Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2015

Οδοιπορίες αναστοχασμού

Ιωάν­να Κα­ρυ­στιά­νη
«Το φα­ράγ­γι»
Εκδ. Κα­στα­νιώ­τη
Οκτ. 2015

Η σχέ­ση συγ­γρα­φέ­α-κρι­τι­κού, ι­δίως α­πό την ο­πτι­κή γω­νία, ό­χι του πρω­τα­γω­νι­στή, αλ­λά του κο­μπάρ­σου, που εί­ναι ο κρι­τι­κός, και ως δια­με­σο­λα­βη­τής, ό­χι πά­ντο­τε α­πα­ραί­τη­τος, συ­χνά και α­νε­πι­θύ­μη­τος, πα­ρα­μέ­νει α­φα­νής. Ου­σια­στι­κά, τον μό­νον, που εν­δια­φέ­ρει αυ­τή η σχέ­ση, εί­ναι τον ί­διο. Μπο­ρεί, ό­μως, και αυ­τόν να τον κα­τα­λά­βει κα­μιά φο­ρά ε­ξο­μο­λο­γη­τι­κή διά­θε­ση. Το νο­σταλ­γείν αν­θρώ­πι­νον.
Ήταν στο μέ­σον της δε­κα­ε­τίας του ’90, συ­γκε­κρι­μέ­να ά­νοι­ξη 1995, το Ex Libris μό­λις εί­χε σκά­σει μύ­τη στο χώ­ρο της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας και α­να­ζη­τού­σε κα­λούς ή και φε­ρέλ­πι­δες διη­γη­μα­το­γρά­φους. Από τις εκ­δό­σεις Κα­στα­νιώ­τη, που στά­θη­καν α­πό τους πρώ­τους τρο­φο­δό­τες μας, ήρ­θε τό­τε το πρώ­το βι­βλίο της Ιωάν­νας Κα­ρυ­στιά­νη, «Η κυ­ρία Κα­τά­κη». Την γνω­ρί­ζα­με ως σκι­τσο­γρά­φο, με υ­πο­γρα­φή το βα­πτι­στι­κό Ιωάν­να. Οι ι­στο­ρίες της μας ά­ρε­σαν, πε­ρισ­σό­τε­ρο οι ή­ρωες που έ­πλα­θε. Τε­λι­κά, δεν σχο­λιά­σα­με το βι­βλίο. Κά­ποιος, μάλ­λον για να μας πα­ρα­κι­νή­σει να γρά­ψου­με, μας πλη­ρο­φό­ρη­σε, α­κρι­βές ή ό­χι, ό­τι έ­πα­σχε α­πό καρ­κί­νο. Η εί­δη­ση μας α­πέ­τρε­ψε. Ανέ­κα­θεν πι­στεύα­με πως έ­νας α­σθε­νής συγ­γρα­φέ­ας ε­πη­ρεά­ζει συ­ναι­σθη­μα­τι­κά α­νά­γνω­ση και κρί­ση.
