Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

Οι μαγικές μεταμορφώσεις του Παπαδιαμάντη

Τον τε­λευ­ταίο και­ρό ο Πα­πα­δια­μά­ντης μας θυ­μί­ζει ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο μα­γι­κή ει­κό­να. Κι αυ­τό για­τί, α­νά­λο­γα με την ο­πτι­κή γω­νία που τον κοι­τά­ζου­με, αλ­λά­ζει η ει­κό­να του και α­πο­κα­λύ­πτει άλ­λες πα­ρα­στά­σεις. Μοιά­ζει με τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γία, στην ο­ποία φαί­νε­ται να βο­η­θά­ει το έρ­γο του, που κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νο σε διη­γή­μα­τα, α­πο­κρύ­βει την ε­νό­τη­τά του. Για πα­ρά­δειγ­μα, έ­να μό­νο διή­γη­μα κρά­τη­σε ο Λά­κης Προ­γκί­δης, με την τόλ­μη του εξ Εσπε­ρίας ερ­χό­με­νου, και η μα­γι­κή ει­κό­να έ­δει­ξε τον Πα­πα­δια­μά­ντη ευ­ρω­παίο μυ­θι­στο­ριο­γρά­φο. Ή, πά­λι, δυο διη­γή­μα­τα κρά­τη­σε ο, ε­πί­σης, εξ Εσπε­ρίας Γκυ Σω­νιέ και έ­δει­ξε τον ψυ­χι­κά πά­σχο­ντα Πα­πα­δια­μά­ντη. Για να α­κρι­βο­λο­γού­με, δυο διη­γή­μα­τα και την πρό­τα­ση, “α­φη­γη­τής ί­σον συγ­γρα­φέ­ας”, την ο­ποία ο Σω­νιέ, κα­θό­σον κα­θη­γη­τής εν Σορ­βόν­νη, την α­νή­γα­γε σε α­δια­φι­λο­νί­κη­το α­ξίω­μα.
Πιο με­τρη­μέ­νοι οι γη­γε­νείς, κρα­τούν ο­μά­δες διη­γη­μά­των για τις μα­γι­κές με­τα­μορ­φώ­σεις του Πα­πα­δια­μά­ντη. Προς α­ντί­πρα­ξη στους θια­σώ­τες της ελ­λη­νι­κής πα­ρά­δο­σης, κά­ποιοι α­πό αυ­τούς ε­πι­λέ­γουν διη­γή­μα­τα με­τα­φυ­σι­κής πνοής. Προ­σαρ­μο­ζό­με­νοι, ω­στό­σο, στο τρέ­χον λε­κτι­κό, τα α­πο­κα­λούν σκο­τει­νά, ο­πό­τε η μα­γι­κή ει­κό­να φλου­τά­ρει και ως εκ θαύ­μα­τος, ο φω­τει­νός Πα­πα­δια­μά­ντης σκο­τει­νιά­ζει. Οπό­τε, εν­θου­σια­σμέ­νοι συν­δυά­ζουν τα σκο­τει­νά με το α­ξίω­μα του Σω­νιέ και ι­δού ο άν­θρω­πος με τα α­βυσ­σα­λέα πά­θη. Έτσι προ­κύ­πτει μια μα­γι­κή ει­κό­να συ­ναρ­πα­στι­κή για τα ση­με­ρι­νά γού­στα. Τό­τε, κά­ποιοι άλ­λοι δράτ­το­νται της ευ­και­ρίας και α­ντι­προ­τεί­νουν τα ε­ρω­τι­κά διη­γή­μα­τα. Αυ­τά α­νά­βουν πε­ρι­σπού­δα­στες συν­δια­λέ­ξεις και προ­κύ­πτει μέ­γα θέ­μα πε­ρί του ε­ρω­τι­κού Πα­πα­δια­μά­ντη. Κα­τ’ αρ­χάς, πε­ρί τι εί­δους ε­ρω­τι­κού ο­μι­λού­με; Κα­νο­νι­κού ή πα­ρεκ­κλί­νο­ντος; Πλεί­στοι ό­σοι πα­ρεκ­κλί­νο­ντες τον διεκ­δι­κούν. Τό­τε, προ­κύ­πτει νέο θέ­μα, πε­ρί της φύ­σεως και της έ­κτα­σης της πα­ρέκ­κλι­σης. Μέ­χρι ποιού βαθ­μού θα πρέ­πει να προ­ε­κτα­θούν οι πα­ρεκ­κλί­σεις του, ώ­στε να πά­ρει κε­φά­λι έ­να­ντι της ε­ρω­τι­κής μυ­θι­στο­ριο­γρά­φου Λέ­νας Μα­ντά στις σφυγ­μο­με­τρή­σεις της κοι­νής γνώ­μης; Διό­τι, ό­πως και να το κά­νου­με, η ι­σο­βαθ­μία Πα­πα­δια­μά­ντη-Μα­ντά στο καί­ριο ε­ρώ­τη­μα, ποιού συγ­γρα­φέα τα βι­βλία σας άλ­λα­ξαν τη ζωή, συ­νι­στά ε­θνι­κό κό­λα­φο.
Δεν πρέ­πει, ω­στό­σο, να α­πελ­πι­ζό­μα­στε. Πώς τα κα­τα­φέ­ρα­με, λί­γο σαν μέ­γα λο­γο­τέ­χνη, λί­γο σαν σκο­τει­νό τρυ­γό­νι, βά­λα­με τον Πα­πα­δια­μά­ντη για τα κα­λά μέ­σα στο λάϊφ στάϊλ των η­με­ρών. Τι ποιο ιν θα μπο­ρού­σε να φα­ντα­στεί κα­νείς για τα ε­κα­το­ντά­χρο­νά του α­πό μια ο­λο­νύ­χτια α­νά­γνω­ση; Όχι, βέ­βαια, μία α­πό τα ί­δια, ό­πως η τε­τριμ­μέ­νη δη­μό­σια α­νά­γνω­ση που διορ­γα­νώ­θη­κε για τον Ελύ­τη. Αλλά μια... παν­νυ­χί­δα! Και μό­νο αυ­τή η σχε­δόν ε­ξω­τι­κή λέ­ξη σα­γη­νεύει. Αλλά και τα πε­ρί κα­τα­νύ­ξεως και α­γρυ­πνιών α­κού­γο­νται τό­σο πα­ρά­ξε­να και γρα­φι­κά που, ως δια μα­γείας, οι ψάλ­λο­ντες πι­στοί με­τα­μορ­φώ­θη­καν σε α­θρόα συ­νά­θροι­ση ε­πω­νύ­μων, που, ε­λέω Πα­πα­δια­μά­ντη, πρό­βα­λαν και μά­λι­στα με­τά μου­σι­κής, το α­νά­στη­μά τους. Πα­τείς με πα­τώ σε έ­γι­νε στην παν­νυ­χί­δα, α­ντι­θέ­τως, τρείς κι ο κού­κος στην Ημε­ρί­δα. Εί­ναι, δη­λα­δή, προ­φα­νές ό­τι Πα­πα­δια­μά­ντη by night τρα­βά­ει η ψυ­χή των Αθη­ναίων.
Το ό,τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης προ­σφέ­ρε­ται για χά­πε­νιν­γκ φαί­νε­ται πως το α­ντι­λή­φθη­καν και οι άν­θρω­ποι του θεά­τρου. Όχι μό­νο προ­σφέ­ρε­ται, αλ­λά δί­νει και και­νού­ριες ι­δέες. Ως γνω­στόν, τα θε­α­τρι­κά δρώ­με­να, α­πα­ντα­χού της πό­λης εί­ναι πο­λύ της μό­δας. Αρχι­κά, α­νά τας ρύ­μας και τας ο­δούς, έ­φθα­σαν ε­σχά­τως και κα­τ’ οί­κον, σε σα­λό­νια, κου­ζί­νες και τουα­λέ­τες. Μό­νο οι εκ­κλη­σίες έ­με­ναν, αν και υ­πήρ­χε το προ­η­γού­με­νο της φο­βε­ρής συ­ναυ­λίας Ντα­λά­ρα στον Άγιο Πα­ντε­λεή­μο­να. Ο θό­ρυ­βος γύ­ρω α­πό τον Άγιο Ελισ­σαίο, έ­δω­σε τε­λι­κά τη φα­ει­νή ι­δέα. Έτσι κι αλ­λιώς, ο Πα­πα­δια­μά­ντης έ­χει α­πο­δειχ­θεί ε­ντυ­πω­σια­κά πρό­σφο­ρος σε δρα­μα­το­ποιή­σεις. Τουρ­λού τουρ­λού διη­γή­μα­τα με­τά μι­κράς δό­σης α­πό τα σκο­τει­νά βιο­γρα­φι­κά του δί­νουν, ως δια μα­γείας θε­α­τρι­κά, που οι θε­α­τρό­φι­λοι α­πο­θεώ­νουν, πριν α­κό­μη τα δουν, και μό­νο με τον ι­σχυ­ρι­σμό του δρα­μα­το­ποιού ό­τι πρό­κει­ται για Πα­πα­δια­μά­ντη. Έτσι ε­τοι­μά­στη­κε έ­να τουρ­λού α­θη­ναϊκών και σκια­θί­τι­κων α­πό τα πα­σχα­λι­νά διη­γή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη σε σει­ρά πα­ρα­στά­σεων τη Με­γά­λη Εβδο­μά­δα ε­ντός του Αγίου Ελισ­σαίου. Ποιος τη χά­ρη του εκ­κλη­σι­δρίου! Αν και μο­νό­χω­ρο, κά­τι οι θε­α­τρι­κές πα­ρα­στά­σεις, κά­τι οι ό­λο και συ­χνό­τε­ρες α­γρυ­πνίες, δεν έ­χει τί­πο­τα να ζη­λέ­ψει α­πό τους πο­λυ­χώ­ρους των Αθη­νών.
Oσο για τα πα­σχα­λι­νά διη­γή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη, παί­ζει κα­τά πό­σο εί­ναι ε­πί­και­ρα ή α­νε­πί­και­ρα. Προ­φα­νώς και εί­ναι ε­πί­και­ρα λό­γω των η­με­ρών. Από την άλ­λη, ό­μως, δεί­χνουν ά­κρως α­νε­πί­και­ρα, με ό­λους ε­κεί­νους τους ιε­ρείς, τις α­να­στά­σι­μες λει­τουρ­γίες και τις η­θο­γρα­φί­ζου­σες πε­ρι­γρα­φές. Άλλω­στε, ε­κτός χρό­νου δεν εί­ναι μό­νο τα πα­σχα­λι­νά του, αλ­λά α­πα­ξά­πα­ντα τα ε­ορ­τα­στι­κά του. Ού­τε έ­να δεν θα μπο­ρού­σες να το πεις σκο­τει­νό. Όσο για ε­ρω­τι­κό, μό­λις έ­να α­πό τα πα­σχα­λι­νά, ε­κεί­νη «Η Βλα­χο­πού­λα», κι αυ­τό, ό­χι α­πό τα εν­δια­φέ­ρο­ντα, στα ο­ποία ο α­φη­γη­τής ε­ξι­στο­ρεί α­μαρ­τω­λές ι­στο­ρίες της ζωής του, αλ­λά α­πό τα άλ­λα, τα τε­τριμ­μέ­να, με τις ε­ρω­τι­κές πε­ρι­πέ­τειες των η­ρώων. Τε­λι­κά, φαί­νε­ται ό­τι το πρό­βλη­μα δεν εί­ναι τα πα­σχα­λι­νά του ή γε­νι­κώς τα ε­ορ­τα­στι­κά του. Αυ­τά, με το ξε­σκαρ­τά­ρι­σμα, που έ­χου­με ξε­κι­νή­σει, άλ­λα τα α­πο­κα­θαί­ρου­με και άλ­λα τα πε­τά­με. Δό­ξα τω Θεώ, 170 διη­γή­μα­τα μας ά­φη­σε, κα­μιά σα­ρα­ντα­ριά λι­γό­τε­ρα, δεν χά­θη­κε ο κό­σμος. Το πρό­βλη­μα εί­ναι ο ί­διος ο Πα­πα­δια­μά­ντης, που, αν θέ­λου­με να εί­μα­στε ει­λι­κρι­νείς, εί­ναι α­συμ­βί­βα­στος με τις πα­γκο­σμιο­ποιη­μέ­νες α­ντι­λή­ψεις μας. Από μια ά­πο­ψη, εί­ναι ο τε­λευ­ταίος α­πό τους συγ­γρα­φείς της πε­ζο­γρα­φι­κής μας πα­ρά­δο­σης, που ται­ριά­ζει με ό­σα πρε­σβεύει η ση­με­ρι­νή πνευ­μα­τι­κή ε­λί­τ, α­πό τους ι­στο­ρι­κούς μας μέ­χρι τους συγ­γρα­φείς μας.
