Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

Ενδογενή προβλήματα στη φωτογραφία της Αντίστασης ή Φωτογραφίες και φωτογράφοι που έμειναν στο ημίφως

Σε ό­σα προ­τί­θε­μαι να κα­τα­θέ­σω δεν πρό­κει­ται να α­κο­λου­θή­σω κά­ποιο με­θο­δο­λο­γι­κό ερ­γα­λείο. Ού­τε έ­χω την πρό­θε­ση να α­να­πτύ­ξω κά­ποια θεω­ρία. Θα κά­νω μία α­πλή, μάλ­λον ε­μπει­ρι­κή, προ­σέγ­γι­ση του θέ­μα­τος. Δί­νω προ­κα­τα­βο­λι­κά αυ­τές τις ε­ξη­γή­σεις για να προ­λά­βω πι­θα­νές εν­στά­σεις ή υ­ψη­λές α­παι­τή­σεις.
Πρέ­πει, κα­ταρ­χήν, να δώ­σω τις α­κρι­βείς συ­ντε­ταγ­μέ­νες πλοή­γη­σης στο θέ­μα ή, το πλαί­σιο ό­πως λέ­νε, για­τί υ­πάρ­χει κίν­δυ­νος πα­ρερ­μη­νειών.
Ο πό­λε­μος, κα­τά κοι­νή πα­ρα­δο­χή, πα­ρου­σιά­ζει διτ­τή υ­πό­στα­ση. Η μία εί­ναι του με­τώ­που, με τις έ­νο­πλες συ­γκρού­σεις και η άλ­λη του ά­μα­χου πλη­θυ­σμού στα με­τό­πι­σθεν, Εάν αυ­τό το δεχ­θού­με ως γε­νι­κή αρ­χή, τό­τε, κα­τά τη διάρ­κεια της Κα­το­χής, πέ­ρα α­πό τις υ­πάρ­χου­σες ι­διαι­τε­ρό­τη­τες, έ­χου­με το έ­νο­πλο α­ντάρ­τι­κο στην ο­ρει­νή Ελλά­δα και τον υ­πό ξέ­νη τρι­πλή κα­το­χή ά­μα­χο πλη­θυ­σμό των α­στι­κών πε­ριο­χών.
Εκ των πραγ­μά­των, η φω­το­γρα­φία πα­ρου­σιά­ζει και αυ­τή διτ­τή υ­πό­στα­ση και α­ντα­να­κλα­στι­κά ταυ­τί­ζε­ται, σχε­δόν α­πό­λυ­τα, με τις δρα­μα­τι­κές συν­θή­κες αυ­τής της πε­ριό­δου.
Δεν γνω­ρί­ζω εάν κα­τά το πα­ρελ­θόν, τους Βαλ­κα­νι­κούς πο­λέ­μους και την Μι­κρα­σια­τι­κή εκ­στρα­τεία, πα­ρα­τη­ρεί­ται το α­νά­λο­γο φω­το­γρα­φι­κό ζεύ­γος. Πά­ντως, στην κα­το­χι­κή φω­το­γρα­φία πρέ­πει να θεω­ρη­θεί ως δε­δο­μέ­νο. Συ­μπλη­ρώ­νε­ται μά­λι­στα, με έ­να δεύ­τε­ρο φω­το­γρα­φι­κό ζεύ­γος, που λει­τουρ­γεί ως α­ντι­κρι­στός κα­θρέ­φτης προς το προ­η­γού­με­νο. Εί­ναι η διτ­τή ό­ψη της κα­το­χι­κής ει­κό­νας, τό­σο η έ­νο­πλη ό­σο και αυ­τή του ά­μα­χου πλη­θυ­σμού, η ο­ποία προ­κύ­πτει α­πό τα φω­το-κι­νη­μα­το­γρα­φι­κά συ­νερ­γεία των γερ­μα­νι­κών στρα­τευ­μά­των.
Αυ­τό εί­ναι το σύ­μπαν της κα­το­χι­κής φω­το­γρα­φίας. Μέ­σα του, ως υ­πο­σύ­νο­λο, τα­ξι­νο­μεί­ται και ο α­στε­ρι­σμός της α­μι­γώς α­ντι­στα­σια­κής φω­το­γρα­φίας. Χρο­νι­κά ο­ρί­ζε­ται στο διά­στη­μα με­τα­ξύ Απρι­λίου 1941 και Οκτω­βρίου 1944.
Μπαί­νω τώ­ρα στο δεύ­τε­ρο σκέ­λος του πλαι­σίου: Στο α­μι­γώς φω­το­γρα­φι­κό πε­δίο και τις ε­ξαι­ρε­τι­κά δυ­σμε­νείς συν­θή­κες του.
Σύμ­φω­να με την Ιστο­ρία της Ελλη­νι­κής Φω­το­γρα­φίας του Άλκη Ξαν­θά­κη, οι Σύμ­μα­χοι, υ­πο­χω­ρώ­ντας τον Απρί­λιο του 1941, κα­τέ­στρε­ψαν τις ε­γκα­τα­στά­σεις της Kodak στην Αθή­να. Κι αυ­τό για να μην πε­ριέλ­θουν στα γερ­μα­νι­κά στρα­τεύ­μα­τα. Η κα­τα­στρο­φή εί­χε ως ε­πα­κό­λου­θο, να δια­σω­θούν ε­λά­χι­στα φιλμ και τε­χνι­κό υ­λι­κό. Σ' αυ­τό προ­στί­θε­ται ο α­πο­κλει­σμός του ελ­λα­δι­κού χώ­ρου α­πό τους Συμ­μά­χους και έ­τσι οι ελ­λεί­ψεις πολ­λα­πλα­σιά­ζο­νται.