Έτσι χά­σα­με την ευ­και­ρία να εί­μα­στε α­νά­με­σα στους πρώ­τους, που θα εί­χαν πα­ρου­σιά­σει μία α­πό τις πιο πο­λυ­συ­ζη­τη­μέ­νες μυ­θι­στο­ριο­γρά­φους της ει­κο­σα­ε­τίας. Την α­φορ­μή, για να θυ­μη­θού­με αυ­τήν την πα­λιά ι­στο­ρία, μας την έ­δω­σαν δυο άλ­λοι καρ­κί­νοι. Της ζω­γρά­φου Άννας Πα­λιε­ρά­κη, που οι πί­να­κές της α­πο­τε­λούν δια­κρι­τι­κό στοι­χείο των βι­βλίων της Κα­ρυ­στιά­νη. Από το πρώ­το, με το εξ­πρε­σιο­νι­στι­κό πορ­τρέ­το της “κυ­ρίας Κα­τά­κη”, μέ­χρι το πρό­σφα­το, με πί­να­κα του ’94. Ανθρω­πο­κε­ντρι­κή ζω­γρά­φος, εί­χε πει­θαρ­χή­σει στη θε­μα­τι­κή γκά­μα των μυ­θι­στο­ρη­μά­των της νεό­τε­ρής της συ­ντο­πί­τισ­σας. Εκεί­νος ο καρ­κί­νος στά­θη­κε τε­λε­σί­δι­κος, η Πα­λιε­ρά­κη α­πε­βίω­σε τον περ­σι­νό Απρί­λιο. Ο δεύ­τε­ρος, σε συγ­γρα­φέα μία ει­κο­σα­ε­τία νεό­τε­ρη της Πα­λιε­ρά­κη, ητ­τή­θη­κε και έ­γι­νε μυ­θι­στό­ρη­μα, που κυ­κλο­φό­ρη­σε ταυ­τό­χρο­να με το πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα της Κα­ρυ­στιά­νη, δια­φη­μι­ζό­με­νο στον Τύ­πο σε πα­ρά­πλευ­ρες σε­λί­δες Βι­βλίου. Σε ε­μάς, το εν λό­γω μυ­θι­στό­ρη­μα, γέν­νη­σε έ­να διτ­τό ε­ρώ­τη­μα. Πρώ­τα, για τον βαλ­λό­με­νο, ποια εί­ναι η κα­λύ­τε­ρη, α­πό ψυ­χο­λο­γι­κή ά­πο­ψη, α­ντι­με­τώ­πι­ση, η πα­λαιό­τε­ρη, εν κρυ­πτώ και πα­ρα­βύ­στω, ή η ση­με­ρι­νή, “κοι­νω­νι­κά δι­κτυω­μέ­νος”; Και ύ­στε­ρα, για τον άλ­λον, πό­σο βο­η­θά­ει “το χρο­νι­κό του καρ­κί­νου” στο ξέ­νο στή­θος ή μή­πως, μό­νο ε­παυ­ξά­νει τον τρό­μο; Ιδιαί­τε­ρα, του ά­νερ­γου ή και ό­λου “του κό­σμου των τα­πει­νώ­ν”, που δεν έ­χει τη δυ­να­τό­τη­τα της ά­με­σης και κα­τά κα­νό­να, α­πο­τε­λε­σμα­τι­κής ια­τρι­κής πα­ρέμ­βα­σης.
Η Κα­ρυ­στιά­νη, με α­φορ­μή το πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μά της, ε­πα­νέ­φε­ρε το θέ­μα των α­νέρ­γων, αλ­λά και την έν­νοια της αν­θρω­πιάς, που τεί­νει προς ο­λι­κή ε­ξα­φά­νι­ση, ε­νώ α­νε­μί­ζουν ση­μαίες οι ρη­το­ρείες αλ­λη­λεγ­γύης. Μπο­ρεί να μην έ­γι­νε η πρώ­τη γυ­ναί­κα πρό­ε­δρος της ελ­λη­νι­κής δη­μο­κρα­τίας, ό­πως συ­ζη­τιό­ταν πριν την ε­κλο­γή προέ­δρου, αρ­χές Φε­βρ., αλ­λά με­τά τις πρό­σφα­τες ε­κλο­γές, της 20ης Σεπ., στις αρ­χές Οκτ., πή­ρε στις ε­φη­με­ρί­δες τη με­ρί­δα του λέ­ο­ντος α­πό τις σε­λί­δες με συ­νε­ντεύ­ξεις δια­ση­μο­τή­των, ε­πι­σκιά­ζο­ντας σχε­δόν ά­πα­ντες τους ε­κλεγ­μέ­νους. Όταν, βε­βαίως, πρό­κει­ται για συγ­γρα­φέα, που μό­λις ε­ξέ­δω­σε βι­βλίο, το πο­λύ ε­γκώ­μιο βλά­πτει σο­βα­ρά την υ­γεία, κυ­ρίως του πο­νή­μα­τός της. Ωστό­σο, στην πε­ρί­πτω­ση της Κα­ρυ­στιά­νη, ό­πως και σε ε­κεί­νες της Μα­ρώς Δού­κα ή της Ρέ­ας Γα­λα­νά­κη, που οι συγ­γρα­φείς εκ­φρά­ζο­νται, πέ­ραν του βι­βλίου, για την γε­νι­κό­τε­ρη κα­τά­στα­ση, οι συ­νε­ντεύ­ξεις υ­πο­κα­θι­στούν έ­ναν ελ­λεί­πο­ντα διά­λο­γο. Γε­γο­νός που ε­λά­χι­στα φαί­νε­ται να το έ­χουν ε­πί­γνω­ση οι συ­νε­ντευ­ξια­στές, δια­φο­ρε­τι­κά δεν θα συ­γκέ­ντρω­ναν τα δη­μο­σιεύ­μα­τα σε έ­να τριή­με­ρο, σαν χά­πε­νιν­γκ συ­να­κό­λου­θο της έκ­δο­σης.
