Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2012

Ειρωνική θεώρηση του παρόντος



Τά­κης Θε­ο­δω­ρό­που­λος
«Η ε­πι­δη­μία
οι θε­οί α­νά­με­σά μας»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Οκτώ­βριος 2011

Γκράφιτι (στένσιλ) σύνθημα
στο πλατύσκαλο της άνω εισόδου
στον Άγιο Δημήτριο Ψυχικού.







Με­γά­λη α­νη­συ­χία μας κα­τέ­λα­βε, ό­ταν δεν α­να­κα­λύ­ψα­με μυ­θι­στό­ρη­μα του Τά­κη Θε­ο­δω­ρό­που­λου στον κα­τά­λο­γο “των 100 νέων τίτ­λων του φθι­νο­πώ­ρου”, που δη­μο­σίευ­σε αρ­χές Σε­πτεμ­βρίου το βι­βλια­κό έν­θε­το του «Βή­μα­τος». Βε­βαίως, ο δη­μο­σιο­γρά­φος, στον πρό­λο­γό του, προϊδέ­α­ζε για την α­που­σία “των με­γά­λων ο­νο­μά­των της σύγ­χρο­νης ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας”. Εμείς, ω­στό­σο, ο­ρι­σμέ­νους α­πό ε­κεί­νους που α­να­φέ­ρει θα τους κα­τα­τάσ­σα­με α­νεν­δοία­στα στα με­γά­λα ο­νό­μα­τα. Ό,τι μπο­ρεί να ση­μαί­νει αυ­τή η η­χη­ρή φρά­ση. Από την άλ­λη, το γε­γο­νός ό­τι πε­ριο­ρί­ζει την ε­πι­λο­γή του σε εί­κο­σι ό­λους κι ό­λους τίτ­λους πε­ζο­γρα­φι­κών βι­βλίων Ελλή­νων συγ­γρα­φέων, δί­νο­ντας κύ­ρια έμ­φα­ση στους πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους, το α­στυ­νο­μι­κό και το ξέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα, α­φή­νει μια ελ­πί­δα στα πα­ρα­λει­πό­με­να να βρί­σκε­ται και το και­νού­ριο του Θε­ο­δω­ρό­που­λου. Χλω­μό, θα μας α­ντέ­τει­ναν ό­σοι πα­ρα­κο­λου­θούν το χώ­ρο του βι­βλίου αλ­λά και τον ευ­ρύ­τε­ρο πο­λι­τι­στι­κό. Ο αρ­κάς συγ­γρα­φέ­ας, με ό­ποιο μέ­τρο και να με­τρη­θεί, α­γο­ραίο ή λο­γο­τε­χνι­κό, στα με­γά­λα ο­νό­μα­τα κα­τα­χω­ρεί­ται. 

Σε κρί­σι­μο σταυ­ρο­δρό­μι

Όπως και να έ­χει, θυ­μί­ζου­με ό­τι και το τε­λευ­ταίο του μυ­θι­στό­ρη­μα κυ­κλο­φό­ρη­σε πά­νω που οι φα­να­τι­κοί α­να­γνώ­στες του εί­χαν αρ­χί­σει να α­δη­μο­νούν. Οκτώ­βριο 2011. Εκεί­νο τον Μάρ­τιο εί­χε συ­μπλη­ρω­θεί ή­δη χρό­νος α­πό την έκ­δο­ση του προ­η­γού­με­νου μυ­θι­στο­ρή­μα­τός του, «Το ξυ­πό­λυ­το σύν­νε­φο», και εί­ναι γνω­στή τοις πά­σι η τα­κτι­κό­τη­τα στην έκ­δο­ση των βι­βλίων του, την ο­ποία τη­ρεί α­πα­ρε­γκλί­τως τα τε­λευ­ταία χρό­νια, α­φό­του η ε­να­σχό­λη­σή του με τη συγ­γρα­φή α­πέ­κτη­σε ε­παγ­γελ­μα­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Με­τά, μά­λι­στα, α­πό “την ι­στο­ρία μιας κω­μω­δίας”, ό­πως ή­ταν ο υ­πό­τιτ­λος στο «Ξυ­πό­λυ­το σύν­νε­φο», που συ­νι­στού­σε μο­να­δι­κό δείγ­μα αρ­χαιό­θε­μης σά­τι­ρας στα με­τα­πο­λι­τευ­τι­κά χρο­νι­κά της πε­ζο­γρα­φίας μας, η α­νυ­πο­μο­νη­σία τους ή­ταν α­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρη. Πι­θα­νώς και για­τί α­ντι­λαμ­βά­νο­νταν ό­τι ο α­γα­πη­μέ­νος τους συγ­γρα­φέ­ας βρι­σκό­ταν σε κρί­σι­μο σταυ­ρο­δρό­μι. Έπρε­πε να ε­πι­λέ­ξει με­τα­ξύ δο­κι­μια­κού-στο­χα­στι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, για το ο­ποίο οι κρι­τι­κοί τον εί­χαν τό­σο ε­παι­νέ­σει, και σά­τι­ρας, εί­δος στο ο­ποίο δεν εί­χε ει­σέ­τι κα­το­χυ­ρώ­σει το κύ­ρος του.
Απο­λάμ­βα­ναν, βε­βαίως, σε κα­θη­με­ρι­νή πλέ­ον βά­ση το σαρ­κα­στι­κό του ύ­φος, χά­ρις στην α­να­βάθ­μι­ση των ε­πι­φυλ­λί­δων του στη θέ­ση που τους α­να­λο­γεί δί­πλα στην πο­λι­τι­κή σχο­λιο­γρα­φία. Ωστό­σο, εί­χαν αρ­χί­σει να φο­βού­νται, μην και εί­χε δί­κιο ο Δαί­μων του Σω­κρά­τη, ε­κεί­νος ο μο­να­δι­κός α­φη­γη­τής του προ­η­γού­με­νου μυ­θι­στο­ρή­μα­τός του, που δια­τει­νό­ταν ό­τι ο σαρ­κα­σμός εί­ναι έ­να πρά­μα σαν “τη φα­γού­ρα που θες να την ξύ­σεις για να γλι­τώ­σεις α­π’ το βά­σα­νο”. Γρά­ψε-γρά­ψε, κά­θε μέ­ρα, σκέ­φτο­νταν, μπο­ρεί και να του πε­ρά­σει η φα­γού­ρα για τα κα­κώς κεί­με­να στο πα­νελ­λή­νιο. Άδι­κοι φό­βοι. Μό­λις έ­να ε­ξά­μη­νο άρ­γη­σε τό­τε ο Θε­ο­δω­ρό­που­λος στο ε­τή­σιο εκ­δο­τι­κό του ρα­ντε­βού. Κα­θυ­στέ­ρη­ση, που μπο­ρεί και να ο­φει­λό­ταν στην αλ­λα­γή εκ­δό­τη, την ο­ποία συ­νη­θί­ζει α­νά δε­κα­ε­τία. 
Λό­γω α­νω­τέ­ρας βίας, το τε­λευ­ταίο μυ­θι­στό­ρη­μά του δεν το σχο­λιά­σα­με στην ώ­ρα του. Αφού, λοι­πόν, προ­σώ­ρας νέο δεν εμ­φα­νί­στη­κε, ε­πω­φε­λού­μα­στε να κα­λύ­ψου­με την πα­ρά­λει­ψη. Ύστε­ρα, έ­να φρε­σκά­ρι­σμα της μνή­μης δεί­χνει α­να­γκαίο, κα­θώς, ό­λως πα­ρα­δό­ξως, το βι­βλίο α­που­σιά­ζει α­πό τις βρα­χείες λί­στες των ποι­κι­λώ­νυ­μων βρα­βεύ­σεων για το 2011. Πρό­κει­ται για το ό­γδοο μυ­θι­στό­ρη­μα του Θε­ο­δω­ρό­που­λου, με­τρώ­ντας ό­σα ο ί­διος χα­ρα­κτη­ρί­ζει μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Κα­τά τα άλ­λα, εί­ναι το δω­δέ­κα­το βι­βλίο του στην κα­τη­γο­ρία της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, έ­ντε­κα εί­ναι τα α­να­γνω­ρι­σμέ­να, που κα­τα­γρά­φο­νται στον κα­τά­λο­γο των βι­βλίων του συγ­γρα­φέα στην α­ρι­στε­ρή σε­λί­δα α­πέ­να­ντι ε­κεί­νης του τίτ­λου. Εμείς, ό­μως, ε­πι­μέ­νου­με να με­τρού­με και το πρώ­το πε­ζο­γρά­φη­μά του, «Ο βίος στην πο­λι­τεία του Θο­δω­ρή Κο­τρω­νη­θο­δω­ρή­κω­λου», που κυ­κλο­φό­ρη­σε α­πό τον εκ­δο­τι­κό οί­κο Ολκός, το 1976, και το ο­ποίο ο συγ­γρα­φέ­ας έ­χει σιω­πη­ρά δια­γρά­ψει. Πά­ντως, με ε­κεί­νο συ­νυ­πο­λο­γι­ζό­με­νο, ο Θε­ο­δω­ρό­που­λος συ­μπλη­ρώ­νει τριά­ντα πέ­ντε έ­τη συγ­γρα­φι­κής πα­ρου­σίας. Όσα και τα α­παι­τού­με­να συ­ντά­ξι­μα για έ­ναν ε­παγ­γελ­μα­τία. Ευ­τυ­χώς, ό­μως, πα­ρό­μοιες νόρ­μες δεν ι­σχύουν για έ­ναν λο­γο­τέ­χνη.

Μυ­στα­κο­φό­ρα θή­λεα

Κα­τά τη γνώ­μη μας, ο Θε­ο­δω­ρό­που­λος κα­λά θα κά­νει να α­να­σκου­μπω­θεί και να στρω­θεί στη συγ­γρα­φή. Αναμ­φι­βό­λως, η ε­πι­φυλ­λι­δο­γρα­φία σε με­γά­λης κυ­κλο­φο­ρίας ε­φη­με­ρί­δα προ­σφέ­ρει υ­ψη­λή α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα. Και ως γνω­στόν, την σή­με­ρον, η α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα, α­πό ό­που κι αν προέρ­χε­ται, α­νοί­γει πόρ­τες. Ωστό­σο, εν γέ­νει η ε­φη­με­ρι­δο­γρα­φία εί­ναι εί­δος ό­χι μό­νο ε­φή­με­ρο αλ­λά και ο­λι­σθη­ρό. Πα­ρά­δειγ­μα, ε­κεί­νο το “μυ­στα­κο­φό­ρος θε­ού­σα”, που πα­ρει­σέ­φρη­σε σε πρό­σφα­το δη­μο­σίευ­μά του. Οφεί­λε­ται, βε­βαίως, στην εν θερ­μώ γρα­φή. Εμφα­νή και στο α­να­κά­τω­μα των ο­νο­μά­των δυο ε­πι­φα­νών του ΠΑ­ΣΟ­Κ, που έ­χουν την α­τυ­χία να φέ­ρουν το ί­διο ε­πί­θε­το. Το κοι­νό­τα­το στη γε­νέ­τει­ρά τους, τη λε­βε­ντο­γέν­να Κρή­τη, Ανδρου­λά­κης. Ωστό­σο, φρίτ­του­με στην προο­πτι­κή, αν δεν τον ι­κα­νο­ποιή­σει η πα­ρου­σία­ση του βι­βλίου του, σε μια εν θερ­μώ γραμ­μέ­νη δια­μαρ­τυ­ρία, να μας α­πο­κα­λέ­σει μυ­στα­κο­φό­ρο κρι­τι­κό. Δυ­στυ­χώς, θε­ού­σες και κρι­τι­κοί, ε­κτός α­σφα­λι­στι­κών τα­μείων, δεν μπο­ρούν να α­ντι­με­τω­πί­σουν “α­πο­τρί­χω­ση ά­νω χεί­λους με λέϊζε­ρ”. Πά­ντως, ο μύ­στα­ξ, έ­τσι κι αλ­λιώς φύ­σει α­ραιός στα θή­λεα, μάλ­λον δεν συ­νι­στά μέ­τρο πα­ρα­βα­τι­κό­τη­τας, ού­τε ι­κα­νο­τή­των. Όπως και να έ­χει, α­πό τον κα­λό μας συγ­γρα­φέα α­να­μέ­νε­ται νέο μυ­θι­στό­ρη­μα, τώ­ρα που βρί­σκε­ται στην η­λι­κία της συγ­γρα­φι­κής ω­ρι­μό­τη­τας και φαί­νε­ται να έ­χει ε­πι­λέ­ξει ο­ρι­στι­κά ως προο­πτι­κή της συγ­γρα­φι­κής του ύ­παρ­ξης, κα­θώς οι και­ροί ε­πι­τάσ­σουν, την ει­ρω­νι­κή θεώ­ρη­ση των πραγ­μά­των. 