Στη στέ­ρη­ση υ­λι­κού έρ­χε­ται να προ­στε­θεί έ­νας άλ­λος, πο­λύ πιο αρ­νη­τι­κός πα­ρά­γο­ντας. Κα­τά την Ιστο­ρία του Ξαν­θά­κη και πά­λι: οι κα­το­χι­κές αρ­χές α­πα­γό­ρευαν ρη­τά τη φω­το­γρά­φι­ση σε δη­μό­σιους χώ­ρους, α­πει­λώ­ντας τους πα­ρα­βά­τες με ποι­νή θα­νά­του.
Πρώ­το αρ­νη­τι­κό ε­πα­κό­λου­θο αυ­τής της α­πα­γό­ρευ­σης, να γί­νο­νται πλέ­ον λή­ψεις μό­νο α­πό ρι­ψο­κίν­δυ­νους. Δεύ­τε­ρο ε­πα­κό­λου­θο, εί­ναι η εξ α­νά­γκης κα­τα­φυ­γή στην α­νω­νυ­μία. Για τους τολ­μη­ρούς πα­ρα­βά­τες, πι­θα­νή διαρ­ροή ο­νό­μα­τος, ή­ταν κίν­δυ­νος ζωής. Εί­τε φω­το­γρά­φος, εί­τε κά­ποιος άλ­λος που μπο­ρεί να κρα­τού­σε φω­το­γρα­φι­κά τεκ­μή­ρια, έ­κα­νε τα πά­ντα εν κρυ­πτώ και λού­φα­ζε στο προ­στα­τευ­τι­κό κέ­λυ­φος της α­νω­νυ­μίας.
Έτσι, τα πε­ρι­θώ­ρια ταυ­το­ποίη­σης φω­το­γρα­φι­κού υ­λι­κού και σχε­τι­κών πλη­ρο­φο­ριών στε­νεύουν. Φτά­νουν, με­τά την Κα­το­χή και κυ­ρίως σή­με­ρα, να δεί­χνουν σχε­δόν α­νύ­παρ­κτα. Οι πλη­ρο­φο­ρίες εί­ναι ι­σχνές, αλ­λοιω­μέ­νες λό­γω πα­ρα­νο­μίας, ρευ­στές και συ­χνά α­ντι­φά­σκου­σες. Εάν λά­βου­με υ­πό­ψη και τις ε­ξω­γε­νείς δυ­σκο­λίες - στις ο­ποίες θα α­να­φερ­θώ σε λί­γο - τό­τε α­ντι­λαμ­βά­νε­ται κα­νείς τη δυ­σχε­ρή θέ­ση της έ­ρευ­νας. Αυ­τό, βε­βαίως, δε ση­μαί­νει ε­γκα­τά­λει­ψη. Η α­να­ζή­τη­ση γί­νε­ται πιο πε­ρί­πλο­κη, εν­δε­χο­μέ­νως και πιο γο­η­τευ­τι­κή, αλ­λά ό­χι α­πα­γο­ρευ­τι­κή πριν ε­ξαν­τλη­θεί.
Ανέ­φε­ρα ό­λα τα προ­η­γού­με­να για­τί συ­νι­στούν τις γε­νι­κές και ει­δι­κές συν­θή­κες του φω­το­γρα­φι­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντος ε­πί Κα­το­χής. Πρέ­πει να λαμ­βά­νο­νται σο­βα­ρά υ­πό­ψη, ό­ταν κά­νου­με γε­νι­κή ή και ει­δι­κή μνεία στη φω­το­γρα­φία αυ­τής της πε­ριό­δου. Μα­κά­ρι, ό­μως, να τε­λειώ­να­με ε­δώ. Εξί­σου σο­βα­ρά πρέ­πει να λαμ­βά­νο­νται υ­πό­ψη και οι με­τα­κα­το­χι­κές συν­θή­κες. Ιδιαί­τε­ρα αυ­τές, για­τί μέ­χρι και το 1974, η ροή των πραγ­μά­των δεν εί­ναι ρό­δι­νη. Ίσα ί­σα το α­ντί­θε­το.
Με­τά τον Εμφύ­λιο, με τα λε­γό­με­να «έ­κτα­κτα μέ­τρα», που στό­χευαν στην α­πο-Ε­Α­Μο­ποίη­ση του κοι­νω­νι­κού σώ­μα­τος, οι­κο­δο­μή­θη­κε μία μο­νο­λι­θι­κού τύ­που κοι­νω­νία, με βίαιο α­πο­κλει­σμό συ­γκε­κρι­μέ­νης κα­τη­γο­ρίας αν­θρώ­πων. Ήταν τα ε­πι­κίν­δυ­να μιά­σμα­τα.
Το 1974, η ί­δια αυ­τή ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία ει­σέρ­χε­ται, α­πό­το­μα και τραυ­μα­τι­κά, στον δη­μο­κρα­τι­κό βίο. Ο εν­θου­σια­σμός των μέ­χρι τό­τε α­πο­κλει­σμέ­νων, άγ­γι­ζε τα ό­ρια της πα­ρα­φρο­σύ­νης. Λί­γο πο­λύ έ­μοια­ζε με ε­κεί­νον που ξέ­σπα­σε τις πρώ­τες η­μέ­ρες με­τά την Κα­το­χή.
Κα­λύ­τε­ρα, ό­μως, τα κοι­νω­νι­κο-πο­λι­τι­κά, με την ευ­ρεία τους έν­νοια, να τα πα­ρα­κάμ­ψου­με, ή να τα θεω­ρή­σου­με ως νοού­με­να, για­τί μπο­ρεί να πα­ρα­συρ­θού­με σε α­νε­πί­τρε­πτο πλα­τεια­σμό.