Κα­τά τα άλ­λα, η συ­μπα­ρά­τα­ξη α­πό τους βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές των τριών κρη­τι­κής κα­τα­γω­γής συγ­γρα­φέων και ο συ­νυ­πο­λο­γι­σμός των πρό­σφα­των μυ­θι­στο­ρη­μά­των τους δεί­χνει μη­χα­νι­στι­κός. Συ­νο­μή­λι­κες οι δυο πρώ­τες, α­πό­φοι­τες του Ιστο­ρι­κού της Φι­λο­σο­φι­κής, εμ­φα­νί­ζο­νται αρ­χές της με­τα­πο­λί­τευ­σης στα 27-28, με λο­γο­τε­χνι­κούς τρό­πους της γε­νιάς του ’70 και θε­μα­τι­κό ά­νοιγ­μα προς τους ι­στο­ρι­κούς χρό­νους. Με­ρι­κά χρό­νια νεό­τε­ρη η Κα­ρυ­στιά­νη, εμ­φα­νί­ζε­ται, μέ­σα δε­κα­ε­τίας ’90, κα­βα­ντζα­ρι­σμέ­να τα 40, με τους α­φη­γη­μα­τι­κούς τρό­πους των πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων μυ­θι­στο­ριο­γρά­φων ε­κεί­νων των χρό­νων, αλ­λά με δια­φο­ρε­τι­κές θε­μα­τι­κές ε­στιά­σεις. Βα­σι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της εί­ναι το προ­φο­ρι­κό στοι­χείο της α­φή­γη­σης, ε­νώ κυ­ρίαρ­χο θέ­μα το ε­κά­στο­τε πα­ρόν ε­νός τμή­μα­τος της νε­ο­ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νίας. Ει­δι­κό­τε­ρα, αυ­τό που α­πο­κα­λεί­ται, λαϊκά στρώ­μα­τα, του­τέ­στιν χα­μη­λό ει­σό­δη­μα, ελ­λι­πής μόρ­φω­ση.
