρα­μέ­νει έ­νας ε­γω­μα­νής, που α­πο­φα­σί­ζει να μην χα­ρα­μί­σει άλ­λο τη ζωή του. Πι­στεύου­με ό­τι αυ­τή η συ­ζυ­γι­κή φα­γω­μά­ρα θα εί­χε δια­φο­ρε­τι­κή έ­ντα­ση, αν δεν πα­ρου­σιά­ζο­νταν τό­σο μο­νο­λι­θι­κοί οι χα­ρα­κτή­ρες των δυο συ­ζύ­γων και δεν δι­νό­ταν αυ­τή η σαρ­κο­βό­ρα, χω­ρίς δια­κυ­μάν­σεις, μορ­φή στη σύ­γκρου­σή τους, που κρα­τά μία ει­κο­σα­ε­τία. 
Η ε­γκλη­μα­τι­κή πρά­ξη στη δεύ­τε­ρη ι­στο­ρία έ­χει πα­πα­δια­μα­ντι­κό ά­ρω­μα. Όπως στη «Φό­νισ­σα», η Φρα­γκο­γιαν­νού πνί­γει την εγ­γο­νή της για να την α­παλ­λά­ξει α­πό την κα­κή τύ­χη των θη­λυ­κών, ε­δώ η μά­να δη­λη­τη­ριά­ζει τον ναρ­κο­μα­νή γιο της για να του δώ­σει έ­να στοι­χειω­δώς α­ξιο­πρε­πές τέ­λος. Σύμ­φω­να και με τον τίτ­λο, «Κά­τι που να α­ξί­ζει να σω­θεί», η μά­να πι­στεύει ό­τι, πα­ρά την πλή­ρη κα­τά­πτω­σή του, του έ­χει α­πο­μεί­νει “μια στα­λιά αν­θρω­πιάς”. Η ι­στο­ρία, ό­πως και το πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα, ξε­κι­νά­ει α­πό έ­να συμ­βάν, που θα μπο­ρού­σε να κα­τα­χω­ρη­θεί στο α­στυ­νο­μι­κό δελ­τίο. Και πά­λι, ξε­δι­πλώ­νε­ται έ­νας πρω­το­πρό­σω­πος εις ε­αυ­τόν λό­γος, με έν­θε­τα, σαν να ε­πι­πλέ­ουν α­κέ­ραια στην ψυ­χι­κή α­να­τα­ρα­χή, τα λό­για κα­τη­γο­ρίας που εκ­στο­μί­στη­καν μέ­σα στο οι­κο­γε­νεια­κό πε­ρι­βάλ­λον, και με α­να­δρο­μές, που κου­βα­λούν ό­λο το άγ­χος πρω­το­βου­λιών και πρά­ξεων ό­ταν αυ­τές τε­λέ­σθη­καν. Σε α­ντί­θε­ση, ό­μως, με τον προ­η­γού­με­νο, του συ­ζύ­γου, αυ­τός εί­ναι α­πό τους ε­ντε­λέ­στε­ρους των τε­λευ­ταίων χρό­νων. Και α­να­κα­λού­με αρ­κε­τούς εν­δια­φέ­ρο­ντες, κα­θώς πολ­λοί νεό­τε­ροι συγ­γρα­φείς έ­χουν ε­πι­δο­θεί στο εί­δος.       
Ωστό­σο, η πιο ε­ρε­θι­στι­κή ι­στο­ρία, τό­σο α­πό πλευ­ράς πε­ριε­χο­μέ­νου ό­σο και μορ­φής, εί­ναι η δεύ­τε­ρη στη σει­ρά πα­ρά­τα­ξης της συλ­λο­γής. Κα­τ’ αρ­χήν, κι­νεί­ται θε­μα­τι­κά σε ελ­λι­πώς χαρ­το­γρα­φη­μέ­να ψυ­χι­κά το­πία. Υπάρ­χουν άν­θρω­ποι, που δυ­σκο­λεύο­νται να α­πο­δε­χτούν την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ό­ταν την ε­κλαμ­βά­νουν ως α­πει­λη­τι­κή ή και α­πλώς ε­χθρι­κή. Τό­τε, δια­φεύ­γουν προς μία άλ­λη, φα­ντα­σια­κή, μέ­σα στην ο­ποία ε­πι­βιώ­νουν, α­πο­δί­δο­ντάς της υ­πό­στα­ση πραγ­μα­τι­κής. Κλι­νι­κά χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται ψυ­χω­σι­κοί και ο μό­νος τρό­πος προ­σέγ­γι­σής τους εί­ναι η α­πο­δο­χή της δι­κής τους τά­ξης πραγ­μά­των. Στο πρό­σφα­το βι­βλίο του Δ. Σω­τά­κη, «Η α­νά­στα­ση του Μάι­κλ Τζάκ­σον», πλά­θε­ται έ­νας πα­ρό­μοιος ή­ρωας. Η συ­νη­θέ­στε­ρη, ό­μως, πε­ρί­πτω­ση αγ­χω­τι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, που μπο­ρεί να ο­δη­γή­σει μέ­χρι την πα­ρά­νοια, εί­ναι αυ­τή του θα­νά­του προ­σφι­λούς. Η μη α­πο­δο­χή του τε­τε­λε­σμέ­νου ση­μαί­νει την ο­λί­σθη­ση στην ψευ­δαί­σθη­ση, πως αυ­τός ε­ξα­κο­λου­θεί να υ­πάρ­χει.