Σε ό,τι τώ­ρα α­φο­ρά τη φω­το­γρα­φία ε­πί Κα­το­χής και ι­δίως την α­ντι­στα­σια­κή, οι τύ­χες της συμ­βα­δί­ζουν με τις με­τεμ­φυ­λια­κές συν­θή­κες. Η με κά­θε τρό­πο εκ­μη­δέ­νι­ση του Ε­Α­Μι­κού στοι­χείου, την εί­χε κα­τα­δι­κά­σει σε μα­κρο­χρό­νιο λή­θαρ­γο.
Δεν εί­ναι κα­θό­λου τυ­χαίο το γε­γο­νός ό­τι οι δύο ση­μα­ντι­κό­τε­ροι φω­το­γρά­φοι της Αντί­στα­σης, ο Σπύ­ρος Με­λετ­ζής και ο Κώ­στας Μπα­λά­φας, στον ε­πι­μέ­ρους αυ­τόν το­μέα, έ­μει­ναν για δε­κα­ε­τίες στην α­φά­νεια. Ο Με­λετ­ζής συ­γκρό­τη­σε συ­μπα­γή σύν­θε­ση και ε­ξέ­δω­σε για πρώ­τη φο­ρά το υ­λι­κό του, το 1976 και α­ντί­στοι­χα ο Μπα­λά­φας, το 1991. Χρειά­στη­κε, δη­λα­δή, να με­σο­λα­βή­σει με­τά την Κα­το­χή έ­να σκο­τει­νό χά­σμα, 32 χρό­νων για τον πρώ­το και 47 για τον δεύ­τε­ρο. Ενώ έ­νας τρί­τος, - για τον ο­ποίο θα α­να­φερ­θώ στη συ­νέ­χεια και ο ο­ποίος λαν­θά­νει ως σή­με­ρα - γνω­στο­ποίη­σε το φω­το­γρα­φι­κό του υ­λι­κό με­τά 52 χρό­νια.
Προ­φα­νώς η διά­θε­ση α­πό­κρυ­ψης δεν α­νή­κε στη σφαί­ρα του ε­πι­θυ­μη­τού. Θα έ­λε­γα, μά­λι­στα, το α­ντί­θε­το. Υπάρ­χει άλ­λω­στε, και το ε­πι­βε­βαιώ­νει, η σχε­τι­κή με την Αντί­στα­ση έκ­θε­ση του Με­λετ­ζή, στα κε­ντρι­κά γρα­φεία του Ε­Α­Μ, που έ­λη­ξε ά­δο­ξα μέ­σα στις ο­δο­μα­χίες των Δε­κεμ­βια­νών.
Τε­λι­κά, οι συ­ντε­λε­στές, που τους ε­ξα­νά­γκα­σαν να ρί­ξουν μα­κρο­χρό­νιο πέ­πλο α­πό­κρυ­ψης, τους ξε­περ­νού­σαν. Δεν ή­ταν πα­ρά δέ­σμιοι των ι­διό­τυ­πων κοι­νω­νι­κών συν­θη­κών, ό­πως αυ­τές ε­κτυ­λίσ­σο­νται δια­δο­χι­κά με­τά την α­πο­χώ­ρη­ση των κα­το­χι­κών στρα­τευ­μά­των.
Αυ­τό, ό­μως, α­ντα­να­κλά και κά­τι άλ­λο, νο­μί­ζω ζω­τι­κής ση­μα­σίας και έ­κτα­σης. Το ό­τι για πολ­λά χρό­νια η συλ­λο­γι­κή μνή­μη γε­νι­κό­τε­ρα, αλ­λά μα­ζί και η φω­το­γρα­φία ως α­δια­φι­λο­νί­κη­τη μαρ­τυ­ρία, δεν "θυ­μό­ταν" ή, σω­στό­τε­ρα, α­πο­σιω­πού­σε την α­νε­λέ­η­τη δε­κα­ε­τία του '40, δεί­χνει με πό­ση ε­πι­τυ­χία το πα­ρελ­θόν α­να­σχη­μα­τί­στη­κε σύμ­φω­να με τις ε­πι­τα­γές της με­τεμ­φυ­λια­κής πο­λι­τι­κής.

Πα­ρα­δείγ­μα­τα

Αρκε­τά α­π' ό­σα δια­τύ­πω­σα θεω­ρη­τι­κο­λο­γώ­ντας, θα δο­κι­μά­σω να τα κά­νω πιο α­πτά. Θα κα­τα­φύ­γω σε ο­ρι­σμέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά πα­ρα­δείγ­μα­τα. Για αυ­τό α­κρι­βώς πρό­σθε­σα και τον δεύ­τε­ρο τίτ­λο. Τα πε­ρισ­σό­τε­ρα πα­ρα­μέ­νουν ά­γνω­στα ή ε­λά­χι­στα γνω­στά. Βρί­σκο­ντας στο κα­θέ­να α­φορ­μές, θα κά­νω και γε­νι­κό­τε­ρα σχό­λια, συ­χνά υ­πό τύ­πο ε­ρω­τή­μα­τος.
Όπως ση­μείω­σα προ­η­γου­μέ­νως, α­πό την ί­δια τη φύ­ση του έ­να φω­το­γρα­φι­κό υ­λι­κό πα­ρά­νο­μο, που ε­πι­σύ­ρει κύ­ρω­ση θα­νά­του για τον κά­το­χο, ή­ταν ε­ξαι­ρε­τι­κά δύ­σκο­λο να α­πο­θη­σαυ­ρι­στεί στα χρό­νια της Κα­το­χής. Ωστό­σο, υ­πήρ­ξαν άν­θρω­ποι, ι­δίως στις πό­λεις, που συ­γκρό­τη­σαν αρ­χείο με κίν­δυ­νο της ζωής τους.