Επί μία ει­κο­σα­ε­τία δεν αλ­λά­ζει ού­τε τα λε­γό­με­να “πα­ρα­κει­με­νι­κά στοι­χεία” των βι­βλίων της, ού­τε τους ή­ρωές της. Ο ί­διος εκ­δό­της, η ί­δια ει­κο­νο­γρά­φος, α­πό την ί­δια κοι­νω­νι­κή τά­ξη οι ή­ρωές της. Εν ο­λί­γοις, δεν εν­δί­δει στις μό­δες. Πι­στή στους Έλλη­νες, δεν α­γιο­ποιεί τον με­τα­νά­στη. Πι­στή στον α­νώ­νυ­μο του πλή­θους, δεν α­να­ζη­τά­ει τους ή­ρωές της στα ι­στο­ρι­κά πρό­σω­πα, ού­τε τους πλά­θει κα­τ’ ει­κό­να και ο­μοίω­ση ε­πω­νύ­μων. Ακό­μη, αν­θί­στα­ται στη νε­ο­λα­τρεία της ε­πο­χής μας, δια­φο­ρε­τι­κή α­πό τη νε­ο­λα­τρεία του 20ου αιώ­να, που χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε α­πό τους ι­στο­ρι­κούς “ο μα­κρύς αιώ­νας των νέω­ν”.  Πρό­κει­ται μάλ­λον για μία με­τα­νε­ο­τε­ρι­κή εκ­δο­χή, που συν­δυά­ζει τον οι­κο­νο­μι­κό μι­σο­νεϊσμό με την πο­λι­τι­κή έως και πο­λι­τι­στι­κή νε­ο­κρα­τία. Κά­τι α­ντί­στοι­χο, με το “σκο­τώ­νουν τ’ ά­λο­γα ό­ταν γε­ρά­σου­ν”, που ή­ταν ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό το οι­κο­νο­μι­κό κραχ του 1929. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, αυ­τή η και­νο­φα­νής νε­ο­λα­τρεία έ­χει πλή­ξει και τον χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας. Μά­στο­ροι πε­ζο­γρά­φοι α­πο­κα­λού­νται πλέ­ον οι κά­τω των σα­ρά­ντα. Κα­λύ­τε­ροι πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι χρί­ζο­νται οι γυ­μνα­σιό­παι­δες. Ενώ η τά­ξη των  βι­βλιο­πα­ρου­σια­στών συ­νε­χώς α­να­νεώ­νε­ται. Πρώ­τα θύ­μα­τα εί­ναι οι συγ­γρα­φείς, κα­θώς οι αό­ρι­στες α­να­φο­ρές στο έρ­γο τους συ­χνά φλου­τά­ρουν την ο­λι­κή ει­κό­να, αλ­λά ε­κεί­νοι μέ­νουν ευ­χα­ρι­στη­μέ­νοι, α­φού τα πο­νή­μα­τά τους ε­γκω­μιά­ζο­νται δεό­ντως.
Όπως και να έ­χει, και μό­νο το γε­γο­νός πως η Κα­ρυ­στιά­νη πά­ει α­να­πό­τα­μα στις τρέ­χου­σες μό­δες, α­ξί­ζει ε­παί­νου. Μι­μη­τι­κές οι πε­ρισ­σό­τε­ρες α­πό αυ­τές τις τά­σεις, ε­ντός και ε­κτός λο­γο­τε­χνίας, γί­νο­νται προς ευ­θυ­γράμ­μι­ση με τον υ­πό­λοι­πο α­με­ρι­κα­νο­ει­δή κό­σμο. Εκεί­νη, στη νε­ο­λα­τρεία α­πα­ντά με ή­ρωες μέ­σης η­λι­κίας και προς τα πά­νω. Σε δυο συλ­λο­γές διη­γη­μά­των, α­πό εν­νέα ι­στο­ρίες η κά­θε μία, και ε­πτά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ο δι­κός τους έν­δον λό­γος ξε­δι­πλώ­νε­ται. Εμείς, μάλ­λον αυ­θαί­ρε­τα, δια­κρί­νου­με τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά της στα “σκλη­ρά” και τα “ή­πια”, ό­που, στα πρώ­τα υ­πε­ρι­σχύουν οι νο­ση­ρές σχέ­σεις και η μο­να­ξιά, στα δεύ­τε­ρα οι πά­σης φύ­σεως έ­ρω­τες, ευ­λο­γη­μέ­νοι με το δε­σμό του γά­μου, πα­ρά­νο­μοι ή και κοι­νω­νι­κά α­πο­διο­πο­μπαίοι. Θα ο­μο­λο­γή­σου­με πως, α­πό μιας αρ­χής, ε­κεί­νο που μας στε­νο­χω­ρού­σε στα βι­βλία της ή­ταν η έλ­λει­ψη μέ­τρου. Στα “σκλη­ρά” μέ­να­με με την ε­ντύ­πω­ση πως υ­πε­ρέ­βα­λε σε τρα­χύ­τη­τα, ε­νώ, στα ε­ρω­τι­κά ή και νο­σταλ­γι­κά, σε τρυ­φε­ρό­τη­τα. Μάλ­λον, ό­μως, η συγ­γρα­φέ­ας εκ­φρά­ζει το γού­στο ε­νός κοι­νού με με­γα­λύ­τε­ρες α­ντο­χές στη συ­γκι­νη­σια­κή φόρ­τι­ση. 