Βε­βαίως, η λο­γο­τε­χνία δεν έ­χει σχέ­ση με ι­δε­ο­λο­γι­κές κα­τευ­θύν­σεις. Κα­κά τα ψέ­μα­τα, ό­μως, ι­δε­ο­λο­γι­κή α­να­σκευή της Ιστο­ρίας δεν γί­νε­ται χω­ρίς ξε­σκαρ­τά­ρι­σμα της λο­γο­τε­χνίας μας. Ήδη, οι συγ­γρα­φείς μας προ­σαρ­μό­ζουν τα διη­γή­μα­τα και τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά τους στο ι­δε­ο­λο­γι­κώς ορ­θό. Το ί­διο και οι φι­λό­λο­γοι, που έ­χουν α­να­λά­βει το δυ­σχε­ρές έρ­γο να ε­ξά­γουν α­πό το πα­ρελ­θόν έ­ναν γη­γε­νή λο­γο­τε­χνι­κό κα­νό­να, ε­ναρ­μο­νι­ζό­με­νο με τον πα­γκό­σμιο. Πώς, ό­μως, να προ­σπε­ρά­σει κα­νείς τον Πα­πα­δια­μά­ντη; Η α­πά­ντη­ση, τε­λι­κά, εί­ναι α­πλή. Δεν τον προ­σπερ­νού­με, αλ­λά, τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γι­κά, σαν μα­γι­κή ει­κό­να, τον εν­σω­μα­τώ­νου­με αυ­τόν και το έρ­γο του. Για πα­ρά­δειγ­μα, α­πό τους ε­πι­θε­τι­κούς προσ­διο­ρι­σμούς, με τους ο­ποίους τον χα­ρα­κτή­ρι­ζαν άλ­λο­τε, κρα­τά­με τους πιο βο­λι­κούς, ε­κεί­νους, δη­λα­δή, που ε­πι­δέ­χο­νται α­να­σκευή. Όπως στις μα­γι­κές ει­κό­νες, πά­νω στην ει­κό­να του βά­ζου­με μια άλ­λη, προ­σφο­ρό­τε­ρη. Όχι πα­τριώ­της, χρι­στια­νός κι άλ­λα βα­ρύ­γδου­πα, αλ­λά κο­σμο­κα­λό­γε­ρος, που, του­λά­χι­στον η­χη­τι­κά, εί­ναι κο­ντά στο κο­σμο­πο­λί­της. Αυ­τό το μάλ­λον γρα­φι­κό ε­πί­θε­το ε­πι­τρέ­πει να φέ­ρου­με τη θρη­σκευ­τι­κό­τη­τά του στα μέ­τρα μας. Λέ­νε οι ει­δή­μο­νες: Ε! τι να κά­νου­με! γιος πα­πά ή­ταν, ο βίος του έ­χει γνω­ρί­σμα­τα εκ­κλη­σια­στι­κά και α­σκη­τι­κά. Και έ­ψελ­νε και ύ­μνους έ­γρα­φε. Προ­σο­χή, ό­μως, δεν εί­χε α­πε­μπο­λή­σει τον κο­σμι­κό βίο. Από­δει­ξη πε­ρί­τρα­νη, έ­πι­νε το κρα­σά­κι του. Ύστε­ρα, οι κα­λοί γνώ­στες, ξε­θά­βουν τα σα­τι­ρι­κά για τους πα­πά­δες, που δη­μο­σίευ­σε λί­γο πριν πε­θά­νει. Τό­σα διη­γή­μα­τα που γρά­φει για δε­κα­ε­τίες δεν τους κά­νουν. Αυ­τά υ­πα­κούουν, λέει, στον τύ­πο. Ψι­λά γράμ­μα­τα, η πα­πα­δια­μά­ντειος ει­ρω­νεία. Τε­λι­κά, μα­γι­κή ει­κό­να και η θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη.
Για τους με­τριο­πα­θείς, που θα ή­θε­λαν να α­πο­φα­σί­σουν, τι κρα­τά­με και τι πε­τά­με α­πό τα διη­γή­μα­τά του, μια κα­λή ι­δέα θα ή­ταν να εκ­δο­θούν οι θε­α­τρο­ποιη­μέ­νες εκ­δο­χές των διη­γη­μά­των του. Θα μπο­ρού­σαν να χρη­σι­μο­ποιη­θούν ως πρό­τυ­πο για το α­παι­τού­με­νο α­πο­λέ­πι­σμα. Λ.χ., κά­τι πρέ­πει να γί­νει με την εμ­μο­νή του Πα­πα­δια­μά­ντη στους προ­ε­πα­να­στα­τι­κούς α­γω­νι­στές. Για έ­να ση­με­ρι­νό κοι­νό, που πα­σχί­ζει να α­να­σκευά­σει το 1821, χά­ρις στην ο­μό­τιτ­λη τη­λε­ο­πτι­κή σει­ρά, αλ­λά και χά­ρις στα νε­ο­φα­νή πο­νή­μα­τα των ι­στο­ρι­κών μας, η α­γλαΐζου­σα α­να­φο­ρά του Πα­πα­δια­μά­ντη σε αρ­μα­το­λούς και κλέ­φτες - ό­λους ε­κεί­νους, που πρώ­τα τα έ­κα­ναν κα­πά­κια με τους Τούρ­κους και με­τά τους σφα­γία­ζαν α­νη­λεώς - α­πο­βαί­νει ά­κρως συγ­χυ­τι­κή. Έτσι κα­τα­στρέ­φει ο Πα­πα­δια­μά­ντης, έ­να διή­γη­μά του, κα­τά τα άλ­λα υ­πο­δειγ­μα­τι­κό για το θέ­μα του Άλλου, τό­σο του αλ­λο­ε­θνούς ό­σο και του αλ­λό­θρη­σκου, που πο­λύ μας α­πα­σχο­λεί και μας συ­γκι­νεί. Στο διή­γη­μα, «Ο ξε­πε­σμέ­νος δερ­βί­σης», μνη­μο­νεύει ως λε­ο­ντό­καρ­δο τον Λε­πε­νιώ­τη και τον α­δελ­φό του, ως με­γά­λο ή­ρωα. Ευ­τυ­χώς που ε­λά­χι­στοι - για να μην πού­με κα­νείς - γνω­ρί­ζουν ποιος εί­ναι ο Λε­πε­νιώ­της του δρο­μί­σκου με τα ξε­νυ­χτά­δι­κα στου Ψυρ­ρή και α­κό­μη λι­γό­τε­ροι, ποιος, ο α­δελ­φός του. Πά­ντως, κα­τά κα­λή σύ­μπτω­ση, τους ε­μπλέ­κει σε γε­να­ριά­τι­κο διή­γη­μα. Για­τί έ­τσι και τους μνη­μό­νευε σε πα­σχα­λι­νό, αυ­τός ή­ταν ι­κα­νός να α­φη­γη­θεί με το νι και με το σίγ­μα τη δο­λο­φο­νία του Λε­πε­νιώ­τη, α­νή­με­ρα το Πά­σχα, βγαί­νο­ντας α­πό την ε­νο­ρια­κή εκ­κλη­σία του Φουρ­νά. Μή­πως έ­τσι δεν πα­ρα­σύ­ρε­ται «Στην Αγι-Ανα­στα­σά» α­πό την ο­νο­μα­σία ε­νός ρέ­μα­τος και διη­γεί­ται το σκο­τω­μό ε­νός άλ­λου πε­ριώ­νυ­μου κλε­φταρ­μα­τω­λού, του Νι­κο­τσά­ρα; Χά­ρις, πά­ντως, στον α­πο­σπα­σμα­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα των διη­γη­μά­των, και τα δυο τμή­μα­τα μπο­ρούν τε­χνηέ­ντως να α­φαι­ρε­θούν. Έτσι και αλ­λιώς, το δεύ­τε­ρο διή­γη­μα μό­νο στον Πα­λα­μά ά­ρε­σε. Κα­μία σύ­γκρι­ση με το άλ­λο διή­γη­μα, «Η Φαρ­μα­κο­λύ­τρια», που δη­μο­σιεύ­θη­κε με­ρι­κά χρό­νια αρ­γό­τε­ρα και το ο­ποίο ε­πί­σης ε­κτυ­λίσ­σε­ται στην Αγι-Ανα­στα­σά την Φαρ­μα­κο­λύ­τρια. Εκεί­νο θεω­ρεί­ται κο­ρυ­φαίο, κα­θό­σον σκο­τει­νό, ε­ρω­τι­κό και προ πά­ντων, α­πο­κα­λυ­πτι­κό για το τραυ­μα­τι­σμέ­νο υ­πο­συ­νεί­δη­το του α­φη­γη­τή, του­τέ­στιν του Πα­πα­δια­μά­ντη.
Υπάρ­χουν, ό­μως, δυ­στυ­χώς, πε­ρι­πτώ­σεις, που η α­πο­κά­θαρ­ση ε­νός διη­γή­μα­τος δεν εί­ναι τό­σο εύ­κο­λη υ­πό­θε­ση. Λα­μπρό πα­ρά­δειγ­μα, το «Λα­μπριά­τι­κος ψάλ­της», το ο­ποίο, σο­φά ποιών ο δρα­μα­το­ποιός, δεν κρά­τη­σε στο πα­σχα­λιά­τι­κο τουρ­λού. Αυ­τό το διή­γη­μα δεν το πε­τά­με, μό­νο και μό­νο, χά­ρις στον ε­πί­λο­γό του, ό­που πε­ρι­γρά­φε­ται η τε­λε­τουρ­γία ο­βε­λι­σμού του α­μνού και το πά­θη­μα του Γιάν­νη του Μπου­κώ­ση, που μπού­κω­σε με τη νε­φραι­μιά του α­μνού. Εδώ, οι ει­δή­μο­νες δια­βλέ­πουν τη μα­γι­κή τέ­χνη του Πα­πα­δια­μά­ντη και σπεύ­δουν να θυ­μί­σουν τον στε­ρη­μέ­νο βίο του. Έλα, ό­μως, που το διή­γη­μα έ­χει και προοί­μιο. Οχλη­ρό προοί­μιο, κι ας α­να­φέ­ρε­ται ο Πα­πα­δια­μά­ντης στους συ­γκαι­ρι­νούς του και στο προ ε­νός και πλέ­ον αιώ­να «ελ­λη­νι­κό έ­θνος». Ορι­σμέ­νες πε­ρι­κο­πές πα­ρα­μέ­νουν δυ­σά­ρε­στες, ό­πως ε­κεί­νη πε­ρί Άγγλων, Γερ­μα­νών, Γάλ­λων, που δύ­να­νται να εί­ναι κο­σμο­πο­λί­τες ή α­ναρ­χι­κοί ή ά­θε­οι ή ό,τι­δή­πο­τε, για­τί έ­κα­μαν το πα­τριω­τι­κό χρέ­ος τους, έ­κτι­σαν με­γά­λη πα­τρί­δα, ό­χι, ό­μως, και οι Γραι­κύ­λοι. Και α­πο­φαί­νε­ται, κα­τα­λή­γο­ντας: “Το ελ­λη­νι­κόν έ­θνος… έ­χει και θα έ­χη δια πα­ντός α­νά­γκην της θρη­σκείας του”.
Αυ­τός εί­ναι ο Πα­πα­δια­μά­ντης. Τα υ­πό­λοι­πα, εί­ναι τα ε­φέ της μα­γι­κής ει­κό­νας. “Θα πρέ­πει να α­πο­φα­σί­σου­με κά­πο­τε σο­βα­ρά τι θα κά­νου­με τον Πα­πα­δια­μά­ντη”, τό­νι­ζε ο Ζή­σι­μος Λο­ρε­ντζά­τος προ πέ­ντε δε­κα­ε­τιών. Ωστό­σο, το με­τα­μο­ντέρ­νο κα­ζά­νι, στο ο­ποίο βρά­ζει πλέ­ον και ο ί­διος, δεν ή­ταν δυ­να­τόν να το προ­βλέ­ψει. Όπως σή­με­ρα, δεν μπο­ρού­με να προ­βλέ­ψου­με την ε­πέ­τειο του 2051. Αν, ό­μως, η Γη ε­ξα­κο­λου­θεί να γυ­ρί­ζει, το ο­ποίο παί­ζε­ται, ε­μείς νο­μί­ζου­με ό­τι βλέ­που­με τα α­πο­κα­θαρ­μέ­να Άπα­ντα Πα­πα­δια­μά­ντη, χω­ρίς ύ­μνους, θρη­σκευ­τι­κά αρ­θρί­δια, κλε­φταρ­μα­τω­λούς και ελ­λη­νο­χρι­στια­νι­κά προοί­μια. Δί­πλα τους βλέ­που­με τη βιο­γρα­φία του, που θα α­πο­δει­κνύει ό­τι υ­πήρ­ξε πέ­νης, αλ­κοο­λι­κός και αι­μο­μί­κτης, ά­ρα ι­σοϋψής ε­νός Πόε.
Εκεί­να τα Άπα­ντα, ε­κτός α­πό οι­νο­πο­σίες, γκιου­βέ­τσια, ε­ρω­τι­κές πα­ρεκ­κλί­σεις και σα­τι­ρι­σμούς πα­πά­δων, θα σώ­ζουν τη Σκιά­θο του Πα­πα­δια­μά­ντη. Αυ­τήν που ά­ρε­σε α­νέ­κα­θεν και την ο­ποία κρα­τού­με και σή­με­ρα μα­ζί με την πα­ροι­μιώ­δη πλέ­ον φρά­ση, που έ­γρα­ψε ο Καρ­κα­βί­τσας στο ση­μειω­μα­τά­ριό του, τον Μάϊο του 1909, ό­ταν τα­ξί­δε­ψε στο νη­σί και εί­δε τον Πα­πα­δια­μά­ντη: «Όμορ­φη εί­ναι η Σκιά­θος του Θε­ού· μα η Σκιά­θος του Πα­πα­δια­μά­ντη μου φαί­νε­ται ο­μορ­φό­τε­ρη!» Μό­νο που τό­τε, δεν θα υ­πάρ­χει πλέ­ον κα­νέ­να στοι­χείο προς σύ­γκρι­ση, α­φού η Σκιά­θος του Θε­ού θα έ­χει ε­κλεί­ψει. Άλλω­στε και σή­με­ρα, δεν εί­ναι σί­γου­ρο ό­τι υ­πάρ­χει. Έχου­με χρό­νια να τα­ξι­δέ­ψου­με στη Σκιά­θο, πρό­σφα­τα, ό­μως, κά­να­με μια δυ­σά­ρε­στη δια­πί­στω­ση. Ανέ­κα­θεν α­γεω­γρά­φη­τοι, α­να­ζη­τού­με κα­τά την α­νά­γνω­ση τη βοή­θεια του χάρ­τη. Ελλεί­ψει πα­λαιού χάρ­τη της Σκιά­θου, κα­τα­φύ­γα­με στην πα­νά­κεια του Δια­δι­κτύου. Οποιο­δή­πο­τε το­πω­νύ­μιο κι αν α­να­ζη­τή­σα­με, μέ­χρι τα λι­γό­τε­ρο γνω­στά, ό­πως τα Κα­λύ­βια και την Πα­να­γία του Ντο­μάν, εί­χα­με, προς με­γά­λη μας έκ­πλη­ξη, α­πά­ντη­ση. Δι­νό­ταν το α­κρι­βές το­πο­γρα­φι­κό στίγ­μα, με μα­κρο­σκε­λείς προ­σφο­ρές α­πό δω­μά­τια, δια­με­ρί­σμα­τα, βί­λες και συ­γκρο­τή­μα­τα, προς ε­νοι­κία­ση ή και πώ­λη­ση. Ο τε­λευ­ταίος δύ­σβα­τος ορ­μί­σκος έ­χει πλέ­ον ι­σο­πε­δω­θεί προς διευ­κό­λυν­ση των ση­με­ρι­νών τε­τρά...τρο­χων. Όπως φαί­νε­ται, τα πα­σχα­λι­νά διη­γή­μα­τα, στα ο­ποία, κα­τ’ ε­ξο­χήν, α­να­σταί­νε­ται η Σκιά­θος του, το­πο­θε­τού­νται σε μια για ε­μάς σή­με­ρα φα­ντα­στι­κή νή­σο. Κι ε­κεί­να, μια μα­γι­κή ει­κό­να, έ­να άλ­λο έρ­γο της ερ­γο­λα­βι­κά πα­γκο­σμιο­ποιη­μέ­νης ε­πο­χής.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Φωτο: Τάσος Μαντζαβίνος, «Προσωπογραφία του Αλ. Παπαδιαμάντη, Ι».
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 23/4/2011