Τα αρ­χεία αυ­τά υ­πέ­στη­σαν ζη­μιές με­τά την Απε­λευ­θέ­ρω­ση. Εί­τε κα­τα­στρά­φη­καν, ε­πει­δή ε­γκα­τα­λειμ­μέ­να σε α­κα­τάλ­λη­λες κρύ­πτες, εί­τε κα­τα­σχέ­θη­καν στους α­στυ­νο­μι­κούς διωγ­μούς. Στην τε­λευ­ταία κα­τη­γο­ρία κα­τα­τάσ­σο­νται τα αρ­χεία των με­γά­λων μο­νά­δων του Ε­ΛΑΣ, που έ­πε­σαν στα χέ­ρια τμη­μά­των της Εθνο­φυ­λα­κής ή της Χω­ρο­φυ­λα­κής, με­τά τον α­φο­πλι­σμό του 1945, που ε­πέ­βαλ­λε η Συμ­φω­νία της Βάρ­κι­ζας (12/2/45). Στα αρ­χεία αυ­τά, ό­πως για πα­ρά­δειγ­μα στο αρ­χείο της 13ης Με­ραρ­χίας της Ρού­με­λης, υ­πήρ­χε και φω­το­γρα­φι­κό υ­λι­κό.
Το τε­λευ­ταίο μου δί­νει λα­βή να πε­ρά­σω στο πρώ­το πα­ρά­δειγ­μα.
Μέ­σα στο 1946, δη­λα­δή στην κο­ρύ­φω­ση της λε­γό­με­νης Λευ­κής Τρο­μο­κρα­τίας, εί­χε κά­ποιος το σθέ­νος να εκ­δώ­σει φω­το­γρα­φι­κό λεύ­κω­μα. Προ­ερ­χό­ταν α­πό τα αρ­χεία της 13ης Με­ραρ­χίας του Ε­ΛΑΣ. Στο ε­ξώ­φυλ­λο έ­φε­ρε τίτ­λο: «Οι α­ντάρ­τες της ΧΙΙΙ Με­ραρ­χίας της Ρού­με­λης. Ανα­μνη­στι­κό Λεύ­κω­μα». Ως εκ­δό­της φέ­ρε­ται η Ε­ΔΑ. Εί­ναι α­κρω­νύ­μιο και με­τα­φρά­ζε­ται, για ό­σους το α­γνοούν, σε Επι­τρο­πή Δια­φώ­τι­σης Ανταρ­τών. Με προ­λο­γι­κά κεί­με­να και ε­κτε­νείς κει­με­νο­λε­ζά­ντες πα­ρου­σιά­ζει την ό­λη φυ­σιο­γνω­μία και πο­λε­μι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα της Με­ραρ­χίας, στον έ­νο­πλο α­γώ­να ε­πί Κα­το­χής.
Εμπνευ­στής και πρω­τερ­γά­της της έκ­δο­σης εί­ναι ο Γραμ­μα­τέ­ας Δια­φώ­τι­σης της Με­ραρ­χίας, ο Γεωρ­γού­λας Μπέι­κος, νο­μι­κός, α­πό το χω­ριό Κλει­τσός Ευ­ρυ­τα­νίας, ψυ­χή και συ­ντά­κτης του Κώ­δι­κα Αυ­το­διοι­κή­σεως και Λαϊκής Δι­καιο­σύ­νης, στην Ελεύ­θε­ρη Ελλά­δα. Επει­δή ό­λα αυ­τά, το ί­διο έ­τος, δη­λα­δή το 1946, κα­τέ­λη­ξε θα­να­το­ποι­νί­της.
Ελά­χι­στες εί­ναι οι φω­το­γρα­φίες του λευ­κώ­μα­τος που μπο­ρούν να α­πο­δο­θούν στον Με­λετ­ζή. Οι υ­πό­λοι­πες, δη­λα­δή η συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία, λαν­θά­νουν. Ποιοι ά­ρα­γε να εί­ναι οι άλ­λοι φω­το­γρά­φοι; Εί­ναι οι Δη­μή­τρης Με­γα­λί­δης, Γιάν­νης Νι­συ­ρίου και Θα­νά­σης Πα­πα­δού­κας του φω­το-κι­νη­μα­το­γρα­φι­κού συ­νερ­γείου του Ε­ΛΑ­Σ; Επαγ­γελ­μα­τίες της πε­ριο­χής Ρού­με­λης; Άγνω­στο. Μπο­ρεί να μην πα­ρου­σιά­ζουν ι­διαί­τε­ρο ή και κα­νέ­να καλ­λι­τε­χνι­κό εν­δια­φέ­ρον, για­τί έ­χουν κα­τα­φα­νώς α­να­μνη­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα, ω­στό­σο, τα ο­νό­μα­τα των φω­το­γρά­φων και της πλειο­ψη­φία των ει­κο­νι­ζό­με­νων προ­σώ­πων λαν­θά­νουν.
Πέ­ρα α­πό τα ε­ρω­τή­μα­τα, το πρό­τα­ξα ως πα­ρά­δειγ­μα, για έ­ναν ε­πι­πλέ­ον λό­γο. Για να υ­πο­γραμ­μί­σω ό­τι το εκ­δο­τι­κό το­πίο των φω­το­γρα­φι­κών λευ­κω­μά­των, λί­γο με­τά την Απε­λευ­θέ­ρω­ση, δεν εί­ναι ε­ντε­λώς έ­ρη­μο. Έρη­μο το κα­θι­στά η α­νύ­παρ­κτη βι­βλιο­γρα­φία. Έχω υ­πό­ψη μου με­ρι­κά α­κό­μη, ό­μως δεν υ­πάρ­χει λό­γος να φλυα­ρή­σω.