Οπως ή­ταν α­να­με­νό­με­νο, και την πο­λύ­πλευ­ρη κρί­ση της τε­λευ­ταίας πε­ντα­ε­τίας, μέ­σα α­πό την ο­πτι­κή γω­νία αυ­τής της η­λι­κια­κής ζώ­νης την σχο­λιά­ζει σε δυο βι­βλία της, που θα τα ε­ντάσ­σα­με στα “τρυ­φε­ρά”. Στη δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, «Και­ρός σκε­πτι­κός», που κυ­κλο­φό­ρη­σε Οκτ. 2011, με εν­νέα χρι­στου­γεν­νιά­τι­κες ι­στο­ρίες α­πό τα πρώ­τα Χρι­στού­γεν­να εν και­ρώ κρί­σης, του 2010, ό­που συ­ντα­ξιού­χος η­ρωί­δα της, α­ντί για έ­λα­το, στό­λι­σε “τον χει­μω­νι­κό βα­σι­λι­κό” ή, αλ­λιώς, α­γιο­ρεί­τι­κο. Και στο πρό­σφα­το, έ­βδο­μο μυ­θι­στό­ρη­μα, ό­που ε­πτά α­δέλ­φια, η­λι­κίας α­πό 52 έως 72 ε­τών, την Κυ­ρια­κή 11 Μαΐ. 2014, διορ­γα­νώ­νουν πε­ζο­πο­ρι­κή ε­ξόρ­μη­ση στο φα­ράγ­γι της Ασφέ­ντου του δή­μου Σφα­κίων.
Στα πε­ζά, διη­γή­μα­τα και μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, που α­να­φέ­ρο­νται στην πε­ρίο­δο της κρί­σης, έ­χει ε­πι­κρα­τή­σει να ε­πι­λέ­γε­ται ως πα­ρο­ντι­κός χρό­νος, η­μέ­ρες συν­δε­δε­μέ­νες με κά­ποια ση­μα­ντι­κά συμ­βά­ντα, ό­πως δια­δη­λώ­σεις ή ε­κλο­γές. Η εκ­δρο­μή των ε­πτά το­πο­θε­τεί­ται μία ε­βδο­μά­δα πριν τις πρό­σφα­τες Δη­μο­τι­κές ε­κλο­γές και δυο πριν α­πό ε­κεί­νες της Ευ­ρω­βου­λής. Η συ­γκε­κρι­μέ­νη Κυ­ρια­κή δεν α­πο­τε­λεί μέ­ρος της μυ­θο­πλα­σίας. Οποια­δή­πο­τε Κυ­ρια­κή του 2014 κι αν ε­πι­λε­γό­ταν, οι πα­ράλ­λη­λες α­να­δρο­μές των ε­πτά στα πα­ρελ­θο­ντι­κά πά­θη τους δεν θα άλ­λα­ζαν. Η ε­πι­λο­γή μπο­ρεί να ε­κλη­φθεί μάλ­λον σαν μια αλ­λη­γο­ρία για το δύ­σκο­λο πέ­ρα­σμα, που ση­μα­το­δο­τεί για τη χώ­ρα μία ε­κλο­γι­κή α­να­μέ­τρη­ση, με τις δυο ό­ψεις, της μι­κρής το­πι­κής κλί­μα­κας και της υ­πε­ρε­θνι­κής.