Οι ποιητές, οι τρελοί και το 1821

«Το 1821 στην ελ­λη­νι­κή ποίη­ση»
Ανθο­λό­γη­ση-Επί­με­τρο:
Ηλίας Γκρης
Εκδό­σεις Κέ­δρος
Φε­βρουά­ριος 2011

Hδη, στο γύ­ρι­σμα του 21ου αιώ­να, στα ά­γρια χα­ρά­μα­τα της τρί­της χι­λιε­τίας που α­ναγ­γέλ­λε­ται έ­νας οι­κου­με­νι­κός πα­ρά­δει­σος ι­δεών και οι­κο­νο­μίας, οι ι­στο­ρι­κοί μας γρη­γο­ρούν. Άρχι­σαν, συ­στη­μα­τι­κά πλέ­ον, να κά­νουν λό­γο για τους μύ­θους που α­μαυ­ρώ­νουν το η­ρωι­κό 1821. Προ­φα­νώς, κα­τα­χρη­στι­κά χρη­σι­μο­ποιού­με ε­δώ το ε­πί­θε­το η­ρωι­κός. Δυ­στυ­χώς, ό­μως, δεν έ­χουν α­κό­μη α­να­θεω­ρη­θεί αυ­τοί οι πε­πα­λαιω­μέ­νοι ε­πι­θε­τι­κοί προσ­διο­ρι­σμοί. Οι ι­στο­ρι­κοί μας, λοι­πόν, εί­χαν, προ πολ­λού, κα­τα­λή­ξει στα πο­ρί­σμα­τά τους πε­ρί των ι­δε­ο­λο­γι­κών στρε­βλώ­σεων. Το πρό­βλη­μα ή­ταν και πα­ρα­μέ­νει η ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία, που έ­χει μου­λα­ρώ­σει. Εξ α­πα­λών ο­νύ­χων πή­ρε στρα­βές βά­σεις, και ό­χι μό­νο μέ­νει προ­σκολ­λη­μέ­νη στους μύ­θους της, αλ­λά τους περ­νά­ει και στα νε­α­ρά βλα­στά­ρια της, εκ­με­ταλ­λευό­με­νη το ει­σέ­τι α­νά­πη­ρο εκ­παι­δευ­τι­κό μας σύ­στη­μα. Γι' αυ­τό και οι με­ρι­μνώ­ντες θέ­τουν τη δια­φώ­τι­ση της κοι­νής γνώ­μης ως α­πό­λυ­τη προ­τε­ραιό­τη­τα, προ­τάσ­σο­ντάς την α­κό­μη και της συγ­γρα­φής της νέ­ας Ιστο­ρίας του 1821, που θα α­να­με­νό­ταν, α­πό μια στε­νά ε­πι­στη­μο­νι­κή σκο­πιά, να συ­νι­στά το πρώ­το τους μέ­λη­μα.
Όπως και να έ­χει, σε κά­θε πρό­σφο­ρη πε­ρί­στα­ση, ό­πως, λ.χ., η έκ­δο­ση ε­νός βι­βλίου, το α­νέ­βα­σμα μιας πα­ρά­στα­σης ή η προ­βο­λή μιας δρα­μα­το­ποιη­μέ­νης τη­λε­ο­πτι­κής σει­ράς, κυ­ρίως, ό­μως, κά­θε 25η Μαρ­τίου, α­νελ­λι­πώς και ό­λο με με­γα­λύ­τε­ρη έ­ντα­ση, με την ευ­και­ρία του ε­ορ­τα­σμού της ε­θνι­κής ε­πε­τείου, ε­ξέ­χο­ντα μέ­λη της κοι­νό­τη­τας των ι­στο­ρι­κών ε­πι­δρά­μουν στα ΜΜΕ. Το κα­λύ­τε­ρο έρ­γο ε­πι­τε­λεί­ται στις ε­φη­με­ρί­δες, που, ευ­τυ­χώς, α­νή­κουν, στο με­γα­λύ­τε­ρο τμή­μα τους, στον προο­δευ­τι­κό Τύ­πο. Από τις σε­λί­δες τους α­να­πτύσ­σουν την ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γία τους για τα α­σύ­στο­λα ψεύ­δη και τις σκό­πι­μες πα­ρα­ποιή­σεις γύ­ρω α­πό το 1821, που φυ­λά­κι­σαν και ε­ξα­κο­λου­θούν να φυ­λα­κί­ζουν το πνεύ­μα, ό­χι μό­νο του λα­ού, αλ­λά και ο­ρι­σμέ­νων πο­λι­τι­κών αρ­χη­γών. Ευ­τυ­χώς, στην προ­σπά­θειά τους, βρί­σκουν σθε­να­ρή α­ρω­γή α­πό τους δη­μο­σιο­γρά­φους. Εξ ε­παγ­γέλ­μα­τος δια­λα­λη­τές αυ­τοί οι δεύ­τε­ροι, α­κό­μη και α­νι­στό­ρη­τος ο λό­γος τους, α­πο­βαί­νει ά­κρως πει­στι­κός.
Εφέ­τος, πρώ­το έ­τος της δεύ­τε­ρης δε­κα­ε­τίας του 21ου αιώ­να, του αιώ­να της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης ό­πως ό­λοι ευελ­πι­στού­με, έ­γι­νε α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρος λό­γος για τους μύ­θους του 1821. Και αυ­τή τη φο­ρά, υ­πήρ­ξαν ε­πι­τέ­λους κά­ποια πρώ­τα ση­μά­δια ό­τι αυ­τός ο λό­γος βρή­κε α­πή­χη­ση. Να 'ναι κα­λά και η τη­λεό­ρα­ση, που, για πρώ­τη χρο­νιά, δεν πε­ριο­ρί­στη­κε σε εκ­πο­μπές κον­σέρ­βες. Το κοι­νό κυ­ριο­λε­κτι­κά το συ­νε­πή­ρε ε­κεί­νη η ει­δι­κά α­φιε­ρω­μέ­νη στο 1821 τη­λε­ο­πτι­κή σει­ρά κι ας α­ντέ­δρα­σαν κά­ποιοι αρ­τη­ριο­σκλη­ρω­τι­κοί. Ακό­μη και οι τρυ­φε­ρές γυ­ναι­κείες ψυ­χές α­πο­δέ­χτη­καν τις σφα­γές που έ­κα­ναν οι Έλλη­νες μέ­σα στη βια­σύ­νη τους για ε­λευ­θε­ρία, έ­τσι ό­πως τις πα­ρου­σιά­ζει ε­κεί­νος ο ω­ραίος και διά­ση­μος μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος με την πει­θώ του δια­νοού­με­νου. Εί­ναι, πά­ντως, α­κό­μη πο­λύ νω­ρίς, για να υ­πο­λο­γι­σθούν τα ο­φέ­λη. Δεν πρέ­πει, ω­στό­σο, να α­πελ­πι­ζό­μα­στε. Χρό­νος μπαί­νει, χρό­νος βγαί­νει, α­φαι­ρού­με και α­πό έ­να λι­θα­ρά­κι. Λι­θα­ρά­κι λι­θα­ρά­κι, πού θα πά­ει, θα τους γκρε­μί­σου­με τους μύ­θους, που τό­σο βλά­πτουν την υ­γεία των πο­λι­τών. Τους μό­νους, που ω­φε­λούν οι μύ­θοι, εί­ναι οι λα­οί. Οι λα­οί και τα κρά­τη τους. Μέ­σα α­πό τους κά­θε λο­γής κα­τά­πτυ­στους μύ­θους, ε­θνι­κι­στι­κούς, θρη­σκευ­τι­κούς και λοι­πούς, βγή­καν α­νέ­κα­θεν οι τρε­λοί, που έ­πε­σαν υ­πέρ βω­μών και ε­στιών, ό­πως έ­λε­γαν, μια φο­ρά και έ­ναν και­ρό, ό­σοι έ­δι­ναν βά­ση στους μύ­θους και τα πα­ρα­μύ­θια.
Συγ­γε­νείς των τρε­λών, του­λά­χι­στον εξ αγ­χι­στείας, στά­θη­καν πά­ντο­τε οι ποιη­τές. Ένας ποιη­τής, λοι­πόν, εί­χε την ι­δέα να κα­ταρ­τί­σει μια αν­θο­λο­γία νε­ο­ελ­λη­νι­κής ποίη­σης για το 1821. Φρό­ντι­σε, μά­λι­στα, να την ε­τοι­μά­σει ε­γκαί­ρως για την ε­θνι­κή ε­πέ­τειο και μή­να Φε­βρουά­ριο βγή­κε α­πό το Τυ­πο­γρα­φείο. Δεν έ­τυ­χε, ω­στό­σο, ι­διαί­τε­ρης υ­πο­δο­χής στον Τύ­πο και κα­τά τη γνώ­μη μας, δι­καίως. Όπως και να το κά­νου­με, πρό­κει­ται για έ­να ά­και­ρο εγ­χεί­ρη­μα. Αν ή­ταν να γί­νει, ας γι­νό­ταν τον και­ρό των μύ­θων. Τώ­ρα εί­ναι πια πο­λύ αρ­γά. Οσο­νού­πω, μό­λις ε­πι­τευχ­θεί η α­πο­κά­θαρ­ση α­πό τους μύ­θους της Ιστο­ρίας, θα ξε­κι­νή­σει και η α­πο­κά­θαρ­ση της νε­ο­ελ­λη­νι­κής ποίη­σης. Για­τί, ας μην το λη­σμο­νού­με, η ποίη­ση στά­θη­κε έ­νας α­πό τους πρω­ταί­τιους για τη διαιώ­νι­σή τους. Πώς να το κά­νου­με, σή­με­ρα, μια αν­θο­λο­γία του 1821 εί­ναι πρω­θύ­στε­ρο εγ­χεί­ρη­μα. Πρώ­τα κα­τα­λή­γου­με, τι κρα­τά­με και τι πε­τά­με α­πό το ποιη­τι­κό σώ­μα, και με­τά, εν ευ­θέ­τω χρό­νω, κα­ταρ­τί­ζου­με και αν­θο­λο­γίες.
Ο εν λό­γω πα­ρά­και­ρος τολ­μη­τίας εί­ναι ο Ηλίας Γκρης, ποιη­τής της γε­νιάς του '70 αλ­λά και δη­μο­σιο­γρά­φος, που ση­μαί­νει ό­τι γνω­ρί­ζει να ι­σορ­ρο­πεί σε δυο βάρ­κες. Στο Επί­με­τρο της Ανθο­λο­γίας δη­λώ­νει ό­τι α­φορ­μή για την κα­τάρ­τι­σή της στά­θη­κε η συ­ντο­νι­σμέ­νη α­πό­πει­ρα α­πο­κά­θαρ­σης του '21 α­πό τα δή­θεν στε­ρεό­τυ­πα πα­τριω­τι­σμού. Δια­βλέ­πει, μά­λι­στα, πί­σω α­πό αυ­τήν, πρό­θε­ση για ε­νιαία κα­θο­δη­γού­με­νη ι­στο­ρι­κή α­να­θεώ­ρη­ση σε ο­λό­κλη­ρα τα Βαλ­κά­νια. Από την άλ­λη, κα­τα­δι­κά­ζει τους θρύ­λους του '21, τους συ­νυ­φα­σμέ­νους με το ρό­λο της Εκκλη­σίας στον Αγώ­να, την ο­ποία ρί­χνει στον καιά­δα. Ωστό­σο, ό­χι σύσ­σω­μη. Ξε­δια­λέ­γει και συ­γκρα­τεί 16 ε­πι­σκό­πους, 4 αρ­χι­μαν­δρί­τες και 17 ιε­ρο­μο­νά­χους. Καί­τοι, πά­ντως, ποιη­τής δεν θέλ­γε­ται α­πό τα σύμ­βο­λα και τους συμ­βο­λι­σμούς τους, ορ­γι­ζό­με­νος κι αυ­τός, με τη σει­ρά του, με το λά­βα­ρο της Αγίας Λαύ­ρας, την 25η Μαρ­τίου ως αυ­θαι­ρέ­τως ο­ρι­σθεί­σα μέ­ρα ξε­ση­κω­μού και το Κρυ­φό Σχο­λειό.
Κα­τά τα άλ­λα, ό­ντας με­γα­λό­φρων, α­πο­νέ­μει μό­νος του τα εύ­ση­μα εις ε­αυ­τό­ν: “Τού­τη η αν­θο­λο­γία ται­ριά­ζει να λο­γα­ρια­στεί σαν το πιο ευ­γε­νές κορ­φο­λό­γη­μα α­π' ό­λη την ποιη­τι­κή α­να­πα­ρά­στα­ση που ε­νέ­πνευ­σε στους ποιη­τές η Επα­νά­στα­ση”. Πολ­λοί πα­τριώ­τες θα συμ­φω­νή­σουν. Όσοι, μά­λι­στα, κρα­τά­ει η σκού­φια τους α­πό την Πε­λο­πόν­νη­σο θα συ­γκι­νη­θούν με τους τό­σους ποιη­τές κά­τω α­π' τ' αυ­λά­κι που ξέ­θα­ψε. Μέ­χρι στί­χους του Τσο­μπα­νά­κου, του ε­πο­νο­μα­ζό­με­νου και Τυρ­ταίου της Ελλη­νι­κής Επα­νά­στα­σης, πα­ρα­θέ­τει. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, πολ­λά χω­ριά ε­ρί­ζουν για την κα­τα­γω­γή του Τσο­μπα­νά­κου, αλ­λά νεό­τε­ρα δε­δο­μέ­να προ­κρί­νουν τον Άγιο Πέ­τρο Κυ­νου­ρίας α­ντί της Δη­μη­τσά­νας. Αρκάς, πά­ντως. Όπως και να έ­χει, ο τρό­πος, που ο Γκρης ε­πέ­λε­ξε να πα­ρου­σιά­σει το κορ­φο­λό­γη­μά του, πο­λύ φο­βό­μα­στε ό­τι προ­κα­λεί σύγ­χυ­ση, α­να­κό­πτο­ντας τα κύ­μα­τα θαυ­μα­σμού, που α­βία­στα θα ξε­ση­κώ­νο­νταν, αν ο α­να­γνώ­στης α­πο­κτού­σε σα­φέ­στε­ρη ει­κό­να του πο­νή­μα­τός του. Προ­φα­νώς, η πα­ρά­τα­ξη των ποιη­τών κα­τά αλ­φα­βη­τι­κή σει­ρά εί­ναι πά­ντο­τε η βο­λι­κό­τε­ρη, α­δι­κεί, ό­μως, κα­τά­φω­ρα έ­να πα­ρό­μοιο κορ­φο­λό­γη­μα. Άντε και βρέ­θη­κε μια λύ­ση για τους τρεις ποιη­τές, τους ά­με­σα ε­μπλε­κό­με­νους στην Επα­νά­στα­ση. Ως μό­το μπαί­νει ο «Θού­ριος» του Ρή­γα Φε­ραίου και οι δυο με­γά­λοι Επτα­νή­σιοι προ­τάσ­σο­νται. Αυ­τοί ό­χι κα­τά αλ­φα­βη­τι­κή σει­ρά: πρώ­τος ο Σο­λω­μός, δεύ­τε­ρος ο Κάλ­βος. Ξε­κι­νά­ει, ό­μως, πο­τέ, έ­νας αν­θο­λό­γος το ποιη­τι­κό του θη­σαύ­ρι­σμα με δυο ποιη­τές α­πό τα μέ­ρη του, ό­ταν, μά­λι­στα, δεν πρό­κει­ται για ποιη­τι­κά α­να­στή­μα­τα τέ­τοια που να πα­ρα­με­ρί­ζουν τις ό­ποιες η­θι­κές α­να­στο­λές; Βε­βαίως, ο Γκρης, το­πο­θε­τώ­ντας με­τά τον Σο­λω­μό και τον Κάλ­βο, τον τρι­πο­λι­τσιώ­τη Κρί­τω­να Αθα­να­σού­λη και την Έφη Αι­λια­νού α­πό την Ανδρί­τσαι­να, δεν πα­ρα­βιά­ζει την αλ­φα­βη­τι­κή σει­ρά στο σύ­νο­λο των αν­θο­λο­γού­με­νων ποιη­τών. Πρό­κει­ται πε­ρί συ­μπτώ­σεως. Όπως, χά­ριν συ­μπτώ­σεως, η αν­θο­λο­γία κλεί­νει με το ά­κρως ε­πί­και­ρο, καί­τοι γραμ­μέ­νο προ πε­ντη­κο­ντα­ε­τίας, δί­στι­χο του Χρι­στια­νό­που­λου, «…κα­η­μέ­νε Μα­κρυ­γιάν­νη να 'ξε­ρες / για­τί το τζά­κι­σες το χέ­ρι σου…»