Να ση­μειώ­σω μό­νο ό­τι ό­σα εξ αυ­τών ε­πι­βίω­σαν ως κα­τε­σχη­μέ­να στις κρα­τι­κές αρ­χές α­σφα­λείας, ε­μπί­πτουν στα α­ξιο­θρή­νη­τα του με­τα­πολ­τευ­τι­κού βίου. Μα­ζί με κά­θε άλ­λο χαρ­τώο τεκ­μή­ριο που εί­χε α­πο­μεί­νει, ο­δη­γή­θη­καν στους κλι­βά­νους της Χα­λυ­βουρ­γι­κής. Εκεί, στο ό­νο­μα της ε­θνι­κής συμ­φι­λίω­σης, έ­γι­ναν τέ­φρα. Κι αυ­τό α­πό κοι­νού, δη­λα­δή με σύ­μπρα­ξη της πα­θού­σας α­ρι­στε­ράς. Έτσι, στον το­μέα της έ­ρευ­νας περ­πα­τά­με τώ­ρα πα­σπα­τεύο­ντας στα σκο­τά­δια.
Το δεύ­τε­ρο πα­ρά­δειγ­μα ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται σε ε­παγ­γελ­μα­τία φω­το­γρά­φο, ο ο­ποίος, χω­ρίς υ­περ­βο­λή, μπο­ρεί να στα­θεί ι­σά­ξια δί­πλα στους Με­λετ­ζή και Μπα­λά­φα. Πρό­κει­ται για τον βο­λιώ­τη Νί­κο Στουρ­νά­ρα.
Ο Στουρ­νά­ρας, λοι­πόν, διέ­θε­τε αρ­κε­τά α­τού. Λό­γω του πα­τέ­ρα του λο­γα­ρια­ζό­ταν στο Βό­λο, ο πα­λαιό­τε­ρος φω­το­γρά­φος. Συγ­χρό­νως, μα­ζί με τον Ζη­μέ­ρη, δια­τη­ρού­σε ε­κεί­νη την ε­πο­χή, το πιο γνω­στό και ε­ξε­λιγ­μέ­νο φω­το­γρα­φείο στη πό­λη. Με αυ­τά τα δύο προ­σό­ντα και έ­να τρί­το, αυ­τό του ε­ξαι­ρε­τι­κού φω­το­γρά­φου, κα­τόρ­θω­σε να κερ­δί­σει την ε­μπι­στο­σύ­νη των κα­το­χι­κών αρ­χών. Έφτα­σε στο ση­μείο να του α­να­θέ­τουν προς εμ­φά­νι­ση φιλμ στρα­τιω­τι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου. Έτσι, στη διάρ­κεια της ε­πε­ξερ­γα­σίας, κρα­τού­σε ο­ρι­σμέ­να α­ντί­γρα­φα, που πα­ρου­σία­ζαν εν­δια­φέ­ρον. Και α­φού έ­μπι­στος, ε­ξα­σφά­λι­σε κά­ποια στιγ­μή και γρα­πτή ά­δεια ό­τι, "ερ­γά­ζε­ται ως φω­το­γρά­φος δια λο­γα­ρια­σμόν της γερ­μα­νι­κής Βέρ­μα­χτ". Εί­χε, δη­λα­δή, πλή­ρη ε­λευ­θε­ρία κι­νή­σεων.
Αυ­τά ως προς τις α­στι­κές πε­ριο­χές της Μα­γνη­σίας, τις ε­λεγ­χό­με­νες α­πό τα κα­το­χι­κά στρα­τεύ­μα­τα.
Υπάρ­χει, ω­στό­σο, η α­θέ­α­τη ή, σω­στό­τε­ρα, η πα­ρά­νο­μη για τό­τε πλευ­ρά. Φρό­ντι­σε. λοι­πόν, να δώ­σει σε έ­ναν α­μύη­το στη φω­το­γρα­φία Ε­ΛΑ­Σί­τη, τον Κώ­στα Αλε­ξάν­δρου, ό­ταν ε­κεί­νος έ­φυ­γε στο βου­νό τα ε­ξής: Δύο φω­το­γρα­φι­κές μη­χα­νές, πολ­λές γρα­πτές τε­χνι­κές συμ­βου­λές και αρ­κε­τά φιλ­μ, ώ­στε να α­πο­τυ­πώ­σει γε­γο­νό­τα και πρό­σω­πα της α­ντάρ­τι­κης ζωής στο Πή­λίο.
Με αυ­τόν τον τρό­πο ο Στουρ­νά­ρας ε­ξα­σφά­λι­σε εκ των έ­σω ει­κό­νες α­πό τη στρα­τιω­τι­κή δρά­ση του Ε­ΛΑΣ, στο Πή­λιο. Πέ­ραν αυ­τού, Νοέμ­βρη του 1943, ό­ταν το α­ντάρ­τι­κο βρι­σκό­ταν στον υ­ψη­λό­τε­ρο βαθ­μό α­νά­πτυ­ξης, α­νέ­βη­κε και ί­διος προς φω­το­γρά­φη­ση.
Οι δη­μο­σιευ­μέ­νες φω­το­γρα­φίες του κα­λύ­πτουν κά­θε πτυ­χή ορ­γά­νω­σης και δρα­στη­ριό­τη­τας των α­νταρ­τών στην Ανα­το­λι­κή Θεσ­σα­λία. Απο­τυ­πώ­νο­νται τα πά­ντα. Με άλ­λα λό­για, δί­νει μια σχε­δόν πλή­ρη ει­κό­να της έ­νο­πλης α­ντί­στα­σης, ό­πως αυ­τή ε­ξα­πλώ­νε­ται στα ο­ρει­νά της πε­ριο­χής. Σε πα­ραλ­λη­λία προς την α­ντάρ­τι­κη ει­κό­να, α­να­πτύσ­σει και ε­κεί­νη των κα­το­χι­κών στρα­τευ­μά­των. Εί­τε δι­κές του εί­τε α­πό λά­θρα τυ­πώ­μα­τα, ο­ρι­σμέ­νες α­πό αυ­τές α­πο­τε­λούν ντο­κου­μέ­ντα. Πο­λύ πι­θα­νόν να εί­ναι ο μό­νος φω­το­γρά­φος, σε συ­νερ­γα­σία βέ­βαια με τον Αλε­ξάν­δρου, που κα­τα­γρά­φει τη δι­πλή ό­ψη της Κα­το­χής, ό­πως τη δια­τύ­πω­σα θεω­ρη­τι­κά στο ει­σα­γω­γι­κό μέ­ρος.