Συ­μπτω­μα­τι­κά ε­πτά κόμ­μα­τα συμ­με­τέ­χουν στη Βου­λή, που προέ­κυ­ψε α­πό τις πρό­σφα­τες ε­κλο­γές. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα, το κα­θέ­να α­πό τα ε­πτά α­δέλ­φια προ­γραμ­μά­τι­ζε, με την ευ­και­ρία της συ­νο­δοι­πο­ρίας, ε­ξο­μο­λο­γή­σεις και ξο­μπλιά­σμα­τα. Τε­λι­κά, ό­μως, συ­νει­δη­το­ποιούν, κα­θώς α­να­στο­χά­ζο­νται κα­τά μό­νας τα δει­νά τους, πως αυ­τό δεν θα ω­φε­λού­σε. Για το γε­νι­κό­τε­ρο κα­λό, των ί­διων, των συ­ντρό­φων τους, συν των παι­διών και των εγ­γο­νιών τους, ο­μο­νοούν. Μή­πως τα ε­πτά κόμ­μα­τα της Βου­λής θα πρέ­πει να α­κο­λου­θή­σουν το πα­ρά­δειγ­μά τους κυ­ρίως για το κα­λό “του κό­σμου των τα­πει­νώ­ν”; Κα­τά τα άλ­λα, μπο­ρεί τα κόμ­μα­τα της Βου­λής να μην ε­πι­δέ­χο­νται συμ­βο­λι­κές προ­ε­κτά­σεις σχε­τι­κά με το τι μπο­ρεί το κα­θέ­να να εκ­φρά­ζει, ό­μως οι μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κοί ή­ρωες προ­σφέ­ρο­νται.
Όπως ο α­ριθ­μός ε­πτά α­να­λύε­ται συμ­βο­λι­κά σε ά­θροι­σμα του τρία για τα πνευ­μα­τι­κά πράγ­μα­τα και του τέσ­σε­ρα για τα υ­λι­κά, έ­τσι και τα α­δέλ­φια μοι­ρά­ζο­νται στα δυο φύ­λα. Τρία εί­ναι τα θη­λυ­κά, τέσ­σε­ρα τα αρ­σε­νι­κά. Στο μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό κό­σμο της Κα­ρυ­στιά­νη, οι γυ­ναί­κες εκ­φρά­ζουν τα με­γά­λα αι­σθή­μα­τα. Κα­τά η­λι­κια­κή πα­ρά­τα­ξη, μια χή­ρα εκ­προ­σω­πεί το α­πό­λυ­το του έ­ρω­τα, μια ζω­ντο­χή­ρα τη νο­σταλ­γία για τον πα­ρά­δει­σο της παι­δι­κής η­λι­κίας και μια γε­ρο­ντο­κό­ρη το με­τα­φυ­σι­κό δέ­ος του θα­νά­του. Αυ­τή η τε­λευ­ταία, η πιο βα­σα­νι­σμέ­νη α­δελ­φή, εί­ναι ζω­γρά­φος, ο­νό­μα­τι Θεώ­νη, έ­νας ρο­μα­ντι­κός χα­ρα­κτή­ρας, ό­πως η ζω­γρά­φος Θε­ο­νύμ­φη στην «Άκρα τα­πεί­νω­ση» της Γα­λα­νά­κη. Αυ­τή γέρ­νει προς το τρα­γι­κό, της Γα­λα­νά­κη δια­σκε­δά­ζε­ται με κω­μι­κές νό­τες.
Στην υ­λι­κή τε­τρά­δα –γη, φω­τιά, νε­ρό, αέ­ρας– θα μπο­ρού­σε α­ντί­στοι­χα να πα­ρα­τα­χθού­ν: Ο πρε­σβύ­τε­ρος α­πό­λυ­τα γήι­νος, φούρ­να­ρης το ε­πάγ­γελ­μα, εί­ναι ο φα­να­τι­κός πε­ζο­πό­ρος των ο­ρέων της δυ­τι­κής Κρή­της και λά­τρης των φα­ραγ­γιών της. Ο δευ­τε­ρό­το­κος, άν­θρω­πος της ε­πα­να­στα­τι­κής φω­τιάς, καί­τοι ι­δε­ο­λό­γος α­ρι­στε­ρός, α­πο­μέ­νει με ε­λά­χι­στα ψι­χία α­ξιο­πρέ­πειας. Ο βε­νια­μίν, δέ­σμιος α­πό τα 23 του με τον ε­φιάλ­τη του νε­ρού, δεν μί­λη­σε πο­τέ για τον λευ­κό καρ­χα­ρία, που σαν άλ­λος Μό­μπι Ντικ κα­τέ­στρε­ψε τη δι­κή του ζωή. Για τον αέ­ρα, ται­ριά­ζει ο “α­χα­μνός” τρι­τό­το­κος, που φέ­ρει το ό­νο­μα του προ­φή­τη Ελι­σαίου, και για­τί ό­χι, α­φού στά­θη­κε υ­πε­ρα­σπι­στής, ό­χι της θρη­σκευ­τι­κής, αλ­λά της ε­ρω­τι­κής του αυ­το­διά­θε­σης.
Μό­νο έ­νας, ε­κτός οι­κο­γέ­νειας, αυ­το­κτο­νεί. Η μυ­θο­πλα­σία α­φή­νει με­τέω­ρη τη δι­καίω­ση της πρά­ξης του με κί­νη­τρο τη διά­σω­ση της α­ξιο­πρέ­πειάς του, ό­πως και την ευό­δω­ση της α­νά­γκης, που οι ή­ρωες εκ­δη­λώ­νουν πλα­γίως, για αν­θρω­πιά. Μή­πως, και στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, οι δυο αυ­τές έν­νοιες σαν με­τέω­ρες δεν μοιά­ζουν; Το αί­σιο, πά­ντως, τέ­λος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που ε­πι­λέ­γει η Κα­ρυ­στιά­νη, εκ­φρά­ζει ή, σω­στό­τε­ρα, υ­πο­δη­λώ­νει, συ­γκε­κρι­μέ­νη τά­ση της κι­νη­μα­τι­κής δια­νό­η­σης. Εί­ναι το ί­διο, με ε­κεί­νο της τε­λευ­ταίας χρι­στου­γεν­νιά­τι­κης ι­στο­ρίας του 2010. Στην ι­στο­ρία, πρό­κει­ται για το τρα­πέ­ζω­μα, που κά­νει το ο­μο­φυ­λό­φι­λο ζευ­γά­ρι των η­ρώων, με­τά συμ­βίω­ση μιας τρια­κο­ντα­ε­τίας, στις δυο μα­νά­δες τους. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα, η α­φή­γη­ση τε­λειώ­νει με τις προ­ε­τοι­μα­σίες της οι­κο­γε­νεια­κής συ­νε­στία­σης, τις ο­ποίες κά­νει ο Ιτα­λός σύ­ντρο­φος του Ελι­σαίου, για την υ­πο­δο­χή των πε­ζο­πό­ρων στο ε­ξο­χι­κό, που του ά­φη­σε η κρη­τι­κιά μη­τέ­ρα του κα­λού του. Σε αμ­φό­τε­ρες τις πε­ρι­πτώ­σεις, η πε­ρι­γρα­φή υ­περ­χει­λί­ζει τρυ­φε­ρό­τη­τας. Αυ­τή η ει­κό­να, η πιο φω­τει­νή του μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού κό­σμου της Κα­ρυ­στιά­νη, ό­ταν το­πο­θε­τεί­ται στην καρ­διά της Κρή­της - της λε­γό­με­νης άλ­λο­τε και “λε­βε­ντο­γέν­νας” - θέ­λει κό­τσια. Σί­γου­ρα πιο γε­ρά, α­πό ό­σο η υ­πε­ρά­σπι­ση της ση­με­ρι­νής κυ­βέρ­νη­σης, που α­πο­πει­ρά­ται η συγ­γρα­φέ­ας στις πρό­σφα­τες  συ­νε­ντεύ­ξεις της. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 8/11/2015.