Από την πλευ­ρά μας, εί­μα­στε πε­πει­σμέ­νοι ό­τι, πα­ρα­μο­νές α­πο­κά­θαρ­σης, αν υ­πήρ­χε α­νά­γκη για μια αν­θο­λο­γία του '21, αυ­τή θα ή­ταν μια α­να­μνη­στι­κή, που θα πα­ρέ­κα­μπτε ε­λάσ­σο­νες και νεό­τε­ρους και θα έ­δι­νε το κύ­ριο βά­ρος στους ε­πι­φα­νέ­στε­ρους και πα­λαιό­τε­ρους. Για­τί, ό­πως και να το κά­νου­με, στα δι­κά τους πα­τριω­τι­κά, θα γί­νει το βα­σι­κό ξε­σκαρ­τά­ρι­σμα. Μια πα­ρό­μοια αν­θο­λο­γία θα εί­χε, πρώ­τον, το α­νά­λο­γο ι­στο­ρι­κό εν­δια­φέ­ρον, και δεύ­τε­ρον, θα εύ­ρι­σκε με­γά­λη ε­μπο­ρι­κή α­ντα­πό­κρι­ση, α­φού θα έ­σπευ­δαν να την α­γο­ρά­σουν οι α­πα­ντα­χού ρο­μα­ντι­κοί, που πα­ρα­μέ­νουν α­γκι­στρω­μέ­νοι στους μύ­θους. Του­τέ­στιν, ο ε­σμός των ε­θνι­κι­στών. Προ­φα­νώς, για μια τέ­τοια αν­θο­λο­γία, η μό­νη εν­δε­δειγ­μέ­νη διευ­θέ­τη­ση θα ή­ταν η κα­τά χρο­νι­κή δια­δο­χή πα­ρά­τα­ξη των ποιη­τι­κών γε­νεών. Εκτός πια κι αν ο αν­θο­λό­γος πα­ρα­συ­ρό­ταν α­πό το πα­ρά­δειγ­μα των ι­στο­ρι­κών μας, που έ­χουν ε­πι­στρέ­ψει στον πα­ρω­χη­μέ­νο βιο­γρα­φι­σμό, και συ­γκέ­ντρω­νε ποιή­μα­τα δια­φο­ρε­τι­κών ε­πο­χών α­να­φε­ρό­με­να στο ί­διο πρό­σω­πο και έ­τσι έ­φτια­χνε μια ποιη­τι­κή πι­να­κο­θή­κη α­γω­νι­στών και πο­λι­τι­κών αν­δρών του 1821.
Ανα­δια­τάσ­σο­ντας, χά­ριν παι­διάς, το κορ­φο­λό­γη­μα του Γκρης, θα προέ­κυ­πταν ε­ξί­μι­σι ποιή­μα­τα για Μα­κρυ­γιάν­νη, συ­νυ­πο­λο­γί­ζο­ντας τον δια­λο­γι­κό «Κα­πο­δί­στρια» του Κα­ζα­ντζά­κη, έ­ξι για Κα­ραϊσκά­κη, α­πό τέσ­σε­ρα για Αθα­νά­σιο Διά­κο και Κα­νά­ρη, α­πό τρία για Πα­πα­φλέσ­σα και τους Μπο­τσα­ραίους και μό­λις α­πό έ­να για Οδυσ­σέα Ανδρού­τσο και Κο­λο­κο­τρώ­νη. Όσο για τους πο­λι­τι­κούς άν­δρες, τέσ­σε­ρα για Κα­πο­δί­στρια και έ­να για τον Αλέ­ξαν­δρο Μαυ­ρο­κορ­δά­το. Αυ­τά ε­πί τρο­χά­δην, βά­σει των τίτ­λων, ει­δάλ­λως θα πε­λα­γώ­να­με, κα­θώς οι ποιη­τές συ­νη­θί­ζουν να κά­νουν στους στί­χους τους προ­σκλη­τή­ριο ο­νο­μά­των. Αλλά και αυ­τή η πρό­χει­ρη κα­τα­μέ­τρη­ση δεί­χνει τη με­γά­λη α­νά­γκη για α­πο­κά­θαρ­ση της νε­ο­ελ­λη­νι­κής ποίη­σης, ώ­στε να συ­νά­δει με την με­τα­μο­ντέρ­να εκ­δο­χή της Ιστο­ρίας. Δεν εί­ναι δυ­να­τόν για έ­ναν έ­μπο­ρο, το­κο­γλύ­φο, στρα­τιω­τι­κό α­στυ­νο­μι­κών κα­θη­κό­ντων, που ό­χι μό­νο α­ναρ­ρι­χή­θη­κε και­ρο­σκο­πι­κά στην στρα­τιω­τι­κή ιε­ραρ­χία αλ­λά και ε­πω­φε­λή­θη­κε δεό­ντως των πο­λε­μι­κών ε­πι­χει­ρή­σεων για να χο­ντρύ­νει το κε­μέ­ρι του, ό­πως ο Μα­κρυ­γιάν­νης, να συ­γκρα­τού­με ε­ξί­μι­σι ποιή­μα­τα ε­πει­δή έ­τυ­χε να τα γρά­ψουν έ­νας Σε­φέ­ρης, έ­νας Σι­κε­λια­νός ή ό­ποιος άλ­λος ε­πι­φα­νής, και για τον Αλέ­ξαν­δρο Μαυ­ρο­κορ­δά­το, την πιο ση­μα­ντι­κή πο­λι­τι­κή προ­σω­πι­κό­τη­τα του Αγώ­να, να υ­πάρ­χει μό­νο έ­να κι αυ­τό χά­ρις στον αν­θο­λό­γο, που, πα­ρα­κά­μπτο­ντας τυ­χόν κρι­τή­ρια αι­σθη­τι­κής πλη­ρό­τη­τας, το συ­μπε­ριέ­λα­βε καί­τοι έρ­γο ε­νός, α­πό σπό­ντα, ποιη­τή. Ας εί­ναι, πά­ντως, κα­λά οι ι­στο­ρι­κοί μας, που μας φώ­τι­σαν για το ποιόν α­γω­νι­στών και πο­λι­τι­κών αν­δρών. Νι­σά­φι πια με τους μύ­θους πε­ρί α­γνών και δο­λίων, που ε­ξύ­ψω­ναν τους μεν και α­μαύ­ρω­ναν τους δε.
Εμείς, πά­ντως, ε­πι­μέ­νου­με ό­τι το ευ­γε­νές κορ­φο­λό­γη­μα του Γκρης θα πρό­βα­λε α­κό­μη ευ­γε­νέ­στε­ρο, αν α­κο­λου­θού­σε τη χρο­νι­κή ροή. Με­τά τον Σο­λω­μό και τον Κάλ­βο, να πα­ρα­τασ­σό­ταν η Επτα­νη­σια­κή Σχο­λή: Τυ­πάλ­δος, Τερ­τσέ­της, Βα­λαω­ρί­της. Ο τε­λευ­ταίος με πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό δυο, κλεί­νο­ντας οι Επτα­νή­σιοι με Μαρ­κο­ρά και Μα­βί­λη. Να α­κο­λου­θού­σε η πρώ­τη με­τε­πα­να­στα­τι­κή γε­νιά. Μπρο­στά, οι Φα­να­ριώ­τες: Αλέ­ξαν­δρος Σού­τσος, Πα­να­γιώ­της Σού­τσος. Ο τε­λευ­ταίος με α­κέ­ραιο τον «Κα­ραΐσκο» του και, α­πα­ραι­τή­τως, «Ο κλέ­φτης» του Ρα­γκα­βή, αν μη τι άλ­λο, εις μνή­μην των ελ­λη­νο­παί­δων που τον α­πήγ­γει­λαν ε­κά­στη 25η Μαρ­τίου για έ­ναν και πλέ­ον αιώ­να. Από κο­ντά και οι ντό­πιοι. Αχιλ­λέ­ας Πα­ρά­σχος, Γεώρ­γιος Ζα­λο­κώ­στας. Και α­φού θα έ­κλει­νε έ­νας πρώ­τος κύ­κλος, να ερ­χό­ταν η γε­νιά του 1880, με Πα­λα­μά, Κρυ­στάλ­λη, Πο­λέ­μη, Σου­ρή, Μα­λα­κά­ση, Πάλ­λη, Νιρ­βά­να, Βλα­χο­γιάν­νη και με­ρι­κούς α­κό­μη. Σε αυ­τούς, ο αν­θο­λό­γος έ­πρε­πε να στα­θεί γεν­ναιό­δω­ρος, ό­πως στά­θη­κε για τους ζώ­ντες, που χρεία δεν έ­χουν. Από ό­λα αυ­τά τα ποιή­μα­τα των πα­λαιό­τε­ρων μό­νο το ποίη­μα του Σου­ρή θα γλί­τω­νε το ξε­σκαρ­τά­ρι­σμα. «Και α­γω­νι­στού τι­νός θά­να­τος ε­λεει­νός» εί­ναι ο τίτ­λος του και ε­νέ­πνευ­σε α­νή­με­ρα την 25η Μαρ­τίου ω­ριαία εκ­πο­μπή πε­ρί της α­γνω­μο­νού­σης πα­τρί­δος. Ευ­τυ­χώς, στη ση­με­ρι­νή συ­γκυ­ρία, ο­τι­δή­πο­τε στη­λι­τεύει την πα­τρί­δα, πα­λαιό­τε­ρο ή νεό­τε­ρο, α­να­δει­κνύε­ται. Και η αν­θο­λο­γία θα μπο­ρού­σε να κλεί­νει με έ­να δεύ­τε­ρο κύ­κλο. Βάρ­να­λης, Σι­κε­λια­νός, Κα­ζα­ντζά­κης, Κα­ρυω­τά­κης, με­σο­πο­λε­μι­κοί και οι πρώ­τες γε­νιές των με­τα­πο­λε­μι­κών, με ό­ριο α­σφα­λείας την Απρι­λια­νή Δι­κτα­το­ρία.
Τε­λειώ­νο­ντας, θα θέ­λα­με να ε­πα­νέλ­θου­με στους μύ­θους και να το­νί­σου­με το πό­σο ω­φε­λούν τους λα­ούς. Γε­γο­νός, που μπο­ρεί να δη­μιουρ­γή­σει προ­σκόμ­μα­τα στο έρ­γο των ι­στο­ρι­κών μας. Ένα κα­λό πα­ρά­δειγ­μα δί­νει το πυ­ρη­νι­κό “α­τύ­χη­μα” στην Ια­πω­νία. Στο ε­ορ­τα­στι­κό τριή­με­ρο της 25ης Μαρ­τίου, μέ­σα στην ο­λο­μέ­τω­πη ε­πί­θε­ση των ΜΜΕ ε­να­ντίον των μύ­θων του '21, ε­ξα­φα­νί­στη­κε “η ρα­διε­νέρ­γεια ε­δώ και τώ­ρα”. Αμέ­ρι­μνοι οι Αθη­ναίοι πή­γαν βόλ­τα στις πα­ρα­λίες για ν' α­να­πνεύ­σουν λί­γο ιώ­διο, ε­νι­σχυ­μέ­νο με το ι­σό­το­πό του, ιώ­διο-131, κα­θώς, κα­τά δια­ο­λε­μέ­νη σύ­μπτω­ση, το ρα­διε­νερ­γό νέ­φος έ­φτα­σε στον ελ­λη­νι­κό ε­ναέ­ριο χώ­ρο, την η­μέ­ρα της ε­θνι­κής ε­πε­τείου, ό­που και πα­ρέ­μει­νε, λό­γω ή­πιων α­νέ­μων, για ο­λό­κλη­ρο το τριή­με­ρο. Τις ί­διες μέ­ρες, κά­ποιοι Ιά­πω­νες, που α­πο­κα­λούν ε­αυ­τούς Σα­μου­ράι, πι­στοί στη μα­κραίω­νη πα­ρά­δο­σή τους, εί­χαν ε­πι­λη­φθεί του θα­να­τη­φό­ρου έρ­γου α­πε­νερ­γο­ποίη­σης των πυ­ρη­νι­κών α­ντι­δρα­στή­ρων, α­πό το ο­ποίο κρέ­με­ται και η δι­κή μας ε­πι­βίω­ση. Ευ­τυ­χώς, α­πό αυ­τήν την ά­πο­ψη, που οι Ιά­πω­νες δεν έ­κα­ναν α­πο­κά­θαρ­ση της Ιστο­ρίας τους α­πό τους μύ­θους της, α­μαυ­ρώ­νο­ντας, με­τα­ξύ πλεί­στων άλ­λων, και τους Σα­μου­ράι. Όσο για ε­μάς, μπο­ρού­με να ε­φαρ­μό­ζου­με το γαία πυ­ρί μειχ­θή­τω. Ανε­ξάρ­τη­τα αν η γη, χω­ρίς τρε­λούς, ποιη­τές και μύ­θους, μό­νο με πο­λι­τι­κούς άν­δρες του ύ­ψους ε­νός Μαυ­ρο­κορ­δά­του, ε­νός Κω­λέτ­τη και των ση­με­ρι­νών δια­δό­χων τους, μπο­ρεί και να στα­μα­τή­σει να γυ­ρί­ζει.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου


Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 3/4/2011

Ενδογενή προβλήματα στη φωτογραφία της Αντίστασης ή Φωτογραφίες και φωτογράφοι που έμειναν στο ημίφως

Σε ό­σα προ­τί­θε­μαι να κα­τα­θέ­σω δεν πρό­κει­ται να α­κο­λου­θή­σω κά­ποιο με­θο­δο­λο­γι­κό ερ­γα­λείο. Ού­τε έ­χω την πρό­θε­ση να α­να­πτύ­ξω κά­ποια θεω­ρία. Θα κά­νω μία α­πλή, μάλ­λον ε­μπει­ρι­κή, προ­σέγ­γι­ση του θέ­μα­τος. Δί­νω προ­κα­τα­βο­λι­κά αυ­τές τις ε­ξη­γή­σεις για να προ­λά­βω πι­θα­νές εν­στά­σεις ή υ­ψη­λές α­παι­τή­σεις.
Πρέ­πει, κα­ταρ­χήν, να δώ­σω τις α­κρι­βείς συ­ντε­ταγ­μέ­νες πλοή­γη­σης στο θέ­μα ή, το πλαί­σιο ό­πως λέ­νε, για­τί υ­πάρ­χει κίν­δυ­νος πα­ρερ­μη­νειών.
Ο πό­λε­μος, κα­τά κοι­νή πα­ρα­δο­χή, πα­ρου­σιά­ζει διτ­τή υ­πό­στα­ση. Η μία εί­ναι του με­τώ­που, με τις έ­νο­πλες συ­γκρού­σεις και η άλ­λη του ά­μα­χου πλη­θυ­σμού στα με­τό­πι­σθεν, Εάν αυ­τό το δεχ­θού­με ως γε­νι­κή αρ­χή, τό­τε, κα­τά τη διάρ­κεια της Κα­το­χής, πέ­ρα α­πό τις υ­πάρ­χου­σες ι­διαι­τε­ρό­τη­τες, έ­χου­με το έ­νο­πλο α­ντάρ­τι­κο στην ο­ρει­νή Ελλά­δα και τον υ­πό ξέ­νη τρι­πλή κα­το­χή ά­μα­χο πλη­θυ­σμό των α­στι­κών πε­ριο­χών.
Εκ των πραγ­μά­των, η φω­το­γρα­φία πα­ρου­σιά­ζει και αυ­τή διτ­τή υ­πό­στα­ση και α­ντα­να­κλα­στι­κά ταυ­τί­ζε­ται, σχε­δόν α­πό­λυ­τα, με τις δρα­μα­τι­κές συν­θή­κες αυ­τής της πε­ριό­δου.
Δεν γνω­ρί­ζω εάν κα­τά το πα­ρελ­θόν, τους Βαλ­κα­νι­κούς πο­λέ­μους και την Μι­κρα­σια­τι­κή εκ­στρα­τεία, πα­ρα­τη­ρεί­ται το α­νά­λο­γο φω­το­γρα­φι­κό ζεύ­γος. Πά­ντως, στην κα­το­χι­κή φω­το­γρα­φία πρέ­πει να θεω­ρη­θεί ως δε­δο­μέ­νο. Συ­μπλη­ρώ­νε­ται μά­λι­στα, με έ­να δεύ­τε­ρο φω­το­γρα­φι­κό ζεύ­γος, που λει­τουρ­γεί ως α­ντι­κρι­στός κα­θρέ­φτης προς το προ­η­γού­με­νο. Εί­ναι η διτ­τή ό­ψη της κα­το­χι­κής ει­κό­νας, τό­σο η έ­νο­πλη ό­σο και αυ­τή του ά­μα­χου πλη­θυ­σμού, η ο­ποία προ­κύ­πτει α­πό τα φω­το-κι­νη­μα­το­γρα­φι­κά συ­νερ­γεία των γερ­μα­νι­κών στρα­τευ­μά­των.
Αυ­τό εί­ναι το σύ­μπαν της κα­το­χι­κής φω­το­γρα­φίας. Μέ­σα του, ως υ­πο­σύ­νο­λο, τα­ξι­νο­μεί­ται και ο α­στε­ρι­σμός της α­μι­γώς α­ντι­στα­σια­κής φω­το­γρα­φίας. Χρο­νι­κά ο­ρί­ζε­ται στο διά­στη­μα με­τα­ξύ Απρι­λίου 1941 και Οκτω­βρίου 1944.
Μπαί­νω τώ­ρα στο δεύ­τε­ρο σκέ­λος του πλαι­σίου: Στο α­μι­γώς φω­το­γρα­φι­κό πε­δίο και τις ε­ξαι­ρε­τι­κά δυ­σμε­νείς συν­θή­κες του.
Σύμ­φω­να με την Ιστο­ρία της Ελλη­νι­κής Φω­το­γρα­φίας του Άλκη Ξαν­θά­κη, οι Σύμ­μα­χοι, υ­πο­χω­ρώ­ντας τον Απρί­λιο του 1941, κα­τέ­στρε­ψαν τις ε­γκα­τα­στά­σεις της Kodak στην Αθή­να. Κι αυ­τό για να μην πε­ριέλ­θουν στα γερ­μα­νι­κά στρα­τεύ­μα­τα. Η κα­τα­στρο­φή εί­χε ως ε­πα­κό­λου­θο, να δια­σω­θούν ε­λά­χι­στα φιλμ και τε­χνι­κό υ­λι­κό. Σ' αυ­τό προ­στί­θε­ται ο α­πο­κλει­σμός του ελ­λα­δι­κού χώ­ρου α­πό τους Συμ­μά­χους και έ­τσι οι ελ­λεί­ψεις πολ­λα­πλα­σιά­ζο­νται.
Στη στέ­ρη­ση υ­λι­κού έρ­χε­ται να προ­στε­θεί έ­νας άλ­λος, πο­λύ πιο αρ­νη­τι­κός πα­ρά­γο­ντας. Κα­τά την Ιστο­ρία του Ξαν­θά­κη και πά­λι: οι κα­το­χι­κές αρ­χές α­πα­γό­ρευαν ρη­τά τη φω­το­γρά­φι­ση σε δη­μό­σιους χώ­ρους, α­πει­λώ­ντας τους πα­ρα­βά­τες με ποι­νή θα­νά­του.
Πρώ­το αρ­νη­τι­κό ε­πα­κό­λου­θο αυ­τής της α­πα­γό­ρευ­σης, να γί­νο­νται πλέ­ον λή­ψεις μό­νο α­πό ρι­ψο­κίν­δυ­νους. Δεύ­τε­ρο ε­πα­κό­λου­θο, εί­ναι η εξ α­νά­γκης κα­τα­φυ­γή στην α­νω­νυ­μία. Για τους τολ­μη­ρούς πα­ρα­βά­τες, πι­θα­νή διαρ­ροή ο­νό­μα­τος, ή­ταν κίν­δυ­νος ζωής. Εί­τε φω­το­γρά­φος, εί­τε κά­ποιος άλ­λος που μπο­ρεί να κρα­τού­σε φω­το­γρα­φι­κά τεκ­μή­ρια, έ­κα­νε τα πά­ντα εν κρυ­πτώ και λού­φα­ζε στο προ­στα­τευ­τι­κό κέ­λυ­φος της α­νω­νυ­μίας.
Έτσι, τα πε­ρι­θώ­ρια ταυ­το­ποίη­σης φω­το­γρα­φι­κού υ­λι­κού και σχε­τι­κών πλη­ρο­φο­ριών στε­νεύουν. Φτά­νουν, με­τά την Κα­το­χή και κυ­ρίως σή­με­ρα, να δεί­χνουν σχε­δόν α­νύ­παρ­κτα. Οι πλη­ρο­φο­ρίες εί­ναι ι­σχνές, αλ­λοιω­μέ­νες λό­γω πα­ρα­νο­μίας, ρευ­στές και συ­χνά α­ντι­φά­σκου­σες. Εάν λά­βου­με υ­πό­ψη και τις ε­ξω­γε­νείς δυ­σκο­λίες - στις ο­ποίες θα α­να­φερ­θώ σε λί­γο - τό­τε α­ντι­λαμ­βά­νε­ται κα­νείς τη δυ­σχε­ρή θέ­ση της έ­ρευ­νας. Αυ­τό, βε­βαίως, δε ση­μαί­νει ε­γκα­τά­λει­ψη. Η α­να­ζή­τη­ση γί­νε­ται πιο πε­ρί­πλο­κη, εν­δε­χο­μέ­νως και πιο γο­η­τευ­τι­κή, αλ­λά ό­χι α­πα­γο­ρευ­τι­κή πριν ε­ξαν­τλη­θεί.
Ανέ­φε­ρα ό­λα τα προ­η­γού­με­να για­τί συ­νι­στούν τις γε­νι­κές και ει­δι­κές συν­θή­κες του φω­το­γρα­φι­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντος ε­πί Κα­το­χής. Πρέ­πει να λαμ­βά­νο­νται σο­βα­ρά υ­πό­ψη, ό­ταν κά­νου­με γε­νι­κή ή και ει­δι­κή μνεία στη φω­το­γρα­φία αυ­τής της πε­ριό­δου. Μα­κά­ρι, ό­μως, να τε­λειώ­να­με ε­δώ. Εξί­σου σο­βα­ρά πρέ­πει να λαμ­βά­νο­νται υ­πό­ψη και οι με­τα­κα­το­χι­κές συν­θή­κες. Ιδιαί­τε­ρα αυ­τές, για­τί μέ­χρι και το 1974, η ροή των πραγ­μά­των δεν εί­ναι ρό­δι­νη. Ίσα ί­σα το α­ντί­θε­το.
Με­τά τον Εμφύ­λιο, με τα λε­γό­με­να «έ­κτα­κτα μέ­τρα», που στό­χευαν στην α­πο-Ε­Α­Μο­ποίη­ση του κοι­νω­νι­κού σώ­μα­τος, οι­κο­δο­μή­θη­κε μία μο­νο­λι­θι­κού τύ­που κοι­νω­νία, με βίαιο α­πο­κλει­σμό συ­γκε­κρι­μέ­νης κα­τη­γο­ρίας αν­θρώ­πων. Ήταν τα ε­πι­κίν­δυ­να μιά­σμα­τα.
Το 1974, η ί­δια αυ­τή ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία ει­σέρ­χε­ται, α­πό­το­μα και τραυ­μα­τι­κά, στον δη­μο­κρα­τι­κό βίο. Ο εν­θου­σια­σμός των μέ­χρι τό­τε α­πο­κλει­σμέ­νων, άγ­γι­ζε τα ό­ρια της πα­ρα­φρο­σύ­νης. Λί­γο πο­λύ έ­μοια­ζε με ε­κεί­νον που ξέ­σπα­σε τις πρώ­τες η­μέ­ρες με­τά την Κα­το­χή.
Κα­λύ­τε­ρα, ό­μως, τα κοι­νω­νι­κο-πο­λι­τι­κά, με την ευ­ρεία τους έν­νοια, να τα πα­ρα­κάμ­ψου­με, ή να τα θεω­ρή­σου­με ως νοού­με­να, για­τί μπο­ρεί να πα­ρα­συρ­θού­με σε α­νε­πί­τρε­πτο πλα­τεια­σμό.
Σε ό,τι τώ­ρα α­φο­ρά τη φω­το­γρα­φία ε­πί Κα­το­χής και ι­δίως την α­ντι­στα­σια­κή, οι τύ­χες της συμ­βα­δί­ζουν με τις με­τεμ­φυ­λια­κές συν­θή­κες. Η με κά­θε τρό­πο εκ­μη­δέ­νι­ση του Ε­Α­Μι­κού στοι­χείου, την εί­χε κα­τα­δι­κά­σει σε μα­κρο­χρό­νιο λή­θαρ­γο.
Δεν εί­ναι κα­θό­λου τυ­χαίο το γε­γο­νός ό­τι οι δύο ση­μα­ντι­κό­τε­ροι φω­το­γρά­φοι της Αντί­στα­σης, ο Σπύ­ρος Με­λετ­ζής και ο Κώ­στας Μπα­λά­φας, στον ε­πι­μέ­ρους αυ­τόν το­μέα, έ­μει­ναν για δε­κα­ε­τίες στην α­φά­νεια. Ο Με­λετ­ζής συ­γκρό­τη­σε συ­μπα­γή σύν­θε­ση και ε­ξέ­δω­σε για πρώ­τη φο­ρά το υ­λι­κό του, το 1976 και α­ντί­στοι­χα ο Μπα­λά­φας, το 1991. Χρειά­στη­κε, δη­λα­δή, να με­σο­λα­βή­σει με­τά την Κα­το­χή έ­να σκο­τει­νό χά­σμα, 32 χρό­νων για τον πρώ­το και 47 για τον δεύ­τε­ρο. Ενώ έ­νας τρί­τος, - για τον ο­ποίο θα α­να­φερ­θώ στη συ­νέ­χεια και ο ο­ποίος λαν­θά­νει ως σή­με­ρα - γνω­στο­ποίη­σε το φω­το­γρα­φι­κό του υ­λι­κό με­τά 52 χρό­νια.
Προ­φα­νώς η διά­θε­ση α­πό­κρυ­ψης δεν α­νή­κε στη σφαί­ρα του ε­πι­θυ­μη­τού. Θα έ­λε­γα, μά­λι­στα, το α­ντί­θε­το. Υπάρ­χει άλ­λω­στε, και το ε­πι­βε­βαιώ­νει, η σχε­τι­κή με την Αντί­στα­ση έκ­θε­ση του Με­λετ­ζή, στα κε­ντρι­κά γρα­φεία του Ε­Α­Μ, που έ­λη­ξε ά­δο­ξα μέ­σα στις ο­δο­μα­χίες των Δε­κεμ­βια­νών.
Τε­λι­κά, οι συ­ντε­λε­στές, που τους ε­ξα­νά­γκα­σαν να ρί­ξουν μα­κρο­χρό­νιο πέ­πλο α­πό­κρυ­ψης, τους ξε­περ­νού­σαν. Δεν ή­ταν πα­ρά δέ­σμιοι των ι­διό­τυ­πων κοι­νω­νι­κών συν­θη­κών, ό­πως αυ­τές ε­κτυ­λίσ­σο­νται δια­δο­χι­κά με­τά την α­πο­χώ­ρη­ση των κα­το­χι­κών στρα­τευ­μά­των.
Αυ­τό, ό­μως, α­ντα­να­κλά και κά­τι άλ­λο, νο­μί­ζω ζω­τι­κής ση­μα­σίας και έ­κτα­σης. Το ό­τι για πολ­λά χρό­νια η συλ­λο­γι­κή μνή­μη γε­νι­κό­τε­ρα, αλ­λά μα­ζί και η φω­το­γρα­φία ως α­δια­φι­λο­νί­κη­τη μαρ­τυ­ρία, δεν "θυ­μό­ταν" ή, σω­στό­τε­ρα, α­πο­σιω­πού­σε την α­νε­λέ­η­τη δε­κα­ε­τία του '40, δεί­χνει με πό­ση ε­πι­τυ­χία το πα­ρελ­θόν α­να­σχη­μα­τί­στη­κε σύμ­φω­να με τις ε­πι­τα­γές της με­τεμ­φυ­λια­κής πο­λι­τι­κής.