Όπως ση­μείω­σα λί­γο νω­ρί­τε­ρα, χω­ρίς να τον κα­το­νο­μά­σω, γνω­στο­ποίη­σε το φω­το­γρα­φι­κό του υ­λι­κό με­τά 52 χρό­νια. Τώ­ρα το κά­νω πιο α­κρι­βές:
Κυ­κλο­φό­ρη­σε σε αυ­τοέκ­δο­ση δύο τό­μους υ­ψη­λών τυ­πο­τε­χνι­κών προ­δια­γρα­φών, με ο­ρι­σμέ­νες φω­το­γρα­φίες ε­πι­ζω­γρα­φι­σμέ­νες. Ο πρώ­τος, με τίτ­λο «Μα­γνη­σία 1941-42. Η τρα­γω­δία της κα­το­χής», κυ­κλο­φό­ρη­σε το 1988. Με­τρά 463 σε­λί­δες. Ο δεύ­τε­ρος, με τον ί­διο τίτ­λο, ό­που αλ­λά­ζουν μό­νο τα έ­τη και γί­νο­νται 1943-44, συ­νε­χί­ζει σε­λι­δα­ρίθ­μη­ση α­πό τον προ­η­γού­με­νο και με­τρούν μα­ζί 1047 σε­λί­δες. Αυ­τός κυ­κλο­φό­ρη­σε με­τά θά­να­τον, το 1996. Φέ­ρει ό­μως τον μέ­γι­στο ό­γκο των φω­το­γρα­φιών. Εγκα­τέ­λει­ψε τα ε­γκό­σμια το 1993. Ευ­τυ­χώς πρό­λα­βε να τον ο­λο­κλη­ρώ­σει, δια­φο­ρε­τι­κά θα ή­ταν α­πώ­λεια στη α­ντι­στα­σια­κή φω­το­γρα­φία.
Τι, λοι­πόν, μπο­ρεί να με­σο­λα­βεί και ο Νί­κος Στουρ­νά­ρας πα­ρα­μέ­νει στη σκιά; Φταίει το ό,τι οι δύο τό­μοι πέ­ρα­σαν α­πα­ρα­τή­ρη­τοι; Ή μή­πως φταίει κά­τι άλ­λο, πο­λύ βα­θύ­τε­ρο, και μας ξε­φεύ­γει; Νο­μί­ζω ό­τι αν ε­ντο­πί­σου­με αυ­τό το βα­θύ­τε­ρο, θα έ­χου­με και την α­πά­ντη­ση. Προ­η­γεί­ται, ό­μως και εκ­κρε­μεί κά­τι βα­σι­κό­τε­ρο. Δεν γνω­ρί­ζου­με ού­τε στο πε­ρί­που το σύ­νο­λο των φω­το­γρα­φιών του Στουρ­νά­ρα.
Το τρί­το στη σει­ρά πα­ρά­δειγ­μα α­φο­ρά το φω­το­ρε­πορ­τάζ. Εδώ, βέ­βαια, πέ­φτου­με σε χά­ος.
Το φω­το­ρε­πορ­τά­ζ, α­να­λο­γι­κά προς τις άλ­λες μορ­φές φω­το­γρα­φίας, βρί­σκε­ται, ε­ρευ­νη­τι­κά, σε πο­λύ υ­πο­δεέ­στε­ρη θέ­ση. Η εκ φύ­σεως πο­σο­τι­κή του υ­πε­ρο­χή λει­τουρ­γεί αρ­νη­τι­κά. Φτά­νει μά­λι­στα να με­τα­τρέ­πε­ται σε μειο­νέ­κτη­μα και να α­πω­θεί κά­θε διά­θε­ση προς έ­ρευ­να. Ποιος κά­θε­ται να βά­λει τά­ξη και να με­λε­τή­σει τον αρ­χεια­κό ό­γκο ε­νός φω­το­ρε­πόρ­τε­ρ, ό­πως για πα­ρά­δειγ­μα το αρ­χείο του Με­γα­λο­κο­νό­μου; Αυ­τό εί­ναι υ­πό­θε­ση μι­σής ζωής. Αυ­τό, ό­μως, α­ντα­να­κλά και το ό,τι στην Ελλά­δα δεν υ­πήρ­ξε πο­τέ αρ­χεια­κή πο­λι­τι­κή στη φω­το­γρα­φία. Έτσι ό­μως ερ­μη­νεύε­ται και το πα­ρα­τη­ρού­με­νο σή­με­ρα δι­σχι­δές φαι­νό­με­νο. Ενώ βλέ­που­με η φω­το­γρα­φία να ακ­μά­ζει, με εκ­θέ­σεις και εκ­δό­σεις, στον το­μέα της αρ­χεια­κής έ­ρευ­νας βα­δί­ζει μπου­σου­λώ­ντας.
Επει­δή δεν σκο­πεύω να βά­λω τά­ξη στο χά­ος ή και να σχο­λιά­σω πε­ρισ­σό­τε­ρο το θέ­μα του φω­το­ρε­πορ­τά­ζ, θα κι­νη­θώ δειγ­μα­το­λη­πτι­κά.