Κα­τά τα άλ­λα, κρί­νο­ντας και α­πό το τε­λευ­ταίο του βι­βλίο, δεν ε­γκα­τα­λεί­πει τις εμ­μο­νές του. Συ­νε­χί­ζει α­πτό­η­τος το δού­ναι και λα­βείν με τους θε­ούς των Ελλή­νων –προς θε­ού, ό­χι των ση­με­ρι­νώ­ν– που στά­θη­καν, ευ­θύς εξ αρ­χής, ο κι­νη­τή­ριος μο­χλός του μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού του κό­σμου. Βι­βλίο πα­ρά βι­βλίο και α­πό έ­νας κα­θα­ρό­αι­μος ή μι­γάς θεός σέρ­νει το χο­ρό: Περ­σε­φό­νη, Πά­νας, Νάρ­κισ­σος, Διό­νυ­σος, Αφρο­δί­τη και στο προ­η­γού­με­νο, ο­λό­κλη­ρο το Δω­δε­κά­θεο, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης της τά­ξης των Δαι­μό­νων. Για το τε­λευ­ταίο του μυ­θι­στό­ρη­μα, ε­πέ­λε­ξε τον πρω­το­φα­νέ­ρω­το “θεό της με­τριό­τη­τας”, τον ο­ποίο το­πο­θε­τεί “κά­που τρια­κο­στό έ­κτο στην κα­τά­τα­ξη του Δω­δε­κά­θε­ου” και τον συ­στή­νει, σε συμ­φω­νία με το ό­νο­μά του, ως χρυ­σή με­τριό­τη­τα, δη­λα­δή πα­ντε­λώς α­νά­ξιο. 
Εδώ, έ­νας α­να­γνώ­στης, που α­γνο­εί πό­σο δει­νός γνώ­στης του ελ­λη­νι­κού κό­σμου εί­ναι ο συγ­γρα­φέ­ας, μπο­ρεί να του α­πο­δώ­σει γλωσ­σι­κό ο­λί­σθη­μα. Εί­ναι γνω­στό ό­τι οι Ολύ­μπιοι τι­μού­σαν το μέ­τρο και ό­ρι­ζαν την με­τριό­τη­τα ως την ι­διό­τη­τα του με­τρίου, δη­λα­δή του εμ­μέ­νο­ντος ως προς τις ε­πι­λο­γές και τις πρά­ξεις του στο μέ­τρο. Οπό­τε έ­νας θεός της με­τριό­τη­τας θα α­να­με­νό­ταν να κα­τα­τα­γεί με­τα­ξύ των πρώ­των. Δεν ο­λι­σθαί­νουν, ω­στό­σο, μό­νο οι άν­θρω­ποι αλ­λά και οι ση­μα­σίες των λέ­ξεων. Έτσι και η ση­μα­σία της λέ­ξης με­τριό­τη­τα, με­τα­κύ­λη­σε α­πό το εύ­ση­μο στο κα­κό­ση­μο. Πρό­κει­ται, λοι­πόν, για έ­ναν α­πό τους πολ­λούς εκ­φρα­στι­κούς α­να­χρο­νι­σμούς, στους ο­ποίους α­να­γκά­ζε­ται να κα­τα­φύ­γει ο α­φη­γη­τής ως δια­με­σο­λα­βη­τής με­τα­ξύ Ολύ­μπιων και συγ­χρό­νων του και για τους ο­ποίους ζη­τά­ει κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη συγ­γνώ­μη α­πό τον α­να­γνώ­στη, ό­πως συ­νή­θι­ζαν οι α­φη­γη­τές στις πα­λαιές κα­λές μυ­θι­στο­ρίες.
   
Τα με­γά­λα λό­για

Ήταν, ε­πο­μέ­νως, οι α­νά­γκες της μυ­θο­πλα­σίας, που α­παι­τού­σαν έ­ναν θεό, ο ο­ποίος να κα­τε­βά­ζει ι­δέες και να λέει με­γά­λα λό­για, αλ­λά να α­δυ­να­τεί να πε­ρά­σει στα έρ­γα. Ας μην λη­σμο­νού­με, ό­τι συ­νι­στά πά­για τα­κτι­κή του συγ­γρα­φέα να πλά­θει τους θε­ούς κα­τ’ ει­κό­να και ο­μοίω­σιν των αν­θρώ­πων. Και δη, πα­λαιό­τε­ρων και συγ­χρό­νων, α­φού, του­λά­χι­στον μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή α­δεία, αυ­τή η α­θά­να­τη ρά­τσα ε­λά­χι­στα μό­νο έ­χει αλ­λά­ξει. Αυ­τός, λοι­πόν, ο κα­τα­χρη­στι­κά α­πο­κα­λού­με­νος “θεός της με­τριό­τη­τας”, ο­ρα­μα­τί­στη­κε να ε­πι­τε­λέ­σει δυο έρ­γα. Το έ­να στον κα­τα­σκευα­στι­κό το­μέα και το δεύ­τε­ρο σε ε­κεί­νον της ποίη­σης. Ο συγ­γρα­φέ­ας δεν ε­πι­λέ­γει τυ­χαία τους συ­γκε­κρι­μέ­νους δυο στό­χους α­πό τους ουκ ο­λί­γους προ­σφε­ρό­με­νους για τους ει­ρω­νι­κούς του μύ­δρους. 
Στην ε­πι­λο­γή του πρώ­του δια­φαί­νο­νται α­νο­μο­λό­γη­τοι λό­γοι ε­ντο­πιό­τη­τας, δε­δο­μέ­νου ό­τι προ­κρί­νει, ως το ι­δα­νι­κό πα­ρά­δειγ­μα για τον τρό­πο ε­κτέ­λε­σης των ε­πι­δο­τού­με­νων με κοι­νο­τι­κά κον­δύ­λια έρ­γων, την ε­θνι­κή ο­δό Κο­ρίν­θου-Σπάρ­της. Κω­λυ­σιερ­γίες, α­θε­τή­σεις και λοι­πές α­τα­σθα­λίες κα­τά την κα­τα­σκευή τής εν λό­γω, ε­σα­εί η­μι­τε­λούς, ε­θνι­κής ο­δού α­να­με­νό­με­νο εί­ναι να συ­νι­στούν κό­λα­φο για την υ­πε­ρη­φά­νεια κά­θε Πε­λο­πον­νή­σιου, πό­σο μάλ­λον ε­νός Αρκά­δα. Όσο για τον δεύ­τε­ρο στό­χο της ποίη­σης, αυ­τός α­πο­τε­λεί α­νέ­κα­θεν πρω­ταρ­χι­κή πη­γή της έ­μπνευ­σής του. Στην ε­πι­φυλ­λι­δο­γρα­φία του τον α­πα­σχο­λούν οι πο­λι­τι­κοί άν­δρες και οι οι­κο­νο­μι­κοί πα­ρά­γο­ντες, ως μυ­θι­στο­ριο­γρά­φο, ό­μως, α­κό­μη κι ό­ταν τους ε­μπλέ­κει στην υ­πό­θε­ση, ό­πως στο τε­λευ­ταίο βι­βλίο του, μπο­ρεί να πλά­θει έ­ναν α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό τύ­πο, αλ­λά δεν δί­νει και τον κα­λύ­τε­ρο ε­αυ­τό του. Ού­τε σύ­γκρι­ση με την ει­ρω­νι­κή υ­πο­νό­μευ­ση των ποιη­τών και των τρό­πων, που ε­κεί­νοι μη­χα­νεύο­νται για να βρί­σκο­νται στο προ­σκή­νιο. Εκμε­ταλ­λευό­με­νοι, με­τα­ξύ πλεί­στων άλ­λων, το μύ­θο του κα­τα­ρα­μέ­νου ποιη­τή. Να ση­μειώ­σου­με, ό­τι, πλην των ποιη­τών, τον δη­μιουρ­γι­κό του οί­στρο τον διε­γεί­ρουν οι η­θο­ποιοί και εν γέ­νει, ο χώ­ρος του θεά­τρου. Εδώ, στην πα­λαιό­θεν προ­σφι­λή του Επί­δαυ­ρο, έρ­χο­νται να προ­στε­θούν οι πο­λυά­ριθ­μες ο­μα­δού­λες, που, σε και­ρούς κρί­σης, ό­πως οι ση­με­ρι­νοί, στή­νουν τη σκη­νή τους ό­που λά­χει.