Η Ελεάν­να Βλα­στού, στο περ­σι­νό πρώ­το της βι­βλίο, «Εξα­φα­νί­σεις», που δεν προ­σέ­χθη­κε ό­σο του α­ντι­στοι­χού­σε, έ­χει έ­να διή­γη­μα, ό­που πεν­θού­σα σύ­ζυ­γος ε­πι­βιώ­νει συ­νο­μι­λώ­ντας με τον α­πο­θα­νό­ντα σαν να εί­ναι πα­ρών, ε­τοι­μά­ζο­ντας το φα­γη­τό που του ά­ρε­σε. Το διή­γη­μα έ­χει τη μορ­φή μο­νο­λό­γου. Ενώ, η ι­στο­ρία της Ανα­στα­σέα στή­νε­ται σαν θε­α­τρι­κό δυο προ­σώ­πων. Κα­λο­δου­λε­μέ­νο, έ­τοι­μο για τη σκη­νι­κή του πα­ρου­σία­ση. Εδώ, έ­να η­λι­κιω­μέ­νο ζευ­γά­ρι χά­νει κό­ρη και εγ­γο­νή. Η γυ­ναί­κα κα­τα­φέρ­νει να ε­πι­ζή­σει, δια­γρά­φο­ντας το γε­γο­νός του θα­νά­του τους. Ο σύ­ζυ­γος α­πο­δέ­χε­ται τη φα­ντα­σίω­σή της και συ­μπράτ­τει, σύμ­φω­να με τον τίτ­λο της ι­στο­ρίας, «Μό­νο και μό­νο ε­πει­δή σ’ α­γα­πάω». Έτσι, ό­μως, ό­πως ε­κτυ­λίσ­σο­νται τα γε­γο­νό­τα, φαί­νε­ται πως νιώ­θει κι αυ­τός κα­λύ­τε­ρα με το α­νά­χω­μα της αυ­τα­πά­της. Ού­τε ε­κεί­νη έ­χει α­νά­γκη φαρ­μα­κευ­τι­κής υ­πο­στή­ρι­ξης ού­τε ε­κεί­νος συν­θλί­βε­ται α­πό τον πό­νο. Δεν έ­χουν, πά­ντως, με­τα­κυ­λή­σει στην πα­ρά­νοια. Έχουν ε­πί­γνω­ση της ψευ­δαι­σθη­σια­κής κα­τά­στα­σης που έ­χουν δη­μιουρ­γή­σει, αλ­λά εν­δί­δουν. Η Ανα­στα­σέα κα­τορ­θώ­νει να δώ­σει αυ­τήν την εύ­θραυ­στη ι­σορ­ρο­πία, α­πο­φεύ­γο­ντας τους δρα­μα­τι­κούς τό­νους.
Σε μία άλ­λη ι­στο­ρία της συλ­λο­γής, «Η προ­σβο­λή», αυ­τή ε­κτός οι­κο­γε­νεια­κού κύ­κλου, η υ­πό­θε­ση, του­λά­χι­στον ό­σο α­φο­ρά τα πρό­σω­πα και την α­να­με­τα­ξύ τους σχέ­ση, θυ­μί­ζει το τε­λευ­ταίο μυ­θι­στό­ρη­μα του Θεό­δω­ρου Γρη­γο­ριά­δη, «Το μυ­στι­κό της Έλλης». Μία ζω­ντο­χή­ρα στα 45 προσ­λαμ­βά­νει αλ­λο­δα­πό για δου­λειές στον κή­πο. Τον ε­ρω­τεύε­ται, αλ­λά α­πο­κα­λύ­πτε­ται ό­τι ε­κεί­νος εί­ναι πα­ντρε­μέ­νος. Στου Γρη­γο­ριά­δη, αυ­τό δεν στέ­κε­ται ε­μπό­διο στη σχέ­ση τους, ε­δώ, η έκ­βα­ση εί­ναι δια­φο­ρε­τι­κή. Η γυ­ναί­κα τον εκ­δι­κεί­ται. Στην κα­τα­λη­κτι­κή σκη­νή, στέ­κει, “πί­σω α­πό την τρα­βηγ­μέ­νη κουρ­τί­να, σαν μο­να­χι­κό κε­ρί μέ­σα στην κά­σα του πα­ρα­θύ­ρου”. Εί­ναι αυ­τή η σκη­νή που φέρ­νει στο νου την δε­σποι­νί­δα Έμι­λυ Γκρήρ­σον του Φώ­κνερ. Τε­λι­κά, οι δυο κα­λύ­τε­ρες ι­στο­ρίες της νέ­ας συλ­λο­γής της Ανα­στα­σέα έ­χουν α­πό­η­χους α­πό την πρώ­τη και πιο γνω­στή ι­στο­ρία του, «Ένα ρό­δο για την Έμι­λυ». Την Έμι­λυ α­πό αρ­χο­ντι­κή οι­κο­γέ­νεια του α­με­ρι­κα­νι­κού Νό­του, που ε­ρω­τεύε­ται έ­ναν υ­πο­δεέ­στε­ρο Γιάν­κη. Εκεί­νος δεν θέ­λει γά­μο, ε­κεί­νη τον δη­λη­τη­ριά­ζει, αλ­λά δεν α­πο­δέ­χε­ται το θά­να­τό του. Συμ­βιώ­νει με τον νε­κρό του μέ­χρι τέ­λους. Τη νύ­χτα α­γκα­λιά στο κρε­βά­τι, τη μέ­ρα δί­πλα του, στη­μέ­νη στο πα­ρά­θυ­ρο. 
Η συλ­λο­γή συ­μπλη­ρώ­νε­ται με δυο α­κό­μη ι­στο­ρίες. Η μία, «Με­τα­ξω­τός φα­νο­στά­της», δεί­χνει θε­μα­τι­κά πα­ρά­ται­ρη. Εί­ναι ο ε­σω­τε­ρι­κός μο­νό­λο­γος μιας με­σή­λι­κος η­θο­ποιού, ό­πως ξε­δι­πλώ­νε­ται την η­μέ­ρα της πρε­μιέ­ρας. Εί­ναι μία κα­λή κα­ρα­τε­ρί­στα, που της δί­νε­ται η ευ­και­ρία ε­νός πρω­τα­γω­νι­στι­κού ρό­λου. Ένας δεύ­τε­ρος γυ­ναι­κείος λό­γος, που η Ανα­στα­σέα δεί­χνει τις δυ­να­τό­τη­τές της, α­πο­τυ­πώ­νο­ντας τον πα­νι­κό της η­θο­ποιού. Στο μό­νο ση­μείο, που θα μπο­ρού­σε να σκο­ντά­ψει μία ψυ­χα­να­λυ­τι­κής διά­θε­σης α­νά­γνω­ση εί­ναι το ευ­τυ­χές τέ­λος. Πα­ρό­μοιοι φό­βοι εί­ναι τό­σο βα­θιά ρι­ζω­μέ­νοι, που συ­νή­θως ο­δη­γούν σε πρά­ξεις αυ­το­χει­ρια­σμού ή, συ­χνό­τε­ρα, σε ά­τα­κτη υ­πο­χώ­ρη­ση. Έναν πα­ρό­μοιο ή­ρωα πλά­θει ο Βαγ­γέ­λης Χατ­ζη­γιαν­νί­δης στο πρό­σφα­το μυθιστόρημά του, «Το ε­λά­χι­στο ί­χνος». Ακό­μη έ­να βι­βλίο, που δεν έ­τυ­χε της α­νά­λο­γης κρι­τι­κής α­πο­δο­χής. 
Η άλ­λη ι­στο­ρία, που εί­ναι η κα­τα­λη­κτι­κή του βι­βλίου, α­φο­ρά οι­κο­γε­νεια­κές σχέ­σεις και μά­λι­στα δί­πο­λα, που θα μπο­ρού­σαν να ο­δη­γή­σουν σε εν­δοοι­κο­γε­νεια­κούς εμ­φύ­λιους. Όπως η νε­α­ρή χή­ρα, με κα­θυ­στε­ρη­μέ­νο παι­δί, η ο­ποία ε­ρω­τεύε­ται κά­ποιον που την θέ­λει, αλ­λά χω­ρίς το παι­δί. Ή α­κό­μη, η νε­α­ρή χή­ρα, που συμ­βιώ­νει με τη γε­ρο­ντο­κό­ρη κου­νιά­δα. Όλα, ό­μως, βαί­νουν ει­ρη­νι­κά, κα­τα­λή­γο­ντας με την ευ­φρό­συ­νη διά­θε­ση μιας ροζ ι­στο­ρίας. Άνι­σες οι ι­στο­ρίες ή, μή­πως, ι­στο­ρίες για ό­λα τα γού­στα; Όπως και να έ­χει, συ­στε­γά­ζο­νται σε μία συλ­λο­γή με ό­μορ­φο τίτ­λο, αλ­λά μάλ­λον ξέ­νο προς αυ­τές ή ά­κρως υ­παι­νι­κτι­κό σε βαθ­μό α­συ­σχέ­τι­στου.   


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 7/12/2014.

Φωτ: Έργο του Λου­σιέν Φρόυ­ντ.

Ευ­γε­νή, α­νε­μπό­δι­στα, ποιη­τι­κά

Γιάν­νης Κο­ντός
«Μυ­στι­κά το­πία.
Κεί­με­να για πρό­σω­πα,
για τη ζω­γρα­φι­κή, 
για το θέ­α­τρο, για βι­βλία.»
Εκδό­σεις Τό­πος
Απρί­λιος 2014

Στο “αυ­τά­κι” του βι­βλίου, ο Γιάν­νης Κο­ντός, σε φω­το­γρα­φία του Δη­μή­τρη Γέ­ρου, με ε­κεί­νο το χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό χα­μό­γε­λο, ό­λο γλύ­κα, αλ­λά συ­νά­μα, μια ι­δέα ει­ρω­νι­κό, μάλ­λον πε­ρι­παι­κτι­κό. Σε υ­πο­δε­χό­ταν κα­θι­σμέ­νος στο γρα­φείο του, στον πέ­μπτο ό­ρο­φο Γ. Γεν­να­δίου 3, χω­ρίς τυ­πι­κό­τη­τες, με μια θερ­μή οι­κειό­τη­τα, που σε έ­κα­νε να νιώ­θεις πως εί­σαι και συ άν­θρω­πος του χώ­ρου. Το βιο­γρα­φι­κό, χω­ρίς η­με­ρο­μη­νία γεν­νή­σεως. Όχι για­τί την κρύ­βει, έ­τσι κι αλ­λιώς, σφύ­ζει α­πό νε­α­νι­κό­τη­τα, με τα φου­λά­ρια και τα φο­βε­ρά κα­σκόλ του να α­νε­μί­ζουν. Αλλά για­τί α­ρέ­σκε­ται παι­χνι­διά­ρι­κα να δη­λώ­νει, ό­τι γεν­νή­θη­κε ό­ταν δη­μο­σιεύ­τη­κε το πρώ­το του ποίη­μα, το 1965. Ή, ό­ταν εκ­δό­θη­κε το πρώ­το του βι­βλίο, το 1970. Άλλω­στε, ή­δη α­πό την πρώ­τη ε­ντύ­πω­ση, δη­μιουρ­γεί­ται η βε­βαιό­τη­τα πως πα­ρό­μοιος άν­θρω­πος μό­νο ποιη­τής θα μπο­ρού­σε να εί­ναι. Πε­ρισ­σό­τε­ρο α­κρι­βή βιο­γρα­φι­κά, τον θέ­λουν να σπου­δά­ζει οι­κο­νο­μι­κά, να ερ­γά­ζε­ται ως α­σφα­λι­στής, με­τά να λο­ξο­δρο­μεί ως βι­βλιο­πώ­λης, γω­νία Σό­λω­νος και Ομή­ρου. Το ό­νο­μα του κα­τα­στή­μα­τος «Ηνίο­χος», με τον ί­διο να πα­ρα­μέ­νει η­νίο­χος μό­νο στην ποίη­ση και στα πε­ρί αυ­τήν “μυ­στι­κά το­πία”.
Πέ­ρυ­σι, ε­πε­τεια­κά, συ­γκέ­ντρω­σε σε έ­ναν τό­μο “το έ­χει του”, 14 ποιη­τι­κές συλ­λο­γές, που εί­ναι “το στά­ρι” σα­ρά­ντα χρό­νων, 1970-2010. Εφέ­τος, εκ­δί­δει το τρί­το βι­βλίο του, με κεί­με­να βιω­μα­τι­κά, που για ε­κεί­νον ση­μαί­νει κεί­με­να για την τέ­χνη, με πρώ­τη την τέ­χνη του λό­γου, και τους αν­θρώ­πους της. Εί­ναι το τρί­το ο­δό­ση­μο με­τά το δί­το­μο «Τα ευ­γε­νή μέ­ταλ­λα». Αυ­τές οι εκ­δό­σεις, ά­τυ­πης α­πο­γρα­φής φί­λων και εμ­μο­νών, το­πο­θε­τού­νται α­νά δε­κα­ε­τία: 1994, 2005, 2014. Πα­ρό­μοια με τα βι­βλία-ο­δό­ση­μα της συγ­γρα­φι­κής πο­ρείας, που εκ­δί­δει ο Μέ­νης Κου­μα­ντα­ρέ­ας. Τα και­νού­ρια κεί­με­να εί­ναι γραμ­μέ­να στο διά­στη­μα της εν­διά­με­σης δε­κα­ε­τίας και τα­ξι­νο­μού­νται σε πέ­ντε ε­νό­τη­τες, με δυο ποιή­μα­τα, ως ει­σα­γω­γή και ως ε­πί­με­τρο. Ο κοι­νός τίτ­λος των  δυο προ­η­γού­με­νων βι­βλίων ή­ταν ε­μπνευ­σμέ­νος α­πό τον τίτ­λο ποιη­τι­κής συλ­λο­γής του Ζή­ση Οι­κο­νό­μου, «Η ε­πο­ποιία των α­γε­νών με­τάλ­λων».  Μό­νο που η α­παι­σιό­δο­ξη ο­πτι­κή του πα­λαιό­τε­ρου ποιη­τή, ε­δώ α­να­τρέ­πε­ται σε αι­σιό­δο­ξη κα­τά­φα­ση. Από τον ί­διο τίτ­λο εί­χα­με φτιά­ξει και ε­μείς την ε­πι­γρα­φή της βι­βλιο­πα­ρου­σία­σης του πρώ­του τό­μου, το μα­κρι­νό 1994. «Επο­ποιία ευ­γε­νών με­τάλ­λων», ή­ταν ο δι­κός μας τίτ­λος, με υ­πέρ­τιτ­λο, “πο­λυ­χρω­μία της ό­ρα­σης και της μνή­μης”. Τό­τε, για τα βι­βλία που μας ά­ρε­σαν, γρά­φα­με με εν­θου­σια­σμό. Στην εν­διά­με­ση ει­κο­σα­ε­τία, η αν­θυ­γιει­νή ε­να­σχό­λη­ση με την βι­βλιο­κρι­τι­κή τον κού­ρε­ψε δρα­στι­κό­τε­ρα και α­πό τα ε­πί Τρόι­κας οι­κο­νο­μι­κής φύ­σεως κου­ρέ­μα­τα. Θύ­μα ή θή­της ο κρι­τι­κός εί­ναι και θέ­μα ο­πτι­κής γω­νίας. Ο Κο­ντός γρά­φει, “Αχ, αυ­τοί οι κρι­τι­κοί, αυ­τοί οι νε­κρο­θά­φτες”, α­πο­δί­δο­ντας τη φρά­ση στον Να­πο­λέ­ο­ντα Λα­πα­θιώ­τη. Ωστό­σο, πα­ρό­λο που ου­δείς α­γα­πά τους νε­κρο­θά­φτες, ό­λοι μάλ­λον συμ­φω­νούν ό­τι εί­ναι α­πα­ραί­τη­τοι. Αλλά και δύ­στυ­χοι, κα­θώς τους βδε­λύσ­σο­νται, ι­διαί­τε­ρα ό­ταν κά­νουν κα­λά τη δου­λειά τους. 
Στη δεύ­τε­ρη ε­νό­τη­τα του και­νού­ριού του βι­βλίου, ό­που συ­γκε­ντρώ­νει τα δη­μο­σιευ­μέ­να κεί­με­να για βι­βλία, ο ί­διος σχο­λιά­ζει ως ο­μό­τε­χνος έρ­γα φί­λων. Στα 25 κεί­με­να, τα 12 α­φο­ρούν βι­βλία ποιη­τών της γε­νιάς του, κυ­ρίως ποιη­τι­κά (Ν. Χατ­ζι­δά­κι, Δ. Πο­τα­μί­τη, Κ. Μαυ­ρου­δή, Π. Πα­μπού­δη, Γ. Μαρ­κό­που­λου, Κ. Πα­πα­γεωρ­γίου, Γ. Βαρ­βέ­ρη), α­κό­μη μυ­θι­στό­ρη­μα του Γ. Μα­νιώ­τη και τέσ­σε­ρα βι­βλία ευ­ρέ­ος φά­σμα­τος του στε­νό­τε­ρου α­πό τους φί­λους, του Θ. Θ. Νιάρ­χου. Φι­λε­ται­ρι­κά εί­ναι και τα κεί­με­να για με­γα­λύ­τε­ρους (Κ. Μουρ­σε­λά, Γ. Μι­χα­η­λί­δη, Λ. Πα­πα­δό­που­λο) ή και νεό­τε­ρους (Ν. Δαβ­βέ­τα, Δ. Κο­σμό­που­λο). Σε ό­λα, έ­νας κρι­τι­κής διά­θε­σης α­να­γνώ­στης θα εύ­ρι­σκε ό­τι πε­ρισ­σεύει ο εν­θου­σια­σμός. Θα πρό­σθε­τε πως έ­τσι ο έ­παι­νος α­πο­δυ­να­μώ­νε­ται. Αυ­τή, ό­μως, εί­ναι συ­νή­θης α­βα­ρία του θε­τι­κού σκέ­πτε­σθαι. Όπως και να έ­χει, σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση, ο τρό­πος  γρα­φής πεί­θει ό­τι πρό­κει­ται για έ­ναν εν­θου­σια­σμό α­νό­θευ­τα πη­γαίο. Από την άλ­λη, εί­ναι εμ­φα­νές πως ο ποιη­τής α­πο­δί­δει κα­λύ­τε­ρα ως αι­σθη­τής σε υ­ψη­λούς τό­νους. Την ο­μά­δα των φί­λιων προ­σώ­πων συ­μπλη­ρώ­νουν, ό­πως και στους προ­η­γού­με­νους τό­μους, οι “με­γά­λοι” α­πό τους πα­λαιό­τε­ρους, ό­πως ο “φί­λος” Ρί­τσος, οι δυο Νο­μπε­λί­στες και ο Κα­βά­φης.   
Ο Κο­ντός, α­πό τα “ευ­γε­νή μέ­ταλ­λα” μέ­χρι τα “μυ­στι­κά το­πία”, δια­τη­ρεί α­κέ­ραια την κα­θα­ρό­τη­τα των αι­σθη­μά­των. Με την ί­δια προ­σή­λω­ση, συ­μπλη­ρώ­νει τα εκ­θέ­μα­τα μνή­μης. Όπως ο Τά­κης Σι­νό­που­λος το­πο­θε­τού­σε πέ­τρες, α­κρο­κέ­ρα­μα, α­στε­ρίες  στην αυ­λή του. Ο Πύρ­γειος ποιη­τής εί­ναι, α­κό­μη μία φο­ρά, α­πό τους πρώ­τους που α­να­φέ­ρο­νται, στο πρώ­το κεί­με­νο, το α­φιε­ρω­μέ­νο στη Να­νά Καλ­λια­νέ­ση και τον αλ­λο­τι­νό «Κέ­δρο». Τον εκ­δο­τι­κό οί­κο, που ί­δρυ­σε ο Νί­κος Καλ­λια­νέ­σης, μα­ζί με τη σύ­ζυ­γό του Να­νά Στα­μα­τίου, το 1954, άρ­τι α­φι­χθείς στην Αθή­να α­πό τον “πα­ρα­θε­ρι­σμό” του στον Αϊ-Στρά­τη. Τέ­λη του 1976, του ζή­τη­σε η Να­νά να ερ­γα­στεί για τον «Κέ­δρο». Τον Μάιο, εί­χε α­πο­βιώ­σει ο Νί­κος. Το 1988, έ­φυ­γε και η Να­νά. Από παι­δί για την “λά­ντζα”, ό­πως γρά­φει αυ­το­σαρ­κα­ζό­με­νος, α­φού στα πρώ­τα χρό­νια της Με­τα­πο­λί­τευ­σης οι “με­γά­λοι” – Ρί­τσος, Τσίρ­κας, Σι­νό­που­λος, Λει­βα­δί­της, Κοτ­ζιάς – διά­βα­ζαν τα χει­ρό­γρα­φα, πρό­τει­ναν, συμ­βού­λευαν, κα­τέ­λη­ξε στυ­λο­βά­της του οί­κου. Κυ­ρίως για τις εκ­δό­σεις ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, που πα­ρα­μέ­νει ως σή­με­ρα ο βα­σι­κός το­μέ­ας του «Κέ­δρου». Ο Κο­ντός συ­μπλή­ρω­σε 33 έ­τη στη σκιά του «Κέ­δρου», α­πο­χω­ρώ­ντας το 2009. Πι­θα­νώς, το α­πο­χω­ρώ να μην α­πο­δί­δει την ό­ποια κα­τά­στα­ση δη­μιουρ­γή­θη­κε, ό­ταν η δυ­να­μι­κή Κά­τια Λε­μπέ­ση χρειά­στη­κε να α­που­σιά­σει. Όπως και να έ­χει, ή­ταν έ­νας πο­λι­τι­σμέ­νος χω­ρι­σμός, που έ­μει­νε μα­κριά α­πό τον δι­ψα­λέο Τύ­πο. Απώ­λεια για τον συ­γκε­κρι­μέ­νο εκ­δο­τι­κό οί­κο, αλ­λά και γε­νι­κό­τε­ρα, για τον εκ­δο­τι­κό χώ­ρο, κα­θώς η με­τοι­κε­σία του σε έ­τε­ρο οί­κο, φαί­νε­ται πως δεν ευο­δώ­θη­κε. 
Ει­κο­νο­πλά­στης ο Κο­ντός, ό­πως ο σκη­νο­θέ­της Ίνγκμαρ Μπέρ­γκμαν, του ο­ποίου την αυ­το­βιο­γρα­φία συ­στή­νει στον α­να­γνώ­στη “να την δια­βά­σει με πά­θος”, η ζω­γρα­φι­κή εί­ναι μέ­ρος της ζωής του, αλ­λά και “ό­λοι μα­ζί ποιη­τές, μου­σι­κοί, καλ­λι­τέ­χνες... η δεύ­τε­ρη κα­τά­στα­ση του κό­σμου”. Η τρί­τη ε­νό­τη­τα του βι­βλίου εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νη στους ζω­γρά­φους. “Από πο­λύ νέο τον τρα­βού­σε η ζω­γρα­φι­κή” και συ­νε­χί­ζει για σα­ρά­ντα χρό­νια “να γρά­φει κεί­με­να (ου­σια­στι­κά ποιή­μα­τα) για ζω­γρά­φους”. Ορι­σμέ­νους, τους φί­λους, τους α­κο­λου­θεί στην πε­ρι­πέ­τεια της δια­δρο­μής τους. Η ει­κα­στι­κή σο­δειά με­τρά­ει κεί­με­να για 17 ζω­γρά­φους, μία γλύ­πτρια, την Να­τα­λία Με­λά, έ­ναν ποιη­τή, τον Ελύ­τη. Ξε­κι­νώ­ντας α­πό τον πρε­σβύ­τη Γιάν­νη Μό­ρα­λη, για την τε­λευ­ταία έκ­θε­σή του, Νοέ.-Δεκ. 2006, με τους δέ­κα και­νού­ριούς του πί­να­κες. Ήταν η δε­κά­τη α­το­μι­κή του έκ­θε­ση, τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, 20 Δε­κεμ­βρίου 2009, α­πε­βίω­σε. Και τον α­ει­θα­λή Πα­να­γιώ­τη Τέ­τση, που κο­λυ­μπά­ει στη θά­λασ­σα της Σίφ­νου και την α­πα­θα­να­τί­ζει. Μέ­χρι τη νεό­τε­ρη Κρη­τι­κιά Ελέ­νη Κα­λο­κύ­ρη και τα κα­ρά­βιά της.
Ένας άλ­λος κό­σμος, αυ­τός του θεά­τρου, ζω­ντα­νεύει στα κεί­με­να της τέ­ταρ­της ε­νό­τη­τας. Το ζω­ντα­νεύει, δεν εί­ναι σχή­μα λό­γου, αλ­λά γε­γο­νός. Όπως ο Κο­ντός δεν γρά­φει για τη λο­γο­τε­χνία ως κρι­τι­κός, ού­τε για τη ζω­γρα­φι­κή ως τε­χνο­κρι­τι­κός, πα­ρο­μοίως, δεν σχο­λιά­ζει μία θε­α­τρι­κή πα­ρά­στα­ση ως κρι­τι­κός, αλ­λά με τον ι­διό­τυ­πο τρό­πο του ά­με­σα ε­μπλε­κό­με­νου συ­ναι­σθη­μα­τι­κά. Συ­χνά ξε­κι­νά­ει σαν να κου­βε­ντιά­ζει έ­να θέ­μα γε­νι­κό­τε­ρου εν­δια­φέ­ρο­ντος. Για πα­ρά­δειγ­μα, το κεί­με­νο για το θε­α­τρι­κό του Βα­σί­λη Κα­τσι­κο­νού­ρη, «Το γά­λα», αρ­χί­ζει με δια­κή­ρυ­ξη αρ­χώ­ν: “Εί­ναι γνω­στές οι θέ­σεις μου για το νε­ο­ελ­λη­νι­κό έρ­γο. Αγω­νί­ζο­μαι, το πι­στεύω και εί­μαι κο­ντά στους αν­θρώ­πους του.” Ενώ, στο «Δια­μά­ντια και μπλουζ», δη­λώ­νει: “Από πά­ντα ή­μου­να θαυ­μα­στής του θεά­τρου της Λού­λας Ανα­γνω­στά­κη. Την έ­βλε­πα σε φω­το­γρα­φίες, την πα­ρα­κο­λου­θού­σα, μέ­χρι που γνωρ­στή­κα­με (1972) και δεν χω­ρί­σα­με πο­τέ.” Σε άλ­λες πα­ρα­στά­σεις, η έμ­φα­ση δί­νε­ται στον σκη­νο­θέ­τη. Γί­νε­ται λό­γος για “τον μά­γο Λευ­τέ­ρη Βο­γιατ­ζή” ή για “τον μά­γο Ευαγ­γε­λά­το”. Ακό­μη, πολ­λα­πλή α­να­φο­ρά στον Γιώρ­γο Μι­χα­η­λί­δη και τις πα­ρα­στά­σεις Τσέ­χωφ.         
Άνθρω­πος της πό­λης ο Κο­ντός, ποιη­τής και πε­ζο­πό­ρος, μα­κράν του πλή­θους των ε­πο­χού­με­νων, πα­ρα­τη­ρεί στο πε­ζο­δρό­μιο “σε μια στα­λί­τσα χώ­μα”, «Ένα φυ­τό του δρό­μου», ό­πως εί­ναι ο τίτ­λος του ει­σα­γω­γι­κού ποιή­μα­τος. Πράγ­μα­τι, πό­σες φο­ρές δεν στέ­κεις α­πο­ρη­μέ­νος “για την α­ντο­χή του, την ε­πι­μο­νή του και τέ­λος πά­ντων που βρί­σκει τον αέ­ρα και α­να­πνέει”. Εί­ναι έ­να αι­σιό­δο­ξο “ά­νοιγ­μα”, ό­πως ται­ριά­ζει σε έ­να α­γα­πη­σιά­ρι­κο βι­βλίο. Αντι­θέ­τως, το “κλεί­σι­μο” εί­ναι πέν­θι­μο, «Ο σκου­πι­διά­ρης ή το πρω­το­γε­νές πλεό­να­σμα της οι­κο­νο­μίας»: “Η νύ­χτα προ­χω­ρά... Πώς περ­νούν οι ώ­ρες;” “Δώ­δε­κα και μι­σή” θα μπο­ρού­σε να εί­ναι μία κα­βα­φι­κή συ­νέ­χεια. 
Η πέ­μπτη ε­νό­τη­τα τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Μο­νό­λο­γοι». Συ­νο­λι­κά δε­κα­τέσ­σε­ρις, γραμ­μέ­νοι στο α­να­με­τα­ξύ Αθή­νας και Με­τα­ξο­χω­ρίου, ό­χι Ηρα­κλείου, αλ­λά Αγιάς Λά­ρι­σας. Εξο­μο­λο­γη­τι­κοί, γε­μά­τοι νο­σταλ­γία, α­πό κά­ποιον που ε­νέ­δω­σε νω­ρίς “στην α­μαρ­τία της ποιή­σεως”. “Όλα άρ­χι­σαν στα δέ­κα με έ­ντε­κά μου α­πό κά­τι σπα­σμέ­νες παι­δι­κές ει­κό­νες που βγαί­να­νε α­πό τα κλα­σι­κά ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­να...”, ε­ξο­μο­λο­γεί­ται. Μι­κρές φρά­σεις κα­τορ­θώ­νουν και α­φη­γού­νται ό­σα χρειά­ζο­νται σε­λί­δες για να εκ­φρα­στούν. Ο Κο­ντός α­κο­λου­θεί τη συμ­βου­λή του Γιώρ­γου Χει­μώ­να: “Γιάν­νη, οι συγ­γρα­φείς δεν πρέ­πει να κά­νουν ψυ­χα­νά­λυ­ση.” Αφή­νε­ται στη λε­κτι­κή με­τω­νυ­μία, ξε­δι­πλώ­νο­ντας τις ει­κό­νες που αυ­τή δη­μιουρ­γεί. “Σε μια α­κρο­θα­λασ­σιά κα­θό­μου­να και φο­βό­μου­να να μπω στη θά­λασ­σα. Με­τά α­πό λί­γο μπή­κα γυ­μνός για πά­ντα και μά­λι­στα περ­πά­τη­σα ε­πί των υ­δά­τω­ν.” Αυ­τοί οι μο­νό­λο­γοι, που θα μπο­ρού­σαν να γρα­φούν σε στί­χους, αλ­λά δό­θη­καν πε­ζό­μορ­φοι, “δρουν σαν ο­ξύ πά­νω στο συ­ναί­σθη­μα” του πα­ρα­λή­πτη τους. Ο Κο­ντός κοι­τά­ζει αυ­τά που γί­νο­νται γύ­ρω του -  “τη μαύ­ρη σα­κού­λα” σκου­πι­διών, τον “άν­θρω­πο στα σκου­πί­δια”, τον νε­κρο­θά­πτη που “χά­θη­κε μια νύ­χτα στο δά­σος” – και βγά­ζει, για μια α­κό­μη φο­ρά, “κραυ­γή δια­μαρ­τυ­ρίας”.
Ωστό­σο, τα α­να­μνη­στι­κά κεί­με­να της αρ­χι­κής ε­νό­τη­τας για τις πρώ­τες γνω­ρι­μίες του ποιη­τή, πιο ε­κτε­νή και πιο α­φη­γη­μα­τι­κά, προ­ε­ξάρ­χουν. Ανα­φέ­ρο­νται σε γνω­στούς δη­μιουρ­γούς, που γνω­ρί­ζου­με μέ­σα α­πό το έρ­γο τους. Εδώ τα κεί­με­να του Κο­ντού δί­νουν ε­ντυ­πώ­σεις α­πό πρώ­το χέ­ρι,  κα­θώς αυ­τά τα πρό­σω­πα σκια­γρα­φού­νται κα­τά την ε­πο­χή της ακ­μής τους. Υπάρ­χουν και δυο κεί­με­να για τον Κα­ρυω­τά­κη. Τον ποιη­τή που α­γά­πη­σε πο­λύ η γε­νιά του Κο­ντού. Με μία πρό­τα­ση α­πο­δί­δει το πώς τον εί­δα­ν: “α­λώ­βη­το, ε­ρω­τι­κό, έ­να γέ­ρο-παι­δί, έ­ναν πρω­το­πό­ρο, έ­ναν μο­να­χό των λέ­ξεων και των ι­δεών, έ­ναν άν­θρω­πο με τρο­με­ρό χιού­μορ, έ­ναν λυ­πη­μέ­νο, έ­ναν υ­πάλ­λη­λο του φό­βου, έ­ναν πε­λιδ­νό μέ­σα στη ζωή, έ­ναν α­πέλ­πι­δα, ρο­μα­ντι­κό και αυ­τό­χει­ρα.” Σαν να θέ­τει σε ε­φαρ­μο­γή τον κα­τα­λη­κτι­κό στί­χο της δε­κά­της ε­βδό­μης ποιη­τι­κής του συλ­λο­γής, «Η στάθ­μη του σώ­μα­τος», Οκτώ­βριο 2010, υ­πα­κούο­ντας σε πα­ρό­τρυν­ση του τε­θνεώ­τος, “Φύ­ση­ξε τον πη­λό μου να ξα­να­γί­νω άν­θρω­πος”. Μέ­νου­με με την πα­λαιό­τε­ρη α­πο­ρία μας, κα­τά πό­σο θα ή­ταν μέ­σα στις δυ­να­τό­τη­τες του ποιη­τή το “γύ­ρι­σμα”  ό­λου αυ­τού του α­να­μνη­στι­κού πλού­του σε κα­θα­ρή α­φή­γη­ση. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 30/11/2014.