Εί­ναι γνω­στό, του­λά­χι­στον στο συ­νά­φι της φω­το­γρα­φίας, ό­τι υ­πάρ­χουν συλ­λέ­κτες φω­το­γρα­φιών, ό­πως και στις υ­πό­λοι­πες ει­κα­στι­κές τέ­χνες. Ορι­σμέ­νοι α­πό αυ­τούς ε­πεν­δύουν και ε­ντάσ­σουν στις φω­το­γρα­φι­κές τους συλ­λο­γές και αρ­χεία πα­λαιών φω­το­ρε­πόρ­τερ. Σε έ­ναν α­πό αυ­τούς τους μα­νια­κούς, τον Νί­κο Τό­λη, ζή­τη­σα α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κά δείγ­μα­τα α­πό το αρ­χείο του, δη­λα­δή φω­το­γρα­φίες σχε­τι­κές με την Κα­το­χή. Με α­γο­ρά έ­χει πε­ριέλ­θει στη συλ­λο­γή του το φω­το­γρα­φι­κό αρ­χείο του Θω­μά Ιω­νά και με­γά­λο μέ­ρος, ί­σως το με­γα­λύ­τε­ρο, α­πό το αρ­χείο των Ηνω­μέ­νων Φω­το­ρε­πόρ­τερ.
Κα­τά προ­φο­ρι­κή ε­νη­μέ­ρω­ση, το αρ­χείο των Ηνω­μέ­νων Φω­το­ρε­πόρ­τερ α­ριθ­μεί κά­που 1 000 αρ­νη­τι­κά, με ποι­κί­λα θέ­μα­τα. Κυ­ρίως κα­θη­με­ρι­νές ό­ψεις της κα­τε­χό­με­νης Αθή­νας, αλ­λά και δυ­να­μι­τι­στι­κές ε­νέρ­γειες, ό­πως η α­να­τί­να­ξη της Ε­ΣΠΟ. Του Ιω­νά α­ριθ­μεί πά­νω α­πό 600 γυά­λι­νες πλά­κες, με λί­γο πο­λύ την ί­δια θε­μα­τι­κή ποι­κι­λία. Συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει ό­μως και λή­ψεις α­πό τις έ­νο­πλες ορ­γα­νώ­σεις Ε­ΔΕΣ και Ε­ΛΑΣ.
Πέ­ρα α­πό τον χα­ρα­κτή­ρα του ντο­κου­μέ­ντου, ο­ρι­σμέ­νες λή­ψεις μπο­ρούν να θεω­ρη­θούν υ­ψη­λής αι­σθη­τι­κής, ό­πως κά­ποιες α­πό τον α­θη­ναϊκό λι­μό του '41.
Ένας άλ­λος γνω­στός συλ­λέ­κτης - ο Μι­χά­λης Τσά­γκα­ρης - α­ριθ­μεί στη συλ­λο­γή του γύ­ρω στις 2 500 φω­το­γρα­φίες, οι ο­ποίες κα­λύ­πτουν πολ­λές ό­ψεις της κα­το­χι­κής πε­ριό­δου. Εάν στο ά­θροι­σμα των 1 600 του Τό­λη, προ­σθέ­σου­με τις 2 500 του Τσά­γκα­ρη, προ­κύ­πτει έ­να σύ­νο­λο πά­νω α­πό 4 000 φω­το­γρα­φίες. Σκε­φτεί­τε τώ­ρα το ου­το­πι­κό, να εί­χαν κα­τα­με­τρη­θεί ό­λα τα σω­ζό­με­να αρ­χεία των ε­πί Κα­το­χής φω­το­ρε­πόρ­τε­ρ, τι γε­νι­κό σύ­νο­λο θα προέ­κυ­πτε!.
Επει­δή ό­μως ου­το­πι­κό, και ε­πει­δή εν Ελλά­δι δεν έ­χου­με α­γα­θές σχέ­σεις με το κυ­νή­γι της ου­το­πίας, ας α­φή­σου­με α­τά­ρα­χο το φω­το­ρε­πορ­τάζ στην η­συ­χία του.
Το τε­λευ­ταίο πα­ρά­δειγ­μα σχε­τί­ζε­ται με έ­να α­κό­μη πιο πα­ρα­με­λη­μέ­νο εί­δος φω­το­γρα­φίας: την ε­ρα­σι­τε­χνι­κή. Από τον ά­γνω­στο και ε­ντε­λώς α­νε­ξε­ρεύ­νη­το α­ριθ­μό ε­ρα­σι­τε­χνών, κα­τα­φεύ­γω προς δειγ­μα­το­λη­ψία στον εκ Θεσ­σα­λο­νί­κης ποιη­τή Κλεί­το Κύ­ρου. Στο αρ­χείο του υ­πάρ­χουν εν ό­λω εν­νέα αρ­νη­τι­κά α­ντι­στα­σια­κού χα­ρα­κτή­ρα. Οι λή­ψεις έ­γι­ναν στη διάρ­κεια πα­ρά­νο­μου ε­ορ­τα­σμού της 25ης Μαρ­τίου του 1943. Φοι­τη­τής τό­τε, έ­κα­νε τη φω­το­γρά­φη­ση, έ­χο­ντας προ­στα­τευ­τι­κό κλοιό συμ­φοι­τη­τές του. Μπο­ρεί μι­κρή ψη­φί­δα, αλ­λά δεν παύει να εί­ναι μια α­κό­μη στο με­γά­λο, αλ­λά α­διε­ρεύ­νη­το, ψη­φι­δω­τό της α­ντι­στα­σια­κής φω­το­γρα­φίας. Ο Κύ­ρου βρί­σκε­ται α­νά­με­σα στους ε­λά­χι­στους, που κα­τά σύ­μπτω­ση στά­θη­κε τυ­χε­ρός. Το φω­το­γρα­φι­κό του αρ­χείο πε­ριήλ­θε στις συλ­λο­γές του Ε­ΛΙΑ και ό­σο γνω­ρί­ζω, ε­τοι­μά­ζε­ται προς έκ­δο­ση το­μί­διο σχε­τι­κό με την ε­πί­δο­σή του στη φω­το­γρα­φία. Θέ­λω να πι­στεύω ό­τι οι κα­το­χι­κές φω­το­γρα­φίες θα συ­μπε­ρι­λη­φθούν στις σε­λί­δες της έκ­δο­σης.