Όπως εί­ναι α­να­με­νό­με­νο, ά­ξιος του ο­νό­μα­τός του ο “θεός της με­τριό­τη­τας”, δεν πραγ­μα­το­ποίη­σε κα­νέ­να α­πό τα δυο έρ­γα. Ωστό­σο, το δεύ­τε­ρο, δη­λα­δή η σύν­θε­ση του έ­πους των Ολύ­μπιων θεών, ε­κεί­νους, α­κό­μη και ως προο­πτι­κή, πο­λύ τους θο­ρύ­βη­σε. Πι­θα­νώς, για­τί, γνω­ρί­ζο­ντας τα αί­σχη και τις γε­λοιό­τη­τες του κα­θη­με­ρι­νού τους βίου, δεν α­πέ­κλειαν να ε­μπνεύ­σουν α­κό­μη και έ­ναν α­τά­λα­ντο. Κα­λή ώ­ρα, ό­πως οι σύγ­χρο­νοί μας, οι ο­ποίοι, με­τα­γρά­φο­ντας ό­ψεις της τρέ­χου­σας πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, συν­θέ­τουν ρο­μά­ντσα, που έρ­χο­νται πρώ­τα σε πω­λή­σεις. Ακο­λου­θούν κα­τά πό­δας οι δη­μο­σιο­γρά­φοι και τα κα­τα­χω­ρούν στα βι­βλια­κά έν­θε­τα των ε­φη­με­ρί­δων, ως πρώ­τα στη στή­λη της “ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας”. Έτσι κι αλ­λιώς, η σχε­τι­κή  στή­λη σπα­νίως φι­λο­ξε­νεί λο­γο­τε­χνι­κά βι­βλία, κα­θώς αυ­τά έρ­χο­νται τε­λευ­ταία στις προ­τι­μή­σεις. Παίρ­νουν έ­τσι τα μυα­λά τους αέ­ρα και ζη­τούν μέ­χρι να α­λώ­σουν τον Όλυ­μπο των συγ­γρα­φέων. Σε α­ντί­θε­ση, πά­ντως, με το ση­με­ρι­νό διευ­θυ­ντή­ριο των συγ­γρα­φέων, που φαί­νε­ται εν­δο­τι­κό στο ά­νοιγ­μα των πυ­λών του, οι Ολύ­μπιοι του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος έ­σπευ­σαν να ε­ξο­ρί­σουν τον “θεό της με­τριό­τη­τας”. 

Οι βλα­βε­ρές συ­νέ­πειες
της ε­ρω­τι­κής έ­ξα­ψης

Ήρθε, ό­μως, το πλή­ρω­μα του χρό­νου και μια ω­ραία πρωία, ε­κεί­νος προσ­γειώ­θη­κε στο δια­με­ρι­σμα­τά­κι, ό­χι του συγ­γρα­φέα στα πε­ρι­λύ­σια πε­δία, ό­πως συ­νέ­βη με τον Δαί­μο­να του Σω­κρά­τη στο προ­η­γού­με­νο μυ­θι­στό­ρη­μα, αλ­λά σε ε­κεί­νο της κα­λής του στο Πε­δίο του Άρεως. Για­τί, ό­σο πα­ρά­ξε­νο και να φαί­νε­ται, καί­τοι θεός και δη ε­ξό­ρι­στος, υ­πήρ­χε μια γυ­ναί­κα στη ζωή του. Να ση­μειώ­σου­με ό­τι ο Θε­ο­δω­ρό­που­λος με­ρι­μνά πά­ντο­τε για την ε­ρω­τι­κή πλευ­ρά των μυ­θι­στο­ρη­μά­των του. Κα­τά τα άλ­λα, πα­ρό­τι τρι­το­κλα­σά­τος θεός ο νέ­ος του ή­ρωας, ό­πως συ­χνά συμ­βαί­νει και με τους θνη­τούς, ε­ρω­τεύε­ται πρω­το­κλα­σά­τες θέ­αι­νες. Την Αφρο­δί­τη στον Όλυ­μπο και ε­πί γης, την Άρτε­μη, η ο­ποία, ω­στό­σο, κα­λύ­πτε­ται πί­σω α­πό το ψευ­δώ­νυ­μο Κύν­θια. Ακό­μη κι αν δεν ή­ταν γνω­στό τοις πά­σι το εν λό­γω πα­ρω­νύ­μιο της Άρτε­μης, την ταυ­τό­τη­τά της την προ­δί­δουν οι γλα­φυ­ρές πε­ρι­γρα­φές του α­φη­γη­τή για το α­γο­ρί­στι­κο πα­ρου­σια­στι­κό της.  
Το θέ­μα, ό­μως, δεν εί­ναι ο έ­ρω­τας του ζεύ­γους, αλ­λά οι βλα­βε­ρές συ­νέ­πειες της ε­ρω­τι­κής έ­ξα­ψης ε­νός θε­ού. Αυ­τή, πε­ραι­τέ­ρω αυ­ξη­μέ­νη α­πό τη συ­γκί­νη­ση του νό­στου, ό­ταν βρέ­θη­κε μα­ζί με την κα­λή του για λί­γες μέ­ρες στα γε­νέ­θλια α­κρο­γιά­λια του Ομή­ρου, άγ­γι­ξε ύ­ψη, ο­δη­γώ­ντας τον σε α­πρό­σμε­νο ποιη­τι­κό οί­στρο. Αδυ­να­τώ­ντας, ό­μως, ως “θεός της με­τριό­τη­τας”, να τον με­τα­δώ­σει σε συ­γκε­κρι­μέ­νο θνη­τό, κα­τα­πώς έ­πρατ­ταν οι Ολύ­μπιοι, τον ά­φη­σε α­νε­ξέ­λε­γκτο. Τό­τε, έ­να τε­ρά­στιο ω­στι­κό κύ­μα αι­σθη­μα­τι­κού α­να­βρα­σμού, έ­πλη­ξε α­πα­ξά­πα­ντες τους κα­τοί­κους της χώ­ρας, προ­κα­λώ­ντας γε­νι­κευ­μέ­νη λυ­ρι­κή υ­περ­διέ­γερ­ση. Αυ­τή, εν συ­ντο­μία, εί­ναι η ε­πι­δη­μία, που έ­φε­ρε η πα­ρου­σία του θε­ού α­νά­με­σά μας και η ο­ποία συ­νι­στά την πε­μπτου­σία του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. 
    Βε­βαίως, ο α­φη­γη­τής ει­κά­ζει ό­τι την προ­κά­λε­σε σκό­πι­μα ο “θεός της με­τριό­τη­τας” για “να δια­σύ­ρει α­κό­μη και τα τε­λευ­ταία ί­χνη σο­βα­ρό­τη­τας που διέ­θε­τε η χώ­ρα”, παίρ­νο­ντας έ­τσι εκ­δί­κη­ση για το ναυά­γιο της ε­θνι­κής ο­δού. Απο­πει­ρά­ται, μά­λι­στα, έ­ναν πα­ραλ­λη­λι­σμό της ε­πι­δη­μίας με τον λοι­μό, που ε­νέ­σκη­ψε στην Αθή­να κα­τά τον πρώ­το χρό­νο του Πε­λο­πον­νη­σια­κού Πο­λέ­μου. Από την Αι­θιο­πία ήρ­θε ο λοι­μός και κα­ταρ­ρά­κω­σε το φρό­νη­μα των Αθη­ναίων. Από την Υπο­σα­χά­ριο Αφρι­κή ήρ­θε στο μυ­θι­στό­ρη­μα η ε­πι­δη­μία, α­φού ε­κεί ή­ταν ο τό­πος ε­ξο­ρίας του “θε­ού της με­τριό­τη­τας”, και κο­ρύ­φω­σε την σο­βού­σα πο­λι­τι­κο-οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση. 
   Πλα­νά­ται, ω­στό­σο, ο α­φη­γη­τής πλά­νην οικ­τρά, κα­θώς η ε­πι­δη­μία, σε α­ντί­θε­ση με τον λοι­μό, α­να­πτέ­ρω­σε το η­θι­κό των συγ­χρό­νων μας. Και ό­σα έ­πρα­ξαν α­πό ε­κεί και πέ­ρα, βαν­δα­λι­σμούς και πυρ­πο­λή­σεις, δεν α­πέρ­ρε­αν α­πό την α­πει­λή της πτώ­χευ­σης, αλ­λά έ­νε­κα συ­ναι­σθη­μα­τι­κού πλού­του. Άρα, ο θεός και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση, βε­βαίως, ο συγ­γρα­φέ­ας δια της μυ­θο­πλα­σίας του, προ­σφέ­ρει άλ­λο­θι στους συγ­χρό­νους μας. Δεν εί­ναι ψεύ­τες και κα­τα­χρα­στές, αλ­λά ποιη­τι­κές ψυ­χές, αυ­θόρ­μη­τες και συ­ναι­σθη­μα­τι­κές. Ας ση­μειώ­σου­με ε­δώ τα ε­ξής: γρά­φτη­κε ό­τι ο Θε­ο­δω­ρό­που­λος ποιεί αλ­λη­γο­ρία. Σφάλ­μα, ού­τε σε πλα­σμα­τι­κούς χα­ρα­κτή­ρες ού­τε σε συμ­βο­λι­κές πρά­ξεις κα­τα­φεύ­γει. Επί­σης, υ­πο­στη­ρί­χτη­κε ό­τι ποιεί πα­ρω­δία. Δεύ­τε­ρο σφάλ­μα, ου­δέν πρό­σω­πο και ου­δε­μία κα­τά­στα­ση δια­στρέ­φε­ται ε­πι το γε­λοιο­δέ­στε­ρο. Φα­ντα­στι­κός μεν ο κό­σμος αν­θρώ­πων τε και θεών, που πλά­θει, αλ­λά σε πι­στή α­ντα­νά­κλα­ση του υ­πάρ­χο­ντος. Μέ­σα σε αυ­τόν, ο α­φη­γη­τής λει­τουρ­γεί σαν έ­νας ει­ρω­νι­κός, ε­νίο­τε σαρ­κα­στι­κός, πα­ρα­τη­ρη­τής. Για να μην πο­λυ­λο­γού­με, πρό­κει­ται για έ­να ε­ξό­χως ε­πί­και­ρο μυ­θι­στό­ρη­μα, κα­θώς μια με­γά­λη με­ρί­δα των συ­μπα­τριω­τών μας την σω­τη­ρία α­πό το οι­κο­νο­μι­κό τσου­νά­μι, ό­πως το α­πο­κα­λούν, εξ ου­ρα­νού την α­να­μέ­νουν. Κα­τά τα άλ­λα, με­τά το Δαι­μό­νιο του Σω­κρά­τη και τον ε­ρω­τύ­λο “θεό της με­τριό­τη­τας”, ευ­κταίο θα ή­ταν να τρι­τώ­σει με την κά­θο­δο ε­νός πραγ­μα­τι­κού Ολύ­μπιου. Μό­νο έ­νας πρω­το­κλα­σά­τος θεός θα εί­χε πι­θα­νό­τη­τες να α­πο­τρέ­ψει το τέ­λος των μα­κρι­νών, ο­μαί­μων ή έ­στω και εκ γλωσ­σι­κής αγ­χι­στείας, α­πο­γό­νων του.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 21/10/2012.