Πα­ρα­δείγ­μα­τα

Αρκε­τά α­π' ό­σα δια­τύ­πω­σα θεω­ρη­τι­κο­λο­γώ­ντας, θα δο­κι­μά­σω να τα κά­νω πιο α­πτά. Θα κα­τα­φύ­γω σε ο­ρι­σμέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά πα­ρα­δείγ­μα­τα. Για αυ­τό α­κρι­βώς πρό­σθε­σα και τον δεύ­τε­ρο τίτ­λο. Τα πε­ρισ­σό­τε­ρα πα­ρα­μέ­νουν ά­γνω­στα ή ε­λά­χι­στα γνω­στά. Βρί­σκο­ντας στο κα­θέ­να α­φορ­μές, θα κά­νω και γε­νι­κό­τε­ρα σχό­λια, συ­χνά υ­πό τύ­πο ε­ρω­τή­μα­τος.
Όπως ση­μείω­σα προ­η­γου­μέ­νως, α­πό την ί­δια τη φύ­ση του έ­να φω­το­γρα­φι­κό υ­λι­κό πα­ρά­νο­μο, που ε­πι­σύ­ρει κύ­ρω­ση θα­νά­του για τον κά­το­χο, ή­ταν ε­ξαι­ρε­τι­κά δύ­σκο­λο να α­πο­θη­σαυ­ρι­στεί στα χρό­νια της Κα­το­χής. Ωστό­σο, υ­πήρ­ξαν άν­θρω­ποι, ι­δίως στις πό­λεις, που συ­γκρό­τη­σαν αρ­χείο με κίν­δυ­νο της ζωής τους.
Τα αρ­χεία αυ­τά υ­πέ­στη­σαν ζη­μιές με­τά την Απε­λευ­θέ­ρω­ση. Εί­τε κα­τα­στρά­φη­καν, ε­πει­δή ε­γκα­τα­λειμ­μέ­να σε α­κα­τάλ­λη­λες κρύ­πτες, εί­τε κα­τα­σχέ­θη­καν στους α­στυ­νο­μι­κούς διωγ­μούς. Στην τε­λευ­ταία κα­τη­γο­ρία κα­τα­τάσ­σο­νται τα αρ­χεία των με­γά­λων μο­νά­δων του Ε­ΛΑΣ, που έ­πε­σαν στα χέ­ρια τμη­μά­των της Εθνο­φυ­λα­κής ή της Χω­ρο­φυ­λα­κής, με­τά τον α­φο­πλι­σμό του 1945, που ε­πέ­βαλ­λε η Συμ­φω­νία της Βάρ­κι­ζας (12/2/45). Στα αρ­χεία αυ­τά, ό­πως για πα­ρά­δειγ­μα στο αρ­χείο της 13ης Με­ραρ­χίας της Ρού­με­λης, υ­πήρ­χε και φω­το­γρα­φι­κό υ­λι­κό.
Το τε­λευ­ταίο μου δί­νει λα­βή να πε­ρά­σω στο πρώ­το πα­ρά­δειγ­μα.
Μέ­σα στο 1946, δη­λα­δή στην κο­ρύ­φω­ση της λε­γό­με­νης Λευ­κής Τρο­μο­κρα­τίας, εί­χε κά­ποιος το σθέ­νος να εκ­δώ­σει φω­το­γρα­φι­κό λεύ­κω­μα. Προ­ερ­χό­ταν α­πό τα αρ­χεία της 13ης Με­ραρ­χίας του Ε­ΛΑΣ. Στο ε­ξώ­φυλ­λο έ­φε­ρε τίτ­λο: «Οι α­ντάρ­τες της ΧΙΙΙ Με­ραρ­χίας της Ρού­με­λης. Ανα­μνη­στι­κό Λεύ­κω­μα». Ως εκ­δό­της φέ­ρε­ται η Ε­ΔΑ. Εί­ναι α­κρω­νύ­μιο και με­τα­φρά­ζε­ται, για ό­σους το α­γνοούν, σε Επι­τρο­πή Δια­φώ­τι­σης Ανταρ­τών. Με προ­λο­γι­κά κεί­με­να και ε­κτε­νείς κει­με­νο­λε­ζά­ντες πα­ρου­σιά­ζει την ό­λη φυ­σιο­γνω­μία και πο­λε­μι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα της Με­ραρ­χίας, στον έ­νο­πλο α­γώ­να ε­πί Κα­το­χής.
Εμπνευ­στής και πρω­τερ­γά­της της έκ­δο­σης εί­ναι ο Γραμ­μα­τέ­ας Δια­φώ­τι­σης της Με­ραρ­χίας, ο Γεωρ­γού­λας Μπέι­κος, νο­μι­κός, α­πό το χω­ριό Κλει­τσός Ευ­ρυ­τα­νίας, ψυ­χή και συ­ντά­κτης του Κώ­δι­κα Αυ­το­διοι­κή­σεως και Λαϊκής Δι­καιο­σύ­νης, στην Ελεύ­θε­ρη Ελλά­δα. Επει­δή ό­λα αυ­τά, το ί­διο έ­τος, δη­λα­δή το 1946, κα­τέ­λη­ξε θα­να­το­ποι­νί­της.
Ελά­χι­στες εί­ναι οι φω­το­γρα­φίες του λευ­κώ­μα­τος που μπο­ρούν να α­πο­δο­θούν στον Με­λετ­ζή. Οι υ­πό­λοι­πες, δη­λα­δή η συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία, λαν­θά­νουν. Ποιοι ά­ρα­γε να εί­ναι οι άλ­λοι φω­το­γρά­φοι; Εί­ναι οι Δη­μή­τρης Με­γα­λί­δης, Γιάν­νης Νι­συ­ρίου και Θα­νά­σης Πα­πα­δού­κας του φω­το-κι­νη­μα­το­γρα­φι­κού συ­νερ­γείου του Ε­ΛΑ­Σ; Επαγ­γελ­μα­τίες της πε­ριο­χής Ρού­με­λης; Άγνω­στο. Μπο­ρεί να μην πα­ρου­σιά­ζουν ι­διαί­τε­ρο ή και κα­νέ­να καλ­λι­τε­χνι­κό εν­δια­φέ­ρον, για­τί έ­χουν κα­τα­φα­νώς α­να­μνη­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα, ω­στό­σο, τα ο­νό­μα­τα των φω­το­γρά­φων και της πλειο­ψη­φία των ει­κο­νι­ζό­με­νων προ­σώ­πων λαν­θά­νουν.
Πέ­ρα α­πό τα ε­ρω­τή­μα­τα, το πρό­τα­ξα ως πα­ρά­δειγ­μα, για έ­ναν ε­πι­πλέ­ον λό­γο. Για να υ­πο­γραμ­μί­σω ό­τι το εκ­δο­τι­κό το­πίο των φω­το­γρα­φι­κών λευ­κω­μά­των, λί­γο με­τά την Απε­λευ­θέ­ρω­ση, δεν εί­ναι ε­ντε­λώς έ­ρη­μο. Έρη­μο το κα­θι­στά η α­νύ­παρ­κτη βι­βλιο­γρα­φία. Έχω υ­πό­ψη μου με­ρι­κά α­κό­μη, ό­μως δεν υ­πάρ­χει λό­γος να φλυα­ρή­σω.
Να ση­μειώ­σω μό­νο ό­τι ό­σα εξ αυ­τών ε­πι­βίω­σαν ως κα­τε­σχη­μέ­να στις κρα­τι­κές αρ­χές α­σφα­λείας, ε­μπί­πτουν στα α­ξιο­θρή­νη­τα του με­τα­πολ­τευ­τι­κού βίου. Μα­ζί με κά­θε άλ­λο χαρ­τώο τεκ­μή­ριο που εί­χε α­πο­μεί­νει, ο­δη­γή­θη­καν στους κλι­βά­νους της Χα­λυ­βουρ­γι­κής. Εκεί, στο ό­νο­μα της ε­θνι­κής συμ­φι­λίω­σης, έ­γι­ναν τέ­φρα. Κι αυ­τό α­πό κοι­νού, δη­λα­δή με σύ­μπρα­ξη της πα­θού­σας α­ρι­στε­ράς. Έτσι, στον το­μέα της έ­ρευ­νας περ­πα­τά­με τώ­ρα πα­σπα­τεύο­ντας στα σκο­τά­δια.
Το δεύ­τε­ρο πα­ρά­δειγ­μα ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται σε ε­παγ­γελ­μα­τία φω­το­γρά­φο, ο ο­ποίος, χω­ρίς υ­περ­βο­λή, μπο­ρεί να στα­θεί ι­σά­ξια δί­πλα στους Με­λετ­ζή και Μπα­λά­φα. Πρό­κει­ται για τον βο­λιώ­τη Νί­κο Στουρ­νά­ρα.
Ο Στουρ­νά­ρας, λοι­πόν, διέ­θε­τε αρ­κε­τά α­τού. Λό­γω του πα­τέ­ρα του λο­γα­ρια­ζό­ταν στο Βό­λο, ο πα­λαιό­τε­ρος φω­το­γρά­φος. Συγ­χρό­νως, μα­ζί με τον Ζη­μέ­ρη, δια­τη­ρού­σε ε­κεί­νη την ε­πο­χή, το πιο γνω­στό και ε­ξε­λιγ­μέ­νο φω­το­γρα­φείο στη πό­λη. Με αυ­τά τα δύο προ­σό­ντα και έ­να τρί­το, αυ­τό του ε­ξαι­ρε­τι­κού φω­το­γρά­φου, κα­τόρ­θω­σε να κερ­δί­σει την ε­μπι­στο­σύ­νη των κα­το­χι­κών αρ­χών. Έφτα­σε στο ση­μείο να του α­να­θέ­τουν προς εμ­φά­νι­ση φιλμ στρα­τιω­τι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου. Έτσι, στη διάρ­κεια της ε­πε­ξερ­γα­σίας, κρα­τού­σε ο­ρι­σμέ­να α­ντί­γρα­φα, που πα­ρου­σία­ζαν εν­δια­φέ­ρον. Και α­φού έ­μπι­στος, ε­ξα­σφά­λι­σε κά­ποια στιγ­μή και γρα­πτή ά­δεια ό­τι, "ερ­γά­ζε­ται ως φω­το­γρά­φος δια λο­γα­ρια­σμόν της γερ­μα­νι­κής Βέρ­μα­χτ". Εί­χε, δη­λα­δή, πλή­ρη ε­λευ­θε­ρία κι­νή­σεων.
Αυ­τά ως προς τις α­στι­κές πε­ριο­χές της Μα­γνη­σίας, τις ε­λεγ­χό­με­νες α­πό τα κα­το­χι­κά στρα­τεύ­μα­τα.
Υπάρ­χει, ω­στό­σο, η α­θέ­α­τη ή, σω­στό­τε­ρα, η πα­ρά­νο­μη για τό­τε πλευ­ρά. Φρό­ντι­σε. λοι­πόν, να δώ­σει σε έ­ναν α­μύη­το στη φω­το­γρα­φία Ε­ΛΑ­Σί­τη, τον Κώ­στα Αλε­ξάν­δρου, ό­ταν ε­κεί­νος έ­φυ­γε στο βου­νό τα ε­ξής: Δύο φω­το­γρα­φι­κές μη­χα­νές, πολ­λές γρα­πτές τε­χνι­κές συμ­βου­λές και αρ­κε­τά φιλ­μ, ώ­στε να α­πο­τυ­πώ­σει γε­γο­νό­τα και πρό­σω­πα της α­ντάρ­τι­κης ζωής στο Πή­λίο.
Με αυ­τόν τον τρό­πο ο Στουρ­νά­ρας ε­ξα­σφά­λι­σε εκ των έ­σω ει­κό­νες α­πό τη στρα­τιω­τι­κή δρά­ση του Ε­ΛΑΣ, στο Πή­λιο. Πέ­ραν αυ­τού, Νοέμ­βρη του 1943, ό­ταν το α­ντάρ­τι­κο βρι­σκό­ταν στον υ­ψη­λό­τε­ρο βαθ­μό α­νά­πτυ­ξης, α­νέ­βη­κε και ί­διος προς φω­το­γρά­φη­ση.
Οι δη­μο­σιευ­μέ­νες φω­το­γρα­φίες του κα­λύ­πτουν κά­θε πτυ­χή ορ­γά­νω­σης και δρα­στη­ριό­τη­τας των α­νταρ­τών στην Ανα­το­λι­κή Θεσ­σα­λία. Απο­τυ­πώ­νο­νται τα πά­ντα. Με άλ­λα λό­για, δί­νει μια σχε­δόν πλή­ρη ει­κό­να της έ­νο­πλης α­ντί­στα­σης, ό­πως αυ­τή ε­ξα­πλώ­νε­ται στα ο­ρει­νά της πε­ριο­χής. Σε πα­ραλ­λη­λία προς την α­ντάρ­τι­κη ει­κό­να, α­να­πτύσ­σει και ε­κεί­νη των κα­το­χι­κών στρα­τευ­μά­των. Εί­τε δι­κές του εί­τε α­πό λά­θρα τυ­πώ­μα­τα, ο­ρι­σμέ­νες α­πό αυ­τές α­πο­τε­λούν ντο­κου­μέ­ντα. Πο­λύ πι­θα­νόν να εί­ναι ο μό­νος φω­το­γρά­φος, σε συ­νερ­γα­σία βέ­βαια με τον Αλε­ξάν­δρου, που κα­τα­γρά­φει τη δι­πλή ό­ψη της Κα­το­χής, ό­πως τη δια­τύ­πω­σα θεω­ρη­τι­κά στο ει­σα­γω­γι­κό μέ­ρος.
Όπως ση­μείω­σα λί­γο νω­ρί­τε­ρα, χω­ρίς να τον κα­το­νο­μά­σω, γνω­στο­ποίη­σε το φω­το­γρα­φι­κό του υ­λι­κό με­τά 52 χρό­νια. Τώ­ρα το κά­νω πιο α­κρι­βές:
Κυ­κλο­φό­ρη­σε σε αυ­τοέκ­δο­ση δύο τό­μους υ­ψη­λών τυ­πο­τε­χνι­κών προ­δια­γρα­φών, με ο­ρι­σμέ­νες φω­το­γρα­φίες ε­πι­ζω­γρα­φι­σμέ­νες. Ο πρώ­τος, με τίτ­λο «Μα­γνη­σία 1941-42. Η τρα­γω­δία της κα­το­χής», κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1988. Με­τρά 463 σε­λί­δες. Ο δεύ­τε­ρος, με τον ί­διο τίτ­λο, ό­που αλ­λά­ζουν μό­νο τα έ­τη και γί­νο­νται 1943-44, συ­νε­χί­ζει σε­λι­δα­ρίθ­μη­ση α­πό τον προ­η­γού­με­νο και με­τρούν μα­ζί 1047 σε­λί­δες. Αυ­τός κυ­κλο­φό­ρη­σε με­τά θά­να­τον, το 1996. Φέ­ρει ό­μως τον μέ­γι­στο ό­γκο των φω­το­γρα­φιών. Εγκα­τέ­λει­ψε τα ε­γκό­σμια το 1993. Ευ­τυ­χώς πρό­λα­βε να τον ο­λο­κλη­ρώ­σει, δια­φο­ρε­τι­κά θα ή­ταν α­πώ­λεια στη α­ντι­στα­σια­κή φω­το­γρα­φία.
Τι, λοι­πόν, μπο­ρεί να με­σο­λα­βεί και ο Νί­κος Στουρ­νά­ρας πα­ρα­μέ­νει στη σκιά; Φταίει το ό,τι οι δύο τό­μοι πέ­ρα­σαν α­πα­ρα­τή­ρη­τοι; Ή μή­πως φταίει κά­τι άλ­λο, πο­λύ βα­θύ­τε­ρο, και μας ξε­φεύ­γει; Νο­μί­ζω ό­τι αν ε­ντο­πί­σου­με αυ­τό το βα­θύ­τε­ρο, θα έ­χου­με και την α­πά­ντη­ση. Προ­η­γεί­ται, ό­μως και εκ­κρε­μεί κά­τι βα­σι­κό­τε­ρο. Δεν γνω­ρί­ζου­με ού­τε στο πε­ρί­που το σύ­νο­λο των φω­το­γρα­φιών του Στουρ­νά­ρα.
Το τρί­το στη σει­ρά πα­ρά­δειγ­μα α­φο­ρά το φω­το­ρε­πορ­τάζ. Εδώ, βέ­βαια, πέ­φτου­με σε χά­ος.
Το φω­το­ρε­πορ­τά­ζ, α­να­λο­γι­κά προς τις άλ­λες μορ­φές φω­το­γρα­φίας, βρί­σκε­ται, ε­ρευ­νη­τι­κά, σε πο­λύ υ­πο­δεέ­στε­ρη θέ­ση. Η εκ φύ­σεως πο­σο­τι­κή του υ­πε­ρο­χή λει­τουρ­γεί αρ­νη­τι­κά. Φτά­νει μά­λι­στα να με­τα­τρέ­πε­ται σε μειο­νέ­κτη­μα και να α­πω­θεί κά­θε διά­θε­ση προς έ­ρευ­να. Ποιος κά­θε­ται να βά­λει τά­ξη και να με­λε­τή­σει τον αρ­χεια­κό ό­γκο ε­νός φω­το­ρε­πόρ­τε­ρ, ό­πως για πα­ρά­δειγ­μα το αρ­χείο του Με­γα­λο­κο­νό­μου; Αυ­τό εί­ναι υ­πό­θε­ση μι­σής ζωής. Αυ­τό, ό­μως, α­ντα­να­κλά και το ό,τι στην Ελλά­δα δεν υ­πήρ­ξε πο­τέ αρ­χεια­κή πο­λι­τι­κή στη φω­το­γρα­φία. Έτσι ό­μως ερ­μη­νεύε­ται και το πα­ρα­τη­ρού­με­νο σή­με­ρα δι­σχι­δές φαι­νό­με­νο. Ενώ βλέ­που­με η φω­το­γρα­φία να ακ­μά­ζει, με εκ­θέ­σεις και εκ­δό­σεις, στον το­μέα της αρ­χεια­κής έ­ρευ­νας βα­δί­ζει μπου­σου­λώ­ντας.
Επει­δή δεν σκο­πεύω να βά­λω τά­ξη στο χά­ος ή και να σχο­λιά­σω πε­ρισ­σό­τε­ρο το θέ­μα του φω­το­ρε­πορ­τά­ζ, θα κι­νη­θώ δειγ­μα­το­λη­πτι­κά.
Εί­ναι γνω­στό, του­λά­χι­στον στο συ­νά­φι της φω­το­γρα­φίας, ό­τι υ­πάρ­χουν συλ­λέ­κτες φω­το­γρα­φιών, ό­πως και στις υ­πό­λοι­πες ει­κα­στι­κές τέ­χνες. Ορι­σμέ­νοι α­πό αυ­τούς ε­πεν­δύουν και ε­ντάσ­σουν στις φω­το­γρα­φι­κές τους συλ­λο­γές και αρ­χεία πα­λαιών φω­το­ρε­πόρ­τερ. Σε έ­ναν α­πό αυ­τούς τους μα­νια­κούς, τον Νί­κο Τό­λη, ζή­τη­σα α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κά δείγ­μα­τα α­πό το αρ­χείο του, δη­λα­δή φω­το­γρα­φίες σχε­τι­κές με την Κα­το­χή. Με α­γο­ρά έ­χει πε­ριέλ­θει στη συλ­λο­γή του το φω­το­γρα­φι­κό αρ­χείο του Θω­μά Ιω­νά και με­γά­λο μέ­ρος, ί­σως το με­γα­λύ­τε­ρο, α­πό το αρ­χείο των Ηνω­μέ­νων Φω­το­ρε­πόρ­τερ.
Κα­τά προ­φο­ρι­κή ε­νη­μέ­ρω­ση, το αρ­χείο των Ηνω­μέ­νων Φω­το­ρε­πόρ­τερ α­ριθ­μεί κά­που 1 000 αρ­νη­τι­κά, με ποι­κί­λα θέ­μα­τα. Κυ­ρίως κα­θη­με­ρι­νές ό­ψεις της κα­τε­χό­με­νης Αθή­νας, αλ­λά και δυ­να­μι­τι­στι­κές ε­νέρ­γειες, ό­πως η α­να­τί­να­ξη της Ε­ΣΠΟ. Του Ιω­νά α­ριθ­μεί πά­νω α­πό 600 γυά­λι­νες πλά­κες, με λί­γο πο­λύ την ί­δια θε­μα­τι­κή ποι­κι­λία. Συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει ό­μως και λή­ψεις α­πό τις έ­νο­πλες ορ­γα­νώ­σεις Ε­ΔΕΣ και Ε­ΛΑΣ.
Πέ­ρα α­πό τον χα­ρα­κτή­ρα του ντο­κου­μέ­ντου, ο­ρι­σμέ­νες λή­ψεις μπο­ρούν να θεω­ρη­θούν υ­ψη­λής αι­σθη­τι­κής, ό­πως κά­ποιες α­πό τον α­θη­ναϊκό λι­μό του '41.
Ένας άλ­λος γνω­στός συλ­λέ­κτης - ο Μι­χά­λης Τσά­γκα­ρης - α­ριθ­μεί στη συλ­λο­γή του γύ­ρω στις 2 500 φω­το­γρα­φίες, οι ο­ποίες κα­λύ­πτουν πολ­λές ό­ψεις της κα­το­χι­κής πε­ριό­δου. Εάν στο ά­θροι­σμα των 1 600 του Τό­λη, προ­σθέ­σου­με τις 2 500 του Τσά­γκα­ρη, προ­κύ­πτει έ­να σύ­νο­λο πά­νω α­πό 4 000 φω­το­γρα­φίες. Σκε­φτεί­τε τώ­ρα το ου­το­πι­κό, να εί­χαν κα­τα­με­τρη­θεί ό­λα τα σω­ζό­με­να αρ­χεία των ε­πί Κα­το­χής φω­το­ρε­πόρ­τε­ρ, τι γε­νι­κό σύ­νο­λο θα προέ­κυ­πτε!.
Επει­δή ό­μως ου­το­πι­κό, και ε­πει­δή εν Ελλά­δι δεν έ­χου­με α­γα­θές σχέ­σεις με το κυ­νή­γι της ου­το­πίας, ας α­φή­σου­με α­τά­ρα­χο το φω­το­ρε­πορ­τάζ στην η­συ­χία του.
Το τε­λευ­ταίο πα­ρά­δειγ­μα σχε­τί­ζε­ται με έ­να α­κό­μη πιο πα­ρα­με­λη­μέ­νο εί­δος φω­το­γρα­φίας: την ε­ρα­σι­τε­χνι­κή. Από τον ά­γνω­στο και ε­ντε­λώς α­νε­ξε­ρεύ­νη­το α­ριθ­μό ε­ρα­σι­τε­χνών, κα­τα­φεύ­γω προς δειγ­μα­το­λη­ψία στον εκ Θεσ­σα­λο­νί­κης ποιη­τή Κλεί­το Κύ­ρου. Στο αρ­χείο του υ­πάρ­χουν εν ό­λω εν­νέα αρ­νη­τι­κά α­ντι­στα­σια­κού χα­ρα­κτή­ρα. Οι λή­ψεις έ­γι­ναν στη διάρ­κεια πα­ρά­νο­μου ε­ορ­τα­σμού της 25ης Μαρ­τίου του 1943. Φοι­τη­τής τό­τε, έ­κα­νε τη φω­το­γρά­φη­ση, έ­χο­ντας προ­στα­τευ­τι­κό κλοιό συμ­φοι­τη­τές του. Μπο­ρεί μι­κρή ψη­φί­δα, αλ­λά δεν παύει να εί­ναι μια α­κό­μη στο με­γά­λο, αλ­λά α­διε­ρεύ­νη­το, ψη­φι­δω­τό της α­ντι­στα­σια­κής φω­το­γρα­φίας. Ο Κύ­ρου βρί­σκε­ται α­νά­με­σα στους ε­λά­χι­στους, που κα­τά σύ­μπτω­ση στά­θη­κε τυ­χε­ρός. Το φω­το­γρα­φι­κό του αρ­χείο πε­ριήλ­θε στις συλ­λο­γές του Ε­ΛΙΑ και ό­σο γνω­ρί­ζω, ε­τοι­μά­ζε­ται προς έκ­δο­ση το­μί­διο σχε­τι­κό με την ε­πί­δο­σή του στη φω­το­γρα­φία. Θέ­λω να πι­στεύω ό­τι οι κα­το­χι­κές φω­το­γρα­φίες θα συ­μπε­ρι­λη­φθούν στις σε­λί­δες της έκ­δο­σης.
Με αυ­τά, βέ­βαια, δεν ε­ξαν­τλεί­ται το θέ­μα. Έγι­ναν μό­νο κά­ποιες ε­πι­ση­μάν­σεις. Πά­ντως, ό­τι ε­πι­βίω­σε μέ­χρι το κα­λο­καί­ρι του '74, λί­γο πο­λύ ε­πι­βίω­σε λά­θρα. Ωστό­σο, το με­γά­λο ζη­τού­με­νο βρί­σκε­ται στο με­τά το '74. Με­σο­λά­βη­σαν 37 χρό­νια κα­τά τα ο­ποία, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι εκ των φω­το­γρά­φων, που ε­μπλέ­κο­νται φω­το­γρα­φι­κά στην Αντί­στα­ση, ε­τερ­μά­τι­σαν το ζην, χω­ρίς πο­τέ να τους γί­νει συ­στη­μα­τι­κή πο­λιορ­κία προς ε­κτα­μίευ­ση πλη­ρο­φο­ριών. Εν ο­λί­γοις, χά­θη­καν για πά­ντα οι πρω­το­γε­νείς προ­φο­ρι­κές πη­γές. Αλλά ού­τε έ­χει γί­νει πο­τέ συ­στη­μα­τι­κή έ­ρευ­να και κα­τα­γρα­φή στις αρ­χεια­κές πη­γές. Τού­τη τη στιγ­μή, δη­λα­δή εν έ­τει 2011, λεί­πει α­κό­μη και η στοι­χειώ­δης βι­βλιο­γρα­φία. Ού­τε, βέ­βαια, το στιγ­μιαίο εν­δια­φέ­ρον μπο­ρεί να σώ­σει τη φω­το­γρα­φία της Αντί­στα­σης. Ήταν και πα­ρα­μέ­νει κα­τα­δι­κα­σμέ­νη σε ε­σα­εί λή­θαρ­γο. Το για­τί διευ­κρι­νί­ζε­ται μό­νο εάν κοι­τά­ξου­με, αλ­λά λε­πτο­με­ρώς, στο α­ει­κί­νη­το κα­λει­δο­σκό­πιο του με­τα­πο­λι­τευ­τι­κού βίου. Κοι­τώ­ντας ε­κεί, πέ­ραν της πρό­σκαι­ρης πο­λι­τι­κής χρη­σι­μο­θη­ρίας, στον το­μέα της έ­ρευ­νας ε­ντο­πί­ζε­ται σχε­δόν πλή­ρης α­δια­φο­ρία. Απο­κα­λύ­πτε­ται τό­ση α­μέ­λεια και α­προ­θυ­μία σαν να ε­πρό­κει­το για τεκ­μή­ρια πα­ρελ­θό­ντος μιας άλ­λης χώ­ρας, εχ­θρι­κής.

Κω­στής Λιό­ντης

Ση­μείω­ση: Το κεί­με­νο προέ­κυ­ψε α­πό ση­μειώ­σεις ει­σή­γη­σης σε Ημε­ρί­δα με θέ­μα «Η φω­το­γρα­φία στα χρό­νια της Αντί­στα­σης. Ελλά­δα, 1941-1944». Η Ημε­ρί­δα ορ­γα­νώ­θη­κε α­πό το Μου­σείο Μπε­νά­κη, στις 27 Φεβ. 2011, με α­φορ­μή έκ­θε­ση φω­το­γρα­φιών του Κώ­στα Μπα­λά­φα α­πό το Αντάρ­τι­κο στην Ήπει­ρο.

Φωτο 1: Μικτό ένοπλο τμήμα ανταρτών του ΕΛΑΣ, στο Πήλιο, σε φωτογραφία του Νίκου Στουρνάρα. Οπλισμός και ιματισμός προέρχονται από τους Ιταλούς μετά τη συνθηκολόγηση. Γι αυτό παρουσιάζει και πανσπερμία διαφορετικού οπλισμού. Χάριν, όμως αυτού έχει αποκτήσει εικόνα τακτικού στρατού. Επίσης, οι αντάρτες της Ανατολικής Θεσσαλίας δεν διατηρούσαν γενειάδες, όπως στην υπόλοιπη Ελλάδα, κυρίως στη Ρούμελη. Παρά τις δυσκολίες, υπήρχε κάποια φροντίδα, παρουσιάζοντας έτσι εικόνα επιμελημένου στρατιωτικού σχηματισμού.

Φωτο 2: Αντιπροσωπευτική σελίδα από το Αναμνηστικό Λεύκωμα της 13ης Μεραρχίας της Ρούμελης.

Φωτο3: Ο Βασίλης Μπαρτζώτας σε φωτογραφία του Νίκου Στουρνάρα. Στα μάτια ορισμένων μπορεί σήμερα να φαντάζει με γραφική φιγούρα, ωστόσο, έδωσε τη ζωή του για τον απελευθερωτικό αγώνα. Τα κορίτσια του Πηλίου έραψαν τη στολή του με ύφασμα αλεξιπτώτου από λάφυρα γερμανικού φορτηγού που προσάραξε στην ακτή Οβριός.

Φωτο 4: Τα παιδιά, ιδίως των μεγάλων αστικών κέντρων, όπως η Αθήνα, ήταν τα πρώτα θύματα
από τον μεγάλο λιμό του '41-'42.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 27 Μαρτίου 2011.