Με αυ­τά, βέ­βαια, δεν ε­ξαν­τλεί­ται το θέ­μα. Έγι­ναν μό­νο κά­ποιες ε­πι­ση­μάν­σεις. Πά­ντως, ό­τι ε­πι­βίω­σε μέ­χρι το κα­λο­καί­ρι του '74, λί­γο πο­λύ ε­πι­βίω­σε λά­θρα. Ωστό­σο, το με­γά­λο ζη­τού­με­νο βρί­σκε­ται στο με­τά το '74. Με­σο­λά­βη­σαν 37 χρό­νια κα­τά τα ο­ποία, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι εκ των φω­το­γρά­φων, που ε­μπλέ­κο­νται φω­το­γρα­φι­κά στην Αντί­στα­ση, ε­τερ­μά­τι­σαν το ζην, χω­ρίς πο­τέ να τους γί­νει συ­στη­μα­τι­κή πο­λιορ­κία προς ε­κτα­μίευ­ση πλη­ρο­φο­ριών. Εν ο­λί­γοις, χά­θη­καν για πά­ντα οι πρω­το­γε­νείς προ­φο­ρι­κές πη­γές. Αλλά ού­τε έ­χει γί­νει πο­τέ συ­στη­μα­τι­κή έ­ρευ­να και κα­τα­γρα­φή στις αρ­χεια­κές πη­γές. Τού­τη τη στιγ­μή, δη­λα­δή εν έ­τει 2011, λεί­πει α­κό­μη και η στοι­χειώ­δης βι­βλιο­γρα­φία. Ού­τε, βέ­βαια, το στιγ­μιαίο εν­δια­φέ­ρον μπο­ρεί να σώ­σει τη φω­το­γρα­φία της Αντί­στα­σης. Ήταν και πα­ρα­μέ­νει κα­τα­δι­κα­σμέ­νη σε ε­σα­εί λή­θαρ­γο. Το για­τί διευ­κρι­νί­ζε­ται μό­νο εάν κοι­τά­ξου­με, αλ­λά λε­πτο­με­ρώς, στο α­ει­κί­νη­το κα­λει­δο­σκό­πιο του με­τα­πο­λι­τευ­τι­κού βίου. Κοι­τώ­ντας ε­κεί, πέ­ραν της πρό­σκαι­ρης πο­λι­τι­κής χρη­σι­μο­θη­ρίας, στον το­μέα της έ­ρευ­νας ε­ντο­πί­ζε­ται σχε­δόν πλή­ρης α­δια­φο­ρία. Απο­κα­λύ­πτε­ται τό­ση α­μέ­λεια και α­προ­θυ­μία σαν να ε­πρό­κει­το για τεκ­μή­ρια πα­ρελ­θό­ντος μιας άλ­λης χώ­ρας, εχ­θρι­κής.

Κω­στής Λιό­ντης

Ση­μείω­ση: Το κεί­με­νο προέ­κυ­ψε α­πό ση­μειώ­σεις ει­σή­γη­σης σε Ημε­ρί­δα με θέ­μα «Η φω­το­γρα­φία στα χρό­νια της Αντί­στα­σης. Ελλά­δα, 1941-1944». Η Ημε­ρί­δα ορ­γα­νώ­θη­κε α­πό το Μου­σείο Μπε­νά­κη, στις 27 Φεβ. 2011, με α­φορ­μή έκ­θε­ση φω­το­γρα­φιών του Κώ­στα Μπα­λά­φα α­πό το Αντάρ­τι­κο στην Ήπει­ρο.

Φωτο 1: Μικτό ένοπλο τμήμα ανταρτών του ΕΛΑΣ, στο Πήλιο, σε φωτογραφία του Νίκου Στουρνάρα. Οπλισμός και ιματισμός προέρχονται από τους Ιταλούς μετά τη συνθηκολόγηση. Γι αυτό παρουσιάζει και πανσπερμία διαφορετικού οπλισμού. Χάριν, όμως αυτού έχει αποκτήσει εικόνα τακτικού στρατού. Επίσης, οι αντάρτες της Ανατολικής Θεσσαλίας δεν διατηρούσαν γενειάδες, όπως στην υπόλοιπη Ελλάδα, κυρίως στη Ρούμελη. Παρά τις δυσκολίες, υπήρχε κάποια φροντίδα, παρουσιάζοντας έτσι εικόνα επιμελημένου στρατιωτικού σχηματισμού.

Φωτο 2: Αντιπροσωπευτική σελίδα από το Αναμνηστικό Λεύκωμα της 13ης Μεραρχίας της Ρούμελης.

Φωτο3: Ο Βασίλης Μπαρτζώτας σε φωτογραφία του Νίκου Στουρνάρα. Στα μάτια ορισμένων μπορεί σήμερα να φαντάζει με γραφική φιγούρα, ωστόσο, έδωσε τη ζωή του για τον απελευθερωτικό αγώνα. Τα κορίτσια του Πηλίου έραψαν τη στολή του με ύφασμα αλεξιπτώτου από λάφυρα γερμανικού φορτηγού που προσάραξε στην ακτή Οβριός.

Φωτο 4: Τα παιδιά, ιδίως των μεγάλων αστικών κέντρων, όπως η Αθήνα, ήταν τα πρώτα θύματα
από τον μεγάλο λιμό του '41-'42.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 27 Μαρτίου 2011.

Δεν υπάρχουν σχόλια: